Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

"Πώς φτάσαμε έως εδώ;"

«Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, οι ιδιωτικοποιήσεις, η συγκράτηση των δημοσιονομικών δαπανών και η δραστική μείωση των ελλειμμάτων δεν είναι πλέον δυνατόν να περιμένουν. Ούτε, ασφαλώς, η απελευθέρωση των αγορών εργασίας και όλα εκείνα τα μέτρα, που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, έχουν περιθώρια αναμονής. Καλή, βέβαια, και ευκταία η εργασιακή ειρήνη, την οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να συνδυάσει με τις ριζικές μεταβολές και τους γρήγορους ρυθμούς που απαιτεί η οικονομική ανάπτυξη του τόπου (γι’ αυτό και είναι επιφυλακτική, διστακτική και αναβλητική σε τολμηρές αποφάσεις). Και το κακό είναι ότι ούτε και τα άλλα κόμματα βοηθούν στη λήψη τέτοιων αποφάσεων. Αφήνοντας κατά μέρος το δογματικό ΚΚΕ, το οποίο εξ ορισμού είναι αντίθετο ακόμη και με τις ορθότερες καινοτομίες, γιατί τάχα διαταράσσουν την εργασιακή ειρήνη, βλέπω ότι και η Νέα Δημοκρατία ούτε ενθαρρύνει, στον βαθμό που επιβάλλεται, αναπτυξιακές προσπάθειες, μολονότι θεωρητικά υπερθεματίζει για …
Πρόσφατες αναρτήσεις

Το τερματίσαμε.

Ήθελα να ‘ξερα τι ψάχνουμε. Αφού καθένας έχει βγάλει το συμπέρασμά του, έχει καταλήξει στα πώς και τα γιατί της κρίσης, στους πρωταίτιους και τους συνυπεύθυνους, τι ζητάμε άραγε; Ο καθένας μας κουβαλάει και μιαν αλήθεια από μόνος του, άντε να ‘χει και πέντε – έξι φίλους ή γνωστούς που να συμφωνούν απόλυτα, από ‘κει και πέρα το χάος· στον έναν δεν κάνουν τα πρόσωπα, στον άλλον δεν ταιριάζουν οι πολιτικές, τον τρίτο τον βρίσκουν αντίθετο οι συμφωνίες κι ο τέταρτος διαφωνεί γιατί οι άλλοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και πάει λέγοντας –και γράφοντας.
Αν εξαιρέσεις κάποιους στο διαδίκτυο που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και βγάζουν αφρούς, άντε και μερικούς δημοσιογράφους που πετάνε πού και πού καμιά σπόντα –ειδικά μετά το φιάσκο των αδειών, όλα μέλι γάλα– ο πολύς ο κόσμος έχει μπαφιάσει πια κι ας είναι απογοητευμένος κι εξουθενωμένος απ’ αυτά τα τραγελαφικά κι τ’ αλλοπρόσαλλα της κυβέρνησης. Κανείς δεν έχει όρεξη, ούτε διάθεση ν’ ασχοληθεί σοβαρά με τα κυβερνητικά καμώματα και π…

Άρρωστοι.

«Έχουμε, τουλάχιστον, την υγειά μας», η συνηθέστερη στις μέρες μας επωδός κλείνοντας μια συνομιλία. Έχουμε την υγειά μας, αμ δε· παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του, εφόσον ούτε την υγειά μας, όπως νομίζουμε, έχουμε.
Σε ποια υγεία αναφερόμαστε; Ότι, δηλαδή, περπατάμε και στεκόμαστε όρθιοι; Ότι δεν έχουμε ίωση ή κάποια ανίατη ασθένεια; Ότι μπορούμε και τρώμε και μιλάμε; Σε τι ακριβώς, γιατί στις μέρες που ζούμε μόνο όποιος έχει ολική αναισθησία ή ανήκει στον κυβερνητικό μηχανισμό μπορεί να αισθάνεται καλά, όλοι οι υπόλοιποι, ακόμα κι αν δεν καταφεύγουν προς το παρόν στα ψυχοφάρμακα, βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, σε συνθήκες παρατεταμένης ανασφάλειας και βαθιάς κατάθλιψης.
Δεν είμαστε καλά, δεν είμαστε καθόλου καλά, όχι γιατί μέρα τη μέρα φτωχαίνουμε και πάμε, όχι γιατί εξοικειωθήκαμε με το ψέμα, ούτε γιατί πιστέψαμε αφελώς ότι «όλοι το ίδιο είναι», δεν είμαστε καλά γιατί συνηθίζουμε λίγο-λίγο τη μιζέρια, ανεχόμαστε σιγά-σιγά αυταρχικές επιλογές, δεχόμαστε μέρα με…

Πολιτική διαπραγμάτευση για την Πρωτοχρονιά.

Πάνε κι αυτά. Τα Χριστούγεννα του 2016 πέρασαν, όπως και τα προηγούμενα ή τα προπροηγούμενα, πέρασαν πια, ανήκουν στο παρελθόν, στις αναμνήσεις. Τι έμεινε, πέρα απ’ τις άπειρες φωτογραφίες και status στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –περισσότερο ίσως από ποτέ άλλοτε–, τις πιατέλες με τα ψητά, τις τούρτες, τις δίπλες και τα μελομακάρονα; Οι ευχές; Η καλή διάθεση; Οι ευχάριστες συζητήσεις;
Το μόνο σίγουρο είναι ότι έμειναν τρεις μέρες, τρεις μόνο μέρες για την Πρωτοχρονιά του 2017. Τρεις μέρες για την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας, της δόσης του ΕΝΦΙΑ, τη ρύθμιση της ΔΕΗ και –φυσικά– του τραπεζώματος της παραμονής, του νέου γύρου με τις πιατέλες, τα γλυκά, τις βασιλόπιτες και –απαραιτήτως– της επανάληψης άπειρων ευχών στα μέσα και τα έξω του διαδικτύου συνοδεία άπειρων φωτογραφιών, SMS και συναφών πατροπαράδοτων εθίμων.
Πολύ νοσταλγία εισέπραξα φέτος τα Χριστούγεννα, πολύ νοσταλγία για το παρελθόν και κάποια άλλα Χριστούγεννα, όχι παιδικά, όχι μαθητικά ή νεανικά, αλλά σχετικά πρόσφατα, σαν τ…

Ο Τσίπρας δεν είναι "Βασιλόπουλος".

Την ώρα που εμείς θα «σκοτωνόμαστε» στα social media για το «κοινωνικό μέρισμα», όσο θα σοβεί η «μάχη» στα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά κι όσο θα μαίνονται οι συγκρούσεις από το βήμα της Βουλής για το ίδιο θέμα, για το σωστό ή το λάθος, για το έτσι ή το αλλιώς, κάποιοι θα εξακολουθούν να δουλεύουν και να προσφέρουν αθόρυβα, πραγματικά κι ουσιαστικά σ’ αυτούς ακριβώς τους συνανθρώπους μας, αδιαφορώντας για τον αν όλοι οι φωνασκούντες πολιτευόμενοι –κι εμείς μαζί– διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους κάνοντας μνημόσυνα με ξένα κόλλυβα και δίνοντας ελεημοσύνες με δανεικά του κράτους.
Για μια ακόμα φορά διχαζόμαστε με φόντο τα αυτονόητα και κάνουμε κουρελόχαρτο την κοινή λογική για μικροκομματικούς σκοπούς. Ποιος αξιοπρεπής άνθρωπος αντέχει να βλέπει τον συνάνθρωπό του να δυστυχεί και να μην ευασθητοποιείται απέναντι στην ανέχεια και τη φτώχεια; Ποιος φιλότιμος άνθρωπος μπορεί να αδιαφορήσει απέναντι στον πενόμενο συνάνθρωπό του, στον στερούμενο ή ανήμπορο και να μην εκδηλώσει εμπράκτως την αλληλεγγύη…

Ποιος προϋπολογισμός;

Αντί να απαιτήσουμε τα αυτονόητα και να διεκδικήσουμε, να προσπαθήσουμε, για την με κάθε τρόπο εφαρμογή τους, λακίσαμε, οι μεν της εξουσίας, άλλος για το σπίτι ή το καφενείο κι άλλος κατά πού φυσάει ο άνεμος, οι δε λοιποί, άλλος για τις πλατείες κι άλλος στους πέντε ανέμους.
Θελήσαμε –και πετύχαμε– αντί η χώρα ν’ αντιμετωπίσει με σθένος κι αποφασιστικότητα τις χρόνιες δυσλειτουργίες και προβλήματα, να την καταστήσουμε παρία και περίγελο της οικουμένης, ανυπόληπτη κι ευάλωτη στις διαθέσεις του κάθε τυχοδιώκτη. Ποδοπατήσαμε θεσμούς, νόμους και σύμβολα κι υψώσαμε τείχη διχασμού, λάβαρα μίσους, παντιέρες καταστροφής.
Θελήσαμε –και πετύχαμε– αντί το πολιτικό σύστημα ν’ αλλάξει, να βελτιωθεί, να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της δύσκολης συγκυρίας, ν’ αποσυντεθεί και να κατακερματιστεί, να διαλυθεί. Κλείσαμε μάτια κι αυτιά προς τη λογική κι ανοίξαμε διάπλατα και τις δυο παλάμες προς το κτίριο της Βουλής. Κλείσαμε δρόμους, μαγαζιά, δουλειές κι ανοίξαμε λογαριασμούς με φασίστες, …

Σαν απόηχος της επίσκεψης Ομπάμα.

Ναι, τον Ομπάμα τον θαύμασα, τον καμάρωσα, τον ζήλεψα, σε όλα. Θαύμασα, όμως, καμάρωσα και –δεν το κρύβω– ζήλεψα πιο πολύ δυο συμπατριώτες μας, την Ελένη Μπάνου και τον Δημήτρη Παντερμαλή.
Τους ζήλεψα, όχι για την εξαιρετική τύχη κι ευκαιρία που είχαν να συναντήσουν και να συνομιλήσουν, έστω και για λίγα λεπτά, μ’ έναν από τους ισχυρότερους –έστω κι αν απέρχεται– και, κατά γενική ομολογία, δημοφιλέστερους ηγέτες της εποχής, τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Μπαράκ Ομπάμα, αλλά γιατί οι συμπολίτες μας αυτοί, είχαν τη δυνατότητα –πέρα από την ξεχωριστή τιμή– να εκπροσωπήσουν με σοβαρότητα, ευγένεια και σεμνότητα, τη χώρα και το λαό της, τους πολίτες της, ενώπιόν του, μαζί και δίπλα σ’ αυτή την ξεχωριστή και παγκόσμιας εμβέλειας πολιτική προσωπικότητα.
Αισθάνθηκα όμως και μια ξεχωριστή περηφάνια, μια ιδιαίτερη ανάταση, έτσι όπως τους έβλεπα αντίστοιχα στις εικόνες που μετέδιδε η τηλεόραση, να κινούνται με άνεση, με ευπρέπεια, με αυτοπεποίθηση και σιγουριά, με ζωντάνια και βεβαιότητα στο …