Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

"ΟΧΙ ΣΕ ΟΛΑ": Ατάκα ανέξοδη, αλλά κι εξίσου αδιέξοδη

Να υπάρχουν μέσα στο πολιτικό σύστημα διαφωνίες και διαφορές των κομμάτων της αντιπολίτευσης ως προς τις πτυχές της εκάστοτε ακολουθούμενης κυβερνητικής πολιτικής, όχι μόνο είναι θεμιτό κι αναμενόμενο, αλλά και επιβεβλημένο. Εξίσου αναμενόμενο θα ήταν, οι προβαλλόμενες αντιρρήσεις κι οι επίσης προτεινόμενες ως βέλτιστες απόψεις ή λύσεις, να αφορούν ή να εστιάζονται περισσότερο σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες ή κατηγορίες και να διαμορφώνονται ανάλογα με τη συγκυρία και το ακροατήριο.
Το τελευταίο διάστημα η χώρα έχει εισέλθει σε μια περίοδο βαθειάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, που επηρεάζει δραματικά την οργάνωση και λειτουργία του κράτους και προκαλεί τριγμούς και ανατροπές σε δομημένες και σταθερές μέχρι σήμερα κοινωνικές ιεραρχήσεις και σχέσεις, γεγονός που είναι αναμενόμενο να φέρνει στο προσκήνιο διλήμματα κι αβεβαιότητες και να διαμορφώνει ένα περιβάλλον δυσοίωνο και απειλητικό.
Μέσα σ’ αυτό το απειλητικό για την κοινωνική συνοχή και κρίσιμο για τις πολιτικές διαδικασίες περιβάλλον, η άρθρωση αντιπολιτευτικού λόγου με βάση πλατφόρμες και λογικές, είτε μόνο πολιτικού κόστους, είτε -ακόμα χειρότερα- ψηφοθηρίας, όπως ενδεχομένως θα ήταν ανεκτό να συμβαίνει οποιαδήποτε άλλη περίοδο ή εποχή, επιτείνει το κλίμα αβεβαιότητας και καχυποψίας, αποδιοργανώνει και συντηρητικοποιεί τα άτομα, απενοχοποιεί ή και επιτρέπει την ανοχή σε αντικοινωνικές παραβατικές συμπεριφορές.
Βιώνουμε ως κοινωνία και ως κράτος τις παράπλευρες συνέπειες και τις ανατροπές, που προκαλούνται εξαιτίας του παγκόσμιου νομισματικού πόλεμου. Αντί όμως η δραματική αυτή για τη χώρα μας εξέλιξη, που η έκταση και το βάθος της οφείλεται -κατά γενική ομολογία και παραδοχή- αποκλειστικά και μόνο σε άστοχες ή εσφαλμένες πολιτικές δεκαετιών, να εκληφθεί ως ευκαιρία για συνολική αλλαγή και ανασύνταξη των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων του τόπου, καταναλώνεται μόνο σε ανέξοδες -και αδιέξοδες- ρητορείες και σε πολυδάπανες εντάσεις και ευκαιριακές αντιπαραθέσεις.
Το παράδοξο, λοιπόν, είναι, ότι όλη η αντίδραση κι η επιθετικότητα κατά των διαδοχικών αποφάσεων και μέτρων, που λαμβάνονται στο πλαίσιο του μνημονίου, εξαντλούνται στην καταγγελία για την ανατροπή θεσμών και κατακτήσεων προηγούμενων δεκαετιών, αποσιωπώντας ή παραβλέποντας την αναγκαιότητα να υποστηριχθούν εναλλακτικές πολιτικές, που να επιτρέπουν τη διατήρησή τους. Ακόμα περισσότερο, εκδηλώνονται, όχι κατά τη στιγμή που επαπειλείται ή επίκειται η υπογραφή της διεθνούς συμφωνίας για το δανεισμό και τη χρηματοδότηση της χώρας, αλλά μετέπειτα, όταν πλέον η χώρα βρίσκεται ήδη δεσμευμένη διεθνώς.
Πέραν αυτών, θα πρέπει κάποια στιγμή να απαντηθεί, ιδιαίτερα από τις πολιτικές δυνάμεις που διακρίνονται για την ορμητικότητα και το δυναμισμό της αντιπολιτευτικής τακτικής τους, πώς συμβαίνει να καταγγέλλονται σήμερα, επ’ ευκαιρία του μνημονίου, πολιτικές επιλογές και αποφάσεις, ότι ανατρέπουν κοινωνικές κατακτήσεις και δικαιώματα, που με τη σειρά τους είχαν θεσμοθετηθεί στο παρελθόν από κυβερνήσεις, που και τότε καταγγέλλονταν συστηματικά και συλλήβδην για αντιλαϊκές και συντηρητικές πολιτικές.
Τι ζητάμε να διατηρηθεί και πού ζητάμε να παραμείνουμε; Ποιοι καμώνονται, ότι δεν καταλαβαίνουν πως οι ασκοί του Αιόλου έχουν ανοίξει κι ότι βρισκόμαστε ήδη ως χώρα και ως λαός στη διαδικασία μετάβασης σ’ ένα παγκόσμιο περιβάλλον εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που μέχρι σήμερα είχαμε μάθει να ζούμε; Ποιοι αναλαμβάνουν και με ποιο αντάλλαγμα, την ευθύνη να οδηγήσουν τους πολίτες αυτής της χώρας σε μια μέχρις εσχάτων αναμέτρηση για την ανατροπή των κυβερνητικών αποφάσεων κι επιλογών ή κι αυτής ακόμα της κυβέρνησης;
Το να επιχειρήσεις να πολιτευτείς μέσα σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, με εργαλεία και μεθόδους που χρησιμοποιούσες για την τρέχουσα κομματική σου δραστηριότητα και ρουτίνα κάτω από κανονικές συνθήκες, συνιστά όχι μόνο άγνοια πολιτικού κινδύνου, αλλά επικίνδυνο πολιτικό ακροβατισμό. Όταν όλα γύρω αλλάζουν υποχρεωτικά, είτε κάτω από το βάρος της διεθνούς συγκυρίας, είτε για λόγους που ανάγονται σε εσωτερικές αδυναμίες και ανεπάρκειες κι όμως επιμένεις να παραμένεις αγκυλωμένος σε απλουστεύσεις και γενικεύσεις, που σου υπαγορεύει το στενά εννοούμενο κομματικό σου συμφέρον, η θέση βρίσκεται μοιραία στο πολιτικό περιθώριο, έστω κι αν δρας και διαμαρτύρεσαι καθημερινά μέσα στο κέντρο των πόλεων.
Η πλειοδοσία στην άρνηση και την καταγγελία, ίσως αποδειχτεί κρισιμότερη ή και καταστροφικότερη για την κοινωνική συνοχή από την σκληρή οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Το «όχι σε όλα», που τόσο ανέξοδα θα ακουστεί και πάλι σε λίγες μέρες από τα έδρανα της Βουλής στη συζήτηση του προϋπολογισμού του 2011, είναι η εύκολη διέξοδος και το ξεγλύστημα. Το δύσκολο είναι ν’ ακουστεί, ν’ ακούσουμε, ποιες συγκεκριμένες εναλλακτικές προτάσεις και λύσεις υπάρχουν κι όχι ξόρκια και καταδίκες. Τη στιγμή όμως, που ξορκίζεται και καταγγέλλεται ο διάλογος μεταξύ των πολιτικών κομμάτων. Όταν θεωρείται κάτι σαν κομματική προδοσία ή ντροπή, το να συναντηθεί και να συζητήσει ένας πολιτικός αρχηγός με τον πρωθυπουργό, τι ελπίδες μπορεί να υπάρχουν, ότι μπορούν αυτές οι κομματικές ηγεσίες να υπερβούν τον εαυτό τους, να υπερβούν την ίδια την κοινωνία και τις πραγματικές της ανάγκες;
Θεατές είναι, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, αμήχανοι θεατές σ’ ένα δράμα που πρωταγωνιστούν άλλοι και φαίνεται αδύνατο, όχι μόνο να μπορέσουν να το παρακολουθήσουν, αλλά πολύ περισσότερο να φανταστούν ποιος μπορεί να είναι ο από μηχανής θεός, που θα οδηγήσει τελικά στην κάθαρση.
Οι πρωταγωνιστές όμως του δράματος μπορούν.

Φωτογραφία: Α. Μιχαλόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Καλοπροαίρετα