Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Εργασιακή εφεδρεία: Είναι αυτή διαρθρωτική αλλαγή;


Το τελευταίο διάστημα, προπαντός κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής κρίσης, αλλά με μεγαλύτερη ένταση και μετά τη δημιουργία της κυβέρνησης υπό τον Λουκά Παπαδήμο, πληθαίνουν οι απόψεις που υποστηρίζουν, ότι ο καταιγισμός νομοθετικών ρυθμίσεων που σημειώθηκε από την ψήφιση του ν. 3845/2010 (μνημόνιο) μέχρι τον πρόσφατο ν. 4024/2011 (Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015), δεν έχει συμβάλει στην αλλαγή του τρόπου που λειτουργεί ως τώρα το κράτος κι η οικονομία.

Σίγουρα είναι βάσιμος ο ισχυρισμός που κατά κόρον προβλήθηκε ως τώρα από τον Γιώργο Παπανδρέου, ότι οι μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν μέσα σε ελάχιστους μήνες θα έπρεπε να έχουν πραγματοποιηθεί δεκαετίες πριν. Το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί μιαν εξίσου καίρια διαπίστωση, ότι η αδρανοποίηση ρυθμίσεων ή κι ολόκληρων νομοθετημάτων, όχι μόνο υπονομεύει την όλη προσπάθεια, αλλά ουσιαστικά ακυρώνει το πέρασμα της χώρας σ’ ένα απόλυτα αναγκαίο υπό τις παρούσες συνθήκες σύγχρονο περιβάλλον οργάνωσης και λειτουργίας.

Η υλοποίηση τις επόμενες ημέρες του πρωτόγνωρου θεσμού της εργασιακής εφεδρείας, που σηματοδοτεί την αναγκαστική απομάκρυνση από τις δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς χιλιάδων εργαζομένων, επειδή έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους και 33 συντάξιμα χρόνια υπηρεσίας, αναμφισβήτητα θα συμβάλει στην περαιτέρω καθυστέρηση προώθησης των αλλαγών που αφορούν το κράτος και θα δημιουργήσει επάλληλους κύκλους νέων προβλημάτων, που θα σχετίζονται με την αδυναμία των υπηρεσιών να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και την ενίσχυση της αναβλητικότητας των υπηρετούντων για ανάληψη επιπλέον ευθυνών και υποχρεώσεων.

Το ισοπεδωτικό αυτό μέτρο, που δεν εμπεριέχει ούτε ένα έστω αξιολογικό κριτήριο, όπως π.χ. την εξαίρεση όσων κατέχουν διδακτορικά διπλώματα ή μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, οδηγεί στη συλλήβδην και ακαριαία αποψίλωση των υπηρεσιών από στελέχη με μακροχρόνια εμπειρία και γνώσεις. Μάλιστα το γεγονός ότι ο θεσμός αυτός επεκτείνεται και τα επόμενα χρόνια, δημιουργεί εκ των πραγμάτων καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας και αστάθειας και σε όλους τους υπαλλήλους που είναι στα πρόθυρα να διαβούν το 2012 - 2013 το κρίσιμο αυτό ηλικιακό κατώφλι.


Πιθανόν, οι μόνοι που θα πρέπει να αισθάνονται ευτυχείς, είναι οι πολυάριθμοι γενικοί διευθυντές, οι οποίοι όχι μόνο κατόρθωσαν να διατηρηθούν στις θέσεις τους, αλλά και να καταλάβουν εκ προοιμίου και οιονεί «αριστίδην» τον Α’ βαθμό του νέου βαθμολογίου με ότι αυτός συνεπάγεται και για τις μισθολογικές απολαβές τους και επιδόματα θέσης ευθύνης, που φέρνει το νέο μισθολόγιο.

Σε μια περίοδο, λοιπόν, που οι μισθωτοί του δημοσίου δοκιμάζονται από τα αλλεπάλληλα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, καλούνται ταυτόχρονα να υλοποιήσουν δράσεις και να λειτουργήσουν κάτω από εργασιακές συνθήκες που κάθε άλλο παρά ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών και των αναγκών που έχει ανάγκη αυτήν την ώρα η χώρα.


Μέσα σε συνθήκες αποσάθρωσης των εργασιακών σχέσεων, αδυναμίας συντονισμού και επικοινωνίας, επικαλύψεων αρμοδιοτήτων και πολυπλοκότητας διαδικασιών, είναι απορίας άξιο ποιοι υπάλληλοι θα βρουν το ψυχικό σθένος να σύρουν το κάρο από τη λάσπη, τη στιγμή μάλιστα που διαπιστώνουν, ότι οι περισσότεροι από τους πολιτικούς τους προϊσταμένους –συνεπικουρούμενοι απ’ τις στρατιές των συμβούλων τους– προετοιμάζονται για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Πέραν αυτού, το γεγονός ότι για τη δημιουργία της νέας ιεραρχίας έχουν θεσπιστεί πλήθος πολύπλοκων, χρονοβόρων και –πιθανότατα– δαπανηρών διαδικασιών, αλλά κι επειδή αναμένεται να ξεκινήσουν μετά την οργανωτική αναδιάρθρωση των υπηρεσιών, που θα εξελιχθεί εντός του 2012, φανερώνει με ενάργεια σε τι συνθήκες θα εξακολουθήσει να λειτουργεί η δημόσια διοίκηση και το επόμενο διάστημα, αλλά και τι επίπονη προσπάθεια θα πρέπει να καταβληθεί.


Αξίζει μόνο να επισημανθεί, ότι για την επιλογή π.χ. προϊσταμένου τμήματος, δεν επαρκούν πλέον τα τυπικά προσόντα, η εμπειρία, η επιδόσεις, η επίτευξη ποσοστού 90% προκαθορισμένων στόχων κι η συνέντευξη, αλλά προβλέπονται παράλληλα και γραπτές εξετάσεις.

Ταυτόχρονα, για την εφαρμογή των νέων διατάξεων επιλογής των υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης και την έναρξη καταβολής του αντίστοιχου επιδόματος (900 ευρώ για τους γενικούς διευθυντές, 400 για τους διευθυντές και 250 για τους προϊσταμένους τμημάτων), προβλέπεται η έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος, το οποίο θα καθορίσει όλα τα σχετικά με τη διαδικασία της στοχοθεσίας που εισάγεται ως προϋπόθεση για την προαγωγή, αλλά και ο τρόπος αξιολόγησης, τα συμβούλια αξιολόγησης, ο ρόλος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.) γι’ αυτή, αλλά και «τα όργανα κι οι διαδικασίες διασφάλισης της ορθής εφαρμογής του συστήματος αξιολόγησης και ελέγχου της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής του σε όλες τις υπηρεσίες και φορείς».

Αναρωτιέται κανείς, λοιπόν, πώς είναι δυνατόν μέσα σ’ όλον αυτόν τον κυκεώνα διατάξεων που θεσπίστηκαν για τη δημόσια διοίκηση και με υπαλλήλους απαξιωμένους και ανασφαλείς, να επιτευχθεί ο άμεσος προσανατολισμός έστω αυτού του στελεχιακού δυναμικού της προς την κατεύθυνση της αλλαγής και της μεταρρύθμισης, όταν, μάλιστα, είναι γνωστή από την μέχρι σήμερα εμπειρία η τύχη που είχαν μεγαλόπνοα σχέδια και μεγαλεπήβολες εξαγγελίες και προγράμματα διοικητικών εκσυγχρονισμών και μεταρρυθμίσεων.

Είναι προφανές, ότι αυτά που από χρόνια έχουν εκλείψει με ευθύνη των κυβερνώντων από τη διοικητική κουλτούρα της πατρίδας μας είναι η απλότητα κι η φαντασία, η δημιουργική προσέγγιση των αναγκών και των προβλημάτων του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών κι η θέσπιση ουσιαστικών κινήτρων για την απλούστευση και την επιτάχυνση των διαδικασιών. Ο κοινός νους απουσιάζει.

Όσο τα προβλήματα κι οι ελλείψεις επιχειρείται ν’ αντιμετωπιστούν οριζόντια κι απρόσωπα in vitro κι όχι in vivo δίπλα στη ζώσα καθημερινότητα του γκισέ και της γραφειοκρατίας των υπηρεσιών, τόσο θα εναλλάσσονται στην εξουσία πρωθυπουργοί που θα επαναλαμβάνονται στις προγραμματικές τους δηλώσεις ως προς την ανάγκη αντιμετώπισης των «χρόνιων» προβλημάτων του «μεγάλου ασθενή», της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.

Διαρθρωτική αλλαγή κι απλούστευση διαδικασιών είναι επίπονη, μακρόπνοη και ανατροφοδοτούμενη διαδικασία, που ξεφεύγει του στενού χρονικού ορίζοντα μιας κυβερνητικής θητείας και πολύ περισσότερο της εναλλαγής των κομμάτων στην εξουσία. Στοχεύει στη δημιουργία και διαρκή βελτίωση και συντήρηση ενός κρατικού μηχανισμού που θα είναι εργαλείο στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής και συμπαραστάτης κι αρωγός της κοινωνίας που υπηρετεί.

Διαρθρωτική αλλαγή δεν σημαίνει μόνο την αλλαγή στο χρόνο εξέλιξης του υπαλλήλου π.χ. από τον Δ’ στον Γ’ βαθμό, αλλά προπαντός πώς αυτός ο υπάλληλος θα έχει σε κάθε περίπτωση συναίσθηση της ευθύνης που έχει απέναντι στο κράτος που του εμπιστεύτηκε αυτόν το ρόλο και στον πολίτη που τον χρειάζεται και ότι θα είναι έτοιμος και διαθέσιμος ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτή την ευθύνη με αποτελεσματικότητα, συνέπεια και κατανόηση.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Νέα Δημοκρατία: Από τον «πολιτικό πολιτισμό» στον «πολιτικό κανιβαλισμό»;


Η συμφωνία κυβέρνησης κι αξιωματικής αντιπολίτευσης επιτεύχθηκε, η νέα κυβέρνηση κυοφορείται, το ίδιο και το νέο πρόσωπο που θα ηγείται ως πρωθυπουργός, αλλά η ρευστότητα κι η αβεβαιότητα εξακολουθούν να υπάρχουν.

Γεγονός παραμένει, ότι αυτό που κατάλαβε όλη η Ελλάδα κι όλος ο κόσμος το βράδυ της περασμένης Παρασκευής ακούγοντας την ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στη Βουλή, ο Αντώνης Σαμαράς κι οι συνεργάτες του στη Νέα Δημοκρατία έκαναν –ή καλύτερα έκαναν ότι– δεν είχαν καταλάβει.

Από όλες τις μέχρι τώρα ανακοινώσεις, δηλώσεις κι εξελίξεις είναι φανερό, ότι για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης οι εντυπώσεις και το φαίνεσθαι έχουν καθοριστική σημασία στις επιλογές του. Τα επίθετα που θα χαρακτηρίζουν τη νέα κυβέρνηση έχουν πρωταρχικότερο ρόλο κι αξία ακόμα περισσότερη κι απ’ το έργο που θα κληθεί να υλοποιήσει.

Η έπαρση κι ο αυτοθαυμασμός για την εμμονή, ώστε να προβληθεί σε κάθε ευκαιρία και με κάθε τρόπο ως μεγάλη επιτυχία η αντικατάσταση του Γιώργου Παπανδρέου στην πρωθυπουργία, αλλά κι η αγωνία να τοποθετηθεί στην κυβέρνηση αυτή ημερομηνία λήξεως, σηματοδοτούν τις προθέσεις και την τακτική που ακολουθείται.

Η επικέντρωση στην αλλαγή του προσώπου κι όχι στην ανάγκη ν’ αλλάξουν πρακτική και τρόπο λειτουργίας οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, η άρνηση στην ουσιαστική συνεργασία στο πλαίσιο των κυβερνητικών αναγκών και των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας, αποτελούν τα πρώτα απτά δείγματα για το μέλλον αυτής της συνεργασίας.

Κακά τα ψέματα, για τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος η συμφωνία αυτή είναι η λύτρωση και το ξελάφρωμα απ’ το δυσβάσταχτο φορτίο που επωμίστηκαν μόνοι επί ενάμιση χρόνο, να στηρίζουν με την ψήφο τους αντιλαϊκά και δυσβάσταχτα μέτρα στο πλαίσιο των διαδοχικών δανειακών συμβάσεων και μνημονίων. Είναι τρόπον τινά ένα «κούρεμα» κι αυτό του χρέους τους ως βουλευτές της κυβερνώσας πλειοψηφίας.

Για όλους τους άλλους βουλευτές και ιδιαίτερα για αυτούς της Νέας Δημοκρατίας είναι ασφαλώς ξεβόλεμα, εφόσον τώρα είναι αναγκασμένοι να ψηφίσουν –τουλάχιστον– τη δανειακή σύμβαση της 27ης Οκτωβρίου, που επί της ουσίας είναι ο «οδικός χάρτης» (τι ορολογία κι αυτή) για το πώς θα πορευτεί η ελληνική οικονομία –βλ. το ελληνικό κράτος– τα επόμενα χρόνια.

Από αυτή την «κακοτοπιά» επιχείρησε να προφυλάξει με κάθε τρόπο ο Αντώνης Σαμαράς τον εαυτό του και την παράταξή του, δεν τα κατάφερε, γι’ αυτό αγωνίζεται πλέον με επικοινωνιακά τρυκ να στρογγυλέψει τα πράγματα και να εξωραΐσει τη νέα πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, εκμεταλλευόμενος τη συγκυρία και το τραγικό λάθος του Γιώργου Παπανδρέου με το δημοψήφισμα, συναγωνίζεται με τους ηγέτες του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ σε κορώνες για την άμεση διεξαγωγή εκλογών.

Οι εκλογές είναι μπροστά –αν και δεν πιθανολογούμε ως ημερομηνία διεξαγωγής τους την 19η Φεβρουαρίου, εφόσον στην περίπτωση αυτή κανείς εχέφρων δεν θα δεχόταν να αναλάβει πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης με το ρίσκο να μείνουν όλα στη μέση και να διασυρθεί προσωπικά, εξάλλου, η ημερομηνία αυτή κι από τα πράγματα δεν φαίνεται εφικτή, πέρα από το ότι δεν είναι χρήσιμο για τον τόπο– τι θα πει τότε για να τον ψηφίσουν ο κύριος Σαμαράς, ότι έριξε τον Παπανδρέου ή ότι πέτυχε να σώσει τη χώρα από τη χρεοκοπία;

Τότε, λοιπόν, ο καθένας από τους σημερινούς πρωταγωνιστές θα κεφαλαιοποιήσει τις πολιτικές επιλογές και τα πεπραγμένα του. Τότε, μπροστά στην κάλπη, είναι πιθανό η πολιτική δράση κι οι πολιτικές πρωτοβουλίες του Γιώργου Παπανδρέου –όσο οδυνηρές και σκληρές αν ήταν για την κοινωνία– να αξιολογηθούν θετικότερα, έναντι της πολιτικής απραξίας και της παραταξιακής εσωστρέφειας και τακτικισμού που δείχνει μέχρι σήμερα ο Αντώνης Σαμαράς και τότε είναι εξίσου πιθανό, ο κύριος Σαμαράς ν' αναζητά κυβερνητικούς συνεργάτες, οπότε ίσως χρειαστεί και σ' αυτό ν' ακολουθήσει –για μιαν ακόμα φορά– το παράδειγμα του Γιώργου Παπανδρέου...

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Εθνική κυριαρχία: Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα.


Αφού για χρόνια αδιαφορήσαμε, αποφύγαμε και –με περισσή ανευθυνότητα ασφαλώς– αγνοήσαμε να προσανατολιστούμε και να προσαρμοστούμε σταδιακά ως κράτος και συντεταγμένη πολιτεία στους κανόνες και τα πρότυπα, και ταυτόχρονα στις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις που υπαγορεύονταν από την εθελούσια συμμετοχή μας στα ευρωπαϊκά όργανα και απορρέουν από την προσυπογραφή μας σε ευρωπαϊκές συνθήκες, υποχρεωθήκαμε –από το Μνημόνιο και μετά– να τεθούμε ως κράτος και κοινωνία στη βασανιστική δοκιμασία μιας βίαιης προσαρμογής.


Οι ίδιοι οι παράγοντες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και της παγκόσμιας κοινότητας, από τη στιγμή που βρεθήκαμε στη δεινή θέση να μην μπορούμε ως κράτος να εξυπηρετήσουμε βασικές οικονομικές μας υποχρεώσεις και προστρέξαμε στη βοήθειά τους, μας επέβαλαν ένα αυστηρότατο πλαίσιο δημοσιονομικής προσαρμογής και ταυτόχρονα αναδιάρθρωσης και αναδιάταξης του συνόλου του οικονομικού συστήματος της χώρας.

Κάτω από το βάρος των νέων συνθηκών που διαμορφώνονται έκτοτε κι εξελίσσεται μέρα με τη μέρα για όλους, αργόσυρτα και βασανιστικά το πολιτικό μας σύστημα πασχίζει να διαχειριστεί τα νέα δεδομένα με όρους και εργαλεία, που εκ των πραγμάτων, όχι μόνο έχουν ξεπεραστεί από την ίδια τη ζωή, αλλά πολύ περισσότερο ανακυκλώνουν τις δυσλειτουργίες και τα προβλήματα και ανατροφοδοτούν επιμέρους κρίσεις και νέα αδιέξοδα.

Δραματική συνέπεια όλων αυτών των αγκυλώσεων και παθογενειών, είναι η –εξίσου δραματική– επιβολή και πάλι από τους ίδιους εξωτερικούς παράγοντες των όρων και των κανόνων που οφείλει ν’ ακολουθήσει η πολιτική ηγεσία του τόπου, ώστε η χώρα να διατηρήσει το ευρωπαϊκό της κεκτημένο και η κοινωνία μας ν’ αποφύγει μιαν ανεξέλεγκτη περιδίνηση από τη λαίλαπα μιας ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας.

Με τον τρόπο αυτό, λοιπόν, οι ίδιοι οι παράγοντες εκείνοι που καθόρισαν αποφασιστικά και αμετάκλητα το βίαιο πέρασμα της χώρας –όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα– σ’ ένα μοντέλο και πλαίσιο κρατικής οργάνωσης και λειτουργίας που ν’ ανταποκρίνεται και ν’ ακολουθεί τα ευρωπαϊκά πρότυπα, επιβάλουν το ίδιο αμετάκλητα κι επιτακτικά τη μετάλλαξη κι αλλαγή του ίδιου του πολιτικού συστήματος της χώρας.

Ουσιαστικά, αυτό το διάστημα καθορίζεται το μοντέλο διακυβέρνησης του τόπου για τα επόμενα χρόνια και το γεγονός αυτό συντελείται κι εξελίσσεται όχι μόνο υπό το άγρυπνο βλέμμα της διεθνούς κοινότητας και των ευρωπαίων εταίρων, αλλά προπαντός υπό την ασφυκτική πίεση κι εξουσιαστική επιβολή τους.

Ανεξάρτητα επομένως, από το εάν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με όσα στις μέρες μας εξελίσσονται στην πατρίδα μας, γεγονός παραμένει, ότι για μιαν ακόμα φορά και κάτω από εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις, στάθηκε αδύνατον να συνεννοηθούμε έγκαιρα κι αποτελεσματικά σε πολιτικό επίπεδο και να διαμορφώσουμε μόνοι μας τους όρους και τις προϋποθέσεις συμμετοχής μας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι, αλλά και ν’ ανταποκριθούμε με επάρκεια και συνέπεια σ’ αυτά που οι περιστάσεις υπαγορεύουν. Αργήσαμε.

Με τον τρόπο αυτό για μιαν ακόμη φορά ο «εξωτερικός παράγοντας» αναγορεύθηκε σε μόνο και καθοριστικό μοχλό των εσωτερικών μας εξελίξεων, προσδιορίζοντας αποφασιστικά την τάξη πραγμάτων που θα πρέπει να διαμορφωθεί απ’ την κορυφή μέχρι τη βάση της πολιτικο-οικονομικής μας οργάνωσης.

Μέσα στο νέο πλαίσιο πολιτειακής οργάνωσης που πλέον οικοδομείται, πριν βιαστούμε να ξαναμιλήσουμε για «εθνική κυριαρχία», καλό θα είναι να αναλογιστούμε πού βρεθήκαμε, πού βρισκόμαστε και ποια λάθη θα πρέπει στο μέλλον ν’ αποφύγουμε για να μην ξαναβρεθούμε ως κράτος και λαός στην ίδια κατάσταση.