Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Ευτυχισμένο το... 2014.



Μόνο η συντέλεια του κόσμου δεν έγινε. Όλα τ’ άλλα τα είδαμε, όπως ξετυλίγονταν οι μέρες κι οι μήνες της χρονιάς που φεύγει. Η αβεβαιότητα κι η ανατροπή έγιναν καθημερινές καταστάσεις που συμπληρώνονταν από την παλινδρόμηση μεταξύ ανασφάλειας και φόβου.

Μέχρι και το 2011 έφτασε να φαντάζει «Παναγία» μπροστά στα συμβάντα και τα γεγονότα του 2012. Για να επιβεβαιωθεί, άραγε, πανηγυρικά το «κάθε πέρσι και καλύτερα» ή μήπως για να μας προδιαθέτει, ότι ακόμα δεν τα έχουμε δει όλα; Όπως και να ‘χει το 2013 βρίσκεται προ των πυλών και κάθε μέρα του προμηνύεται και σαν μια νέα «21 Δεκεμβρίου», που μπορεί να μην ήρθε τελικά, αλλά οι επιδράσεις κι οι επιπτώσεις που προκάλεσε με την ανησυχία και τη σύγχυση που δημιουργήθηκε τάραξαν τον ύπνο κι ανέτρεψαν την καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων.

Ο πήχης των προσδοκιών βρίσκεται ήδη αρκετά χαμηλά και το βαρόμετρο της αισιοδοξίας έχει βυθιστεί στα τάρταρα των δημοσκοπήσεων και της τηλεθέασης της AGB. Τα όνειρα έχουν ανασταλεί μέχρι νεωτέρας κι οι ελπίδες μετατίθενται από σύνοδο σε σύνοδο του Eurogroup κι από δήλωση σε δήλωση του Σόιμπλε.

Η υποτίμηση τελικά ήταν περισσότερο εσωτερική απ’ όσο «εσωτερική» την περιμέναμε. Εσωτερική με την έννοια της ψυχικής κατάπτωσης και της συναισθηματικής ασφυξίας. Δεν μειώθηκε μόνο το έλλειμμα κι η αγοραστική μας δύναμη, αλλά ισοπεδώθηκαν κυριολεκτικά οι φιλοδοξίες και τα σχέδια για το αύριο και το μέλλον που ο καθένας είχε στο μυαλό, στους υπολογισμούς του στις επιδιώξεις του. Το μέλλον –θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς– έγινε δυσδιάκριτο κι απρόβλεπτο, εχθρικό κι αφιλόξενο.

Αφιλόξενη έγινε κι η ίδια η χώρα που στέλνει στην εξορία της ανεργίας καραβάνια νέων και καραβιές νεο-μεταναστών στο εξωτερικό. Δρόμοι εμπορικοί ξεκληρίζονται ολόκληροι από την ύφεση και τις συνακόλουθες επιπτώσεις της. Γειτονιές μεταλλάσσονται και γκετοποιούνται «πέφτοντας στα χέρια» νεοναζιστικών οργανώσεων και συμμοριών. Τα «Ενοικιάζεται» στις τζαμαρίες έγιναν τα θλιβερά προμηνύματα των διαδοχικών «Πωλείται» αποκρατικοποιημένων επιχειρήσεων, φορέων κι οργανισμών. Μέχρι να έρθει η σειρά των υδρογονανθράκων.

Είναι βαρύ το φορτίο που μας φόρτωσε η χρονιά που φεύγει. Ακόμα κι οι φωνές που το πρώτο διάστημα της κρίσης, υποστήριζαν με θέρμη την ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας και συμπεριφοράς, ακόμα κι εκείνοι που εξακολουθούν να εκφράζουν το μέτρο και την κοινή λογική, έχουν μουδιάσει από τη σφοδρότητα της ισοπέδωσης και της κατρακύλας. Οι αλλαγές γύρω μας είναι τόσο μεγάλες και τα προβλήματα που αναφύονται από σπίτι σε σπίτι κι από οικογένεια σε οικογένεια τόσα πολλά, που είναι απορίας άξιο, αν εκείνο που χρειάζεται για να σταθεροποιηθεί και ν’ ανασάνει, τελικά, η κοινωνία μας είναι η δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος στον κρατικό προϋπολογισμό ή η πρόκληση ενός θαρραλέου σοκ αναδημιουργίας κι αναγέννησης.

Μέσα σ’ αυτό το γκρίζο τοπίο, που πνίγεται, όσο χειμωνιάζει, κι από την κάπνα των τζακιών και των αιωρούμενων σωματιδίων, αναρωτιέμαι αν υπάρχει περιθώριο για να χωρέσει μια ευχή, ένα χαμόγελο, μια πιθανότητα. Μια ικμάδα ζωντάνιας αναζητάω να βρω λέξεις για να τοποθετηθεί και να βλαστήσει, πρώτα στην καρδιά και μετά στο βλέμμα και το μυαλό.

Ποιο είναι άραγε το αδύνατο να συμβεί σ’ αυτή τη ζοφερή συγκυρία που στήθηκε μέσα και γύρω μας; Γιατί το μόνο απίθανο κι απλησίαστο φαντάζει να ‘ναι η διάθεση κι η θέληση για ολική ανατροπή; Τι οδηγάει στην παραίτηση και την αναχώρηση –πολλές φορές κι από τα εγκόσμια– με τη ματαίωση καρφιτσωμένη στο άδειο βλέμμα και τη διάψευση καρφωμένη στο σαλεμένο μυαλό;

Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι η αλήθεια.

Μια αλήθεια που θα ειπωθεί κατάμουτρα από τον καθένα μας στον καθρέφτη του κι απ’ όσους αποφασίζουν εξ ονόματός μας απέναντί μας και κατά πρόσωπο. Μια αλήθεια δίχως περιστροφές και φιοριτούρες, δίχως ασυλίες και διλήμματα. Μια αλήθεια που θ’ αποκαθιστά λέξη τη λέξη την πίστη και την εμπιστοσύνη στις αξίες που υπήρχαν, αλλά που για χρόνια ξέφτιζαν και ξεφτιλίζονταν, με την ανοχή, την αδιαφορία ή και τη συναίνεσή μας. Μια αλήθεια στέρεα κι ελπιδοφόρα, που θα γεμίζει λέξη τη λέξη θάρρος το άδειο σακούλι της ψυχής, αυτό που αφήσαμε να στερέψει πιο γρήγορα και πιο επιπόλαια απ’ το σακούλι που φυλάγαμε στον κόρφο μας. Μια αλήθεια τελεία και παύλα, αλλά και αρχή συνάμα, μιας χρονιάς δύσκολης κι επώδυνης.

Μια αλήθεια ευχή και προσδοκία, ώστε σ’ έναν χρόνο από τώρα, να μπορούμε να ευχηθούμε «Καλή Χρονιά», κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια και χαμογελώντας μ’ αισιοδοξία και σιγουριά για το 2014.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Διαθεσιμότητα λογικής και όχι υπαλλήλων.


Το αδιάκοπο ράβε-ξήλωνε προηγούμενων δεκαετιών και χρόνων κι η διαχρονική εμμονή των κυβερνήσεων στο ν’ αναδιοργανώνουν και να μεταρρυθμίζουν το Δημόσιο μέσω της αποδιοργάνωσης και της κομματικοποίησης, όλοι ομολογούν υπό το βάρος των συνθηκών που έχει δημιουργηθεί, ότι θα πρέπει να τερματιστεί. Η απάντηση, κατά συνέπεια, στο ζητούμενο για λιγότερο, περισσότερο ή καθόλου Δημόσιο, όπως και στο ερώτημα για την κατάργηση ή όχι της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, δεν μπορεί ν’ αποτελούν στιγμιαίες ή ευκαιριακές επιλογές ή αποφάσεις υπό την πίεση της κρίσης, αλλά προϊόντα σχεδιασμένων και πολύ καλά οργανωμένων προσπαθειών.

Οι μέχρι σήμερα επιλογές, ιδιαίτερα στη διετία της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, όσον αφορά την τύχη των δημοσίων Υπηρεσιών και του προσωπικού τους, αποκαλύπτουν το μέγεθος της ανεπάρκειας των υφιστάμενων οργανωμένων κι αρμόδιων φορέων, να σχεδιάσουν και να διαχειριστούν, ένα τόσο σύνθετο και πολύπλοκο εγχείρημα, αλλά και την διστακτικότητα των πολιτικών ηγεσιών να αποφασίσουν και να εμπνεύσουν την όλη προσπάθεια.

Το τελευταίο διάστημα το κέντρο της Αθήνας βρίσκεται ανάστατο από τους υπαλλήλους των Δήμων, που αντιδρούν στο μέτρο της διαθεσιμότητας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις παλινωδίες και τις αντιφατικές αποφάσεις της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του προβλήματος, φανερώνουν, ότι για ένα τόσο σημαντικό και κρίσιμο, όχι μόνο για τις ζωές των εργαζομένων, αλλά και για την ομαλή λειτουργία του κράτους θέμα, δεν προϋπήρχε κανένας σχεδιασμός. Ευκαιριακά «έπεσε ο κλήρος» στους ΙΔΑΧ διοικητικούς υπαλλήλους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ευκαιριακά ρυθμίστηκε ο τρόπος κι η διαδικασία, ευκαιριακά προσαρμόζονται οι κυβερνητικές αποφάσεις ανάλογα με τις αντιδράσεις.

Πριν συνεχίσουμε όμως να κατηγορούμε ο ένας τον άλλον για τα λάθη ή τις παραλήψεις του, ας κοντοσταθούμε για μια στιγμή μόνο να σκεφτούμε, τελικά, τι Δημόσιο θέλουμε; Αυτό το δυσκίνητο, αντιπαραγωγικό κι αναποτελεσματικό που όλοι καταγγέλουμε ή ένα ευέλικτο, ορθολογικά οργανωμένο κι ανοιχτό στην κοινωνία και τις ανάγκες της; Θα εξακολουθήσουμε να ξεσπάμε επί δικαίων και αδίκων συλλήβδην στους δημοσίους υπαλλήλους ή θα επιδιώξουμε να δημιουργήσουμε το αναγκαίο εξειδικευμένο προσωπικό που θα καθοδηγείται από κατηρτισμένα κι ικανά στελέχη; Αν δεν ξεκαθαρίσουμε μια για πάντα πού θέλουμε να πάμε το Δημόσιο στη χώρα μας, καμιά βελτίωση δεν πρόκειται να υπάρξει και τα όποια αποτελέσματα θα είναι πρόσκαιρα κι επισφαλή.

Το «κράτος στρατηγείο» δεν είναι εύκολο να δημιουργηθεί απ’ τη μια μέρα στην άλλη, ίσως δεν είναι και το ιδανικό για μιαν οικονομία σαν την Ελληνική, που οι γεωφυσικές ιδιαιτερότητες κι οι κοινωνικές συνθήκες, ιδιαίτερα της περιφέρειας, δεν ενθαρρύνουν την ανάπτυξη βιώσιμων ιδιωτικών πρωτοβουλιών μακράς πνοής. Η «χρυσή τομή» μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού δεν θα προκύψει όμως ως αποτέλεσμα αδυναμιών κι ανεπαρκειών, αλλά ως σταθμισμένη κι αξιολογημένη αναγκαιότητα, ως εύλογη κι αξιόπιστη επιλογή, ως συνέπεια ορθολογικής σκέψης κι αντικειμενικά προσδιορισμένης διαδικασίας.

Μέσω αυτής της μακροχρόνιας κι επίπονης προσπάθειας, θ’ αναδειχθούν οι όροι και θα εμπεδωθούν οι παραδοχές, οι οποίες θ’ απαλλάσσουν τις αποφάσεις από την υποψία της σκοπιμότητας ή τον μικροϋπολογισμό του κομματισμού. Θα καθορίζουν τους όρους, αλλά και τα εργαλεία που θα χρειαστούν για τον μετασχηματισμό και την ανασύνταξη του Δημοσίου.

Αυτονόητο είναι ότι η αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης δεν αφορά και δεν αναφέρεται μόνο στα υπουργεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Αγγίζει κι επηρεάζει κάθε οργάνωση και φορέα, που χρηματοδοτείται και διαχειρίζεται κρατικούς πόρους και ασκεί δημόσια εξουσία. Περιφέρειες, Δήμοι, Οργανισμοί αξιολογούνται κι αναδιοργανώνονται, αναδιανέμουν πόρους κι αρμοδιότητες. Κριτήριο ασφαλώς η τοπική ανάπτυξη, αλλά ενσωματωμένη σ’ ένα συνολικό τεκμηριωμένο κι από κοινού αποφασισμένο σχέδιο ανάπτυξης.

Όμορφο κι ιδανικό ίσως ακούγεται ως σενάριο, στην πράξη όμως και προπαντός στη ζέση που δημιουργούν οι επείγουσες ανάγκες του σήμερα για δραστικό περιορισμό του Δημοσίου, τι γίνεται; Τώρα που πρέπει να «πέσουν κεφάλια» έχουμε την άνεση και το καθαρό μυαλό για σχέδια και διαδικασίες:

Ναι, είναι γεγονός ότι αφέθηκαν οι αποφάσεις να τις προλάβουν οι εξελίξεις. Ο σχεδιασμός τώρα είναι βέβαιο, ότι και αποσπασματικός θα είναι και βεβιασμένος. Ας καθίσουμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για τα αυτονόητα κατ’ αρχήν, θέτοντας κι αναζητώντας λογικές απαντήσεις σε απλά και εύλογα ερωτήματα, όπως π.χ.:

Θέλουμε το Δημόσιο ν’ αποδίδει δικαιοσύνη, αλλά να κατασκευάζει ταυτόχρονα και τα δικαστήρια ή να διαθέτει αξιόπιστα συστήματα υγείας και εκπαίδευσης, αλλά ταυτόχρονα να χτίζει και τα νοσοκομεία ή τα σχολεία;

Θέλουμε Δημόσιο που να διαθέτει άψογους εσωτερικούς ελεγκτικούς θεσμούς και μηχανισμούς, όπως π.χ. ο Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και το Σώμα Ελεγκτών Επιθεωρητών και ταυτόχρονα κι άλλες Υπηρεσίες με Επιθεωρητές ανά τομείς, όπως π.χ. οι μεταφορές ή η υγεία;

Θέλουμε Δημόσιο που να σχεδιάζει, να κατασκευάζει και να συντηρεί δρόμους κι εθνικές οδούς, αλλά ταυτόχρονα να διαχειρίζεται και να χρηματοδοτεί κι όλα τα ΜΜΜ, που κινούνται πάνω στα δίκτυα κι όχι μόνο εκείνα που το ιδιωτικό συμφέρον είναι περιορισμένο ή ανύπαρκτο;

Θέλουμε Δημόσιο που να διαθέτει υπερήλικες και πολυθεσίτες σε νευραλγικές θέσεις, Συμβούλια, Οργανισμούς κι Υπηρεσίες ή νεότερα στελέχη μ' επάρκεια εμπειρίας και γνώσεων, αλλά και με νοοτροπία που να ταιριάζει στις σύγχρονες ανάγκες management σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας;

Με άλλα λόγια, η ίδια η πραγματικότητα υποδεικνύει τομείς, που οι άμεσες επεμβάσεις κι αναδιοργανώσεις μπορούν να σηματοδοτήσουν τη γενικότερη πορεία προς την ανανέωση του δημοσίου, αλλά και σημαντικοί πόροι να εξοικονομηθούν. Επιλογές τύπου διαθεσιμότητας ή εφεδρείας, όχι μόνο στερούνται στοιχειώδους αντικειμενικότητας κι αποτελεσματικότητας, όπως η ίδια η πραγματικότητα απέδειξε κι αποδεικνύει, αλλά δείχνουν κι ένα ανάλγητο κυβερνητικό πρόσωπο, μιαν αδιόρθωτα γραφειοκρατική αντίληψη διοίκησης και μια τεράστια απόσταση μεταξύ αναγκών του Δημοσίου και της κοινωνίας και επιλογών των κυβερνώντων.

Εν προκειμένω, όσες διαβεβαιώσεις κι αν δίνονται από τον αρμόδιο υπουργό Μεταρρύθμισης περί της ευαισθησίας λόγω των αγίων ημερών κι άλλα συναισθηματικά, η ζωή θ’ αποδείξει ότι κι αυτά τα Χριστούγεννα θα τα περάσουμε με βουνά από σκουπίδια στους δρόμους, αλλά και βουνά από προβλήματα μέσα σε κάθε σπίτι. Και το ανέβασμα στα βουνά δεν είναι μόνο υγιεινός περίπατος –πόσο μάλλον σ’ αυτά τα «βουνά»– αλλά απαιτεί σχέδιο, οργάνωση, μέσα και προσπάθεια επίπονη και σκληρή.

Πριν φτάσουμε, λοιπόν, ν' αποφανθούμε για το καλώς ή κακώς της διαθεσιμότητας των υπαλλήλων, θα ήταν καλύτερα να διερευνηθεί η διαθεσιμότητα λογικής των σχετικών με αυτήν αποφάσεων κι επιλογών εκ μέρους των υπευθύνων.

Foto: Axortagos.gr

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Το τέλος του κόσμου ή της νομιμότητας;


Μην πεις: «…Και τι έγινε;»

Η σημερινή απόφαση του Eurogroup για την αποδέσμευση 49,1 δισ. ευρώ προς την Ελλάδα ως το Μάρτιο του 2013, είναι καθοριστικής σημασίας για την παραπέρα πορεία της χώρας και μπορεί να συμβάλει καταλυτικά στο «στήσιμο» ενός πραγματικά νέου κράτους. Ας μην την υποτιμήσουμε, αλλά κι ας μην επιτρέψουμε να σπαταληθεί. Οι προϋποθέσεις πολλές, τα ζητούμενα πολύπλοκα και σύνθετα. Η αλληλεγγύη των Ευρωπαίων δεν είναι λευκή επιταγή, ούτε πολύ περισσότερο Χριστουγεννιάτικος μπουναμάς.

Μέχρι σήμερα όλα τελούσαν υπό την αίρεση και την αβεβαιότητα της δόσης, από σήμερα και μετά όλα πρέπει να τρέξουν με μια και μόνο βεβαιότητα, ότι μπορούμε να πετύχουμε. Αν τον αντικειμενικό αντίπαλο, το χρόνο, δεν μπορούμε να τον νικήσουμε, να γυρίσουμε δηλαδή πίσω και να διορθώσουμε τα λάθη μας, τον άλλο μεγάλο μας αντίπαλο, τον κακό εαυτό μας, πρέπει ακαριαία να υποβάλουμε σε ευθανασία και να βαδίσουμε γρήγορα μπροστά. Για να γίνει συμβεί αυτό δεν θα πρέπει να έρθει το τέλος του κόσμου, αλλά το οριστικό τέλος ενός κράτους, όπως το ξέραμε κι όπως το κακοποιούσαμε και το κακομεταχειριζόμασταν.

Σε μια εποχή γεμάτη αβεβαιότητες κι ανασφάλειες, σε μια συγκυρία που οι κοινωνικές σταθερές έχουν ανατραπεί κι οι κανόνες μεταβάλλονται καθημερινά στα ταμπλό των χρηματιστηρίων, ο σχεδιασμός και το στήσιμο της μεταρρύθμισης του κράτους πάνω σε ευκαιριακά μπαλώματα κι επινοήσεις της στιγμής, μοιάζουν με απόπειρες να κάνεις λίφτινγκ και πλαστικές σ’ ένα ξεχειλωμένο ημιθανές κουφάρι.

Δεν υπάρχει.

Το κράτος που οι Έλληνες θα θέλαμε, δεν υπάρχει. Μπορεί να υπήρξε μιαν εποχή, κάποτε. Δεν μας έκανε όμως, ούτε και τότε. Εκείνο το κράτος, με τις ιδιαιτερότητες, τις στρεβλώσεις, τις ανισότητες και τις αδικίες, αυτό που μας βόλευε στο Δημόσιο και μας έδινε χαριστικές συντάξεις, που μας ηλεκτροδοτούσε το αυθαίρετο και δεν μας ρωτούσε πώς ζούσαμε πλουσιοπάροχα με το επίδομα ανεργίας, εκείνο το κράτος έσκασε σαν φούσκα μόλις η οικονομική κρίση χτύπησε την πόρτα της Ευρώπης.

Πρώτο και καλύτερο.

Τα κράτη που λειτουργούν δεν χρειάζονται «μνημόνιο» για να βάλουν σε μια στοιχειώδη σειρά βασικές τους αρμοδιότητες. Μπορεί να χρειάζεται, με την κρίση και υπό την πίεση των αγορών, να συμμαζέψουν τα δημοσιονομικά τους, τα χρέη τους, αλλά δεν χρειάζεται να επινοήσουν τα αυτονόητα. Τη λειτουργία αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, την ύπαρξη ελεύθερου ανταγωνισμού, την ανεμπόδιστη λειτουργία των πανεπιστημίων, την ανταποδοτικότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, την ύπαρξη μηχανισμού πρόνοιας κι αλληλεγγύης για τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες κι όσους έχουν ανάγκη τα σύγχρονα κράτη τα έχουν λύσει από χρόνια.

Τα μνημόνια είναι παραμύθια.

Μνημόνια συνεργασίας εφαρμόζονται και σ’ άλλες χώρες της Ευρώπης. Μόνο στη χώρα μας το «μνημόνιο» έγινε όχημα διχασμού και ιστορία συνωμοσίας για να παραμυθιάζονται οι νοσταλγοί του κράτους της διαλυμένης παραγωγικής βάσης, των κοινοτικών επιδοτήσεων και «πακέτων» στήριξης, των παραγόντων και των εκπροσώπων ανύπαρκτων οργανώσεων, του προαστατευτισμού και της αναποτελεσματικότητας, της διαπλοκής και της αδιαφάνειας. Ναι, όλα αυτά που τάχαμου έκπληκτοι ανακαλύπτουμε σήμερα. Όλες αυτές τις «ειδήσεις» για «λίστες» και πακτωλούς εκατομμυρίων που περνούσαν, αλλά δεν στέκονταν, μέχρι να καταλήξουν σε τραπεζικές θυρίδες του εξωτερικού ή θαμμένα σε κήπους και αγροτεμάχια του εσωτερικού.

Τη νέα νομιμότητα πρέπει να ιδρύσουμε. Τη νέα τάξη πραγμάτων, που θα επιδιώκει τ’ αποτελέσματα κι όχι τις εντυπώσεις. Αυτά τα ζητούμενα δεν υπηρετούνται, ούτε επιτυγχάνονται με διατάξεις της μορφής: «Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν.718/1977, όπως αντικαταστάθηκε με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ε.5. της παραγράφου Ε του ν.4093/2012, οι λέξεις “της Ευρωπαϊκής Ένωσης” αντικαθίστανται με τις λέξεις “του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου”», που μέχρι χτες ακόμα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας.

Το μελάνι στις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και τους εφαρμοστικούς νόμους είναι νωπό, οι εγκύκλιοι του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) διαδοχικές κι αλλεπάλληλες, επιχειρούν να κατευθύνουν μιαν προσπάθεια αναδιοργάνωσης και δημοσιονομικής εξυγίανσης που φαντάζει μέχρι σήμερα από ασυντόνιστη έως ατελέσφορη.

Μια κόκκινη γραμμή με το χτες, με την πρακτική της ατέρμονης «ρυθμισολαγνείας» πρέπει να σημάνει πλέον η εκταμίευση αυτής της δόσης. Όλο το πλέγμα των ρυθμίσεων που αφορούν την ανάπτυξη της χώρας από την οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης μέχρι τους όρους δόμησης στην π.χ. Πετρομαγούλα, πρέπει να καταργηθούν. Τέλος. Όλα από την αρχή.

Μόνο μηδενίζοντας το κοντέρ της νομοθετικής μας υπεραπαραγωγής, μπορεί να εμφανιστεί σ’ εύλογο χρόνο στη χώρα μας η πραγματική παραγωγή. Από μηδενική βάση όλα, στο πλαίσιο του Συντάγματος, αλλά με το βλέμμα στο μέλλον μας, στο μέλλον των παιδιών μας, των άνεργων και των νέων. Με πραγματική διάθεση να γυρίσει σελίδα ο τόπος και να πιάσουν πραγματικά τόπο οι θυσίες της πλειοψηφίας του λαού.

Αν επιμείνουμε, τάχα υπό το κράτος της πίεσης και του επείγοντος, σε επιμέρους τροποποιήσεις του κουρελιασμένου και διάτρητου από τις αλλεπάλληλες αντικαταστάσεις ισχύοντος συστήματος νομιμότητας και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, κλείνουμε πονηρά το μάτι σε συντεχνίες κι οργανωμένα συμφέροντα, ανακυκλώνοντας και διαιωνίζοντας το κράτος της αναποτελεσματικότητας και της ρεμούλας.

Έτσι, εκ του ασφαλούς, διακινδυνεύσουμε, να βρεθούμε σύντομα και πάλι στην ανάγκη να εκλιπαρούμε τους Ευρωπαίους για μια επόμενη δόση, κλαψουρίζοντας, ότι απ’ την εκταμίευσή της, εξαρτάται –εκ νέου– για τη χώρα το τέλος του κόσμου.

Τότε, ούτε ο ίδιος ο ‘Ολυ Ρεν δεν πρόκειται να μας πιστέψει.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Προεόρτια.


Μουντή βδομάδα, πυκνός χρόνος. Οι πρώτες γιορτές του μήνα πέρασαν, πολλές ευχές ανταλλάχτηκαν, αλλά αυτό το «κάτι» που υπήρχε και προμήνυε προς έρχονται χρονιάρες μέρες δεν μ’ άγγιξε. Κάθε πρωί ξημέρωνα περιμένοντας πως κάτι καινούργιο θα γίνει και κάθε βράδυ περίμενα ν’ ακούσω τι νέο δεν έγινε.

Πολλούς λογαριασμούς αισθάνομαι ότι πρέπει να κλείσω κι ένας απ’ αυτούς μ’ έφερε μετά από καιρό στο κέντρο. Πολλοί γνωστοί και φίλοι έχουν μείνει ακόμα πίσω. Το δημόσιο θέλει χρόνια για ν’ αδειάσει, κάποιοι άλλοι –ευτυχώς– πρόλαβαν και γύρισαν στα χωριά τους. Ο Νίκος γουλιά τη γιουλιά τον καφέ που με κέρασε ξεδίπλωνε λέξη τη λέξη την πίκρα του, φέρνοντας το χέρι πού και πού απαλά και μάλλον μηχανικά πάνω σε μια στοίβα από αιτήσεις που περίμεναν προς τη μεριά του παράθυρου καρτερικά –σαν τους συνταξιούχους ίσως που τις συμπλήρωσαν.

Στο ίδιο γραφείο από το ’98. Η ίδια ντουλάπα να χάσκει άσπρα χαρτιά και φακέλους μπλε, κόκκινους, κίτρινους. Ένα ημερολόγιο του 2009. Μαύρα ντοσιέ. Θέλει να φύγει, αλλά δεν έχει ακόμα πιάσει το όριο. Κι αυτοί που το ‘πιασαν τι κατάλαβαν; Στοιβαγμένα χαρτιά πάνω στο γραφείο του Νίκου οι αιτήσεις. Σε κάθε γραφείο αυτών των δύο ορόφων έχει κι από μια τουλάχιστον τέτοια ντάνα. Έξω τους διαδρόμους χιλιάδες πάνω στους πάγκους. Στο ισόγειο πατείς με πατώ σε. Χειρονομίες, φωνές. Σειρά προτεραιότητας. Φωτοτυπίες και χαρτιά μ’ ανακοινώσεις κι υποδείξεις κολλημένα στο ασανσέρ και στους τοίχους. Θλίψη. Ο θυρωρός απαντά σε όλους μ’ ηρωικές κινήσεις και ιώβεια υπομονή. Τον θαύμασα βγαίνοντας.

Σόλωνος. Το παλιό μου γραφείο δεν θύμισε τίποτε από τέτοιες μέρες άλλων χρόνων. Μπήκα-βγήκα, ο Νίκος δεν ήταν εκεί ή μήπως είχε «εορταστική»; Στόλιζα πάντα ένα μικρό δεντράκι με πέντε-έξι λαμπιόνια. «Για το καλό» είχα και μερικούς ξηρούς καρπούς. Μπορούσα να τ’ αλλάξω όλα –νόμιζα– ‘κείνα τα πρώτα χρόνια. Τώρα τ’ αλλάζουν άλλοι στα χαρτιά και τα μνημόνια. Ο διάδρομος ίδιος, το ίδιο κι οι κλειστές πόρτες δεξιά αριστερά. Μια ανησυχητική ησυχία. Είναι κι οι μέρες της διαθεσιμότητας. Στο «προσωπικό» δε δέχτηκα τον καφέ που προθυμοποιήθηκαν –μετά τις αγκαλιές και τα φιλιά– να μου προσφέρουν. «Με φουντούκι, που σ’ αρέσει!» με παρακίνησε με λαχτάρα ειλικρινή ο Ανδρέας. Χρόνια τέτοιες μέρες ρυθμίζαμε τις άδειες, κάναμε σχέδια για τις γιορτές και τις εξόδους. Όνειρα για τη νέα χρονιά. Να ‘σου κι ο Νίκος. Τα είπαμε τα υπόλοιπα στο πόδι ανεβαίνοντας προς το Λογιστήριο Εξοικονόμηση πόρων, προϋπολογισμός ορίων –πάλι τα όρια– μείωση πιστώσεων, προσωπικού, διάθεσης. Μεσημέριασε. Ένα βιαστικό «χρόνια πολλά» στη Νικολέτα κατεβαίνοντας. Ο άλλος Νίκος –ο ΙΔΑΧ– «έτρεχε» για να βρει καμιά άκρη. Κενό το πόστο του στις «πληροφορίες». Πέντε-έξι αστυνομικοί γύρω απ’ την είσοδο. «Φοβάται ο καινούργιος» μου είχαν πει με νόημα χαριτολογώντας. Από ‘κει που προτείναμε κι επιμέναμε ν’ αποσυρθούν εντελώς; Είναι δίπλα τα Εξάρχεια. Πάντα ήταν δίπλα, αλλά αυτοί δεν χρειάζονταν. Βγήκα και τράβηξα προς την Πατησίων.

Η «στοά Φέξη» αποτελούσε από την εποχή των παιδικών μου χρόνων έναν από τους πιο ευχάριστους γιορτινούς προορισμούς. Μαγαζάκια πολλά, το ένα δίπλα στο άλλο φώτα και κίνηση, κόσμος πάνω-κάτω, παιχνίδια, ηλεκτρονικές συσκευές, ρολόγια, δίσκοι, ξηροί καρποί, αναμνηστικά και κοσμήματα. Νέκρα. Ρολά κι ενοικιαστήρια. Μαγαζάτορες σε κάποιες πόρτες. Κανείς δε χάζευε στις φωτισμένες βιτρίνες. Κινέζικα μπιχλιμπίδια. Άνοιξα το βήμα να ξεφύγω απ’ αυτή τη θλιβερή εικόνα διάψευσης κι απογοήτευσης. Την «Αράχωβα» την πρόσεξα μόνο απ’ τη μυρωδιά. Κάποιοι –ναι– κάθονταν έξω στα τραπεζάκια. Είχε και σήμερα ουρά;

Πότε στήσανε άγαλμα στον Παναγούλη απέναντι από το «REX»; Μπήκα από την Αρσάκη στη «Στοά του Βιβλίου». Η λινοτυπική μηχανή δεν πρόλαβε να προσελκύσει για μια ακόμα φορά το νοσταλγικό βλέμμα μου. Μαγαζιά κλειστά. Κι ο «Κοκκώνης» κλειστός; Το μαγαζί με τα πρώτα μου προσκοπικά; Το καφέ, ο Αναγνωστόπουλος στην άλλη γωνία; Είναι δίκαιο; Άραγε το «Αρσάκειο» λειτουργεί; Βγήκα στην Σταδίου κι ούτε που θυμήθηκα την όμορφη βραδιά της παρουσίασης του βιβλίου μου πριν μερικά χρόνια. Σίγουρα κι η λινοτυπική θ’ απορούσε που δεν μου περίσσεψε ούτε μια ματιά και γι’ αυτήν, που γερνάει σκονισμένη, με τους ατέρμονες ακίνητους και τις μήτρες της να μην γεννούν λέξεις, αράδες, να μη σμίγουν φράσεις να μην δένουν με το μολύβι της ιδέες, σελίδες, βιβλία, εφημερίδες.

Στο Σύνταγμα έστηναν σκαλωσιές το πρωί –μάλλον για το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τώρα πια έχουν σχολάσει, πήγε μία. Πίσω μου το Υπουργείο Ανάπτυξης. Απέναντι προβάλουν οι πάνω όροφοι –τα ρετιρέ;– της Βουλής. Νερά χυμένα απ’ το σιντριβάνι. Ζητιάνοι. Από περιέργεια ανεβαίνω τα σκαλιά. Μόλις περνούσε το τουριστικό «Citysightseeing», καθόταν άραγε κανείς από την πλευρά προς τον «Άγνωστο», απ’ αυτήν δεν είδα κανέναν. Κάγκελα μπροστά στο μνημείο. Μόνο τα περιστέρια είναι λεύτερα. Λιακάδα και ψύχρα. Πόσο γαλάζιος είναι, Θεέ μου, ο ουρανός της Αθήνας; Ακόμα κι αν κανένα σύννεφο φανεί στον ορίζοντα, λες κι είναι για να γίνει πιο έντονη η αντίθεση.

Δεν θέλω να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Μπροστά θέλω να τον πάω. Γιορτές έρχονται, σίγουρα θα νοσταλγήσω, θα μελαγχολήσω, αλλά, ρε γαμώτο, μπορώ να ελπίσω; Μπορώ να κοιτάξω μπροστά στο μέλλον, όπως ατενίζω αυτόν τον γαλάζιο ουρανό και γεμίζει η ψυχή μου φως και λιακάδα, και να ψιθυρίζω στον εαυτό μου με καμάρι και θαυμασμό: «Μεγάλε, είσαι τυχερός που ζεις και μεγαλώνεις τα παιδιά σου σ’ αυτή τη χώρα!»

Μπορώ; Μπορώ να βρω τον τρόπο, να επινοήσω. Μπορώ, τουλάχιστον, να προσπαθήσω.

Μπορώ, φτάνει να μην αισθάνομαι ότι θα 'ναι κι αυτό ένα ψέμα.

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Βιωσιμότητα του χρέους και βίος αβίωτος;


Αν μη τι άλλο ο πρωθυπουργός έχει πολύ καλό επικοινωνιακό επιτελείο. Μια λέξη ακόμα, ένας υπαινιγμός ή ένα θαυμαστικό, θα ανακύκλωναν τις ψευδαισθήσεις και θα ανατροφοδοτούσαν ένα διάλογο και μιαν αντιπαράθεση που έχει κουράσει, έχει απογοητεύσει, έχει πληγώσει. Μακάρι αυτή η λακωνική δήλωση να σηματοδοτεί μιαν πραγματικά νέα μέρα, που τα λόγια κι οι θεωρίες θα μπουν στην άκρη και θα πιάσουν επιτέλους δουλειά όλοι εκείνοι που έχουν την τύχη της χώρας και του λαού στα χέρια τους.

Παραδοσιακά έχουμε χορτάσει θριάμβους και περιφανείς επιτυχίες, που πολλές φορές ήταν μόνο στα λόγια και στα πρωτοσέλιδα περισσότερο ή λιγότερο «έγκριτων» εφημερίδων. Άλλες φορές, αποφάσεις σε συνόδους και συμβούλια κορυφής συνοδεύονταν από διθυράμβους εθνικής έξαρσης και με κυβερνώντες που έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας μπρος στις κάμερες ή όπως έγκυρες πληροφορίες και –πάλι– «έγκριτων» δημοσιογράφων διαβεβαίωναν με τον γεμάτο νόημα σχολιασμό τους στα τηλεοπτικά παράθυρα. Η ίδια παράδοση επιτάσσει, οι αντιπολιτευόμενοι από τη μεριά τους, να μη βρίσκουν τίποτε σωστό στους χειρισμούς και τις αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης, να κινδυνολογούν προμηνύοντας του κόσμου τα δεινά για το λαό και τη χώρα και να υπόσχονται –ιδιαίτερα αν τα κόμματά τους είναι από τους «εφαψίες» της εξουσίας– να τα καταργήσουν και να τ’ ανατρέψουν όλα, άλλοι σε μια νύχτα κι άλλοι μ’ ένα και μόνο άρθρο. Έτσι είν’ η πολιτική στην Ελλάδα.

Η λιτή δήλωση από μόνη της συνιστά μιαν αλλαγή ύφους. Μακάρι να μετουσιωθεί ανατρέποντας την μέχρι σήμερα παράδοση– και σε μιαν αλλαγή πολιτικής, αλλαγή προς την πολιτική. Με πρωτοβουλίες και δράσεις, με σχέδιο και διορατικότητα, με στόχους κι αξιολογήσεις. Τα δεδομένα άλλωστε της συμφωνίας αυτής καθαυτής, αλλά κι όσα το Μεσοπρόθεσμο κι οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου προβλέπουν, δημιουργούν ένα τόσο ελεγχόμενα προδιαγεγραμμένο πλαίσιο δημοσιονομικής παρακολούθησης, ώστε θα πρέπει να θέλει κάποιος υπουργός «ν’ αυτοκτονήσει» για να παρεκκλίνει των ορίων του προϋπολογισμού που θα τίθενται στο υπουργείο του.

Εκ των πραγμάτων η συζήτηση κι ο δημόσιος διάλογος το επόμενο διάστημα, θα επικεντρωθεί στη βιωσιμότητα του χρέους, φάνηκε άλλωστε από τη σπουδή του κινούμενου αμιγώς παραδοσιακά κυρίου Τσίπρα. Ας αποτελέσει η πρόταση για τη συζήτηση αυτή, αλλά κι όλη η αντιπαράθεση που το επόμενο διάστημα θ’ ανοίξει, την αφορμή για να τεθούν από την κυβέρνηση, από τα τρία κόμματα εξουσίας, οι βάσεις κι οι άξονες των πολιτικών που θ’ ακολουθηθούν από ‘δω και πέρα. Ας μπουν τα ορόσημα της «καινούργιας μέρας», με απλότητα και σαφήνεια, λιτά και κατανοητά. Ορόσημα που είναι αναγκαίο να προτάσσουν την επιβίωση του λαού στοχεύοντας στη βιωσιμότητα του χρέους, να προτάσσουν το κοινό συμφέρον στοχεύοντας στην κοινωνική συνοχή, να προτάσσουν τη συνεννόηση και τη συνεργασία στοχεύοντας στην τήρηση των συμφωνιών, να προτάσσουν τη σκληρή κι επίπονη δουλειά στοχεύοντας στην κινητοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.

Η βιωσιμότητα του χρέους είναι μια υπόθεση εργασίας, ένα οικονομικό τερτίπι κι ένα εργαλείο μακροοικονομικής ανάλυσης. Αέρας κοπανιστός θα είναι, αν όλοι μαζί αποφασίσουμε ν' αφοσιωθούμε σε μια προσπάθεια ν' αυξήσουμε την παραγωγή στη χώρα μας από τώρα και στο εξής.

«Δεν παράγουμε τίποτε» λέμε και ξαναλέμε. Σχεδόν κι εμείς οι ίδιοι το ‘χουμε πιστέψει. «Τι να πουλάμε σουβλάκια;» αναρωτήθηκε απελπισμένος κάποιος γνωστός, το πίστευε. Ναι, σουβλάκια! Φτάνει να τα πουλάμε σε Γάλλους, Γερμανούς, Αμερικάνους. Όλοι μπορούμε να πουλάμε σουβλάκια φτάνει να τ’ αγοράζουν τουρίστες, να τα «εξάγουμε». Η αύξηση της παραγωγής είναι ο ασφαλής δρόμος, όχι μόνο προς την ανάπτυξη, αλλά και προς την επίτευξη κι όλων των άλλων δεικτών και στόχων.

Οι Ευρωπαίοι εταίροι και το Δ.Ν.Τ. κράτησαν ανοιχτή με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε, όχι την εκκρεμότητα για την ελληνική υπόθεση, αλλά –ας δούμε τα πράγματα επιτέλους με θετική ματιά– τη χαραμάδα διαφυγής και την έξοδο κινδύνου για τη χώρα μας. Ανάμεσα από τις γρίλιες της, αν το θελήσουμε κι αν η «καινούργια μέρα» του πρωθυπουργού σημάνει πράγματι δουλειά κι ευθύνη, μπορεί ν’ αχνοφανεί μια αμυδρή ελπίδα, που δεν θ’ αφορά μόνο τη βιωσιμότητα του χρέους, αλλά προπαντός την προστασία της διαβίωσης του λαού στη χώρα μας για τα επόμενα δύσκολα χρόνια.


Foto: metrogreece.gr

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

'Οταν πηδάς από ψηλά.


Είτε η αναφορά του κυρίου Τατσόπουλου στη «μισή Αθήνα» έγινε με κριτήριο αμιγώς πολιτικό, είτε ο προσδιορισμός αφορούσε κριτήρια απλώς γεωγραφικά, το αποτέλεσμα είναι ένα και το αυτό και –οπωσδήποτε– το ίδιο εντυπωσιακό: Ενάμιση εκατομμύριο (αριθμητικά 1.500.000) άνθρωποι.

Ένας απλός αριθμητικός υπολογισμός το επιβεβαιώνει. Με το πρώτο κριτήριο, το πολιτικό, είναι προφανές ότι αναφερόμαστε στο σύνολο της Β’ εκλογικής περιφέρειας της Αθήνας, στην οποία εκλέγεται και στην οποία κατοικούν οι μισοί –1,5 εκατομμύριο– ψηφοφόροι του νομού Αττικής. Με το δεύτερο, το γεωγραφικό, αφού η πόλη των Αθηνών –σύμφωνα με την απογραφή του 2011– αριθμεί 3 εκατομμύρια κατοίκους, η διαίρεση δια δύο οδηγεί στο ίδιο πηλίκο: Ενάμιση εκατομμύριο (αριθμητικά 1.500.000) άνθρωποι.

Το σχήμα λόγου του κυρίου Τατσόπουλου αφορούσε 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους, σίγουρα ένα νούμερο ικανό –κατά την κρίση του– να υποστηρίξει αξιόπιστα και αναμφίβολα τον ανδρισμό του.

Πέρα από το πικρό χιούμορ ή το γελοίο ή αδιάφορο του θέματος, ίσως πρέπει για μια στιγμή να κοντοσταθούμε και να κοιτάξουμε γύρω μας, ν’ αντικρύσουμε το είδωλό μας στον καθρέφτη της κοινωνίας. Αν υπήρξε ένα «ανάξιο», «ανίκανο» ή «διεφθαρμένο» πολιτικό προσωπικό που μας έφερε ίσαμ’ εδώ, όπως υποστηρίζεται, με τέτοιου είδους ή ανάλογου ύφους «παλικαριές» ή ατάκες, είναι δυνατόν να ελπίζουμε, ότι μπορούμε να πάμε παρακάτω;

Το ήθος, η σεμνότητα, η αξιοπρέπεια, το μέτρο, η σωφροσύνη, εξέλειπαν ως αρετές και χαρίσματα απ’ την πολιτική και το πολιτικό μας σύστημα; Επειδή κάποιοι στο παρελθόν πάτησαν τον όρκο τους ως υπηρέτες του λαού κι απεμπόλησαν το δημόσιο συμφέρον στο όνομα ιδιοτελών σκοπιμοτήτων ή δεν μερίμνησαν με όση φροντίδα και προσοχή ήταν απαραίτητη για ν’ αποτρέψουν τις δυσάρεστες συνέπειες της οικονομικής κρίσης δικαιολογούνται αυτές οι ανοίκειες συμπεριφορές κι εκδηλώσεις;

Τι μαγκιά, τι τσαμπουκάς, τι αναίδεια και τι αγραμματοσύνη είναι αυτή που μας πετάνε καθημερινά κατάμουτρα οι νεόκοποι «εκπρόσωποι του λαού και του έθνους»; Τι άγαρμπο χιούμορ και τι χοντροκομμένο καλαμπούρι υπονομεύουν θεσμούς και πρόσωπα κι ευτελίζουν την πολιτική διαδικασία, στην οποία υποτίθεται συμμετέχουν και την οποία υποτίθεται –και πάλι– υπηρετούν. Λες και βρισκόμαστε σ’ ένα διαρκές φεστιβάλ βίας, αυθάδειας και αυταρχισμού. Λες κι όλα εξελίσσονται για μερικά λεπτά ή δευτερόλεπτα μπροστά στις κάμερες και μετά ξεπερνιώνται και ξεχνιώνται σαν να ‘ναι απλώς μια στιγμιαία εντύπωση, ένα φλας που αστράφτει και χάνεται για πάντα.

Πόσο λάθος αντίληψη της πoλιτικής και της ίδιας της ζωής.

Αν κάποιοι χρειάζονται περισσότερο τούτην τη δύσκολη περίοδο συναισθηματική ηρεμία , κοινωνική γαλήνη κι έμπρακτο ενδιαφέρον, δεν είναι οι τακτοποιημένοι, όσοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εξασφαλίζουν τα προς το ζειν, αλλά οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, οι άνεργοι, οι νέοι, οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι ηλικιωμένοι, οι καταχρεωμένοι. Αυτοί οι άνθρωποι, που οι ζωές τους έχουν διαλυθεί ή κινδυνεύουν με κατάρρευση εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, έχουν περισσότερο την ανάγκη και του κράτους και της κοινωνίας.

Ο θυμός, η αγανάκτηση, η εκδίκηση, η καταστροφή, όλα αυτά τα βίαια συναισθήματα και συμπεριφορές, που καλλιεργούνται κι εκδηλώνονται συστηματικά με πρωτεργάτες και πρωταγωνιστές σε πολλές περιπτώσεις βουλευτές ή πολιτικά πρόσωπα και ομάδες, σε τι υποβοηθούν και πώς στηρίζουν αυτούς τους ανθρώπους, που η απόγνωση κι η απελπισία είναι έτοιμες να τους στρέψουν εναντίον άλλων, να τους «οπλίσουν» το χέρι, να τους ωθήσουν στα άκρα;

Το κράτος λειτουργεί υπό εξαιρετικές συνθήκες. Τα οικονομικά πλαίσια είναι ασφυκτικά, οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται υπό πίεση. Είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας ζωτικός χώρος, ώστε, σ' αυτή τη δύσκολη καμπή, να ασκούνται κατά το δυνατόν οι κρατικές λειτουργίες. Οι συνθήκες είναι έκτακτες, το κράτος δεν μπορεί πλέον να υποστηρίξει όλες τις δραστηριότητές του, ούτε να εξακολουθήσει να εξυπηρετεί με τον ίδιο τρόπο αδιακρίτως ομάδες και άτομα. Γι’ αυτό θα πρέπει να τεθούν προτεραιότητες, γι’ αυτό με κάθε τρόπο θα πρέπει ν’ αποτραπεί ο κοινωνικός αυτοματισμός.

Τα δεδομένα για το κράτος και την οικονομία της χώρας, υπό το βάρος της κρίσης, είναι από καιρό προδιαγεγραμμένα. Ίσως θα μπορούσαν να είναι καλύτερα, το πιθανότερο όμως «ίσως» είναι να ήταν πολύ χειρότερα. (Ήδη ο «μηχανισμός στήριξης» έφτασε μέχρι και τη μαρτυρική Κύπρο. Εκεί δεν κυβερνάει κάποιος «Γιωργάκης» Παπανδρέου, αλλά ο πρόεδρος του ΑΚΕΛ, ο Δημήτρης Χριστόφιας, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση).

Τα δεδομένα για την Ευρώπη λες και τ’ ανακαλύψαμε ξαφνικά εδώ και τρεις μέρες. Κι εδώ τα πράγματα θα μπορούσαν από χρόνια να είναι καλύτερα. Γεγονός είναι, ότι οι ισορροπίες, οι συμμαχίες, οι συνθήκες, οι κανονισμοί κι οι αποφάσεις δεν είναι τίποτε άλλο από συγκερασμούς και σύνθεση μεταξύ αντικρουόμενων κι αντιτιθέμενων συμφερόντων με αμοιβαίες υποχωρήσεις που –κατά κανόνα– εξυπηρετούσαν κι ευνοούσαν τους ισχυρότερους. Το πλαίσιο για τη χώρα είναι πολύ στενό και δεν είναι αυτό αποτέλεσμα ούτε των μνημονίων, ούτε της ασυνεννοησίας μεταξύ των εταίρων ή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Δ.Ν.Τ. Μεταξύ μας δεν μπορούμε να τα βρούμε, εμείς αδυνατούμε να συνεννοηθούμε.

Ξαφνικά το τελευταίο διάστημα οι γλώσσες που μιλάμε μεταξύ μας πολλαπλασιάστηκαν, απ’ την κλασσική, την «ξύλινη» που είχαμε συνηθίσει από χρόνια να εκφέρεται από κάποιους πολιτικούς, έγιναν αλήτικες, μάγκικες, περιθωριακές κι ακαταλαβίστηκες. Μιλιούνται –θαρρείς– μόνο για ν’ ακουστούν, να θορυβήσουν, να παράγουν τον ήχο τους και να σβήσουν πέφτοντας κάτω πριν καν φτάσουν ως τ’ αυτιά του ακροατηρίου. Είναι γλώσσες που δεν παράγουν πολιτική, δεν παράγουν λύσεις, δεν παράγουν προοπτική. Δεν επινοούνται για να επικοινωνήσουν τους ανθρώπους και να δημιουργήσουν διαύλους συνεννόησης, αλλά μόνο για να χρησιμοποιηθούν σε άλλα κανάλια κι άλλα μέσα, τα ηλεκτρονικά.

Σ’ αυτή τη σύγχρονη Βαβέλ που δημιουργήσαμε είναι αδύνατο να επινοήσουμε τον τετραγωνισμό του φαύλου κύκλου για να βρούμε την έξοδο. Υπάρχουν όμως κάποιες αποφάσεις, κάποιοι νόμοι του ελληνικού κράτους, που βήμα – βήμα μπορούν να μας οδηγήσουν σ’ έναν δρόμο. Η δική μας μεγάλη προσπάθεια κι η παράλληλη ευρωπαϊκή στήριξη, που ούτως ή άλλως για το επόμενο διάστημα είναι δεδομένη, μπορούν να χαράξουν μια πορεία διεξόδου για τα επόμενα δύσκολα χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση, νομίζοντας, ότι με την ευκολία που πηδάμε τη μισή Αθήνα, θα μπορέσουμε να πηδήξουμε και το μισό Βερολίνο, ή –με τη φόρα που η γλώσσα μας έχει πάρει– τη μισή Ευρώπη, μάλλον ανάποδα βλέπουμε τα πράγματα και σίγουρα –σ’ όσα μπαλκόνια ή κεραμύδια αν ανεβούμε– δεν είμαστε εμείς εκείνοι που κοιτάνε τον κόσμο από πάνω.

Foto: Sergio Occhiuzzo

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Από το ναυάγιο της εφεδρείας, στον ύφαλο της διαθεσιμότητας.



Το κινητό χτύπησε με ακρίβεια δευτερολέπτου. 18:30’. Απ’ την άλλη άκρη ακούστηκε η δισταχτική νεανική φωνή του Χρήστου, που, μετά τις συστάσεις, συνέχισε κομπιάζοντας πού και πού ιδιαίτερα στα σημεία που ήθελε να τονίσει πόσο ανάγκη είχε αυτή τη θέση. «Τρία χρόνια άνεργος», «οχτώ μηνών ο γιός του», «γυναίκα με τρίωρες βάρδιες σε σούπερ μάρκετ».

Ο Τάσος, ο κοινός γνωστός, που μεσολάβησε γι’ αυτό το τηλεφώνημα προκριμένου να με παρακαλέσει να «μιλήσω όπου μπορώ», μου είχε περιγράψει τη μεγάλη ανάγκη που είχε ο 28χρονος πτυχιούχος ΤΕΦΑΑ Χρήστος για δουλειά, «έστω και γι’ αυτούς τους οχτώ μήνες».

Η «δουλειά» ήταν ναυαγοσώστης σε πισίνα δημοτικού γυμναστηρίου. Οι οργανικές θέσεις ήταν πέντε κι όλες «καλύπτονταν» επί χρόνια με προσλήψεις συμβασιούχων υπαλλήλων, ύστερα από σχετικές προσκλήσεις του Δήμου για οχτάμηνες συμβάσεις.

«Αφού αυτές οι θέσεις προβλέπονται από τον οργανισμό, γιατί επί τόσα χρόνια ο Δήμος δεν έχει προκηρύξει διαγωνισμό μέσω ΑΣΕΠ, ώστε να προσληφθούν πέντε μόνιμοι ναυαγοσώστες και να λειτουργεί χωρίς προβλήματα το δημοτικό κολυμβητήριο;» ήταν η εύλογη –νομίζω– απορία μου στο αρμόδιο συμβούλιο.

«Μα, το κολυμβητήριο πρέπει κάθε Σεπτέμβριο να είναι σε θέση να λειτουργήσει κι η προκήρυξη διαγωνισμού μέσω ΑΣΕΠ θα κάνει πάνω από τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί» ήταν η απάντηση του προέδρου –πιθανόν εύλογη κατά τη γνώμη του.


Το περιστατικό αυτό ήρθε πολλές φορές στο μυαλό μου εξαιτίας των νέων δεδομένων που δημιουργεί η διαθεσιμότητα σε χιλιάδες εργαζόμενους στους Δήμους. Πόσες άραγε χιλιάδες άνθρωποι έχουν βρεθεί στη θέση του Χρήστου, να υποχρεώνονται σε γνωστούς κι αγνώστους και να δοκιμάζεται η αξιοπρέπειά τους για να βρουν μια δουλειά, για να βγάλουν ένα μεροκάματο; Πόσοι άλλοι όμως ακόμα, μέσω γνωριμιών και διασυνδέσεων με τις εκάστοτε δημοτικές πλειοψηφίες –κι όχι μόνο– δεν «τρύπωναν» ως συμβασιούχοι σε θέσεις οργανικές, σε θέσεις που καλύπτουν «πάγιες και διαρκείς ανάγκες» των Δήμων και δεν ήρθαν, μετά την απόλυσή τους ή μετά από πολυάριθμες ανανεώσεις των συμβάσεών τους, τα δικαστήρια να τους αναγνωρίσουν το δικαίωμα διορισμού;

Οι απαντήσεις δίνονται εύγλωττα από τις χιλιάδες αντιδράσεις που έχουν ξεσπάσει.

Σήμερα οι Δήμοι είναι ανάστατοι και χιλιάδες εργαζόμενοι, χιλιάδες οικογένειες είναι σε απόγνωση, γιατί καλούνται να πληρώσουν τα σπασμένα και το «μάρμαρο» μιας αλόγιστης ψηφοθηρικής και κακώς εννοούμενης κοινωνικής πολιτικής. Οι άνθρωποι, οι εργαζόμενοι, είναι εκείνοι που έχουν τις μικρότερες ευθύνες, οι δημοτικές αρχές κατά πρώτο και κύριο λόγο, είναι οι υπεύθυνοι για τη δεινή θέση που σήμερα βρίσκονται και οι υποψήφιοι για διαθεσιμότητα και οι Δήμοι και η κοινωνία.

Μήπως όμως δεν συνέβη κάτι ανάλογο και με τις δημόσιες Υπηρεσίες, όταν κυβερνήσεις ιδιωτικοποιούσαν κρατικούς οργανισμούς ή επιχειρήσεις από τα καζίνα μέχρι την Ολυμπιακή, επιλέγοντας την εύκολη λύση να «μεταφέρουν» όλους τους εργαζόμενους και να τους τοποθετήσουν σε θέσεις του Δημοσίου, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ);

Μια απ’ τις διαρθρωτικές αλλαγές είναι η αναδιοργάνωση του Δημοσίου κι απ’ τις πρώτες συμφωνίες με τους δανειστές ήταν κι ο περιορισμός του αριθμού των εργαζομένων στο δημόσιο κατά 150.000 μέχρι το 2015. Το θυμάται άραγε κανείς αυτό;

Έκτοτε, στο όνομα της προστασίας των εργαζομένων του δημοσίου τομέα, καθυστερούσε ο γρήγορος σχεδιασμός κι η λήψη άμεσα ευέλικτων αποφάσεων. Ιδού τ’ αποτέλεσμα, όχι μόνο οξύνθηκε η ανάγκη επιβολής επιπλέον οριζόντιων μέτρων, αλλά δημιουργήθηκαν κι οι προϋποθέσεις, ώστε σήμερα υπό το κράτος της ανάγκης, δίχως να ‘χει προηγηθεί ψήγμα αναδιοργάνωσης, να εξωθούνται βίαια χιλιάδες εργαζόμενοι προς την έξοδο των Δήμων, αλλά και των δημοσίων Υπηρεσιών, δίχως σχέδιο, δίχως αξιολόγηση, επί της ουσίας δίχως αιτία.

Το φιάσκο της «εφεδρείας» δεν έγινε για κανέναν μάθημα. Οι «έφεδροι» δεν ξεπέρασαν τους 900, ενώ με τη διαδικασία αυτή εξαναγκάστηκαν οιονεί εκβιαστικά χιλιάδες στελέχη της διοίκησης να παραιτηθούν εν μία νυκτί, με συνέπεια η πλειονότητα των στελεχών του διοικητικού μηχανισμού, να λειτουργεί έκτοτε «με ανάθεση καθηκόντων», δίχως κάν την κρίση υπηρεσιακών συμβουλίων.


Όλες οι μεταρρυθμίσεις κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο μας αφορούν και μας επηρεάζουν, όταν όμως αναφέρονται στο μέλλον ανθρώπων κι ανατρέπουν τις ζωές τους δεν μπορούμε να μένουμε απαθείς ή αδιάφοροι, ούτε πολύ περισσότερο επιτρέπεται να «κρυβόμαστε» πίσω από μνημόνια και νόμους για ν’ αποσείσουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν μ’ ερμηνευτικές εγκυκλίους. Η ευθύνη αυτή την ώρα της κυβέρνησης είναι ν’ αξιοποιήσει τα εργαλεία που έχει ώστε κατά το δυνατόν, αμβλύνοντας τις αντιδράσεις, ν’ αντικειμενικοποιήσει τα κριτήρια προκειμένου να επιλεγούν οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα που θα υπαχθούν στο καθεστώς της διαθεσιμότητας μέχρι να μεταταγούν, μετεκπαιδευτούν ή απολυθούν.

Μέσω της απογραφής που πραγματοποιήθηκε το 2010, έχουν συγκεντρωθεί τα στοιχεία όλων των υπαλλήλων που υπηρετούν στο δημόσιο, σε ΝΠΔΔ , στους ΟΤΑ κι εν γένει σε δημόσιες Υπηρεσίες σε μια βάση δεδομένων. Από αυτήν θα μπορούσαν να εξαχθούν τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να δημιουργηθεί μια ενιαία και μοναδική επετηρίδα, ώστε ούτε λίστες από Δήμους κι Υπηρεσίες ν’ απαιτούνται, ούτε να μπαίνουν οι εργαζόμενοι, αλλά κι οι υπόλοιποι μισθωτοί ή άνεργοι, σε μια λογική κοινωνικού αυτοματισμού και να στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου.

Την αξιοσύνη δεν την κάνει η κατηγορία, το φιλότιμο και την εργατικότητα δεν την προσδιορίζει η σχέση εργασίας. Ένας εργατικός και φιλότιμος άνθρωπος θα προσπαθήσει το ίδιο είτε βρεθεί στο δημόσιο, είτε στον ιδιωτικό τομέα. Υπό το κράτος όμως της πίεσης να ψηφιστεί το μνημόνιο για να εκταμιευτεί –οψέποτε– η περιβόητη κι ακριβοθώρητη δόση και της ολιγωρίας, ώστε να προηγηθεί ενδελεχής και συστηματική προετοιμασία γι’ αυτό το σοβαρό ενδεχόμενο ή μάλλον δεδομένο, όλα έγιναν άρον – άρον, στο πόδι.

Όσο δίκιο, λοιπόν, κι αν έχει η κοινωνία να αδημονεί μήπως ξεφύγει από το φαύλο κύκλο που έχει περιέλθει, άλλο τόσο δίκιο έχουν κι οι χιλιάδες εργαζόμενοι «ΙΔΑΧ» διοικητικοί υπάλληλοι, που εν μία νυχτί οδηγούνται σαν άτακτα κοπάδια στη λαιμητόμο της ανασφάλειας κι εργασιακής αβεβαιότητας.

Κάποιοι άφησαν την πόρτα ανοιχτή. Οι άνθρωποι όμως κι οι ζωές τους τι τους φταίνε;

Ευτυχώς για τον Χρήστο, είναι ναυαγοσώστης...

ΦΩΤΟ: Αυτοδιοίκηση

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

'Ολοι ενωμένοι.






Έμεινα βουβός.

Μη νομίζεις πως το ‘κανα μ’ ελαφριά την καρδιά. Μην κάνεις το λάθος να πιστέψεις πως μέσα μου ξεφούσκωσε ο θαυμασμός κι η συγκίνηση, ούτε πως βαρέθηκα τα προσκλητήρια και τις μεταλλικές φωνές απ’ τα μεγάφωνα ν’ ακούω στην Πατησίων.

Έμεινα βουβός γιατί η σιωπή γι’ Αυτό, μετράει πλέον περισσότερο απ’ τις λέξεις.

Τι να πω; Αν οι νεκροί ήταν τριάντα ή σαράντα;

Τι ν’ αποδείξω; Ότι η λευτεριά είναι καλύτερη από την όποια καταπίεση;

Ξεφλούδισαν οι λέξεις πια στις μέρες μας. Ως το μεδούλι τους τις στριφογυρίζουμε, τις πιπιλάμε, για να φτάσουμε, αλλά την ουσία τους προ πολλού λες και την έχουμε ξεχάσει –ή μήπως χάσει;

Περιπλανήθηκα σε δεκαετίες αποπροσανατολισμένες, αντιπαλεύοντας ποιο επίθετο να προσάψω στον Αγώνα. Έφτασα στις μέρες μας τις άνυνδρες κι ακόμα μέσα μου στριφογυρίζει το σαράκι, για ποιον Αγώνα άραγε ψαχνόμουν τέτοιες μέρες αν δικαιώθηκε ή αν συνεχίζεται; Αυτόν που την ψυχή μου και το είναι μου ανταριάζει ή μήπως ‘κείνον που παντιέρα στα παζάρια περιφέρανε και τον κρεμάσαν στις απλώστρες και τα σύρματα;

Κοντοστάθηκα σε σχολικές γιορτές και σε αργίες –τι κρίμα– μ’ απορία. Δίπλα σε χιλιάδες –στην αρχή τουλάχιστον– φωνές στεντόρειες περπάτησα, φωνές σαν μία, που δονούσαν τις βιτρίνες της Αθήνας. Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία.

Αποτραβήχτηκα όταν οι φωνές σταμάτησαν, αλλά τότε οι βιτρίνες άρχισαν να σπάνε και οι κραυγές με τα ποδοβολητά μπερδεύτηκαν κι οι ανάσες άρχισαν να κόβονται, όχι απ’ την έξαψη και των ωρών Εκείνων την ανάμνηση, αλλά από καπνούς και φλόγες ενός σήμερα που τίποτα στο αύριο δεν δείχνει.

Έμεινα βουβός, αλλά δεν άντεξα. 

Με τη λαχτάρα και το φόβο και το τρέμουλο, όπως τότε που μυστικά και κάτω απ’ τα σκεπάσματα κρατούσα το τρανζίστορ, γύρισα το διακόπτη, διαπασών, το «Όλοι ενωμένοι» για άλλη μια φορά –τριακοστή ένατη– ν’ ακούσω

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Τα ίδια Παντελίδη μου, τα ίδια Παντελή μου.



Ο Παντελής Παντελίδης είναι το νέο αγαπημένο πρόσωπο των μίντια. Χρόνια περιφερόταν ο καλλιτέχνης από δωμάτιο σε δωμάτιο κι από κάμαρα σε κάμαρα μέσα στο σπίτι του, ώσπου να φτάσει τελικά μέσα στο στούντιο μαζί με τον Βασίλη Καρρά.

Στο YouTube το «Δεν ταιριάζετε σου λέω» συναγωνίζεται –τηρουμένων των αναλογιών– το «Rolling in the deep», ενώ το «Συνοδεύομαι» συνοδεύεται από 2.047 σχόλια κι από 3 εκατομμύρια περίπου views.

Πρόκειται για μια μεγάλη επιτυχία.

Στην Ελλάδα της μιζέριας και της στασιμότητας, ίσως η περίπτωση του Παντελή Παντελίδη να είναι το μοναδικό «νέο προϊόν» που παράχθηκε το 2012. Μόνος, με το πείσμα, την επιμονή, το μεράκι, αλλά και το ταλέντο του. Ναι, «φίλοι μου αγαπημένοι», όπως έλεγε χαρακτηριστικά πριν πολλά χρόνια ένας άλλος κυνηγός ταλέντων, ο Γιώργος Οικονομίδης, το παλικάρι αυτό κατέθεσε μέσα από τα βιντεάκια που ανέβαζε, το μεράκι και το ταλέντο του.

Δεν έχω το χάρισμα πανελίστα του «Ελλάδα έχεις ταλέντο» ή του «X-Factor» για να κρίνω τις φωνητικές του αρετές, τις υψηλές ή χαμηλές οκτάβες του κι όλα αυτά τα βαθυστόχαστα, που αναλύονταν από τους κριτές σ’ αυτές τις εκπομπές του πάλαι ποτέ τηλεοπτικού μας παρελθόντος. Εκείνο που ξέρω είναι ότι όταν ανακάλυψα –το περασμένο καλοκαίρι– τα τραγούδια του κάτι μου έκανε «κλικ».

Μέσα από την απλότητα του στίχου, τη μονοτονία ίσως της μελωδίας, το εντελώς αδιάφορο σκηνικό, το άκουσμα έφτανε στ’ αυτιά μου ενδιαφέρον, συμπαθητικό. Δεν απέπνεε αυτό το δήθεν «κουλτούρα», δήθεν «ποιότητα», δήθεν «εγώ είμαι και κανείς άλλος». Είχε μιαν αυθεντικότητα και μια ειλικρίνεια που το έκανε άμεσο, επικοινωνιακό, ελκυστικό.

Ίσως η περίπτωση του Παντελή Παντελίδη, ανεξάρτητα αν ο ίδιος κι η επιτυχία του αντέξουν στο χρόνο, να μπορούσε ν’ αποτελέσει για όλους μας μιαν υπενθύμιση ενός εαυτού που χάσαμε στην πορεία του χρόνου τυφλωμένοι απ’ τη ματαιοδοξία κι αποπροσανατολισμένοι απ’ τη μισαλλοδοξία. Σίγουρα κι αυτός θ’ ακούσει και θα διαβάσει πολλά απ’ τη στιγμή που ξέφυγε απ’ την ανωνυμία, βλέπεις διαθέτει ακόμα ανεξάντλητες ποσότητες απ’ αυτά τα «υλικά» η σύγχρονή μας πραγματικότητα.

Στις μέρες της μιζέριας και του τίποτα, στην εποχή της κατάθλιψης και των αδιεξόδων, δεν υπάρχει γύρω μόνο η γκρίνια κι η απογοήτευση, δεν υπάρχει μόνο η φυγή κι η παραίτηση, που αποτελούν την καθημερινή πια συνήθεια και την αγαπημένη μας ενασχόληση. Υπάρχουν χιλιάδες ευκαιρίες και δυνατότητες για να ξεφύγουμε και ν’ απαγκιστρωθούμε από τα ασφυκτικά πλαίσια της οικονομικής στενότητας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης.

Προσπάθεια χρειάζεται, ψάξιμο, υπομονή, επιμονή και όρεξη.

Μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, όλα εκείνα που ανατρέπουν άρδην τον τρόπο ζωής και τα κατεστημένα σχεδόν τριάντα και πλέον χρόνων, έχουμε οδηγηθεί σε μιαν άνευ όρων παραίτηση κι υποχώρηση. Ακόμα και στις περιπτώσεις που αντιδρούμε κι αντιστεκόμαστε είναι για να καταστρέψουμε, για να γκρεμίσουμε, για να οικτίρουμε και να κατακρίνουμε.

Αυτό που στην ουσία έχουμε αφήσει πίσω μας, αυτό που μ’ ευκολία παραμερίσαμε, είναι αρετές και συνήθειες, που παραδοσιακά μας χαρακτήριζαν ως λαό και τόνιζαν την ιδιαιτερότητα και την ξεχωριστή μας ιδιοσυγκρασία. Πέσαμε με τα μούτρα στα εύκολα και τα δήθεν, στο πλαστικό χρήμα και τις πλαστικές αισθητικής, στο delivery ιδεών και στο fast food του μέλλοντος. Ονομάσαμε ανάπτυξη την αλόγιστη κατανάλωση, βαφτίσαμε πρόοδο τη διαφθορά και την παραοικονομία, αποκαλέσαμε κοινωνική ανέλιξη την καλοπέραση και το lifestyle.

Όλα αυτά ο Παντελής Παντελίδης μας τα έτριψε στα μούτρα. Απλά, αθόρυβα, οικονομικά. Έφτασε σ’ ένα αποτέλεσμα για το οποίο, όποιον κι αν ρωτούσε στο ξεκίνημα της προσπάθειας, θα του έλεγε ότι είναι τρελός ή –στην καλύτερη περίπτωση– να κάτσει στ’ αυγά του και να μην κάνει ανοησίες. Όμως σημασία έχει ότι έφτασε κάπου, βγήκε στην επιφάνεια, στο φως.

Τα κατάφερε.

Μπορούμε να βγούμε κι εμείς στο φως, να βγούμε απ’ το λαγούμι μας. Μπορούμε να τα καταφέρουμε.

Δεν ταιριάζουμε, και δεν είναι ανάγκη να μας το πει κι αυτό ο Παντελής Παντελίδης. Τουλάχιστον όμως, ας συμφωνήσουμε σ’ αυτό κι ας μην το αξιοποιούμε μονότονα ως άλλοθι. Ας πάμε παρακάτω όλοι μαζί, διατηρώντας καθένας τις επιφυλάξεις ή τις αντιρρήσεις του. Ας ξεσηκωθούμε, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε επιτέλους κάτι δημιουργικό κι ελπιδοφόρο, είτε μας αφορά όλους, είτε τον καθένα ξεχωριστά.

Αντικειμενικά στο λέω, θα πετύχουμε.

…Κι άσ’ τις φίλες του Παντελίδη –και του Σόιμπλε– να λένε το αντίθετο!

Foto: athensmagazine

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Το λιντσάρισμα της λογικής.

Πριν από δυο δεκαετίες περίπου η Ιταλίδα βουλευτίνα Τσιτσιολίνα –για όσους θυμούνται– είχε επιλέξει ως επικοινωνιακό τρυκ το ξεγύμνωμα του στήθους της δημόσια, προσφέροντας στο φιλοθεάμον κοινό της εποχής «πλούσιο» θέαμα. Στις μέρες μας πολλοί Έλληνες βουλευτές, με την ευκαιρία των συζητήσεων για την ψήφιση των νέων μέτρων και του προϋπολογισμού, επέλεξαν ως μέσο επικοινωνίας και θεάματος το δημόσιο «ξεβράκωμα».

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ηχηρό μήνυμα προς την κοινωνία από τις εμφανίσεις αυτές, ούτε ισχυρότερη αντανάκλαση του κοινωνικού ειδώλου, όπως πέρασε μέσα απ’ τις οθόνες των τηλεοράσεων, κατά τη διάρκεια των πολύωρων τηλεοπτικών μεταδόσεων. Εικόνες που σόκαραν περισσότερο από τη σκληρότητα κάποιων μέτρων και λεγόμενα που «λιντσάριζαν» με αγριότητα την κοινή λογική.

Σίγουρα ο πολιτικός λόγος εντός –και εκτός– του Κοινοβουλίου έχει χάσει από χρόνια την αίγλη και τη λάμψη παλαιότερων εποχών. Η ανταλλαγή επιχειρημάτων, η τεκμηρίωση κι η πρόταση διαφορετικών πολιτικών ανήκουν από καιρό στα εκθέματα κι αυτά του μουσείου της Βουλής. Το ίδιο κι ο σεβασμός της διαδικασίας, του χώρου, του ομιλητή. μαζί με το «ξεχείλωμα» του Κανονισμού «ξεχείλωσαν» οι αξίες κι η ευπρέπεια, που κατά κανόνα διέκριναν τις συνεδριάσεις του Νομοθετικού Σώματος.

Δεν περίμενε, νομίζω, κανείς να γίνει σοφότερος από τις συζητήσεις αυτές, η κρισιμότητα όμως των ημερών κι η σπουδαιότητα των αποφάσεων που επρόκειτο να ληφθούν, δημιουργούσαν εκ των πραγμάτων ένα αυξημένο ενδιαφέρον και μια εύλογη περιέργεια της κοινής γνώμης στη χώρα μας. Η ρευστότητα δε του πολιτικού περιβάλλοντος σε συνδυασμό με τη σπουδαιότητα των διακυβευόμενων από τ’ αποτελέσματα των ψηφοφοριών, προκαλούσαν ούτως ή άλλως και τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά και το ευρύτερο διεθνές ενδιαφέρον.

Εν ονόματι αυτής της δημοσιότητας και χάριν του «θεάματος», εκπρόσωποι από διάφορα κόμματα δεν δίστασαν ν’ αφαιρέσουν και το ύστατο «φύλο συκής» από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, να προκαλέσουν και να ευτελίσουν κυριολεκτικά το θεσμό, τον οποίο εκλέχτηκαν να υπηρετήσουν εκπροσωπώντας τον ελληνικό λαό. Η όποια ενημέρωση πέρασε σε δεύτερο πλάνο και τα όποια συμπεράσματα επί της ουσίας περιθωριοποιήθηκαν κι επισκιάστηκαν από τις «θεαματικές» δηλώσεις κι εκδηλώσεις βουλευτών και κομματικών εκπροσώπων.

Τα γεγονότα αυτά φανερώνουν όμως μιαν όψη, όχι μόνο της λειτουργίας των θεσμών, αλλά και των διαθέσεων του λαού ως εκλογικό σώμα. Δίνουν την ευκαιρία να επανέλθει στο προσκήνιο ο προβληματισμός κι η συζήτηση για τον τρόπο που επιλέγουν οι ψηφοφόροι τους εκπροσώπους τους, αλλά και ποια είναι τα κριτήρια που τα πολιτικά κόμματα επιλέγουν τους υποψηφίους τους. Συζήτηση που κρατάει χρόνια κι επανέρχεται με την ευκαιρία παρόμοιων περιστατικών.

Μιλώντας για την ανάγκη αλλαγής του κράτους μέσω της ριζικής ανατροπής της Δημόσιας Διοίκησης και της μεταρρύθμισης θεσμών και λειτουργιών της, προβάλει επιτακτική κι ανάγκη επανασχεδιασμού κρίσιμων για τη λειτουργία του πολιτεύματος θεσμών, όπως είναι το κοινοβουλευτικό σύστημα κι ο τρόπος αντιπροσώπευσης. Η παρούσα συγκυρία, με τις ανακατατάξεις στο πολιτικό πεδίο και τις θεαματικές μεταβολές στους κομματικούς συσχετισμούς, εμφανίζεται ως ιδεώδης για την ανατροπή ή την ανανέωση δομών και διαδικασιών, αν και –υπό τις παρούσες ασταθείς συνθήκες– κρύβει ενδεχομένως εξίσου επισφαλείς για το δημοκρατικό πολίτευμα πτυχές, που θα πρέπει να επισημανθούν και ν’ αντιμετωπιστούν. Η ολοκλήρωση όμως του εκσυγχρονισμού της χώρας, θα κινδυνεύσει να παραμείνει αλυσιτελής, αν δεν προωθηθούν κι οι απαραίτητες αλλαγές στο επίπεδο της λειτουργίας και του Κοινοβουλευτισμού.

Το εκλογικό σώμα, επηρεάζεται, κατευθύνεται, παρασύρεται, δεν είναι απαθής κι αμέτοχος παρατηρητής, δεν είναι όμως, σε κάθε περίπτωση, κι ο κυριότερος υπεύθυνος για τις στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες που παρουσιάζει σήμερα το πολιτικό μας σύστημα. Για τα προβλήματα αντιπροσώπευσης, κομματισμού, διαπλοκής ή πελατειακών σχέσεων, πρώτος και κυρίως υπεύθυνος είναι η εκτελεστική εξουσία, η εκάστοτε κυβέρνηση, που έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες, αλλά και την ευθύνη της πολιτικής που εφαρμόζεται. Για την ποιότητα όμως της δημοκρατίας, υπεύθυνοι είναι όλοι οι εμπλεκόμενοι στις πολιτικές διαδικασίες, άμοιρη ευθυνών δεν είναι ούτε η εκάστοτε αντιπολίτευση, ούτε τα ΜΜΕ, ούτε τα συνδικάτα, ούτε οι κοινωνικοί φορείς.

Η δημοκρατία μας αφορά όλους. Αν θα είναι θωρακισμένη ή «ξεβράκωτη», μάλλον οι πρόσφατες συζητήσεις στη Βουλή, πρόσφεραν αρκετή «ύλη» προβληματισμού σε όλους τους εμπλεκόμενους. Ίσως κάποιοι εκτός Κοινοβουλίου, εξαιτίας της ποιότητας του «θεάματος», αναγκάστηκαν να κλείσουν τα μάτια ή τους δέκτες τους, οι μόνοι που δεν δικαιούνται να εθελοτυφλούν πλέον είναι οι εντός της αιθούσης βουλευόμενοι σε όποια πτέρυγα κι αν βρίσκονται.

Στην περίπτωση αυτή, το βολικό –και ηχηρό– «όχι σε όλα» δεν είναι η πιασάρικη ατάκα κατά την ψηφοφορία των ελλειμματικών προϋπολογισμών του παρελθόντος, αλλά το αποκρουστικό στριπτίζ του ελλείμματος ήθους και δημοκρατίας του παρόντος.

ΦΩΤΟ: sosandranews

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Δεν θα περάσει το "πακέτο".


Ο Ομπάμα κέρδισε άνετα, ο Ολυμπιακός κέρδισε χαλαρά, ο γενικός δείκτης κέρδισε ένα 0,40% νευρικά, η «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» με ποιον τρόπο άραγε μπορεί να κερδίσει τις ψήφους των βουλευτών;

Κρίσιμη βραδιά η σημερινή. Μετά από τόσους μήνες με τα πήγαιν’ – έλα της τρόικα, μετά από τόσες διαβουλεύσεις και «διαπραγματεύσεις», τόσους προβληματισμούς, πιέσεις κι υπαναχωρήσεις, η αποψινή βραδιά μετρά τη συνοχή και την αντοχή της κυβέρνησης Σαμαρά, της κυβέρνησης που μέτρο – μέτρο έχει φτάσει στα όρια της αντοχής της, αλλά και της αντοχής της κοινωνίας.

Είναι φανερό από καιρό –από το καλοκαίρι ιδίως και μετά– ότι η λύση για την «Ελληνική περίπτωση» μπορεί να ενταχθεί μέσα σ’ ένα πλαίσιο ευρύτερης Ευρωπαϊκής διευθέτησης της οικονομικής κρίσης, αλλά επί της ουσίας θ’ αποτελεί μια ξεχωριστή κι ιδιαίτερη πτυχή. Η λύση του προβλήματος για τη χώρα μας θα είναι και πάλι πρωτίστως πολιτική και δευτερευόντως οικονομική. Αυτή τη φορά όμως βρισκόμαστε με την «πλάτη στον τοίχο» και το οπλοστάσιο των επιχειρημάτων μας συντετριμμένο. Θα κάνουμε ό,τι μας πουν.

Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της χώρας, η απόκλιση απ’ το μέσο όρο της Ευρωζώνης αφενός κι η ισχυρή Γερμανική επιβολή στις υποθέσεις της Ευρώπης αφετέρου, δημιούργησαν ένα ασφυκτικά αρνητικό περιβάλλον, που η διαχείρισή του, υπό την πίεση μάλιστα των δεδομένων και των εξελίξεων, ήταν αδύνατη για οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση, αν δεν επιθυμούσε, βέβαια, να «σκάσει η χώρα στα χέρια της».

Κάναμε κι εμείς ό,τι περνούσε απ’ το χέρι μας για να επιδεινώσουμε την ούτως ή άλλως προβληματική κατάσταση. Συμπεριφερθήκαμε σαν original Έλληνες, σαν τις ελληνικές ομάδες στις διεθνείς διοργανώσεις, καταστροφικό παιχνίδι κι ανοργανωσιά μήπως κρατηθεί το αποτέλεσμα στο χι ή αν τύχει και βάλουμε κάποιο γκολ, από τα πολλά – πολλά και μόλις βρεθούμε πίσω στο σκορ αρχίζουμε να τρέχουμε σαν τους τρελούς για «να το γυρίσουμε». Η δίχρονη ιστορία μας με τα μνημόνια και τα συμπαραμαρτούντα αυτή την εικόνα φέρνει στο μυαλό μου.

Απόψε θα «περάσει» το νομοσχέδιο «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013- 20» –το «πακέτο»– ίσως περάσει και με μεγαλύτερη άνεση από την κοινοβουλευτικά αναγκαία, μεγαλύτερη απ’ αυτήν που θα επιτρέπει γκρίνιες κι αμφισβητήσεις από τους αντιπολιτευόμενους. Θα ψηφιστεί και θα σφραγιστεί και με τη μεγάλη του κράτους σφραγίδα πριν πάρει το δρόμο για το Εθνικό Τυπογραφείο.

Στη συνείδησή μας δεν θα περάσει, δεν θα το «χωνέψουμε». Διαισθανόμαστε, ότι η εφαρμογή του θα προκαλέσει περαιτέρω επιδείνωση του βιοτικού μας επιπέδου και θα «εκπαραθυρώσει» –κυριολεκτικά και μεταφορικά– πλήθος συνανθρώπων μας από τα μεσαία στρώματα, εξωθώντας τους, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ενδεχομένως και για πρώτη φορά στην τακτοποιημένη ως τώρα ζωή τους, σε συνθήκες ανέχειας και κοινωνικής περιθωριοποίησης.

Αυτό το κόστος κι αυτό το τίμημα το δυσβάσταχτο για την κοινωνία μας θα είναι η επισφράγιση της πολιτικής λύσης της «Ελληνικής περίπτωσης». Όποιες διευθετήσεις, συμφωνίες ή ρυθμίσεις μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Eurogroup γίνουν απ’ αυτή τη νύχτα και μετά, θα έχουν να κάνουν με τη λογιστική διαχείριση και τακτοποίηση της υπόθεσης. Ο χρόνος από αύριο θα μετρά διαφορετικά για τη χώρα, για το πολιτικό της σύστημα, για την κοινωνία.

Η αποτυχία κι η επιτυχία μαζί, σ’ ένα πακέτο.

Η αποτυχία να οραματιστούμε, να σχεδιάσουμε και να εφαρμόσουμε ως οργανωμένη πολιτεία το ρόλο και τη θέση μας στην Ευρώπη, η επιτυχία να κατορθώνουμε –παρά τα διαδοχικά λάθη και τις κραυγαλέες παραλήψεις– με τους κόπους και τις θυσίες της τελευταίας διετίας, αλλά και των επόμενων χρόνων, να κερδίσουμε μια δεύτερη ευκαιρία για να επανενταχθούμε σ’ αυτή.

Η επιτυχία αυτή είναι η «προίκα», οι προσδοκίες, αλλά και το διαβατήριο του λαού μας στην επίπονη πορεία προς ένα καλύτερο αύριο, ταυτόχρονα όμως αποτελεί και κρίσιμο στοίχημα για το πολιτικό μας σύστημα, ώστε μέσα απ’ την αποτυχία του να κατορθώσει να ξεπεράσει αγκυλώσεις κι αδυναμίες, ν’ αναγεννηθεί και να συνεγείρει συσπειρώνοντας κι ενώνοντας το λαό σε μια πανεθνική προσπάθεια ανάπτυξης και προόδου με δημοκρατία, ισότητα και δικαιοσύνη για όλους.

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Με πυξίδα το παρελθόν.



Δυσανασχετώ κι εκνευρίζομαι μερικές φορές, μ’ όλες αυτές τις συζητήσεις και τις αναφορές στο παρελθόν, στα πεπραγμένα, στα λάθη, τις παραλήψεις, τους υπευθύνους και τους ανεύθυνους. Αλλά, κι απ’ την άλλη, για τις αδιάκοπες αναπολήσεις των χρόνων της ευμάρειας και των παροχών, της ξενοιασιάς και της άνεσης ή κι ακόμα πιο παλιά για την εποχή της δραχμής, της γειτονιάς, του παππού και της γιαγιάς.

Το παρελθόν στέκεται μπροστά μας κι είναι παρόν σε κάθε βήμα μας βαραίνοντας τους συλλογισμούς μας και αποπροσανατολίζοντας την πυξίδα μας. Το παρελθόν, εξωραϊσμένο και γυαλιστερό από το λούστρο των σειρήνων του λαϊκισμού και της οπισθοδρόμησης, φαντάζει μπρος στα υπνωτισμένα μάτια μας σαν η μόνη διέξοδος –η έξοδος κινδύνου– από την κρίση στην οποία έχουμε περιέλθει.

Δεν είναι τυχαίο, ούτε συγκυριακό, ότι οι περισσότεροι δεν σχεδιάζουν, ούτε ονειρεύονται, αποφεύγουν να μιλήσουν για το μέλλον ή όταν αναφέρονται σ’ αυτό το προσδιορίζουν με τη χρονική διάρκεια του μνημονίου ή με την «επιμήκυνση» του μεσοπρόθεσμου προγράμματος. Ο χρόνος στην πατρίδα μας έχει αποκτήσει στενά λογιστική διάσταση και το μέλλον έχει ταυτιστεί με τη λέξη «ανάπτυξη», λέξη στην οποίο καθένας δίνει το περιεχόμενο και την ερμηνεία που νομίζει ή που τον συμφέρει.

Κανείς δεν γνωρίζει. Τα γεγονότα εξελίσσονται ερήμην μας προς το άγνωστο και σ’ αυτές τις περιπτώσεις το παρελθόν –μοιραία– είναι πιο προσιτό κι εύκολο να υποκαταστήσει και το νηογνώμονα και τον εξάντα.

Για να χαραχθεί η πορεία προς το αύριο, προς το μέλλον, δεν περιμένεις να μπει όρος σε κάποιο νέο μνημόνιο, ούτε να πάρει γι’ αυτό απόφαση η σύνοδος κορυφής. Βάζεις κάτω τα δεδομένα σου, υπολογίζεις τις δυνάμεις σου και βάζεις στόχους, επεξεργάζεσαι πολιτικές, διαμορφώνεις το περιβάλλον. Όταν το αύριό σου φτάνει μέχρι την εκταμίευση της επόμενης δόσης και μετατίθεται από eurogroup σε eurogroup, τότε αφήνεις το «τιμόνι» στο παρελθόν και την ατζέντα της καθημερινότητας διαμορφώνει η εσωστρέφεια.

Κυβέρνηση κι αντιπολίτευση, με τη στάση τους φανερώνουν ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν μπρος. Αδυνατούν να οραματιστούν και να εμπνεύσουν την κοινωνία να σταθεί όρθια σ’ αυτή την καμπή και να βαδίσει τον ανήφορο με το κεφάλι ψηλά. Στιχίζονται με βήμα αργό πίσω απ’ τον κυλίβαντα που περιφέρει το απονεκρωμένο πολιτικό μας σύστημα, αδυνατώντας είτε να το ξεπεράσουν, είτε να το αναθεωρήσουν. Απλώς ακολουθούν, την πεπατημένη.

Με τον τρόπο αυτό, η δύσκολη ούτως ή άλλως καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη δίχως μια ικμάδα φωτός, ελπίδας, αισιοδοξίας. Δίχως μια χαραμάδα στο αύριο, που δεν θα είναι οφθαλμαπάτη και παραπλάνηση, που δεν θα σκοτίζεται απ’ τον εκφοβισμό και το ψέμα. Την αλήθεια με λόγια απλά, κατανοητά, ανθρώπινα περιμένει ν’ ακούσει όλος αυτός ο κόσμος, που δύο και πλέον χρόνια τώρα σέρνεται σα σακί από δόση σε δόση κι εξευτελίζεται από διαψεύσεις και μισόλογα.

Αυτή είναι η βάση για να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με το παρελθόν. Να μπει μια τελεία στις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα, στις αναδιφήσεις και τις αναλύσεις, στα «εάν» και τα «μήπως». Να πει κάποιος την αλήθεια κι όχι την αλήθεια του «ίσως» ή την αλήθεια που τον συμφέρει. Να μιλήσει κάποιος με ειλικρινή έργα, με πράξεις, κι όχι με επιτηδευμένη αγωνία ή κραυγάζουσα συμπόνια.

Έτσι, το παρελθόν από μπαμπούλας και καταφύγιο, να γίνει  οδηγός και κίνητρο, παρηγοριά στο παρόν και παράθυρο στο μέλλον.

Photo: Goog-wallpapers

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

"Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους"



Όσοι δρόμοι κι αν αποκλειστούν, όσα οδοφράγματα κι αν στηθούν, όσοι αστυνομικοί κι αν χρησιμοποιηθούν, όσες εκκλησίες κι αν αποκλειστούν, όσες παρελάσεις κι αν σιδηροφραχτούν, οι βάρβαροι δεν θα φτάσουν σήμερα. Βάρβαροι πια δεν υπάρχουν. 


Θα περάσει κι αυτή η επέτειος κι αν μείνει κάτι θα ‘ναι τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας κι ενδεχομένως τα επεισόδια κι οι αψιμαχίες, που μπορεί να συμβούν. Θ’ ανοιγοκλείνουν τα «παράθυρα» από αέρα φρέσκο δηλώσεων επωνύμων, που σχέση καμιά δεν θα ‘χει απ’ τον «αέρα» εκείνων των ανώνυμων, που αεράκι λευτεριάς, συναδέλφωσης και καρτερίας προεμήνυε.

Δίχως βαρβάρους, τις λύσεις μόνοι πρέπει ν’ αναζητήσουμε. Μόνοι τη μάχη πρέπει να τη δώσουμε με πείσμα, με ενότητα, με σθένος.

Βάρβαρους διάφορους περιμένουμε απ’ ώρα σ’ ώρα, μ’ ένα φραπέ ή ένα «ποντίκι» μες στη χούφτα, που στου μυαλού μας τους μαιάνδρους ξεφυτρώνουν και θεριεύουν και γελούν και απειλούνε και στης οθόνης την αγορά συναθροισμένοι, μπροστά εκεί στο γαλάζιο ή το πολύχρωμο το φόντο, ρήτορες –με τη φωνή της λογικής στο off– παρατηρούμε βαρβάρους χίλιους στο λεπτό μ’ ευφράδεια στα σύνορα να φέρνουν.

Με λόγια και με λόγια και με λόγια ν’ ανεμίζουν δίκην σημαίας, χιλιάδες λύσεις ο κάθε «βάρβαρος» μπορεί να καταστρέψει, να σαρώσει, να γκρεμίσει. Με ανοιχτά μυαλά, μάτια και χέρια ενωμένα, με μια καρδιά σημαία και μονορούφι όλο το πείσμα, κανένας βάρβαρος δεν θα μπορέσει να περάσει, ούτε καν ως τη σκέψη για να φτάσει.

Νύχτες πολλές, ατέλειωτες, με των βαρβάρων τη συντροφιά –μόνο στα λόγια– ανήσυχοι και συλλογισμένοι κλεινόμαστε στα σπίτια, με την απογοήτευση, τη διάψευση και τη οργή στο προσκεφάλι, γιατί οι βάρβαροι που καρτερούσαμε δεν ήρθαν.

Εδώ στης νύχτας το αγιάζι και την ψύχρα, για το ξημέρωμα μόνο δουλειά ταιριάζει. Με τη σιωπή, τη φρόνηση, το γέλιο, το κουράγιο, της τρυφηλής εσπέρας ας ξεχάσουμε τη γλύκα. Απόφαση ας πάρουμε, πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν, ότι οι βάρβαροι δεν πρόκειται να ‘ρθούνε και λύση άλλη πως χρειάζεται να βρούμε και πως η «κάποια» της πατρίδας δεν της πρέπει, μήπως, έτσι, την ανατολή –σκάβοντας μόνοι με νύχια και με δόντια– όρθιοι  κι όλοι μαζί μπορέσουμε να δούμε.