Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Ρεκόρ υποκρισίας ο αποκλεισμός της Βούλας Παπαχρήστου



Δεν πρόκειται να γίνουμε άνθρωποι.

Δεν πα’ να μας δέρνουν κρίσεις και να μας βασανίζουν προβλήματα, δεν πα’ να ορθώνονται αδιέξοδα και να μας στριμώχνουν τα δανεικά, εμείς το χαβά μας, υποκρισία, βερμπαλισμοί, ψευτοϊδεολογήματα κι άγιος ο θεός. Μόλις μυριστούμε «αίμα στην αρένα» ορμάμε σαν τα βαμπίρ και τις νυχτερίδες. Μόλις κάποιος δικαίως ή αδίκως στοχοποιηθεί διαγκωνιζόμαστε ποιος θα ρίξει τις πιο πολλές πετριές.

Πιο παλιά ήταν κυρίως ο Τύπος κι η τηλεόραση, τώρα τον πρώτο λόγο έχουν πάρει επάξια οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, Θέ’ μου φύλαε.

Ο αποκλεισμός της Βούλας Παπαχρήστου από την ελληνική αθλητική αποστολή των Ολυμπιακών αγώνων του Λονδίνου, αποτελεί τη σημαδιακότερη εκδήλωση για το χτεσινό γιορτασμό της αποκατάστασης της δημοκρατίας στη χώρα μας. Μνημόσυνο της δημοκρατίας και αποθέωση του ιδιότυπου φοβικού, αντικοινωνικού, άδικου, διαπλεκόμενου κι αδιαφανούς μορφώματος που έχει στηθεί στη θέση της.

Είναι απορίας άξιο, πώς άνθρωποι που έχουν νιώσει στο πετσί τους τι σημαίνει να συνωστίζονται εναντίον σου όλες οι αντιδραστικές δυνάμεις της κοινωνίας και του συστήματος, να πρωτοστατούν στον εξοβελισμό αυτής της νεαρής αθλήτριας από την εθνική ομάδα εξαιτίας αυτής της ανάρτησης.

Μ’ αυτό τον τρόπο προστατεύεται το πολίτευμα κι οι θεσμοί και μ’ αυτό τον τρόπο διαπαιδαγωγούνται οι νέοι άνθρωποι και πρώτ’ απ’ όλα αυτό το νεαρό κορίτσι;

Ποιο σύστημα παρήγαγε τις χιλιάδες των νέων που ψήφισαν ακροδεξιά κόμματα στις εκλογές; Σε ποιοι πολίτευμα μεγάλωσαν αυτά τα παιδιά; Ασχολήθηκε άραγε κανείς;

Μήπως –λέω μήπως– το εκπαιδευτικό μας σύστημα μπάζει από παντού;

Εμείς όμως «καιγόμαστε» να δοθούν άρον–άρον οι επιχορηγήσεις στα πανεπιστήμια. Εκεί είναι το «φιλέτο». Ούτε το άσυλο, ούτε τα συγγράμματα, ούτε ο τρόπος διοίκησης, ούτε τίποτα δεν μας απασχολεί. Εκεί η δημοκρατία –για τα μέτρα μας– λειτουργεί άψογα.

Αν –απ’ την άλλη– σε δημοτικά και γυμνάσια δεν έχουν φράγκο για να βάλουν πετρέλαιο, δεν έχουν βιβλιοθήκες, η παπαγαλία πάει σύννεφο, διδάσκουν καθηγητές που δεν έχουν ποτέ αξιολογηθεί, τσιμουδιά. Πετάμε το μπαλάκι στους υπερχρεωμένους σε πολλές περιπτώσεις Δήμους, εγκρίνουμε και μια πενταήμερη στο εξωτερικό κι η δημοκρατία έτσι –και πάλι για τα μέτρα μας– αποκαθίσταται στη στιγμή.

Ο ντόρος έγινε κι η ζημιά γι’ αυτό το νέο παιδί. Πιθανόν κι όλοι εμείς οι αυτόκλητοι «δικηγόροι» και συνήγοροι, είτε της μιας, είτε της άλλης άποψης ζημιά να κάνουμε κι όχι καλό.

Κλείνω, λοιπόν, γράφοντας αυτό που πιστεύω, ότι δηλαδή αν κάποιος(οι) από την ελληνική αποστολή με πραγματικά ενδιαφέρον συζητούσε μ’ αυτή την νέα κοπέλα –ενδεχομένως και μ’ άλλους αθλητές από κοινού– και με υπομονή, νηφάλιο τρόπο, εξαντλητικό διάλογο κι επιχειρήματα, υποδείκνυε το χονδροειδές και άστοχο χιούμορ της επίμαχης ανάρτησης, θα τη βοηθούσε να καταλάβει, ν’ αντιληφθεί τι πραγματικά συμβαίνει και το κυριότερο θα απέτρεπε να στιγματιστεί μ’ αυτό τον βάναυσο κι αντικοινωνικό τρόπο. Στην περίπτωση αυτή τ’ αποτελέσματα, είμαι βέβαιος, θα ήταν ευεργετικά για την ίδια και τη μετέπειτα πορεία της.

Ευεργετικά θα ήταν και για κοινή γνώμη, εφόσον σε μια εποχή άκρατου λαϊκισμού, πολιτικής υστερίας και κοινωνικής παραφροσύνης, θ’ αναδεικνυόταν ότι υπάρχουν ακόμα, τουλάχιστον στον χώρο του αθλητισμού, σώφρονες και ψύχραιμοι ταγοί, που μπορούν να διαχειριστούν τόσο λεπτά θέματα ψυχολογίας και ανθρώπινων σχέσεων, δίχως να σύρονται πίσω από τον κάθε αυτόκλητο και τυχάρπαστο προστάτη, δίχως να τρομάζουν και να κρύβονται επιλέγοντας τα εύκολα.

Δυστυχώς για μια ακόμα φορά η εντύπωση και το δήθεν, οι κραυγές κι οι κατάρες, έσπασαν ένα ακόμα νέο πανελλήνιο ρεκόρ υποκρισίας και στρουθοκαμηλισμού.

Άραγε πόσα ακόμα υπάρχουν;
 
Foto: SUPERMPALA

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Καλοκαιρινή ψυχρολουσία, φθινοπωρινός καύσωνας.


Ενώ η  τρόικα έχει έτοιμες τις βαλίτσες της για να επιστρέψει στην Αθήνα, η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα κατορθώσει να συγκεντρώσει το ποσό των 11,5 δις, που είναι απαραίτητος όρος για την εκταμίευση της επόμενης δόσης της δανειακής σύμβασης.

Η δυστοκία στη συγκέντρωση του ποσού δεν οφείλεται μόνο στην απροθυμία των Υπουργείων να προχωρήσουν σε νέες περικοπές πιστώσεων, ούτε πολύ περισσότερο στην αδυναμία να εξευρεθούν αυτά τα ποσά από τους προϋπολογισμούς των Υπηρεσιών. Ο λόγος, είναι προφανές, ότι βρίσκεται στην ανυπαρξία οργανωμένου σχεδίου περιορισμού των κρατικών δαπανών.

Η λογική των οριζόντιων περικοπών, που έχει επικρατήσει από την πρώτη στιγμή επιβολής του μνημονίου στη χώρα, εξακολουθεί να υποκαθιστά –προφανώς ως πλέον εύκολη και γρήγορη λύση– την όποια σχεδιασμένη και αντικειμενικά προσδιορισμένη προσπάθεια αξιολόγησης και μείωσης, όπου κριθεί απαραίτητο, των κρατικών εξόδων.

Αν στην περίπτωση του πρώτου μνημονίου και υπό το βάρος της πίεσης των πραγμάτων και του επείγοντος του οικονομικού προβλήματος, μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε ως ένα βαθμό να δικαιολογηθεί, η εξακολούθηση αυτής της κυβερνητικής πρακτικής και από την παρούσα κυβέρνηση δυο χρόνια μετά, το μόνο που μπορεί να προκαλέσει –εκτός από τις αντιδράσεις των θιγομένων– είναι η περαιτέρω εξαθλίωση συλλήβδην των εργαζομένων κι η ανακύκλωση της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας για το μέλλον της χώρας.

Η σημασία –κι οι συνέπειες– της ανυπαρξίας σχεδίου θα φανεί, όπως όλα δείχνουν, άμα τη αφήξει της τρόικα στη χώρα μας. Τότε, τα κυβερνητικά στελέχη, αλλά κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, θα έχουν την ευκαιρία να διαπιστώσουν, ότι οι πολιτικές εξαγγελίες που είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα μπορεί να είχαν απήχηση στο εσωτερικό ακροατήριο, αλλά πόρρω απέχουν από τις απαιτήσεις του οικονομικού προγράμματος, όπως έχει από κοινού συμφωνηθεί με τους δανειστές.

Η άτακτη υποχώρηση από τις θέσεις για τις 12.000 αποχωρήσεις από το δημόσιο εντός του 2012, για τις περικοπές στα «πολυτελή» μισθολόγια, αλλά και για ένα νέο γύρο περικοπών σε κάποιες «ευγενείς» συντάξεις, αναμένεται ν’ αποτελέσουν το επιστέγασμα των «διαπραγματεύσεων» κυβέρνησης – τρόικας και την επισφράγιση, απ’ την πλευρά της τελευταίας, ότι η χώρα εφαρμόζει συνεπώς το πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης, οπότε πληροί τις προϋποθέσεις και δικαιούται την επόμενη δόση του δανείου.

Έχει δαπανηθεί πολύς χρόνος προκειμένου να καθησυχάσει η κοινή γνώμη και να δημιουργηθεί η εντύπωση στους εργαζόμενους του δημόσιου Τομέα, ότι μπορεί να προχωρήσει η υλοποίηση του προγράμματος σταθερότητας, δίχως να θιγούν κεκτημένα. Αυτός ο χρόνος θ’ αποδειχθεί τις επόμενες μέρες πόσο πολιτικά πολύτιμος ήταν, τότε που όλα τα σκληρά νέα μέτρα, τα οποία εκ των πραγμάτων αναμένεται να ληφθούν, θα επιχειρείται να φορτωθούν στην τρόικα. Τόπε που κι η νέα κυβέρνηση θα εμφανίζεται αναξιόπιστη ως προς τις εξαγγελίες της σε σχέση με το πρακτικό τους αντίκρισμα.

Η κυβέρνηση φοβάται το κράτος, φοβάται το γραφειοκρατικό τερατούργημα που επί δεκαετίες δημιουργούσε η αλόγιστη πολιτική γιγάντωσής του. Η ανακύκλωση του φόβου από κυβέρνηση σε κυβέρνηση κι από χρόνο σε χρόνο το μόνο που ανακυκλώνει είναι η κοινωνική ανισότητα κι αδικία.

Άδικα θα είναι και τα νέα μέτρα, όποια κι αν είναι αυτά. Θα είναι άδικα, γιατί δεν θ’ αποτελούν αποτέλεσμα ενός ορθολογικά αρθρωμένου σχεδίου δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά προϊόν –για μια ακόμα φορά–αποσπασματικών αποφάσεων κι επιφανειακών λογιστικών υπολογισμών. Θα είναι όμως κι αναποτελεσματικά, εφόσον θ’ ανακυκλώνουν τα προβλήματα και τις αστοχίες της τελευταίας «μνημονιακής» διετίας.

Συνεπεία αυτού, τα 11,5 δις μπορεί τελικά να εξευρεθούν, αλλά θα πέσουν κι αυτά στη μαύρη τρύπα της δημοσιονομικής αταξίας και της κρατικής αναποτελεσματικότητας. Θα τα σπρώξει προς τα ‘κει η πολιτική αβουλία να ληφθούν αποφάσεις που να υπερβαίνουν τα προσχηματικά πλαίσια και στάνταρ μιας τυπικής διαχείρισης της κρίσης. Θα τα ωθήσει η ατολμία να σχεδιαστεί και να οικοδομηθεί σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα και δεδομένα ένα σύγχρονο κι αποτελεσματικό κράτος.

Όλοι εντός κι εκτός κυβέρνησης γνωρίζουν και πολύ καλά μάλιστα το τι πρέπει να γίνει. Όλοι όμως περιμένουν να κρυφτούν πίσω από τις πλάτες τις τρόικας και των υπαλλήλων της για ν’ ανακοινωθούν οι σχετικές αποφάσεις.

Αυτό το κρυφτούλι κοστίζει πανάκριβα σε όλους και θα εξακολουθήσει να  κοστίζει και να το πληρώνουμε αδίκως αδρά, όσο οι κυβερνώντες αναβάλουν τη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων, μη θέλοντας να διακινδυνεύσουν να θιγεί στο ελάχιστο –εκτός από την κρατικοδίαιτη πελατεία τους– κι η πολιτική τους επιβίωση.

Όσο το πολιτικό κόστος υπερισχύει του κοινωνικού, τόσο κι οι επιλογές για την κυβέρνηση θα γίνονται πιο δύσκολες, αλλά και πιο άδικες, τόσο κι η κοινωνική κατακραυγή θα διογκώνεται.

Σ’ αυτή την περίπτωση, όσες δόσεις και να κάνεις, ένα είναι το δεδομένο, ότι την κοινωνική έκρηξη θα την εισπράξεις πολύ σύντομα και εφάπαξ.
   
Foto by: fimes.gr

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

17 Ιουλίου, ντάλα καλοκαίρι.



17 Ιουλίου, ντάλα καλοκαίρι.

Φυσάει σήμερα ένας αέρας σκονισμένος και μουντός, αλλά την κάψα και τη λάβα του τσιμέντου και της άσφαλτου δε μπορεί ν’ αντιπαλέψει. Γι’ αυτήν μόνο το αιρ κοντίσιον, οι ανεμιστήρες, αλλά κι οι βεντάλιες που κάνουν όλο και πιο αισθητή την παρουσία τους ανάμεσα σε γυναικεία δάχτυλα.

Ιδρωμένες μασχάλες και λαιμοί ένα γύρω, αλλά και μύρια αυτιά που δεν ιδρώνουνε με τίποτα.

Παραλία θα ‘θελα να ‘μουν, όπως πριν λίγες μέρες. Δε με χαλάει όμως κι η πόλη. Πολλά και πολλοί έχουν γράψει κι έχουν πει για την ομορφιά της πόλης που αδειάζει τα κατακαλόκαιρα, τότε που τ’ αργόσυρτα σεργιάνια στους πεζόδρομους πυκνώνουν κι οι μοναξιές έρχονται πιο κοντά παρά τη ζέστα και το άγνωστο της νύχτας.

Είναι όμορφες οι άδειες μεγαλουπόλεις όταν κρύβουν ζωή, όταν η κάψα κι η λάβα του τσιμέντου καίνε την ασχήμια τους, όταν το φλερτ κι ο έρωτας φτερουγίζουν σαν πουλιά και στρέφουν ασυναίσθητα τα βλέμματα ψηλά. Άνθρωποι όταν υπάρχουν στα παγκάκια, έστω και μόνοι, έστω και μονοί. Όταν οι πλατείες αδειάζουν από θυμό κι οργή και γεμίζουν πιτσιλιές από σιντριβάνια με τσακισμένα μάρμαρα και στρόγγυλα τραπέζια στολισμένα με καραφάκια ή μπύρες. Ξεροσφύρι μπορεί, αλλά με μπόλικη κουβέντα και δροσιά. Κι άλλη δροσιά κι άλλη κουβέντα κι οι παρέες μια παρέα. Φεγγαράδα.

Υπάρχει ελπίδα. Καθένας έχει κρυμμένη μιαν ελπίδα μέσα του, ακόμα κι εκείνος που σκυμμένος ψάχνει στ’ αποφάγια, στα σκουπίδια, στα σκοτεινά.

Υπάρχει ελπίδα και καμιά γκρίνια μου, καμιά μιζέρια μου, καμιά μουρμούρα μου δε θα επιτρέψω να την κρύψει, να τη διαψεύσει, να τη σβήσει.

Τα καλοκαίρια της ζωής μας είναι ελληνικά κι ας ξεσκάγαμε στα Παρίσια ή ψωνίζαμε στα Harrods.

Οι εθνικές τραγουδάνε τα τραγούδια μας κι ας φύγανε ένας ένας οι μεγάλοι κι ας σιώπησαν οι λίγοι που απόμειναν κι ας μποτιλιάρουν σα σαρδέλες τ’ αυτοκίνητα και ας βλαστημάω στα διόδια της τρέλας.

Τα καλοκαίρια της ζωής μου είναι ντυμένα ναυτικά και μελωδίες Κραουνάκη, Ξαρχάκου, Χατζιδάκη και Σαββόπουλου. Είναι ντυμένα με στιχάκια από τη Λίνα, με φωνή απ’ τη Χαρούλα, την Άλκηστη, την Ελευθερία, το Μάνο, τον Πάνο και το Χάρη.

Υπάρχει ελπίδα κι ας μην υπάρχει στάλα παγωμένο νερό στο ψυγείο, γουλιά φραπέ στο ποτήρι, πνοή δροσιάς απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.

Έξω υπάρχει καλοκαίρι, κι όσο αυτό υπάρχει μέσα στην καρδιά, μια ανεμόσκαλα για τα ψηλά θα ρίχνει ο ήλιος κάθε ξημέρωμα και μια λεωφόρο από ασήμι το φεγγάρι κάθε βράδυ για τα μακριά. Τα πέλαγα, τα άγνωστα, τα δύσκολα, τα συναρπαστικά.

Τα δικά μου που γίνονται μέρα τη μέρα και δικά σου κι όλα τα δύσκολα  με μιας της ευκολίας αποχτούν την άνεση.

17 Ιουλίου, ντάλα καλοκαίρι και μια ελπίδα φωτίζει την οθόνη.


Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Η τρόικα γράφει τις προγραμματικές δηλώσεις



Αυτή τη στιγμή η τρόικα «υπαγορεύει» τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης.

Όλη αυτή η συζήτηση που γίνεται κι όλα όσα γράφονται δεξιά κι αριστερά για τάχα ισοδύναμα μέτρα, εφεδρείες, συγχωνεύσεις, αξιολογήσεις και άλλες εύηχες ιδέες για την παράκαμψη των όρων του μνημονίου θ’ αποδειχτούν όχι μόνο όνειρα θερινής νυκτός, αλλά αφελείς σκέψεις του στυλ «λέμε και καμιά μαλ… για να περνάει η ώρα».

Επειδή αποδείξαμε ως χώρα σε κάθε ευκαιρία και με κάθε δυνατό τρόπο, ότι όχι μόνο κάνουμε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος των αλλαγών που θα πρέπει να γίνουν στο κράτος, αλλά «βγάζουμε και γλώσσα» σ’ όποιον τολμά να επισημαίνει τις ανειλημμένες υποχρεώσεις μας, έφτασε η ώρα να καταστεί σαφές, ότι αν αυτό το καλοκαίρι δεν «πάρουν φωτιά» όχι τα δάση, αλλά όλες οι δημόσιες Υπηρεσίες, εξαιτίας των αλλαγών που θα επιβληθούν εδώ και τώρα, η τρόικα θ’ αποχωρήσει και δεν πρόκειται η επόμενη επίσκεψη των επικεφαλής της να πραγματοποιηθεί ούτε τον άλλο μήνα.

Πιθανόν κάποιοι να το επιδιώκουν αυτό, νομίζοντας ότι επιτέλους έφτασε η ώρα ν’ απαλλαχτούμε απ’ αυτούς τους διόλου ευχάριστους επισκέπτες. Φευ, από το μόνο που σίγουρα θα κινδυνεύουμε ν’ απαλλαγούμε θα είναι η επόμενη δόση του δανείου.

Εκβιασμός; Σίγουρα, αλλά έχουν τούτη την ώρα σημασία οι λέξεις; Και το πόση σημασία δεν έχουν πλέον οι λέξεις έχει αξία να το διαπιστώσουμε και να το χωνέψουμε, γιατί επί δυο και πλέον μήνες τα πολιτικά μας κόμματα δεν επιδίδονται σε καμιάν άλλη πολιτική δράση ή μη μόνον στην αναζήτηση της προσφορότερης λέξης ως προς την αλλαγή του μνημονίου. «Κατάργηση», «αναδιαπραγμάτευση», «απαγκίστρωση», «καταγγελία» μερικές μόνο από τις λέξεις που πρόχειρα ανακαλούνται στη μνήμη.

Θεωρίες και εικοτολογίες, κυβερνητικές συμφωνίες και δημοσιογραφικές πληροφορίες δίχως τους «ξενοδόχους», θα πάνε περίπατο, όχι για να πάρουν καθαρό αέρα στις εξοχές, αλλά προς τον κάλαθο των αχρήστων –ή άλλως της τηλεοπτικής κατανάλωσης.

Από αύριο το βραδάκι θ’ αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε, ότι η τρόικα δεν έχει έρθει για διακοπές, ούτε για επίσκεψη φιλοφρόνησης στον ασθενούντα πρωθυπουργό. Ήρθε για ν’ αποτιμήσει έργα και δράσεις, ήρθε για ν’ αξιολογήσει την υλοποίηση του μεσοπρόθεσμου και την επίτευξη των επιμέρους στόχων του. Για δουλειά έχουν έρθει οι άνθρωποι κι εκείνοι που τους έστειλαν θέλουν να ξέρουν πού πηγαίνουν τα λεφτά τους. Αν κάποιος βρίσκει παράλογη αυτή την απαίτηση είναι τυχερός, γιατί προφανώς δεν έχει βρεθεί ποτέ στη δυσάρεστη θέση να του χρωστάει κακοπληρωτής.

«Μα, είχαμε εκλογές» θα αντιτείνει καλοπροαίρετα –πάντα– κάποιος απ’ τα μέρη μας. Τέλεια! Αν είναι έτσι –μπορεί να πει κάποιος άλλος πιο πονηρεμένος– δεν χρειάζεται να καταγγείλουμε κανένα μνημόνιο, αρκεί κάθε δυο-τρεις μήνες να κάνουμε εκλογές, ώστε να παγώνουν όλα, εκτός φυσικά από την καταβολή των δόσεων εκ μέρους των δανειστών.

Δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά.

Αυτή τη στιγμή η αναμέτρηση που εξελίσσεται στη χώρα μας δεν συμβαίνει μεταξύ κυβέρνησης και τρόικα. Είναι η μάχη απ’ τη μια των δυνάμεων που επιδιώκουν ν’ αλλάξουν όλα όσα σχετίζονται με το κράτος και το ρόλο του στην ανάπτυξη της οικονομίας και της κοινωνίας κι απ’ την αντίθετη πλευρά όλων όσων πασχίζουν, αγκιστρωμένοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο κράτος, να ματαιώσουν την οποιαδήποτε πρόοδο και να ακυρώσουν όποια πολιτική στοχεύει στον περιορισμό ή την περικοπή των προνομίων τους. Η τρόικα είναι ο καταλύτης κι όχι ο αντίπαλος ή ο επιδιαιτητής αυτής της αναμέτρησης.

Αυτό που επί δύο χρόνια αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι, θα το λουστούμε καλοκαιριάτικα κι αντί να δροσιστούμε θα τσουρουφλιστούμε.

Μια ευκαιρία έχουν οι φίλτατοι συνομιλητές της κυβερνητικής τρόικα (κ.κ. Λαζαρίδης, Σκανδαλίδης και Χατζησωκράτης) ν’ αποτυπώσουν στο κείμενο των προγραμματικών τη γλώσσα της αλήθειας. Να μη διστάσουν ν’ απευθυνθούν ενωτικά στο λαό επισημαίνοντας όχι τι έχουμε να χάσουμε ή τι διακυβεύεται αν αποτύχει αυτή η κυβέρνηση στο έργο της, αλλά το πόσα έχουμε όλοι να κερδίσουμε αν κατορθώσουμε να βάλουμε σε τάξη και σειρά το κράτος μας. Να απευθυνθούν όχι για να φοβίσουν –περίσσεψε ο φόβος προεκλογικά– αλλά για να χαράξουν μια ξεκάθαρη γραμμή, που θα φανερώνει ανάγλυφα και γλαφυρά τον κοινό παρανομαστή της προσπάθειας που μας καλούν από κοινού να καταβάλουμε.

Η τρόικα έχει από καιρό συγγράψει τις «προγραμματικές» της δηλώσεις, τα δεδομένα κι οι κόκκινες γραμμές της είναι ξεκάθαρα κι ευδιάκριτα. Ας ελπίσουμε, ότι η «δική» μας τρόικα θα τις λάβει σοβαρά υπόψη της, θ’ αναλάβει με θάρρος τις κυβερνητικές της ευθύνες, θα σημάνει πανεθνικό προσκλητήριο ανασηκώνοντας πρώτη τα μανίκια και δεν θα επιχειρήσει με κουτοπονηριές και τεχνάσματα να ξεγλιστρήσει στα βατά νερά του εφησυχασμού και των ανέξοδων λύσεων.

Αν κι αυτή τη φορά διστάσουν και κρυφτούν πίσω απ’ το δάχτυλό τους, μετά είναι που δεν θα ξέρουν πού να κρυφτούν, όχι απ’ την τρόικα, αλλά απ’ τον λαό...

Foto: BriefingNews