Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

"Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους"



Όσοι δρόμοι κι αν αποκλειστούν, όσα οδοφράγματα κι αν στηθούν, όσοι αστυνομικοί κι αν χρησιμοποιηθούν, όσες εκκλησίες κι αν αποκλειστούν, όσες παρελάσεις κι αν σιδηροφραχτούν, οι βάρβαροι δεν θα φτάσουν σήμερα. Βάρβαροι πια δεν υπάρχουν. 


Θα περάσει κι αυτή η επέτειος κι αν μείνει κάτι θα ‘ναι τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας κι ενδεχομένως τα επεισόδια κι οι αψιμαχίες, που μπορεί να συμβούν. Θ’ ανοιγοκλείνουν τα «παράθυρα» από αέρα φρέσκο δηλώσεων επωνύμων, που σχέση καμιά δεν θα ‘χει απ’ τον «αέρα» εκείνων των ανώνυμων, που αεράκι λευτεριάς, συναδέλφωσης και καρτερίας προεμήνυε.

Δίχως βαρβάρους, τις λύσεις μόνοι πρέπει ν’ αναζητήσουμε. Μόνοι τη μάχη πρέπει να τη δώσουμε με πείσμα, με ενότητα, με σθένος.

Βάρβαρους διάφορους περιμένουμε απ’ ώρα σ’ ώρα, μ’ ένα φραπέ ή ένα «ποντίκι» μες στη χούφτα, που στου μυαλού μας τους μαιάνδρους ξεφυτρώνουν και θεριεύουν και γελούν και απειλούνε και στης οθόνης την αγορά συναθροισμένοι, μπροστά εκεί στο γαλάζιο ή το πολύχρωμο το φόντο, ρήτορες –με τη φωνή της λογικής στο off– παρατηρούμε βαρβάρους χίλιους στο λεπτό μ’ ευφράδεια στα σύνορα να φέρνουν.

Με λόγια και με λόγια και με λόγια ν’ ανεμίζουν δίκην σημαίας, χιλιάδες λύσεις ο κάθε «βάρβαρος» μπορεί να καταστρέψει, να σαρώσει, να γκρεμίσει. Με ανοιχτά μυαλά, μάτια και χέρια ενωμένα, με μια καρδιά σημαία και μονορούφι όλο το πείσμα, κανένας βάρβαρος δεν θα μπορέσει να περάσει, ούτε καν ως τη σκέψη για να φτάσει.

Νύχτες πολλές, ατέλειωτες, με των βαρβάρων τη συντροφιά –μόνο στα λόγια– ανήσυχοι και συλλογισμένοι κλεινόμαστε στα σπίτια, με την απογοήτευση, τη διάψευση και τη οργή στο προσκεφάλι, γιατί οι βάρβαροι που καρτερούσαμε δεν ήρθαν.

Εδώ στης νύχτας το αγιάζι και την ψύχρα, για το ξημέρωμα μόνο δουλειά ταιριάζει. Με τη σιωπή, τη φρόνηση, το γέλιο, το κουράγιο, της τρυφηλής εσπέρας ας ξεχάσουμε τη γλύκα. Απόφαση ας πάρουμε, πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν, ότι οι βάρβαροι δεν πρόκειται να ‘ρθούνε και λύση άλλη πως χρειάζεται να βρούμε και πως η «κάποια» της πατρίδας δεν της πρέπει, μήπως, έτσι, την ανατολή –σκάβοντας μόνοι με νύχια και με δόντια– όρθιοι  κι όλοι μαζί μπορέσουμε να δούμε.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Δύσκολα περνά ο καιρός...


Τόσος θόρυβος πια με τον Χατζηδάκι; Τι πάθανε όλοι σήμερα και γράφουν στα blogs και στα sites και «παίζουν» στα ραδιόφωνα;

Συντονισμένοι στην ημερομηνία της γέννησής του, άλλοι απλώς αναφέρονται κι άλλοι θυμούνται με απλότητα. Όλοι συμφωνούν ότι λείπει. Σαν λόγος και σαν παρουσία έχει αφήσει ένα κενό στις καρδιές των ανθρώπων που τον γνώρισαν, που τον τραγούδησαν, που τον αγάπησαν. Πλούσια η παρακαταθήκη του σε μελωδίες και τραγούδια, αξεπέραστες οι μουσικές του. Τραγούδια για το θέατρο, για τον κινηματογράφο, τραγούδια εμβληματικά, που σημάδεψαν μιαν ολόκληρη εποχή κι ακούγονται το ίδιο ευχάριστα, δροσερά, αισθαντικά, μελαγχολικά ή χαρούμενα μέχρι τις μέρες μας.

Εκείνο που φαίνεται να συνδέει όλες αυτές τις αναφορές είναι η ανάγκη, η ανθρώπινη ανάγκη, ν’ αναφερθούμε σε μια προσωπικότητα νηφάλια κι άλλο τόσο πνευματώδη, γήινη κι άλλο τόσο χαρισματική, προσιτή κι άλλο τόσο απόμακρη. Την έλλειψη τονίζουν, όπως κι αν εκφράζονται, όπως κι αν θυμούνται ή νοσταλγούν τον μεγάλο δημιουργό.

Στην εποχή της κρίσης, της φτώχειας και τις εσωστρέφειας, η έλλειψη εκείνης της συνετής και βαθειά τρυφερής φωνής, που στο άκουσμά της θα γαληνεύουν οι ψυχές και θα εστιάζουν οι αισθήσεις, είναι ακόμα πιο προφανής. Όταν τα πάθη και τα μίση φουντώνουν κι οι κόχες των ματιών διαστέλλονται, η έλλειψη πάθους, αλήθειας κι έρωτα για τον έρωτα, για τη ζωή, για τις αξίες, γίνεται δυσβάσταχτο βάρος και μολύβι ασήκωτο στις ανθρώπινες καρδιές. Όταν ο μέσος όρος κυριαρχεί κι η μετριότητα βασιλεύει, υπάρχει –ευτυχώς– αποκούμπι, η μουσική του, για να παρηγορεί και να γιατρεύει νοσταλγικά τις πληγές του χρόνου, της έλλειψης και του συρμού.

Ο Μάνος Χατζηδάκις ενέπνευσε και δίχασε, αγαπήθηκε και μισήθηκε, αποθεώθηκε και λοιδορήθηκε. Δεν ξεχάστηκε, δεν ξεπεράστηκε.

Αν σήμερα τόσοι πολλοί και με τόσο πολλούς και διαφορετικούς τρόπους τον θυμούνται, είναι γιατί η γύμνια των παρόντων είναι τόσο κραυγαλέα κι ανυπόφορη, που όσο βαριά κι αν ρίχνει πάνω της τα πέπλα η σιωπή, δεν φτάνει να την ντύσει, να την κρύψει.

Αν σήμερα τόσοι πολλοί και με τόσο πολλούς και διαφορετικούς τρόπους τον θυμούνται, είναι γιατί θέλουμε να ξεφύγουμε απ’ τα χάρτινα, τα τιποτένια και τα ψεύτικα κι ακολουθώντας νοερά τα τραγούδια του, να πιστέψουμε –έστω λιγάκι– πως μπορεί όλα να ξαναγίνουν αληθινά.

Foto: palmografos.com

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Πάμφτωχοι μέσα στον πλούτο.



Οι λίστες άνοιξαν, τους πιάσαμε τους φοροφυγάδες. Ολοκληρώθηκε κι η φορολογική μεταρρύθμιση κι έτσι όλοι οι μαγαζάτορες, οι έμποροι, οι σουβλατζήδες κι οι καφετζήδες μαζί αποδίδουν πλέον στο κράτος τον –ελάχιστο λόγω χαμηλού τζίρου– ΦΠΑ. Οι πρατηριούχοι μπήκαν σε σειρά, οι γιατροί κι οι δικηγόροι, απ’ την άλλη, κόβουν –έστω και «κουτσουρεμένες»– αποδείξεις, όπως πράττουν υδραυλικοί κι ηλεκτρολόγοι, ενώ οι ταξιτζήδες –μετά το άνοιγμα μάλιστα του επαγγέλματος– ούτε που διανοούνται να μην εκδώσουν απόδειξη μετά από κάθε «κούρσα» –ας είναι και διπλομισθωμένη. Τα κρατικά ταμεία εξασφάλισαν για μερικούς ακόμα μήνες μισθούς και συντάξεις.

Η αγωνία για την επόμενη δόση εξέλειπε; Γίναμε επιτέλους πλεονασματικοί κι αυτάρκεις;

Παραμύθια κι όνειρα φθινοπωρινής νυκτός.

Αν η χώρα δεν παράγει, όσοι πολιτικοί κι αν κρεμαστούν στα τηλεοπτικά παράθυρα, όσοι επίορκοι κι αν πηγαινοέρχονται στην Ευελπίδων, όσα κλεμμένα κι αν κυνηγηθούν από φορολογικό παράδεισο σε φορολογικό παράδεισο, την πύλη του παραδείσου των αγορών δεν πρόκειται να διαβούμε στον αιώνα τον άπαντα.

Έφυγε κι η Μέρκελ και το μόνο που μας έμεινε τελικά είναι η εντύπωση. Οι εντυπώσεις δεν παράγουν πλούτο, δεν παράγουν εισοδήματα, δεν παράγουν ευημερία, μπορεί ν’ αναπαράγουν προσωρινά ψευδαισθήσεις και να καλλιεργούν ελπίδες, αλλά παραμένουν άνθρακες, ο θησαυρός δεν βρίσκεται.

Μάγοι με δώρα μπορεί να υπάρχουν στους θρύλους ή στα παραμύθια, θείοι πολυεκατομμυριούχοι και κληρονομιές αμύθητες μπορεί να υπάρχουν στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες ή τα μυθιστορήματα, θαμμένοι θησαυροί  ή ξεχασμένες περιουσίες μπορεί να υπάρχουν στην καλπάζουσα φαντασία ή σε ευφάνταστα μυαλά. Στην εποχή μας, όποιος περιμένει να λύσει μ’ αυτόν τον τρόπο τα οικονομικά του προβλήματα και ν’ αποκτήσει πλούτο, το πιθανότερο είναι ότι θα πεθάνει στην ψάθα. Στην περίπτωσή μας, μπορεί να εξασφαλίσουμε περισσότερο χρόνο για να φυτοζωούμε ξεχασμένοι στα αζήτητα της Ευρώπης, έχοντας κρεμάσει στον γαλάζιο μας ουρανό –μπορεί και με πανώ απ’ την Ακρόπολη– φαρδιά πλατιά την πολιτική απόφαση των Ευρωπαίων εταίρων, να μας συντηρούν με δανεικά, μήπως κάποια στιγμή φιλοτιμηθούμε ή βαρεθούμε και σηκωθούμε να φύγουμε μόνοι μας.

Όμως θα ‘ναι κρίμα.

Θα ‘ναι κρίμα, γιατί η χώρα διαθέτει πλούτο, χίλιους δυο «πλούτους» έχουμε. Το «πλούσιο λεξιλόγιο της γλώσσας», τον «πλούτο των ιδεών της αρχαίας σκέψης», τον «πλούτο της πολιτιστικής κληρονομιάς», το «πλούσιο φυσικό τοπίο και περιβάλλον», αλλά και τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, επειδή όμως κανείς απ’ αυτούς δεν εξαργυρώνεται σε κάποιο τραπεζικό γκισέ, αισθανόμαστε φτωχοί, δεν κάνουμε καν τον κόπο ν’ αναρωτηθούμε μήπως όλα αυτά τα «πλούτη» είναι τελικά ο πλούτος μας.

Γιατί άραγε δεν σχηματίζονται όλο το χρόνο ουρές τουριστών για να επισκεφθούν το μουσείο της Ακρόπολης;

Γιατί άραγε η Πινακοθήκη δεν διαθέτει το αναγκαίο προσωπικό;

Γιατί το Τατόι ρημάζει απ’ την εγκατάλειψη και την αδιαφορία;

Γιατί δεν δημιουργούνται σε κάθε νησί μας υποδομές για προσφορά τουριστικών υπηρεσιών ποιότητας;

Γιατί δεν υπάρχουν παγκοσμίου φήμης έδρες αρχαίας Ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο ή παγκοσμίου κύρους έδρα Μακεδονικών Μελετών στο Αριστοτέλειο;

Γιατί δεν βουλιάζει η Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη από επισκέπτες από κάθε γωνιά της γης όλες τις εποχές του χρόνου;

Γιατί δεν δημιουργούνται παγκοσμίου ενδιαφέροντος γεγονότα για τη μουσική, την Ιστορία, το περιβάλλον, την τέχνη, τον ελληνικό πολιτισμό;

Γιατί γι’ αυτά τα αυτονόητα δεν ξεσηκώνονται και δεν κινητοποιούνται πανεπιστημιακοί, επιστήμονες, καλλιτέχνες, τοπικές κοινωνίες, πολιτιστικοί φορείς, οργανισμοί κι οργανώσεις; Γιατί δεν ευαισθητοποιούνται ομογενείς, ευεργέτες, εταιρείες;

Μήπως γιατί η Ελλάδα είναι μικρό μέγεθος για τις αγορές, αμελητέα ποσότητα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Μήπως γιατί είναι μια μικρή χώρα, χωρίς πρώτες ύλες και ανταγωνιστικές υποδομές, χωρίς επιρροή και διεθνές κύρος; Μήπως γιατί φταίνε οι πολιτικοί, φταίνε οι συνθήκες, φταίνε τα συμφέροντα, φταίνε οι ξένοι;

‘Η μήπως, γιατί καθένας απ’ αυτούς τους «υπεύθυνους» φροντίζει μόνο για τον εαυτό του, για ό,τι ο ίδιος έχει ανάγκη, για το συμφέρον του και νοιάζεται μόνο για τη μικρή νησίδα των αρμοδιοτήτων και της ευθύνης του; Μεριμνά μόνο για ν’ αποσπά τη μερίδα του λέοντος των κρατικών επιχορηγήσεων, των επιδοτήσεων, των βοηθημάτων και των επιδομάτων, για τις πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού, για να τα ‘χει καλά με τις εξουσίες και να τακτοποιεί τις υποθέσεις του διασφαλίζοντας τον τόπο του, τη θέση του, την τσέπη του;

Κι άλλοι λαοί, όμως, βρίσκονται στην ίδια θέση μ’ εμάς ή είναι κι ακόμα μικρότεροι και σε ακόμα πιο δύσκολες συνθήκες. Παρόλα αυτά έχουν επινοήσει τρόπους να μεγιστοποιούν εκείνα που έχουν, να μετατρέπουν το πρόβλημα σε καινοτομία, να δημιουργούν τις προϋποθέσεις και να αξιοποιούν τις ευκαιρίες. Οι λαοί αυτοί ούτε στους άλλους φροντίζουν να φορτώνουν τις αναποδιές και τις ατυχίες τους, ούτε περιμένουν μακάριοι το «μάνα εξ ουρανού», ούτε –πολύ περισσότερο– κάνουν αμάν να πιάσουν κανένα φοροφυγάδα μήπως μπει κανένα «φράγκο» στ’ άδεια ταμεία τους ή να ‘ρθει καμιά Μέρκελ για να βρουν ευκαιρία να ξαναμαλώσουν μεταξύ τους, αν έφτασε μ’ άδεια χέρια ή αν έφερε καθρεφτάκια και γλυκά για την επίσκεψη.

Πλούτο έχουμε, όραμα, ενότητα και διάθεση δεν έχουμε.

Τώρα στα δύσκολα, βούρδουλες και χούντες ονειρευόμαστε –λες και δεν έχουμε δοκιμάσει πού οδηγούν– σαν να ‘ναι οι θεόπνευστες λύσεις, που θα μας βγάλουν με το ξύλο και τον αυταρχισμό απ’ το τέλμα. Πακέτα και επιμηκύνσεις εκλιπαρούμε –λες και δεν ξέρουμε τι έγινε με τα προηγούμενα– σαν άμα τα πάρουμε σύντομα, έτσι ανοργάνωτοι που πορευόμαστε, δεν θα ξαναψάχνουμε εναγωνίως την επόμενη δόση. Μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές υποσχόμαστε μ’ ευκολία –λες κι αφορούν κάποιους άλλους– σαν να μην γνωρίζουμε ότι ουσιαστικά δεν θέλουμε να τις κάνουμε, ότι κατά βάθος όλα θέλουμε να μείνουν όπως είναι.

Άλλοθι εφευρίσκουμε και προφάσεις, αλλά κανένα άλλοθι πια δεν έχουμε, καμιά πρόφαση δεν μπορεί να μας δικαιολογήσει.

Πρόφαση και υπεκφυγή είναι ότι εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχει διέξοδος, δεν υπάρχει δρόμος. Δρόμος υπάρχει. Είναι ένας δρόμος, μονόδρομος, που οδηγεί με σιγουριά κι ασφάλεια στην έξοδο, αλλά για να φτάσουμε να βαδίσουμε σ’ αυτόν τον δρόμο, θα πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε πως με τα άλλοθι και τις προφάσεις φτάσαμε στο αδιέξοδο. Πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε τον κόπο να εφεύρουμε τον τρόπο για να επικοινωνήσουμε και να συνεννοηθούμε μεταξύ μας δίχως αναστολές, υπεκφυγές και φλυαρίες και να βαδίσουμε, να τρέξουμε, αυτόν τον δύσκολο δρόμο.

Τότε πιθανόν να μπορέσουμε, με πολύ κόπο και μόχθο, ν’ αξιοποιήσουμε και τον πλούτο της χώρας. Τον πλούτο που απλόχερα η φύση και το πνεύμα των προγόνων δημιούργησαν, αλλά που με την αδιαφορία και το βόλεμα, με την ιδιοτέλεια και το θράσος μας, αντί να του προσθέσουμε αξία και να το διαφυλάξουμε ως πολύτιμη κληρονομιά για εμάς και τις γενιές που έρχονται, αφήσαμε στις μέρες μας να θαφτεί κάτω από τόνους αναξιοπιστίας, ειρωνείας, περιφρόνησης και χλευασμού της παγκόσμιας κοινής γνώμης.

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Οι αποφάσεις που δεν πάρθηκαν.



Η Μέρκελ επισκέπτεται την Αθήνα.

Η Γερμανίδα καγκελάριος έρχεται στην πατρίδα μας και η είδηση έχει βάλει φωτιά σε κυβέρνηση, κόμματα, συνδικάτα και μέσα ενημέρωσης. Οι διαδοχικές δηλώσεις κι οι αντιδράσεις που προγραμματίζονται κυριαρχούν στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, ενώ οι πυρετώδεις προετοιμασίες έστρεψαν για λίγο τα φώτα της δημοσιότητας από το πακέτο οικονομικών μέτρων –που δε λέει να κλείσει– και τη συνεδρίαση του Eurogroup, που πραγματοποιείται δίχως τελικά να έχει υποβληθεί η έκθεση της τρόικα.

Αν η επίσκεψη αυτή είχε πραγματοποιηθεί πέντε χρόνια πριν –το θυμάται κανείς;– δεν θα υπήρχε αυτή η αντίδραση. Μέτρα ασφαλείας ασφαλώς θα υπήρχαν, αλλά η ατμόσφαιρα θα ήταν εντελώς διαφορετική. Το ίδιο θα συνέβαινε, νομίζω, αν η Μέρκελ επέλεγε να ‘ρθει και μετά την ανακοίνωση του πρώτου μνημονίου. Τώρα όμως έχει τρέξει πολύ νερό στ’ αυλάκι κι έχουν εξελιχθεί πολλά επεισόδια στο σήριαλ των μνημονίων και της στήριξης της Ελλάδας. Οι αποφάσεις έχουν παράγει τ' αποτελέσματά τους.

Η Γερμανία δια των εκπροσώπων της έχει διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις πιέσεις που έχουν ασκηθεί προς τις ελληνικές κυβερνήσεις, ενώ ο γερμανικός Τύπος και τα ΜΜΕ δεν χάνουν ευκαιρία για να μας «καρφώσουν» για τις πράξεις ή τις παραλήψεις μας όλο αυτό το διάστημα που έχει ξεσπάσει η οικονομική κρίση. Πολλές από τις αποφάσεις που πάρθηκαν στα πλαίσια των προγραμμάτων στήριξης ήταν χρονικά δυσβάσταχτες. Το κλίμα είναι αρνητικό κι οι μνήμες από την πρόσφατη Ιστορία, ξυπνούν εφιαλτικά σενάρια σε μυαλά που επιμένουν να σκέφτονται ακραιφνώς εθνοκεντρικά.

Αν μπορούσε να γυρίσει όμως ο χρόνος πίσω, ώστε να επιστρέψουμε σε συνθήκες που να εξασφάλιζαν μια ανεμπόδιστη κι εν πολλοίς αδιάφορη επίσκεψη της Γερμανίδας καγκελαρίου, ίσως μπορούσαμε να διαπιστώσουμε, ότι αυτό θα ήταν δυνατόν να έχει συμβεί ακόμα και σήμερα. Αν ο χρόνος διδάσκει και παραδειγματίζει –για όσους τουλάχιστον το θέλουν– ναι, είμαι βέβαιος, ότι θα μπορούσαμε να υποδεχόμαστε αύριο την κυρία Μέρκελ δίχως να έχουμε στο κεφάλι μας το βραχνά των διαδηλώσεων ή τη στενοχώρια και το θυμό των αδικημένων.

Προϋπόθεση για να συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν να έχουν προηγηθεί στα χρόνια που πέρασαν εκείνες οι πολιτικές επιλογές που θα εξασφάλιζαν μιαν ανεμπόδιστη πορεία της χώρας στο πλαίσιο της  Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ο.Ν.Ε. Να έχουν τεθεί οι βάσεις για την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης, να έχουν ολοκληρωθεί η διοικητική μεταρρύθμιση κι η δημοσιονομική εξυγίανση, να εφαρμόζεται δίκαιο φορολογικό σύστημα. Να λειτουργούν αποτελεσματικά τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, οι συγκοινωνίες κι οι υπηρεσίες προς τους πολίτες.

Τότε πιθανόν οι μισθοί να μην ήταν παχυλοί και παραφουσκωμένοι με επιδόματα κι οι συντάξεις να εξασφάλιζαν απλώς ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης μετά από 35 χρόνια εργασίας. Οι θέσεις εργασίας να κάλυπταν όμως ικανοποιητικά το επίπεδο της ζήτησης κι οι τύχες των ανθρώπων –κι ιδιαίτερα των νέων– να μην ήταν συνάρτηση γνωριμιών και διασυνδέσεων, αλλά ενός αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων. Ενδεχομένως, να είχε καταστεί δυνατή κι η έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης και το σωφρονιστικό σύστημα να επιτελούσε επ’ ωφελεία της κοινωνίας τον ρόλο του.

Ίσως κάποια απ’ αυτά να μπορούσε να έχουν συμβεί και μετά το Μάιο του 2010. Τότε με το πρώτο σοκ της αδήλωτης –αλλά ουσιαστικής– χρεοκοπίας, να μπορούσαμε ν’ ανασκουμπωθούμε και να τρέξουμε. Να αφυπνιστούμε από το λήθαργο και να ξεκολλήσουμε απ’ την πλαδαρότητα. Να μην ανακαλύπταμε αίφνης μνημονιακούς κι αντιμνημονιακούς, εχθρούς και προδότες, επίορκους και μειοδότες, αλλά τραβώντας την κόκκινη γραμμή με το παρελθόν –αντί να τις τραβάμε δεξιά κι αριστερά δια πάσαν νόσον και πάσαν μ… α– να δουλεύαμε κατ’ αρχήν γι’ αυτά που συμφωνούσαμε. Να κάναμε παράλληλα με τα πρώτα επείγοντα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής και μια εθνική συμφωνία για την ανασυγκρότηση και τη σωτηρία της χώρας, κρατώντας τις επιμέρους επιφυλάξεις μας, αλλά συμμετέχοντας ουσιαστικά σ’ αυτό που είχε ανάγκη ο τόπος κι ο λαός.

Θέτοντας τότε τις βάσεις για τα μείζονα, ασφαλώς και δεν θα χρειαζόταν ν’ ανακαλύπτουμε –τάχα– έκπληκτοι σήμερα λίστες, φοροφυγάδες κ.ο.κ., αλλά θα αποτελούσαν κι όλα αυτά μέρος μιας συνολικής εφάπαξ ρύθμισης για την πάταξη της διαφθοράς και την προστασία του πολιτικού συστήματος. Ενδεχομένως μ’ αυτή την επιλογή να είχαν κι οι πολίτες ένα σαφές μήνυμα ενότητας, αλλά κι οι πολιτικοί ν’ αποκτούσαν ισχυρά επιχειρήματα για τις προθέσεις τους. Πιθανόν κι η στάση των ευρωπαίων κι ιδιαίτερα της Γερμανίας να ήταν διαφορετική. Τότε το παρελθόν θα ήταν όντως παρελθόν και το μέλλον θα μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει με αδιαφορία και στο πλαίσιο της εθιμοτυπίας μιαν επίσκεψη της Γερμανίδας καγκελάριου.

Οι αποφάσεις που δεν πάρθηκαν τότε είναι σήμερα μπροστά μας. Στοιχειώνουν την καθημερινότητά μας σαν υποψίες και φήμες και δηλητηριάζουν την κοινωνική συνοχή με το μικρόβιο της διχόνοιας. Το πιο σπουδαίο όμως είναι, ότι η πολύχρονη καθυστέρηση για την επιλογή των αυτονόητων, έχει «κρεμάσει» πρωτοσέλιδα τη χώρα στα μανταλάκια της παγκόσμιας κοινής γνώμης και την έχει κατατάξει στα παραδείγματα προς αποφυγήν της παγκόσμιας κοινότητας, γεγονός που πληγώνει και θυμώνει όλους τους Έλληνες. Οι αντιδράσεις –έκδηλες ή σιωπηρές– κι η δυσφορία από την επίσκεψη της ‘Αγκελα Μέρκελ απλώς το επιβεβαιώνουν.

Το τι θα επικοινωνήσουν οι αυριανοί συνομιλητές, Σαμαράς και Μέρκελ, θα έχει ιδιαίτερη σημασία μόνο αν κατορθώσουν να πείσουν το εγχώριο και διεθνές ακροατήριο για τις ειλικρινείς προθέσεις τους.

Μακάρι να έχουν κατά νου η συνάντηση αυτή να σημάνει κάτι περισσότερο για τη χώρα και τους πολίτες της από μια επιχείρηση επιβολής με επικοινωνιακά τρυκ –βλέπε επιμήκυνση– των δυσβάσταχτων οικονομικών μέτρων. Μακάρι να σηματοδοτήσει τη βούληση για μιαν από κοινού προσπάθεια για την ανόρθωση της οικονομίας της χώρας και της αυτοπεποίθησης του ελληνικού λαού, αλλά ταυτόχρονα και την προώθηση της ευρωπαϊκής απόφασης για την επιτάχυνση των διαδικασιών διεξόδου από την κρίση.

Μακάρι οι αποφάσεις που θα παρθούν, να διορθώσουν τις αποφάσεις που δεν πάρθηκαν, αλλά και κείνες που πάρθηκαν και συνθλίβουν μέρα με τη μέρα τη χώρα και το λαό.

ΦΩΤΟ: ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Ο Θεός αγαπάει εμάς ή το χαβιάρι;



«Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι», οι σύγχρονοι Έλληνες αγαπάμε άραγε κάτι ή μήπως αγαπάμε και το Θεό και το χαβιάρι;

Με τη λέξη «δημοκρατία» μια λέξη μπορώ να φανταστώ άρρηκτα συνδεδεμένη και σε απόλυτη αλληλεξάρτηση, τη λέξη «σεβασμός». Αυτές οι δυο λέξεις αποτελούν, νομίζω, τους καθοριστικούς πυλώνες για τη λειτουργία της κοινωνίας και του πολιτεύματος. Δημοκρατία απ' τη μια, χωρίς σεβασμό σε αρχές, αξίες, νόμους και κανόνες, είναι μια χαοτική κατάσταση που ο καθένας μπορεί να «κάνει του κεφαλιού του» χωρίς να υπολογίζει τίποτα και σεβασμός δίχως δημοκρατία απ’ την άλλη, είναι μια αυταρχική κατάσταση καταπίεσης κι υποταγής, που το άτομα κι οι συλλογικότητες κινδυνεύουν να χαθούν κάτω από αυθεντίες και «πατερούληδες».

Στην πορεία μας προς το σήμερα, κάπου στο δρόμο –θαρρώ– τις ξεχάσαμε και τις χάσαμε και τις δυο. Δεν έχει σημασία ποια χάθηκε πρώτη ή ποια ξέφτισε δεύτερη. Σημασία έχει, κατά τη γνώμη μου, ν’ αναβαπτιστούμε το ταχύτερο ως λαός μέσα στην κολυμπήθρα της αυτογνωσίας, γιατί είναι ολισθηρός ο δρόμος προς τα πίσω, εκεί που –και χωρίς να το καταλάβεις πολλές φορές– βρίσκεσαι να ‘χεις διαβεί ένα άλλο, τραγικό κατώφλι ανάμεσα στις συμπληγάδες πια του αυταρχισμού και του φόβου.

Αποχώρησε ο Γιάννης Ραγκούσης από το ΠΑΣΟΚ, πέσανε να τον φάνε. Όσο ήτανε μέσα τον «τρώγανε» μαζί μ’ όλους τους άλλους.
Σχολιάστηκε το σχολικό βιβλίο της Στ’ Δημοτικού, δεν άρεσε σε κάποιους όρμισαν στον αρθρογράφο. Πριν μερικά χρόνια είχανε «φάει» τη Ρεπούση.

Τρωγόμαστε μεταξύ μας και τρωγόμαστε για όλα. Μύγα στο σπαθί μας δε σηκώνουμε, λυμένο συνέχεια το ζωνάρι για καυγά. Δεν αφήνουμε τίποτε να πέσει ασχολίαστο, αλλά κι ο σχολιασμός τις περισσότερες φορές είναι ύβρης, τσιτάτο, αφορισμός, κατάρα ή απειλή.

Στο όνομα της «δημοκρατίας» –που ο καθένας την ερμηνεύει και την αξιοποιεί κατά πώς τον βολεύει– καταλύεται κάθε έννοια σεβασμού στο συνάνθρωπο, ενώ στο όνομα του «σεβασμού» του δίκιου –που είναι πάντα απ’ τη μεριά που εμείς βλέπουμε τα πράγματα– καταπατάμε κάθε έννοια δημοκρατίας και δικαιώματος αντίθετης γνώμης.

Είμαστε χαρισματικοί και πεφιλημένοι, αξιαγάπητοι και ξεχωριστοί μόνο όμως όταν είμαστε μόνοι μας ή όταν το –όποιο– ακροατήριο συμφωνεί μαζί μας. Τότε μας αγαπάει ο θεός, αλλά κι ο κόσμος ολόκληρος –με το χαβιάρι του κι αυτό όλο μαζί– είναι δικός μας.

Είμαστε δύστροποι κι αγενείς, απρόσιτοι κι εριστικοί όταν μας φέρνουν αντιρρήσεις, όταν πιεζόμαστε, όταν πρέπει να πειθαρχήσουμε σε εντολές και οδηγίες για το κοινό καλό, όταν αισθανόμαστε ότι «μας πνίγει το δίκιο (μας)». Τότε «ποιος είδε το θεό και δε φοβήθηκε;» ο κόσμος να ‘ρθει –προτιμάμε– ανάποδα –με το χαβιάρι του κι αυτό όλο μαζί– παρά ν’ αλλάξουμε γνώμη, να συμβιβαστούμε, να συνεργαστούμε, να συμφωνήσουμε.

Είμαστε εδώ, λοιπόν, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι, καθένας με τη ρώτα και την πορεία του, καθένας με την άποψη και τη γνώμη του, περιμένοντας ο ένας τον άλλον να κάνει το πρώτο βήμα για να συναντηθούμε. Ένα κουβάρι περικοπές και μέτρα, αντιδράσεις και βία, συναντιώνται σε δρόμους και πλατείες για να λύσουν με λάθος τρόπο διαφορές αγεφύρωτες. Επιχειρούν να κερδίσουν το δίκιο τους μέσω του τετραγωνισμού του κύκλου, ο οποίος μάλιστα αφού είναι και φαύλος –έτσι όπως έχει καταντήσει κι ο δημόσιος βίος μας– άκρη δεν πρόκειται να βγει και μόνο «σε δουλειά θα βρισκόμαστε» κι ας χτυπάει κόκκινο η ανεργία.

Αλίμονο, αν σ’ αυτό το γαϊτανάκι της αδιαλλαξίας και της στενομυαλιάς, του κυβερνητικού αλαλούμ και της κοινωνικής αμφισβήτησης, δεν υπερισχύσει η φωνή του μέτρου και της λογικής και δεν μπει μια –άνω έστω– τελεία από τους δανειστές μας, με την ολοκλήρωση του εξουθενωτικού πήγαιν' - έλα και την καταβολή της επόμενης δόσης –ας είναι και κουτσουρεμένη. 

Σ’ αντίθετη περίπτωση, έτοιμοι είμαστε να κατρακυλήσουμε πλησίστιοι στον επόμενο φαύλο κύκλο, εκείνον της χρεοκοπίας και τότε να δούμε ποιον αγαπάει πιο πολύ ο Θεός, εμάς ή το χαβιάρι;

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Αναθεώρηση Συντάγματος, αναθεώρηση ζωής.



Όλα τ’ αντανακλαστικά κι οι ευαισθησίες μιας γενιάς που «καρφίτσωσε» στο πέτο –τιμή της και καμάρι της– τη μεταπολίτευση, ανακαλούνται και δοκιμάζονται το ένα μετά το άλλο από τα δημοσιεύματα που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Βία, καταστολή, λογοκρισία. Μέχρι το ενδεχόμενο στρατιωτικού πραξικοπήματος αναφέρθηκε στην πρόσφατη ειδησεογραφία.

Οι πενηντάρηδες, οι άνθρωποι που ευτύχισαν να ζήσουν τα ομορφότερα τριάντα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα στην πατρίδα μας, βλέπουν καθημερινά ν’ αποκαθηλώνονται και να γκρεμίζονται αξίες και παραδοχές, σταθερές και σύμβολα, που χτίστηκαν μέρα με τη μέρα, πορεία με την πορεία και νόμο με το νόμο. Όσες κόκκινες γραμμές κι αν μπαίνουν τώρα, σε μια προσπάθεια να περισωθούν έστω τα προσχήματα, δεν επαρκούν για να ανακόψουν τη φόρα των γεγονότων και το ξετύλιγμα της Ιστορίας.

Μέσα στον ορυμαγδό της οικονομικής κρίσης, δυο χρόνια τώρα, εκείνο που διαπιστώνεται είναι μια εξαντλητική αναφορά στα αίτια και τις αφορμές. Όλο το βάρος πέφτει στην αναζήτηση ευθυνών και πρωταιτίων. Υπό την πίεση της ανατροπής των δεδομένων και της ανάγκης επαναπροσδιορισμού της ζωής ολόκληρης, εύκολα εξάπτεται το θυμικό και κατασκευάζονται αποδιοπομπαίοι τράγοι. Όταν όλα γκρεμίζονται γύρω, το ξέσπασμα είναι βίαιο, αλλά συνάμα και λυτρωτικό, η οργή όμως είναι κακός σύμβουλος κι ο θυμός τυφλός οδηγός.

Αν αυτή η καθαρτήρια διαδικασία, μπορέσει να ξεσπάσει σε μιαν έκρηξη δημιουργικότητας και σημάνει την εκκίνηση της εξίσου σημαντικής διαδικασίας ανάταξης κι ανασύνταξης με γνώμονα το συμφέρον του τόπου και πυξίδα τη λογική, τότε πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες και λύσεις διεξόδου πρόσφορες να εξευρεθούν και η δοκιμαζόμενη κοινωνική συνοχή να διατηρηθεί. Για όσους επηρεάζουν την κοινή γνώμη αυτό είναι ένα στοίχημα τιμής, για όσους έχουν την ευθύνη της διακυβέρνησης είναι ένα χρέος ζωής.

Το κράτος που ψάχνουμε, που ονειρευόμαστε, που επιθυμούμε, το κράτος μετά την κρίση, δεν θα προκύψει ούτε αυτόματα, ούτε ακούραστα, ούτε –πολύ περισσότερο– απροσδόκητα. Θ’ αποτελέσει προϊόν συγκρούσεων, αλλά κι αποτέλεσμα της συλλογικής μας βούλησης ν’ αλλάξουμε, να μεταβούμε σ’ ένα διαφορετικό πρότυπο οργάνωσης και λειτουργίας χωρίς αποκλεισμούς και διαχωριστικές κόκκινες γραμμές. Θα ενσωματώνει τις αντιθέσεις μας, αλλά και θα πραγματώνει τη συλλογική μας απόφαση να βαδίσουμε ενωμένοι μπροστά, διατηρώντας ταυτόχρονα χωρίς προκαταλήψεις κι αγκυλώσεις χαρακτηριστικά και ήθη που τιμούν το λαό κι αναδεικνύουν την ιστορική του συνέχεια.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι πανάκια, αλλά είναι η βάση για να προσδιορίζει την πορεία της στο χρόνο κάθε συντεταγμένη πολιτεία. Οι συνέπειες της αναθεώρησης του 1975,  αλλά και του 1985, έχουν αποτυπωθεί ιστορικά. Τις επιπτώσεις της επιπόλαιας, επικοινωνιακής κι επιδερμικής αναθεώρησης του 2001 τις βιώνουμε στις μέρες μας. Σήμερα, νομίζουμε ότι αρχή και τέλος για την εθνική μας κυριαρχία είναι οι όροι του μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων, παραβλέποντας ότι κατά το σύνταγμα ο λαός είναι η βάση του πολιτεύματος κι απ’ αυτόν πηγάζουν όλες οι εξουσίες.

Ο λαός που δεν οχλοκρατείται και δεν αφιονίζεται για να στήσει μόνο κρεμάλες, ικριώματα, λαϊκά δικαστήρια κι έκτακτα στρατοδικεία, αλλά συνέρχεται και προτείνει, συναθροίζεται και διεκδικεί, συμμετέχει, ψηφίζει, εκλέγει και ελέγχει. Αυτόν τον οργανωμένο δημοκρατικά λαό θ’ αφορά η αναθεώρηση του συντάγματος κι αυτού του λαού την κρατική οργάνωση θα ρυθμίζει.

Αυτή μπορεί να είναι κι η ύστατη απόπειρα της γενιάς που «καρφίτσωσε» στο πέτο τη μεταπολίτευση, για ν’ αποκαταστήσει την ιστορική συνέχεια και να οριοθετήσει με θεσμικό τρόπο το οριστικό –επιτέλους– τέλος της. Για να σταματήσουν οι Κασσάνδρες και τα λόμπι να οργανώνουν την ατζέντα της επικαιρότητας και να έρθει στο επίκεντρο η πολιτική, εκτοπίζοντας τις διαρροές, τις φήμες, το κουτσομπολιό και την παραπολιτική.

Ανοίγοντας αυτή τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, όπως θεσμικά προβλέπεται, διττός μπορεί να είναι ο στόχος, πρώτα για ν’ ανοίξει διάπλατα κι ισότιμα τις πύλες της συμμετοχής και του διαλόγου σ’ όποιους θέλουν να συμβάλλουν στην αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος κι έπειτα για να παραδώσει στους νέους και τους νεότερους τη σκυτάλη και τον πρώτο λόγο να χαράξουν τον πολιτειακό χάρτη για το νέο κράτος, τα νέα κοινωνικά δικαιώματα, τις νέες εθνικές επιδιώξεις. 

Αυτή η συζήτηση μπορεί να δώσει την αναγκαία ώθηση να ξεκολλήσει η χώρα από το τέλμα, το σκοτάδι και το αδιέξοδο. Αυτή η αναζήτηση θ’ αναλάβει και θα συμβάλει στο ν’ αναδειχθούν διαλεκτικά τα αιτήματα, οι τάσεις, τα οράματα, τα κόμματα, οι ηγέτες. Άλλως τα φαντάσματα κι οι εφιάλτες του παρελθόντος θα εξακολουθήσουν να νεκρανασταίνονται κατά περίπτωση και να τρομοκρατούν αδιακρίτως, δηλητηριάζοντας κι εξουθενώνοντας την κοινωνία μας και συντηρώντας, ταυτόχρονα, το φυλλορρόημα και τον εκφυλισμό της τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας (έστω κι αν κάποιοι συνήθως υποστηρίζουν, ότι «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα»…)