Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Βιωσιμότητα του χρέους και βίος αβίωτος;


Αν μη τι άλλο ο πρωθυπουργός έχει πολύ καλό επικοινωνιακό επιτελείο. Μια λέξη ακόμα, ένας υπαινιγμός ή ένα θαυμαστικό, θα ανακύκλωναν τις ψευδαισθήσεις και θα ανατροφοδοτούσαν ένα διάλογο και μιαν αντιπαράθεση που έχει κουράσει, έχει απογοητεύσει, έχει πληγώσει. Μακάρι αυτή η λακωνική δήλωση να σηματοδοτεί μιαν πραγματικά νέα μέρα, που τα λόγια κι οι θεωρίες θα μπουν στην άκρη και θα πιάσουν επιτέλους δουλειά όλοι εκείνοι που έχουν την τύχη της χώρας και του λαού στα χέρια τους.

Παραδοσιακά έχουμε χορτάσει θριάμβους και περιφανείς επιτυχίες, που πολλές φορές ήταν μόνο στα λόγια και στα πρωτοσέλιδα περισσότερο ή λιγότερο «έγκριτων» εφημερίδων. Άλλες φορές, αποφάσεις σε συνόδους και συμβούλια κορυφής συνοδεύονταν από διθυράμβους εθνικής έξαρσης και με κυβερνώντες που έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας μπρος στις κάμερες ή όπως έγκυρες πληροφορίες και –πάλι– «έγκριτων» δημοσιογράφων διαβεβαίωναν με τον γεμάτο νόημα σχολιασμό τους στα τηλεοπτικά παράθυρα. Η ίδια παράδοση επιτάσσει, οι αντιπολιτευόμενοι από τη μεριά τους, να μη βρίσκουν τίποτε σωστό στους χειρισμούς και τις αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης, να κινδυνολογούν προμηνύοντας του κόσμου τα δεινά για το λαό και τη χώρα και να υπόσχονται –ιδιαίτερα αν τα κόμματά τους είναι από τους «εφαψίες» της εξουσίας– να τα καταργήσουν και να τ’ ανατρέψουν όλα, άλλοι σε μια νύχτα κι άλλοι μ’ ένα και μόνο άρθρο. Έτσι είν’ η πολιτική στην Ελλάδα.

Η λιτή δήλωση από μόνη της συνιστά μιαν αλλαγή ύφους. Μακάρι να μετουσιωθεί ανατρέποντας την μέχρι σήμερα παράδοση– και σε μιαν αλλαγή πολιτικής, αλλαγή προς την πολιτική. Με πρωτοβουλίες και δράσεις, με σχέδιο και διορατικότητα, με στόχους κι αξιολογήσεις. Τα δεδομένα άλλωστε της συμφωνίας αυτής καθαυτής, αλλά κι όσα το Μεσοπρόθεσμο κι οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου προβλέπουν, δημιουργούν ένα τόσο ελεγχόμενα προδιαγεγραμμένο πλαίσιο δημοσιονομικής παρακολούθησης, ώστε θα πρέπει να θέλει κάποιος υπουργός «ν’ αυτοκτονήσει» για να παρεκκλίνει των ορίων του προϋπολογισμού που θα τίθενται στο υπουργείο του.

Εκ των πραγμάτων η συζήτηση κι ο δημόσιος διάλογος το επόμενο διάστημα, θα επικεντρωθεί στη βιωσιμότητα του χρέους, φάνηκε άλλωστε από τη σπουδή του κινούμενου αμιγώς παραδοσιακά κυρίου Τσίπρα. Ας αποτελέσει η πρόταση για τη συζήτηση αυτή, αλλά κι όλη η αντιπαράθεση που το επόμενο διάστημα θ’ ανοίξει, την αφορμή για να τεθούν από την κυβέρνηση, από τα τρία κόμματα εξουσίας, οι βάσεις κι οι άξονες των πολιτικών που θ’ ακολουθηθούν από ‘δω και πέρα. Ας μπουν τα ορόσημα της «καινούργιας μέρας», με απλότητα και σαφήνεια, λιτά και κατανοητά. Ορόσημα που είναι αναγκαίο να προτάσσουν την επιβίωση του λαού στοχεύοντας στη βιωσιμότητα του χρέους, να προτάσσουν το κοινό συμφέρον στοχεύοντας στην κοινωνική συνοχή, να προτάσσουν τη συνεννόηση και τη συνεργασία στοχεύοντας στην τήρηση των συμφωνιών, να προτάσσουν τη σκληρή κι επίπονη δουλειά στοχεύοντας στην κινητοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.

Η βιωσιμότητα του χρέους είναι μια υπόθεση εργασίας, ένα οικονομικό τερτίπι κι ένα εργαλείο μακροοικονομικής ανάλυσης. Αέρας κοπανιστός θα είναι, αν όλοι μαζί αποφασίσουμε ν' αφοσιωθούμε σε μια προσπάθεια ν' αυξήσουμε την παραγωγή στη χώρα μας από τώρα και στο εξής.

«Δεν παράγουμε τίποτε» λέμε και ξαναλέμε. Σχεδόν κι εμείς οι ίδιοι το ‘χουμε πιστέψει. «Τι να πουλάμε σουβλάκια;» αναρωτήθηκε απελπισμένος κάποιος γνωστός, το πίστευε. Ναι, σουβλάκια! Φτάνει να τα πουλάμε σε Γάλλους, Γερμανούς, Αμερικάνους. Όλοι μπορούμε να πουλάμε σουβλάκια φτάνει να τ’ αγοράζουν τουρίστες, να τα «εξάγουμε». Η αύξηση της παραγωγής είναι ο ασφαλής δρόμος, όχι μόνο προς την ανάπτυξη, αλλά και προς την επίτευξη κι όλων των άλλων δεικτών και στόχων.

Οι Ευρωπαίοι εταίροι και το Δ.Ν.Τ. κράτησαν ανοιχτή με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε, όχι την εκκρεμότητα για την ελληνική υπόθεση, αλλά –ας δούμε τα πράγματα επιτέλους με θετική ματιά– τη χαραμάδα διαφυγής και την έξοδο κινδύνου για τη χώρα μας. Ανάμεσα από τις γρίλιες της, αν το θελήσουμε κι αν η «καινούργια μέρα» του πρωθυπουργού σημάνει πράγματι δουλειά κι ευθύνη, μπορεί ν’ αχνοφανεί μια αμυδρή ελπίδα, που δεν θ’ αφορά μόνο τη βιωσιμότητα του χρέους, αλλά προπαντός την προστασία της διαβίωσης του λαού στη χώρα μας για τα επόμενα δύσκολα χρόνια.


Foto: metrogreece.gr

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

'Οταν πηδάς από ψηλά.


Είτε η αναφορά του κυρίου Τατσόπουλου στη «μισή Αθήνα» έγινε με κριτήριο αμιγώς πολιτικό, είτε ο προσδιορισμός αφορούσε κριτήρια απλώς γεωγραφικά, το αποτέλεσμα είναι ένα και το αυτό και –οπωσδήποτε– το ίδιο εντυπωσιακό: Ενάμιση εκατομμύριο (αριθμητικά 1.500.000) άνθρωποι.

Ένας απλός αριθμητικός υπολογισμός το επιβεβαιώνει. Με το πρώτο κριτήριο, το πολιτικό, είναι προφανές ότι αναφερόμαστε στο σύνολο της Β’ εκλογικής περιφέρειας της Αθήνας, στην οποία εκλέγεται και στην οποία κατοικούν οι μισοί –1,5 εκατομμύριο– ψηφοφόροι του νομού Αττικής. Με το δεύτερο, το γεωγραφικό, αφού η πόλη των Αθηνών –σύμφωνα με την απογραφή του 2011– αριθμεί 3 εκατομμύρια κατοίκους, η διαίρεση δια δύο οδηγεί στο ίδιο πηλίκο: Ενάμιση εκατομμύριο (αριθμητικά 1.500.000) άνθρωποι.

Το σχήμα λόγου του κυρίου Τατσόπουλου αφορούσε 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους, σίγουρα ένα νούμερο ικανό –κατά την κρίση του– να υποστηρίξει αξιόπιστα και αναμφίβολα τον ανδρισμό του.

Πέρα από το πικρό χιούμορ ή το γελοίο ή αδιάφορο του θέματος, ίσως πρέπει για μια στιγμή να κοντοσταθούμε και να κοιτάξουμε γύρω μας, ν’ αντικρύσουμε το είδωλό μας στον καθρέφτη της κοινωνίας. Αν υπήρξε ένα «ανάξιο», «ανίκανο» ή «διεφθαρμένο» πολιτικό προσωπικό που μας έφερε ίσαμ’ εδώ, όπως υποστηρίζεται, με τέτοιου είδους ή ανάλογου ύφους «παλικαριές» ή ατάκες, είναι δυνατόν να ελπίζουμε, ότι μπορούμε να πάμε παρακάτω;

Το ήθος, η σεμνότητα, η αξιοπρέπεια, το μέτρο, η σωφροσύνη, εξέλειπαν ως αρετές και χαρίσματα απ’ την πολιτική και το πολιτικό μας σύστημα; Επειδή κάποιοι στο παρελθόν πάτησαν τον όρκο τους ως υπηρέτες του λαού κι απεμπόλησαν το δημόσιο συμφέρον στο όνομα ιδιοτελών σκοπιμοτήτων ή δεν μερίμνησαν με όση φροντίδα και προσοχή ήταν απαραίτητη για ν’ αποτρέψουν τις δυσάρεστες συνέπειες της οικονομικής κρίσης δικαιολογούνται αυτές οι ανοίκειες συμπεριφορές κι εκδηλώσεις;

Τι μαγκιά, τι τσαμπουκάς, τι αναίδεια και τι αγραμματοσύνη είναι αυτή που μας πετάνε καθημερινά κατάμουτρα οι νεόκοποι «εκπρόσωποι του λαού και του έθνους»; Τι άγαρμπο χιούμορ και τι χοντροκομμένο καλαμπούρι υπονομεύουν θεσμούς και πρόσωπα κι ευτελίζουν την πολιτική διαδικασία, στην οποία υποτίθεται συμμετέχουν και την οποία υποτίθεται –και πάλι– υπηρετούν. Λες και βρισκόμαστε σ’ ένα διαρκές φεστιβάλ βίας, αυθάδειας και αυταρχισμού. Λες κι όλα εξελίσσονται για μερικά λεπτά ή δευτερόλεπτα μπροστά στις κάμερες και μετά ξεπερνιώνται και ξεχνιώνται σαν να ‘ναι απλώς μια στιγμιαία εντύπωση, ένα φλας που αστράφτει και χάνεται για πάντα.

Πόσο λάθος αντίληψη της πoλιτικής και της ίδιας της ζωής.

Αν κάποιοι χρειάζονται περισσότερο τούτην τη δύσκολη περίοδο συναισθηματική ηρεμία , κοινωνική γαλήνη κι έμπρακτο ενδιαφέρον, δεν είναι οι τακτοποιημένοι, όσοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εξασφαλίζουν τα προς το ζειν, αλλά οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, οι άνεργοι, οι νέοι, οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι ηλικιωμένοι, οι καταχρεωμένοι. Αυτοί οι άνθρωποι, που οι ζωές τους έχουν διαλυθεί ή κινδυνεύουν με κατάρρευση εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, έχουν περισσότερο την ανάγκη και του κράτους και της κοινωνίας.

Ο θυμός, η αγανάκτηση, η εκδίκηση, η καταστροφή, όλα αυτά τα βίαια συναισθήματα και συμπεριφορές, που καλλιεργούνται κι εκδηλώνονται συστηματικά με πρωτεργάτες και πρωταγωνιστές σε πολλές περιπτώσεις βουλευτές ή πολιτικά πρόσωπα και ομάδες, σε τι υποβοηθούν και πώς στηρίζουν αυτούς τους ανθρώπους, που η απόγνωση κι η απελπισία είναι έτοιμες να τους στρέψουν εναντίον άλλων, να τους «οπλίσουν» το χέρι, να τους ωθήσουν στα άκρα;

Το κράτος λειτουργεί υπό εξαιρετικές συνθήκες. Τα οικονομικά πλαίσια είναι ασφυκτικά, οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται υπό πίεση. Είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας ζωτικός χώρος, ώστε, σ' αυτή τη δύσκολη καμπή, να ασκούνται κατά το δυνατόν οι κρατικές λειτουργίες. Οι συνθήκες είναι έκτακτες, το κράτος δεν μπορεί πλέον να υποστηρίξει όλες τις δραστηριότητές του, ούτε να εξακολουθήσει να εξυπηρετεί με τον ίδιο τρόπο αδιακρίτως ομάδες και άτομα. Γι’ αυτό θα πρέπει να τεθούν προτεραιότητες, γι’ αυτό με κάθε τρόπο θα πρέπει ν’ αποτραπεί ο κοινωνικός αυτοματισμός.

Τα δεδομένα για το κράτος και την οικονομία της χώρας, υπό το βάρος της κρίσης, είναι από καιρό προδιαγεγραμμένα. Ίσως θα μπορούσαν να είναι καλύτερα, το πιθανότερο όμως «ίσως» είναι να ήταν πολύ χειρότερα. (Ήδη ο «μηχανισμός στήριξης» έφτασε μέχρι και τη μαρτυρική Κύπρο. Εκεί δεν κυβερνάει κάποιος «Γιωργάκης» Παπανδρέου, αλλά ο πρόεδρος του ΑΚΕΛ, ο Δημήτρης Χριστόφιας, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση).

Τα δεδομένα για την Ευρώπη λες και τ’ ανακαλύψαμε ξαφνικά εδώ και τρεις μέρες. Κι εδώ τα πράγματα θα μπορούσαν από χρόνια να είναι καλύτερα. Γεγονός είναι, ότι οι ισορροπίες, οι συμμαχίες, οι συνθήκες, οι κανονισμοί κι οι αποφάσεις δεν είναι τίποτε άλλο από συγκερασμούς και σύνθεση μεταξύ αντικρουόμενων κι αντιτιθέμενων συμφερόντων με αμοιβαίες υποχωρήσεις που –κατά κανόνα– εξυπηρετούσαν κι ευνοούσαν τους ισχυρότερους. Το πλαίσιο για τη χώρα είναι πολύ στενό και δεν είναι αυτό αποτέλεσμα ούτε των μνημονίων, ούτε της ασυνεννοησίας μεταξύ των εταίρων ή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Δ.Ν.Τ. Μεταξύ μας δεν μπορούμε να τα βρούμε, εμείς αδυνατούμε να συνεννοηθούμε.

Ξαφνικά το τελευταίο διάστημα οι γλώσσες που μιλάμε μεταξύ μας πολλαπλασιάστηκαν, απ’ την κλασσική, την «ξύλινη» που είχαμε συνηθίσει από χρόνια να εκφέρεται από κάποιους πολιτικούς, έγιναν αλήτικες, μάγκικες, περιθωριακές κι ακαταλαβίστηκες. Μιλιούνται –θαρρείς– μόνο για ν’ ακουστούν, να θορυβήσουν, να παράγουν τον ήχο τους και να σβήσουν πέφτοντας κάτω πριν καν φτάσουν ως τ’ αυτιά του ακροατηρίου. Είναι γλώσσες που δεν παράγουν πολιτική, δεν παράγουν λύσεις, δεν παράγουν προοπτική. Δεν επινοούνται για να επικοινωνήσουν τους ανθρώπους και να δημιουργήσουν διαύλους συνεννόησης, αλλά μόνο για να χρησιμοποιηθούν σε άλλα κανάλια κι άλλα μέσα, τα ηλεκτρονικά.

Σ’ αυτή τη σύγχρονη Βαβέλ που δημιουργήσαμε είναι αδύνατο να επινοήσουμε τον τετραγωνισμό του φαύλου κύκλου για να βρούμε την έξοδο. Υπάρχουν όμως κάποιες αποφάσεις, κάποιοι νόμοι του ελληνικού κράτους, που βήμα – βήμα μπορούν να μας οδηγήσουν σ’ έναν δρόμο. Η δική μας μεγάλη προσπάθεια κι η παράλληλη ευρωπαϊκή στήριξη, που ούτως ή άλλως για το επόμενο διάστημα είναι δεδομένη, μπορούν να χαράξουν μια πορεία διεξόδου για τα επόμενα δύσκολα χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση, νομίζοντας, ότι με την ευκολία που πηδάμε τη μισή Αθήνα, θα μπορέσουμε να πηδήξουμε και το μισό Βερολίνο, ή –με τη φόρα που η γλώσσα μας έχει πάρει– τη μισή Ευρώπη, μάλλον ανάποδα βλέπουμε τα πράγματα και σίγουρα –σ’ όσα μπαλκόνια ή κεραμύδια αν ανεβούμε– δεν είμαστε εμείς εκείνοι που κοιτάνε τον κόσμο από πάνω.

Foto: Sergio Occhiuzzo

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Από το ναυάγιο της εφεδρείας, στον ύφαλο της διαθεσιμότητας.



Το κινητό χτύπησε με ακρίβεια δευτερολέπτου. 18:30’. Απ’ την άλλη άκρη ακούστηκε η δισταχτική νεανική φωνή του Χρήστου, που, μετά τις συστάσεις, συνέχισε κομπιάζοντας πού και πού ιδιαίτερα στα σημεία που ήθελε να τονίσει πόσο ανάγκη είχε αυτή τη θέση. «Τρία χρόνια άνεργος», «οχτώ μηνών ο γιός του», «γυναίκα με τρίωρες βάρδιες σε σούπερ μάρκετ».

Ο Τάσος, ο κοινός γνωστός, που μεσολάβησε γι’ αυτό το τηλεφώνημα προκριμένου να με παρακαλέσει να «μιλήσω όπου μπορώ», μου είχε περιγράψει τη μεγάλη ανάγκη που είχε ο 28χρονος πτυχιούχος ΤΕΦΑΑ Χρήστος για δουλειά, «έστω και γι’ αυτούς τους οχτώ μήνες».

Η «δουλειά» ήταν ναυαγοσώστης σε πισίνα δημοτικού γυμναστηρίου. Οι οργανικές θέσεις ήταν πέντε κι όλες «καλύπτονταν» επί χρόνια με προσλήψεις συμβασιούχων υπαλλήλων, ύστερα από σχετικές προσκλήσεις του Δήμου για οχτάμηνες συμβάσεις.

«Αφού αυτές οι θέσεις προβλέπονται από τον οργανισμό, γιατί επί τόσα χρόνια ο Δήμος δεν έχει προκηρύξει διαγωνισμό μέσω ΑΣΕΠ, ώστε να προσληφθούν πέντε μόνιμοι ναυαγοσώστες και να λειτουργεί χωρίς προβλήματα το δημοτικό κολυμβητήριο;» ήταν η εύλογη –νομίζω– απορία μου στο αρμόδιο συμβούλιο.

«Μα, το κολυμβητήριο πρέπει κάθε Σεπτέμβριο να είναι σε θέση να λειτουργήσει κι η προκήρυξη διαγωνισμού μέσω ΑΣΕΠ θα κάνει πάνω από τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί» ήταν η απάντηση του προέδρου –πιθανόν εύλογη κατά τη γνώμη του.


Το περιστατικό αυτό ήρθε πολλές φορές στο μυαλό μου εξαιτίας των νέων δεδομένων που δημιουργεί η διαθεσιμότητα σε χιλιάδες εργαζόμενους στους Δήμους. Πόσες άραγε χιλιάδες άνθρωποι έχουν βρεθεί στη θέση του Χρήστου, να υποχρεώνονται σε γνωστούς κι αγνώστους και να δοκιμάζεται η αξιοπρέπειά τους για να βρουν μια δουλειά, για να βγάλουν ένα μεροκάματο; Πόσοι άλλοι όμως ακόμα, μέσω γνωριμιών και διασυνδέσεων με τις εκάστοτε δημοτικές πλειοψηφίες –κι όχι μόνο– δεν «τρύπωναν» ως συμβασιούχοι σε θέσεις οργανικές, σε θέσεις που καλύπτουν «πάγιες και διαρκείς ανάγκες» των Δήμων και δεν ήρθαν, μετά την απόλυσή τους ή μετά από πολυάριθμες ανανεώσεις των συμβάσεών τους, τα δικαστήρια να τους αναγνωρίσουν το δικαίωμα διορισμού;

Οι απαντήσεις δίνονται εύγλωττα από τις χιλιάδες αντιδράσεις που έχουν ξεσπάσει.

Σήμερα οι Δήμοι είναι ανάστατοι και χιλιάδες εργαζόμενοι, χιλιάδες οικογένειες είναι σε απόγνωση, γιατί καλούνται να πληρώσουν τα σπασμένα και το «μάρμαρο» μιας αλόγιστης ψηφοθηρικής και κακώς εννοούμενης κοινωνικής πολιτικής. Οι άνθρωποι, οι εργαζόμενοι, είναι εκείνοι που έχουν τις μικρότερες ευθύνες, οι δημοτικές αρχές κατά πρώτο και κύριο λόγο, είναι οι υπεύθυνοι για τη δεινή θέση που σήμερα βρίσκονται και οι υποψήφιοι για διαθεσιμότητα και οι Δήμοι και η κοινωνία.

Μήπως όμως δεν συνέβη κάτι ανάλογο και με τις δημόσιες Υπηρεσίες, όταν κυβερνήσεις ιδιωτικοποιούσαν κρατικούς οργανισμούς ή επιχειρήσεις από τα καζίνα μέχρι την Ολυμπιακή, επιλέγοντας την εύκολη λύση να «μεταφέρουν» όλους τους εργαζόμενους και να τους τοποθετήσουν σε θέσεις του Δημοσίου, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ);

Μια απ’ τις διαρθρωτικές αλλαγές είναι η αναδιοργάνωση του Δημοσίου κι απ’ τις πρώτες συμφωνίες με τους δανειστές ήταν κι ο περιορισμός του αριθμού των εργαζομένων στο δημόσιο κατά 150.000 μέχρι το 2015. Το θυμάται άραγε κανείς αυτό;

Έκτοτε, στο όνομα της προστασίας των εργαζομένων του δημοσίου τομέα, καθυστερούσε ο γρήγορος σχεδιασμός κι η λήψη άμεσα ευέλικτων αποφάσεων. Ιδού τ’ αποτέλεσμα, όχι μόνο οξύνθηκε η ανάγκη επιβολής επιπλέον οριζόντιων μέτρων, αλλά δημιουργήθηκαν κι οι προϋποθέσεις, ώστε σήμερα υπό το κράτος της ανάγκης, δίχως να ‘χει προηγηθεί ψήγμα αναδιοργάνωσης, να εξωθούνται βίαια χιλιάδες εργαζόμενοι προς την έξοδο των Δήμων, αλλά και των δημοσίων Υπηρεσιών, δίχως σχέδιο, δίχως αξιολόγηση, επί της ουσίας δίχως αιτία.

Το φιάσκο της «εφεδρείας» δεν έγινε για κανέναν μάθημα. Οι «έφεδροι» δεν ξεπέρασαν τους 900, ενώ με τη διαδικασία αυτή εξαναγκάστηκαν οιονεί εκβιαστικά χιλιάδες στελέχη της διοίκησης να παραιτηθούν εν μία νυκτί, με συνέπεια η πλειονότητα των στελεχών του διοικητικού μηχανισμού, να λειτουργεί έκτοτε «με ανάθεση καθηκόντων», δίχως κάν την κρίση υπηρεσιακών συμβουλίων.


Όλες οι μεταρρυθμίσεις κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο μας αφορούν και μας επηρεάζουν, όταν όμως αναφέρονται στο μέλλον ανθρώπων κι ανατρέπουν τις ζωές τους δεν μπορούμε να μένουμε απαθείς ή αδιάφοροι, ούτε πολύ περισσότερο επιτρέπεται να «κρυβόμαστε» πίσω από μνημόνια και νόμους για ν’ αποσείσουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν μ’ ερμηνευτικές εγκυκλίους. Η ευθύνη αυτή την ώρα της κυβέρνησης είναι ν’ αξιοποιήσει τα εργαλεία που έχει ώστε κατά το δυνατόν, αμβλύνοντας τις αντιδράσεις, ν’ αντικειμενικοποιήσει τα κριτήρια προκειμένου να επιλεγούν οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα που θα υπαχθούν στο καθεστώς της διαθεσιμότητας μέχρι να μεταταγούν, μετεκπαιδευτούν ή απολυθούν.

Μέσω της απογραφής που πραγματοποιήθηκε το 2010, έχουν συγκεντρωθεί τα στοιχεία όλων των υπαλλήλων που υπηρετούν στο δημόσιο, σε ΝΠΔΔ , στους ΟΤΑ κι εν γένει σε δημόσιες Υπηρεσίες σε μια βάση δεδομένων. Από αυτήν θα μπορούσαν να εξαχθούν τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να δημιουργηθεί μια ενιαία και μοναδική επετηρίδα, ώστε ούτε λίστες από Δήμους κι Υπηρεσίες ν’ απαιτούνται, ούτε να μπαίνουν οι εργαζόμενοι, αλλά κι οι υπόλοιποι μισθωτοί ή άνεργοι, σε μια λογική κοινωνικού αυτοματισμού και να στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου.

Την αξιοσύνη δεν την κάνει η κατηγορία, το φιλότιμο και την εργατικότητα δεν την προσδιορίζει η σχέση εργασίας. Ένας εργατικός και φιλότιμος άνθρωπος θα προσπαθήσει το ίδιο είτε βρεθεί στο δημόσιο, είτε στον ιδιωτικό τομέα. Υπό το κράτος όμως της πίεσης να ψηφιστεί το μνημόνιο για να εκταμιευτεί –οψέποτε– η περιβόητη κι ακριβοθώρητη δόση και της ολιγωρίας, ώστε να προηγηθεί ενδελεχής και συστηματική προετοιμασία γι’ αυτό το σοβαρό ενδεχόμενο ή μάλλον δεδομένο, όλα έγιναν άρον – άρον, στο πόδι.

Όσο δίκιο, λοιπόν, κι αν έχει η κοινωνία να αδημονεί μήπως ξεφύγει από το φαύλο κύκλο που έχει περιέλθει, άλλο τόσο δίκιο έχουν κι οι χιλιάδες εργαζόμενοι «ΙΔΑΧ» διοικητικοί υπάλληλοι, που εν μία νυχτί οδηγούνται σαν άτακτα κοπάδια στη λαιμητόμο της ανασφάλειας κι εργασιακής αβεβαιότητας.

Κάποιοι άφησαν την πόρτα ανοιχτή. Οι άνθρωποι όμως κι οι ζωές τους τι τους φταίνε;

Ευτυχώς για τον Χρήστο, είναι ναυαγοσώστης...

ΦΩΤΟ: Αυτοδιοίκηση

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

'Ολοι ενωμένοι.






Έμεινα βουβός.

Μη νομίζεις πως το ‘κανα μ’ ελαφριά την καρδιά. Μην κάνεις το λάθος να πιστέψεις πως μέσα μου ξεφούσκωσε ο θαυμασμός κι η συγκίνηση, ούτε πως βαρέθηκα τα προσκλητήρια και τις μεταλλικές φωνές απ’ τα μεγάφωνα ν’ ακούω στην Πατησίων.

Έμεινα βουβός γιατί η σιωπή γι’ Αυτό, μετράει πλέον περισσότερο απ’ τις λέξεις.

Τι να πω; Αν οι νεκροί ήταν τριάντα ή σαράντα;

Τι ν’ αποδείξω; Ότι η λευτεριά είναι καλύτερη από την όποια καταπίεση;

Ξεφλούδισαν οι λέξεις πια στις μέρες μας. Ως το μεδούλι τους τις στριφογυρίζουμε, τις πιπιλάμε, για να φτάσουμε, αλλά την ουσία τους προ πολλού λες και την έχουμε ξεχάσει –ή μήπως χάσει;

Περιπλανήθηκα σε δεκαετίες αποπροσανατολισμένες, αντιπαλεύοντας ποιο επίθετο να προσάψω στον Αγώνα. Έφτασα στις μέρες μας τις άνυνδρες κι ακόμα μέσα μου στριφογυρίζει το σαράκι, για ποιον Αγώνα άραγε ψαχνόμουν τέτοιες μέρες αν δικαιώθηκε ή αν συνεχίζεται; Αυτόν που την ψυχή μου και το είναι μου ανταριάζει ή μήπως ‘κείνον που παντιέρα στα παζάρια περιφέρανε και τον κρεμάσαν στις απλώστρες και τα σύρματα;

Κοντοστάθηκα σε σχολικές γιορτές και σε αργίες –τι κρίμα– μ’ απορία. Δίπλα σε χιλιάδες –στην αρχή τουλάχιστον– φωνές στεντόρειες περπάτησα, φωνές σαν μία, που δονούσαν τις βιτρίνες της Αθήνας. Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία.

Αποτραβήχτηκα όταν οι φωνές σταμάτησαν, αλλά τότε οι βιτρίνες άρχισαν να σπάνε και οι κραυγές με τα ποδοβολητά μπερδεύτηκαν κι οι ανάσες άρχισαν να κόβονται, όχι απ’ την έξαψη και των ωρών Εκείνων την ανάμνηση, αλλά από καπνούς και φλόγες ενός σήμερα που τίποτα στο αύριο δεν δείχνει.

Έμεινα βουβός, αλλά δεν άντεξα. 

Με τη λαχτάρα και το φόβο και το τρέμουλο, όπως τότε που μυστικά και κάτω απ’ τα σκεπάσματα κρατούσα το τρανζίστορ, γύρισα το διακόπτη, διαπασών, το «Όλοι ενωμένοι» για άλλη μια φορά –τριακοστή ένατη– ν’ ακούσω

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Τα ίδια Παντελίδη μου, τα ίδια Παντελή μου.



Ο Παντελής Παντελίδης είναι το νέο αγαπημένο πρόσωπο των μίντια. Χρόνια περιφερόταν ο καλλιτέχνης από δωμάτιο σε δωμάτιο κι από κάμαρα σε κάμαρα μέσα στο σπίτι του, ώσπου να φτάσει τελικά μέσα στο στούντιο μαζί με τον Βασίλη Καρρά.

Στο YouTube το «Δεν ταιριάζετε σου λέω» συναγωνίζεται –τηρουμένων των αναλογιών– το «Rolling in the deep», ενώ το «Συνοδεύομαι» συνοδεύεται από 2.047 σχόλια κι από 3 εκατομμύρια περίπου views.

Πρόκειται για μια μεγάλη επιτυχία.

Στην Ελλάδα της μιζέριας και της στασιμότητας, ίσως η περίπτωση του Παντελή Παντελίδη να είναι το μοναδικό «νέο προϊόν» που παράχθηκε το 2012. Μόνος, με το πείσμα, την επιμονή, το μεράκι, αλλά και το ταλέντο του. Ναι, «φίλοι μου αγαπημένοι», όπως έλεγε χαρακτηριστικά πριν πολλά χρόνια ένας άλλος κυνηγός ταλέντων, ο Γιώργος Οικονομίδης, το παλικάρι αυτό κατέθεσε μέσα από τα βιντεάκια που ανέβαζε, το μεράκι και το ταλέντο του.

Δεν έχω το χάρισμα πανελίστα του «Ελλάδα έχεις ταλέντο» ή του «X-Factor» για να κρίνω τις φωνητικές του αρετές, τις υψηλές ή χαμηλές οκτάβες του κι όλα αυτά τα βαθυστόχαστα, που αναλύονταν από τους κριτές σ’ αυτές τις εκπομπές του πάλαι ποτέ τηλεοπτικού μας παρελθόντος. Εκείνο που ξέρω είναι ότι όταν ανακάλυψα –το περασμένο καλοκαίρι– τα τραγούδια του κάτι μου έκανε «κλικ».

Μέσα από την απλότητα του στίχου, τη μονοτονία ίσως της μελωδίας, το εντελώς αδιάφορο σκηνικό, το άκουσμα έφτανε στ’ αυτιά μου ενδιαφέρον, συμπαθητικό. Δεν απέπνεε αυτό το δήθεν «κουλτούρα», δήθεν «ποιότητα», δήθεν «εγώ είμαι και κανείς άλλος». Είχε μιαν αυθεντικότητα και μια ειλικρίνεια που το έκανε άμεσο, επικοινωνιακό, ελκυστικό.

Ίσως η περίπτωση του Παντελή Παντελίδη, ανεξάρτητα αν ο ίδιος κι η επιτυχία του αντέξουν στο χρόνο, να μπορούσε ν’ αποτελέσει για όλους μας μιαν υπενθύμιση ενός εαυτού που χάσαμε στην πορεία του χρόνου τυφλωμένοι απ’ τη ματαιοδοξία κι αποπροσανατολισμένοι απ’ τη μισαλλοδοξία. Σίγουρα κι αυτός θ’ ακούσει και θα διαβάσει πολλά απ’ τη στιγμή που ξέφυγε απ’ την ανωνυμία, βλέπεις διαθέτει ακόμα ανεξάντλητες ποσότητες απ’ αυτά τα «υλικά» η σύγχρονή μας πραγματικότητα.

Στις μέρες της μιζέριας και του τίποτα, στην εποχή της κατάθλιψης και των αδιεξόδων, δεν υπάρχει γύρω μόνο η γκρίνια κι η απογοήτευση, δεν υπάρχει μόνο η φυγή κι η παραίτηση, που αποτελούν την καθημερινή πια συνήθεια και την αγαπημένη μας ενασχόληση. Υπάρχουν χιλιάδες ευκαιρίες και δυνατότητες για να ξεφύγουμε και ν’ απαγκιστρωθούμε από τα ασφυκτικά πλαίσια της οικονομικής στενότητας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης.

Προσπάθεια χρειάζεται, ψάξιμο, υπομονή, επιμονή και όρεξη.

Μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, όλα εκείνα που ανατρέπουν άρδην τον τρόπο ζωής και τα κατεστημένα σχεδόν τριάντα και πλέον χρόνων, έχουμε οδηγηθεί σε μιαν άνευ όρων παραίτηση κι υποχώρηση. Ακόμα και στις περιπτώσεις που αντιδρούμε κι αντιστεκόμαστε είναι για να καταστρέψουμε, για να γκρεμίσουμε, για να οικτίρουμε και να κατακρίνουμε.

Αυτό που στην ουσία έχουμε αφήσει πίσω μας, αυτό που μ’ ευκολία παραμερίσαμε, είναι αρετές και συνήθειες, που παραδοσιακά μας χαρακτήριζαν ως λαό και τόνιζαν την ιδιαιτερότητα και την ξεχωριστή μας ιδιοσυγκρασία. Πέσαμε με τα μούτρα στα εύκολα και τα δήθεν, στο πλαστικό χρήμα και τις πλαστικές αισθητικής, στο delivery ιδεών και στο fast food του μέλλοντος. Ονομάσαμε ανάπτυξη την αλόγιστη κατανάλωση, βαφτίσαμε πρόοδο τη διαφθορά και την παραοικονομία, αποκαλέσαμε κοινωνική ανέλιξη την καλοπέραση και το lifestyle.

Όλα αυτά ο Παντελής Παντελίδης μας τα έτριψε στα μούτρα. Απλά, αθόρυβα, οικονομικά. Έφτασε σ’ ένα αποτέλεσμα για το οποίο, όποιον κι αν ρωτούσε στο ξεκίνημα της προσπάθειας, θα του έλεγε ότι είναι τρελός ή –στην καλύτερη περίπτωση– να κάτσει στ’ αυγά του και να μην κάνει ανοησίες. Όμως σημασία έχει ότι έφτασε κάπου, βγήκε στην επιφάνεια, στο φως.

Τα κατάφερε.

Μπορούμε να βγούμε κι εμείς στο φως, να βγούμε απ’ το λαγούμι μας. Μπορούμε να τα καταφέρουμε.

Δεν ταιριάζουμε, και δεν είναι ανάγκη να μας το πει κι αυτό ο Παντελής Παντελίδης. Τουλάχιστον όμως, ας συμφωνήσουμε σ’ αυτό κι ας μην το αξιοποιούμε μονότονα ως άλλοθι. Ας πάμε παρακάτω όλοι μαζί, διατηρώντας καθένας τις επιφυλάξεις ή τις αντιρρήσεις του. Ας ξεσηκωθούμε, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε επιτέλους κάτι δημιουργικό κι ελπιδοφόρο, είτε μας αφορά όλους, είτε τον καθένα ξεχωριστά.

Αντικειμενικά στο λέω, θα πετύχουμε.

…Κι άσ’ τις φίλες του Παντελίδη –και του Σόιμπλε– να λένε το αντίθετο!

Foto: athensmagazine

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Το λιντσάρισμα της λογικής.

Πριν από δυο δεκαετίες περίπου η Ιταλίδα βουλευτίνα Τσιτσιολίνα –για όσους θυμούνται– είχε επιλέξει ως επικοινωνιακό τρυκ το ξεγύμνωμα του στήθους της δημόσια, προσφέροντας στο φιλοθεάμον κοινό της εποχής «πλούσιο» θέαμα. Στις μέρες μας πολλοί Έλληνες βουλευτές, με την ευκαιρία των συζητήσεων για την ψήφιση των νέων μέτρων και του προϋπολογισμού, επέλεξαν ως μέσο επικοινωνίας και θεάματος το δημόσιο «ξεβράκωμα».

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ηχηρό μήνυμα προς την κοινωνία από τις εμφανίσεις αυτές, ούτε ισχυρότερη αντανάκλαση του κοινωνικού ειδώλου, όπως πέρασε μέσα απ’ τις οθόνες των τηλεοράσεων, κατά τη διάρκεια των πολύωρων τηλεοπτικών μεταδόσεων. Εικόνες που σόκαραν περισσότερο από τη σκληρότητα κάποιων μέτρων και λεγόμενα που «λιντσάριζαν» με αγριότητα την κοινή λογική.

Σίγουρα ο πολιτικός λόγος εντός –και εκτός– του Κοινοβουλίου έχει χάσει από χρόνια την αίγλη και τη λάμψη παλαιότερων εποχών. Η ανταλλαγή επιχειρημάτων, η τεκμηρίωση κι η πρόταση διαφορετικών πολιτικών ανήκουν από καιρό στα εκθέματα κι αυτά του μουσείου της Βουλής. Το ίδιο κι ο σεβασμός της διαδικασίας, του χώρου, του ομιλητή. μαζί με το «ξεχείλωμα» του Κανονισμού «ξεχείλωσαν» οι αξίες κι η ευπρέπεια, που κατά κανόνα διέκριναν τις συνεδριάσεις του Νομοθετικού Σώματος.

Δεν περίμενε, νομίζω, κανείς να γίνει σοφότερος από τις συζητήσεις αυτές, η κρισιμότητα όμως των ημερών κι η σπουδαιότητα των αποφάσεων που επρόκειτο να ληφθούν, δημιουργούσαν εκ των πραγμάτων ένα αυξημένο ενδιαφέρον και μια εύλογη περιέργεια της κοινής γνώμης στη χώρα μας. Η ρευστότητα δε του πολιτικού περιβάλλοντος σε συνδυασμό με τη σπουδαιότητα των διακυβευόμενων από τ’ αποτελέσματα των ψηφοφοριών, προκαλούσαν ούτως ή άλλως και τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά και το ευρύτερο διεθνές ενδιαφέρον.

Εν ονόματι αυτής της δημοσιότητας και χάριν του «θεάματος», εκπρόσωποι από διάφορα κόμματα δεν δίστασαν ν’ αφαιρέσουν και το ύστατο «φύλο συκής» από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, να προκαλέσουν και να ευτελίσουν κυριολεκτικά το θεσμό, τον οποίο εκλέχτηκαν να υπηρετήσουν εκπροσωπώντας τον ελληνικό λαό. Η όποια ενημέρωση πέρασε σε δεύτερο πλάνο και τα όποια συμπεράσματα επί της ουσίας περιθωριοποιήθηκαν κι επισκιάστηκαν από τις «θεαματικές» δηλώσεις κι εκδηλώσεις βουλευτών και κομματικών εκπροσώπων.

Τα γεγονότα αυτά φανερώνουν όμως μιαν όψη, όχι μόνο της λειτουργίας των θεσμών, αλλά και των διαθέσεων του λαού ως εκλογικό σώμα. Δίνουν την ευκαιρία να επανέλθει στο προσκήνιο ο προβληματισμός κι η συζήτηση για τον τρόπο που επιλέγουν οι ψηφοφόροι τους εκπροσώπους τους, αλλά και ποια είναι τα κριτήρια που τα πολιτικά κόμματα επιλέγουν τους υποψηφίους τους. Συζήτηση που κρατάει χρόνια κι επανέρχεται με την ευκαιρία παρόμοιων περιστατικών.

Μιλώντας για την ανάγκη αλλαγής του κράτους μέσω της ριζικής ανατροπής της Δημόσιας Διοίκησης και της μεταρρύθμισης θεσμών και λειτουργιών της, προβάλει επιτακτική κι ανάγκη επανασχεδιασμού κρίσιμων για τη λειτουργία του πολιτεύματος θεσμών, όπως είναι το κοινοβουλευτικό σύστημα κι ο τρόπος αντιπροσώπευσης. Η παρούσα συγκυρία, με τις ανακατατάξεις στο πολιτικό πεδίο και τις θεαματικές μεταβολές στους κομματικούς συσχετισμούς, εμφανίζεται ως ιδεώδης για την ανατροπή ή την ανανέωση δομών και διαδικασιών, αν και –υπό τις παρούσες ασταθείς συνθήκες– κρύβει ενδεχομένως εξίσου επισφαλείς για το δημοκρατικό πολίτευμα πτυχές, που θα πρέπει να επισημανθούν και ν’ αντιμετωπιστούν. Η ολοκλήρωση όμως του εκσυγχρονισμού της χώρας, θα κινδυνεύσει να παραμείνει αλυσιτελής, αν δεν προωθηθούν κι οι απαραίτητες αλλαγές στο επίπεδο της λειτουργίας και του Κοινοβουλευτισμού.

Το εκλογικό σώμα, επηρεάζεται, κατευθύνεται, παρασύρεται, δεν είναι απαθής κι αμέτοχος παρατηρητής, δεν είναι όμως, σε κάθε περίπτωση, κι ο κυριότερος υπεύθυνος για τις στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες που παρουσιάζει σήμερα το πολιτικό μας σύστημα. Για τα προβλήματα αντιπροσώπευσης, κομματισμού, διαπλοκής ή πελατειακών σχέσεων, πρώτος και κυρίως υπεύθυνος είναι η εκτελεστική εξουσία, η εκάστοτε κυβέρνηση, που έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες, αλλά και την ευθύνη της πολιτικής που εφαρμόζεται. Για την ποιότητα όμως της δημοκρατίας, υπεύθυνοι είναι όλοι οι εμπλεκόμενοι στις πολιτικές διαδικασίες, άμοιρη ευθυνών δεν είναι ούτε η εκάστοτε αντιπολίτευση, ούτε τα ΜΜΕ, ούτε τα συνδικάτα, ούτε οι κοινωνικοί φορείς.

Η δημοκρατία μας αφορά όλους. Αν θα είναι θωρακισμένη ή «ξεβράκωτη», μάλλον οι πρόσφατες συζητήσεις στη Βουλή, πρόσφεραν αρκετή «ύλη» προβληματισμού σε όλους τους εμπλεκόμενους. Ίσως κάποιοι εκτός Κοινοβουλίου, εξαιτίας της ποιότητας του «θεάματος», αναγκάστηκαν να κλείσουν τα μάτια ή τους δέκτες τους, οι μόνοι που δεν δικαιούνται να εθελοτυφλούν πλέον είναι οι εντός της αιθούσης βουλευόμενοι σε όποια πτέρυγα κι αν βρίσκονται.

Στην περίπτωση αυτή, το βολικό –και ηχηρό– «όχι σε όλα» δεν είναι η πιασάρικη ατάκα κατά την ψηφοφορία των ελλειμματικών προϋπολογισμών του παρελθόντος, αλλά το αποκρουστικό στριπτίζ του ελλείμματος ήθους και δημοκρατίας του παρόντος.

ΦΩΤΟ: sosandranews

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Δεν θα περάσει το "πακέτο".


Ο Ομπάμα κέρδισε άνετα, ο Ολυμπιακός κέρδισε χαλαρά, ο γενικός δείκτης κέρδισε ένα 0,40% νευρικά, η «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» με ποιον τρόπο άραγε μπορεί να κερδίσει τις ψήφους των βουλευτών;

Κρίσιμη βραδιά η σημερινή. Μετά από τόσους μήνες με τα πήγαιν’ – έλα της τρόικα, μετά από τόσες διαβουλεύσεις και «διαπραγματεύσεις», τόσους προβληματισμούς, πιέσεις κι υπαναχωρήσεις, η αποψινή βραδιά μετρά τη συνοχή και την αντοχή της κυβέρνησης Σαμαρά, της κυβέρνησης που μέτρο – μέτρο έχει φτάσει στα όρια της αντοχής της, αλλά και της αντοχής της κοινωνίας.

Είναι φανερό από καιρό –από το καλοκαίρι ιδίως και μετά– ότι η λύση για την «Ελληνική περίπτωση» μπορεί να ενταχθεί μέσα σ’ ένα πλαίσιο ευρύτερης Ευρωπαϊκής διευθέτησης της οικονομικής κρίσης, αλλά επί της ουσίας θ’ αποτελεί μια ξεχωριστή κι ιδιαίτερη πτυχή. Η λύση του προβλήματος για τη χώρα μας θα είναι και πάλι πρωτίστως πολιτική και δευτερευόντως οικονομική. Αυτή τη φορά όμως βρισκόμαστε με την «πλάτη στον τοίχο» και το οπλοστάσιο των επιχειρημάτων μας συντετριμμένο. Θα κάνουμε ό,τι μας πουν.

Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της χώρας, η απόκλιση απ’ το μέσο όρο της Ευρωζώνης αφενός κι η ισχυρή Γερμανική επιβολή στις υποθέσεις της Ευρώπης αφετέρου, δημιούργησαν ένα ασφυκτικά αρνητικό περιβάλλον, που η διαχείρισή του, υπό την πίεση μάλιστα των δεδομένων και των εξελίξεων, ήταν αδύνατη για οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση, αν δεν επιθυμούσε, βέβαια, να «σκάσει η χώρα στα χέρια της».

Κάναμε κι εμείς ό,τι περνούσε απ’ το χέρι μας για να επιδεινώσουμε την ούτως ή άλλως προβληματική κατάσταση. Συμπεριφερθήκαμε σαν original Έλληνες, σαν τις ελληνικές ομάδες στις διεθνείς διοργανώσεις, καταστροφικό παιχνίδι κι ανοργανωσιά μήπως κρατηθεί το αποτέλεσμα στο χι ή αν τύχει και βάλουμε κάποιο γκολ, από τα πολλά – πολλά και μόλις βρεθούμε πίσω στο σκορ αρχίζουμε να τρέχουμε σαν τους τρελούς για «να το γυρίσουμε». Η δίχρονη ιστορία μας με τα μνημόνια και τα συμπαραμαρτούντα αυτή την εικόνα φέρνει στο μυαλό μου.

Απόψε θα «περάσει» το νομοσχέδιο «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013- 20» –το «πακέτο»– ίσως περάσει και με μεγαλύτερη άνεση από την κοινοβουλευτικά αναγκαία, μεγαλύτερη απ’ αυτήν που θα επιτρέπει γκρίνιες κι αμφισβητήσεις από τους αντιπολιτευόμενους. Θα ψηφιστεί και θα σφραγιστεί και με τη μεγάλη του κράτους σφραγίδα πριν πάρει το δρόμο για το Εθνικό Τυπογραφείο.

Στη συνείδησή μας δεν θα περάσει, δεν θα το «χωνέψουμε». Διαισθανόμαστε, ότι η εφαρμογή του θα προκαλέσει περαιτέρω επιδείνωση του βιοτικού μας επιπέδου και θα «εκπαραθυρώσει» –κυριολεκτικά και μεταφορικά– πλήθος συνανθρώπων μας από τα μεσαία στρώματα, εξωθώντας τους, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ενδεχομένως και για πρώτη φορά στην τακτοποιημένη ως τώρα ζωή τους, σε συνθήκες ανέχειας και κοινωνικής περιθωριοποίησης.

Αυτό το κόστος κι αυτό το τίμημα το δυσβάσταχτο για την κοινωνία μας θα είναι η επισφράγιση της πολιτικής λύσης της «Ελληνικής περίπτωσης». Όποιες διευθετήσεις, συμφωνίες ή ρυθμίσεις μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Eurogroup γίνουν απ’ αυτή τη νύχτα και μετά, θα έχουν να κάνουν με τη λογιστική διαχείριση και τακτοποίηση της υπόθεσης. Ο χρόνος από αύριο θα μετρά διαφορετικά για τη χώρα, για το πολιτικό της σύστημα, για την κοινωνία.

Η αποτυχία κι η επιτυχία μαζί, σ’ ένα πακέτο.

Η αποτυχία να οραματιστούμε, να σχεδιάσουμε και να εφαρμόσουμε ως οργανωμένη πολιτεία το ρόλο και τη θέση μας στην Ευρώπη, η επιτυχία να κατορθώνουμε –παρά τα διαδοχικά λάθη και τις κραυγαλέες παραλήψεις– με τους κόπους και τις θυσίες της τελευταίας διετίας, αλλά και των επόμενων χρόνων, να κερδίσουμε μια δεύτερη ευκαιρία για να επανενταχθούμε σ’ αυτή.

Η επιτυχία αυτή είναι η «προίκα», οι προσδοκίες, αλλά και το διαβατήριο του λαού μας στην επίπονη πορεία προς ένα καλύτερο αύριο, ταυτόχρονα όμως αποτελεί και κρίσιμο στοίχημα για το πολιτικό μας σύστημα, ώστε μέσα απ’ την αποτυχία του να κατορθώσει να ξεπεράσει αγκυλώσεις κι αδυναμίες, ν’ αναγεννηθεί και να συνεγείρει συσπειρώνοντας κι ενώνοντας το λαό σε μια πανεθνική προσπάθεια ανάπτυξης και προόδου με δημοκρατία, ισότητα και δικαιοσύνη για όλους.

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Με πυξίδα το παρελθόν.



Δυσανασχετώ κι εκνευρίζομαι μερικές φορές, μ’ όλες αυτές τις συζητήσεις και τις αναφορές στο παρελθόν, στα πεπραγμένα, στα λάθη, τις παραλήψεις, τους υπευθύνους και τους ανεύθυνους. Αλλά, κι απ’ την άλλη, για τις αδιάκοπες αναπολήσεις των χρόνων της ευμάρειας και των παροχών, της ξενοιασιάς και της άνεσης ή κι ακόμα πιο παλιά για την εποχή της δραχμής, της γειτονιάς, του παππού και της γιαγιάς.

Το παρελθόν στέκεται μπροστά μας κι είναι παρόν σε κάθε βήμα μας βαραίνοντας τους συλλογισμούς μας και αποπροσανατολίζοντας την πυξίδα μας. Το παρελθόν, εξωραϊσμένο και γυαλιστερό από το λούστρο των σειρήνων του λαϊκισμού και της οπισθοδρόμησης, φαντάζει μπρος στα υπνωτισμένα μάτια μας σαν η μόνη διέξοδος –η έξοδος κινδύνου– από την κρίση στην οποία έχουμε περιέλθει.

Δεν είναι τυχαίο, ούτε συγκυριακό, ότι οι περισσότεροι δεν σχεδιάζουν, ούτε ονειρεύονται, αποφεύγουν να μιλήσουν για το μέλλον ή όταν αναφέρονται σ’ αυτό το προσδιορίζουν με τη χρονική διάρκεια του μνημονίου ή με την «επιμήκυνση» του μεσοπρόθεσμου προγράμματος. Ο χρόνος στην πατρίδα μας έχει αποκτήσει στενά λογιστική διάσταση και το μέλλον έχει ταυτιστεί με τη λέξη «ανάπτυξη», λέξη στην οποίο καθένας δίνει το περιεχόμενο και την ερμηνεία που νομίζει ή που τον συμφέρει.

Κανείς δεν γνωρίζει. Τα γεγονότα εξελίσσονται ερήμην μας προς το άγνωστο και σ’ αυτές τις περιπτώσεις το παρελθόν –μοιραία– είναι πιο προσιτό κι εύκολο να υποκαταστήσει και το νηογνώμονα και τον εξάντα.

Για να χαραχθεί η πορεία προς το αύριο, προς το μέλλον, δεν περιμένεις να μπει όρος σε κάποιο νέο μνημόνιο, ούτε να πάρει γι’ αυτό απόφαση η σύνοδος κορυφής. Βάζεις κάτω τα δεδομένα σου, υπολογίζεις τις δυνάμεις σου και βάζεις στόχους, επεξεργάζεσαι πολιτικές, διαμορφώνεις το περιβάλλον. Όταν το αύριό σου φτάνει μέχρι την εκταμίευση της επόμενης δόσης και μετατίθεται από eurogroup σε eurogroup, τότε αφήνεις το «τιμόνι» στο παρελθόν και την ατζέντα της καθημερινότητας διαμορφώνει η εσωστρέφεια.

Κυβέρνηση κι αντιπολίτευση, με τη στάση τους φανερώνουν ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν μπρος. Αδυνατούν να οραματιστούν και να εμπνεύσουν την κοινωνία να σταθεί όρθια σ’ αυτή την καμπή και να βαδίσει τον ανήφορο με το κεφάλι ψηλά. Στιχίζονται με βήμα αργό πίσω απ’ τον κυλίβαντα που περιφέρει το απονεκρωμένο πολιτικό μας σύστημα, αδυνατώντας είτε να το ξεπεράσουν, είτε να το αναθεωρήσουν. Απλώς ακολουθούν, την πεπατημένη.

Με τον τρόπο αυτό, η δύσκολη ούτως ή άλλως καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη δίχως μια ικμάδα φωτός, ελπίδας, αισιοδοξίας. Δίχως μια χαραμάδα στο αύριο, που δεν θα είναι οφθαλμαπάτη και παραπλάνηση, που δεν θα σκοτίζεται απ’ τον εκφοβισμό και το ψέμα. Την αλήθεια με λόγια απλά, κατανοητά, ανθρώπινα περιμένει ν’ ακούσει όλος αυτός ο κόσμος, που δύο και πλέον χρόνια τώρα σέρνεται σα σακί από δόση σε δόση κι εξευτελίζεται από διαψεύσεις και μισόλογα.

Αυτή είναι η βάση για να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με το παρελθόν. Να μπει μια τελεία στις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα, στις αναδιφήσεις και τις αναλύσεις, στα «εάν» και τα «μήπως». Να πει κάποιος την αλήθεια κι όχι την αλήθεια του «ίσως» ή την αλήθεια που τον συμφέρει. Να μιλήσει κάποιος με ειλικρινή έργα, με πράξεις, κι όχι με επιτηδευμένη αγωνία ή κραυγάζουσα συμπόνια.

Έτσι, το παρελθόν από μπαμπούλας και καταφύγιο, να γίνει  οδηγός και κίνητρο, παρηγοριά στο παρόν και παράθυρο στο μέλλον.

Photo: Goog-wallpapers