Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Καθαρές κουβέντες και καθαρίσαμε;



Στο μικρόκοσμο της χώρας, εδώ που οι δημοσιογράφοι κι οι πολιτικοί μας είναι γνωστοί με τα χαϊδευτικά τους ακόμα, μπορεί οι θεατρικές σκηνές να ξεφυτρώνουν –ελέω τηλεοπτικής μιζέριας– σαν τα μανιτάρια, αλλά οι πραγματικές παραστάσεις στήνονται σ’ άλλα στέκια. Οι φίρμες δεν βρίσκονται πια μεταξύ ηθοποιών, τραγουδιστών ή ποδοσφαιρικών αστέρων. Τα πρώτα ονόματα, οι γκλαμουράτοι και πιασάριδες, οι αστέρες άλλαξαν πιάτσες και συνήθειες, συχνάζουν στο βήμα της Βουλής, έξω απ’ τ’ αμαξοστάσια και τις καταλήψεις, στα αλλεπάλληλα τηλεοπτικά πάνελ και παράθυρα, γενικά όπου υπάρχουν κάμερες –και δεν είναι λίγες– δόξα να ‘χει το ΕΣΡ μας.

Οι Ρέππας-Παπαθανασίου θα σκάνε απ’ το κακό τους ακούγοντας τις τρομερές ατάκες κάποιων ευφάνταστων βουλευτών κι ο Αλέξανδρος Ρήγας θα ριγεί με δέος διαβάζοντας της επιθεωρησιακού χαρακτήρα ανακοινώσεις μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ.

Η λογική του «άσπρο – μαύρο» που δεσπόζει για δεκαετίες στον πολιτικό λόγο του δίπολου «κυβέρνηση – αντιπολίτευση» ακολουθείται μηχανιστικά μέχρι και σήμερα, μπολιασμένο μάλιστα με μπόλικες δόσεις αλαζονείας, αμετροέπειας κι αμορφωσιάς, προσδιορίζοντας –σαν σημείο των καιρών– το πλαίσιο της κομματικής αντιπαράθεσης και τα όρια του πολιτικού λόγου. Εύλογα όμως, θα μπορούσε ν’ αναρωτηθεί κάποιος, αν ακόμα και στις μέρες των μνημονίων, των μεσοπρόθεσμων και των δανειακών συμβάσεων, είναι λογικό αυτή η λογική του «άσπρο – μαύρο» κι οι αντίστοιχοι ρόλοι να εξακολουθούν να καθορίζουν τη στάση και τη συμπεριφορά των κομμάτων και να διαμορφώνουν τους όρους της πολιτικής επικοινωνίας.

Η κρίση του πολιτικού συστήματος δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση. Η έλλειψη αξιοπιστίας, συνέπειας, νηφαλιότητας, ορθολογισμού και σύνεσης, δεν καταλογίζεται από τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας μόνο στα κόμματα που κυβέρνησαν ή κυβερνούν. Θεωρείται ως φαινόμενο που ενδημεί στο σύνολο των κομματικών σχηματισμών και μέρα τη μέρα και δήλωση με τη δήλωση, επιτείνει την απαξίωση και κατατρώει σαν το σαράκι τα εναπομείναντα ίχνη ισχύος κι επιρροής τους. Κάποιοι έχουν βαλθεί με την καθημερινή σχεδόν παρουσία και δράση τους να το επιβεβαιώνουν κατηγορηματικά.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η κυβέρνηση δίνει τον τόνο. Διαμορφώνει την πολιτική ατζέντα, καθορίζει εν πολλοίς το κλίμα και την ατμόσφαιρα των εξελίξεων. Έχει κατά το κοινώς λεγόμενο «την πρωτοβουλία των κινήσεων». Με αυτή την έννοια, πολύ σωστά, οι «καθαρές κουβέντες» από τα πρωθυπουργικά χείλη, επ’ ευκαιρία των κινητοποιήσεων στους συγκοινωνιακούς φορείς, βγήκαν –υπό συνεχή βροχόπτωση– με αποφασιστικότητα: «Τα λάθη του παρελθόντος δεν θα ξαναγίνουν».
 
Η πρωθυπουργική δήλωση απηχεί τις επιθυμίες και τις προσδοκίες της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Για ν’ αποκωδικοποιηθεί όμως το μήνυμα και ν’ αξιολογηθεί ως έγκυρο και πειστικό, δεν αρκεί μόνο η επίδειξη αποφασιστικότητας και τόλμης σε περιπτώσεις εφαρμογής του νόμου και της τάξης. Η προσπάθεια για φυγή από τη λογική του «άσπρο – μαύρο» δεν νομιμοποιείται μόνο από την έκφραση καλής θέλησης κι άλλες ευπροσήγορες εξαγγελίες ενώπιον κομματικών επιτελείων ή διεθνών φόρουμ. Η αλλαγή σελίδας για το πολιτικό σύστημα –εφόσον βέβαια μιλάμε σοβαρά– δεν μπορεί να περιορίζεται τόσο στενά χρονικά, όσο μόνο μια κυβερνητική θητεία εξασφαλίζει και μάλιστα υπό τις παρούσες συνθήκες, αλλά είναι μακρά, συλλογική, επίπονη κι επίμονη προσπάθεια.
 
Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις για «ψύλλου πήδημα» και με το ύφος που εκφέρονται δεν συμβάλουν στην αλλαγή του μοντέλου πολιτικής επικοινωνίας μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά προπαντός μεταξύ κυβέρνησης και πολιτών. Ακολουθούν το μοντέλο επικοινωνίας που κυριάρχησε προηγούμενα χρόνια και στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν διακρινόταν ούτε για την εμβέλεια και την πειστικότητά του, ούτε για την αποτελεσματικότητά του. Ουσιαστικά, ο τρόπος αυτός επικοινωνίας αναιρεί στην πράξη τις «καθαρές κουβέντες» του πρωθυπουργού για αποφυγή λαθών του παρελθόντος.

Είναι πολύ κατώτερες των περιστάσεων, όπως αναδεικνύονται από τη δύσκολη συγκυρία που διέρχεται η χώρα και φορτίζουν το πολιτικό σκηνικό μια περίοδο που είναι αναγκαίο ο καθένας που βρίσκεται σε θέση εξουσίας ή ευθύνης, αλλά κι ο κάθε πολίτης, να επιδείξει σύνεση, αυτοσυγκράτηση και μέτρο. Πέρα απ’ αυτά, η αισθητική τους, οι λέξεις, οι εκφράσεις, στην προσπάθεια ν’ αναδειχθεί το «άσπρο», δίνουν έναν τόνο απαξίωσης κι αλαζονείας, έναντι της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά κύριο λόγο, που δεν δικαιολογούνται από την καμπή και την κρίση που και το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα έχει περιέλθει. Ο πολιτικός λόγος της κυβέρνησης, οι «καθαρές κουβέντες» κατά τον πρωθυπουργό έχει σημασία ν’ ακούγονται από τους πολίτες. Τον καθημερινό σχεδόν «διάλογο» κυβέρνησης – αντιπολίτευσης, μέσω των κυβερνητικών ανακοινώσεων, ποιο, άραγε, ακροατήριο έχει διαπιστωθεί ότι τις παρακολουθεί και ποιοι είναι οι αποδέκτες αυτής της ενημέρωσης;

Μια ανέξοδη, αλλά πολλαπλάσια αποτελεσματική, επένδυση στο επίπεδο της πολιτικής επικοινωνίας, θα μπορούσε να ήταν η διατύπωση λιτών και σαφών απόψεων, με σοβαρότητα, ακρίβεια, υπευθυνότητα, κάθε φορά που πραγματικά θα υπήρχε ουσιαστικός λόγος. Ν’ άκουγαν, με τον τρόπο αυτό, οι κουρασμένοι ακροατές και να διαβάσουν οι μπαϊλντισμένοι αναγνώστες –για τους τηλεθεατές δε γράφω, γιατί αυτοί έχουν «καεί» προ πολλού– δυο κουβέντες καθαρές, μετρημένες, διαφωτιστικές. Δυο κουβέντες «καθαρές», που αντικρούουν με σοβαρότητα τις όποιες άξιες λόγου αντιπολιτευόμενες απόψεις κι υποστηρίζουν με αξιοπιστία κι αξιοπρέπεια τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες και προσπάθειες, δίχως να προκαλούν το κοινό αίσθημα με τις χοντράδες και την ακρότητα ή την αλαζονεία τους.

Αυτός ο λόγος, θα μπορούσε ν’ αξιολογηθεί θετικά απ’ την κοινωνία και να πολλαπλασιάσει την απόσταση που θα τον χώριζε, ως προς το ύφος και το περιεχόμενο, από άλλες πολιτικού περιεχομένου δηλώσεις κι απόψεις κομμάτων και παρατάξεων, που διαγκωνίζονται πολλές φορές σε λεκτικούς βαρβαρισμούς και αμετροέπεια. Θα ξεχώριζε, θα γινόταν ελκυστικός κι εύληπτος, θ’ ανάγκαζε ίσως κι όσους ήθελαν και μπορούσαν ν’ ακολουθήσουν ή τουλάχιστον να μιμηθούν το ύφος του. Θα έδινε τον τόνο και το μέτρο, θα σηματοδοτούσε, ότι μπορούμε να επικοινωνούμε πολιτικά, ανεπιτήδευτα, δίχως εξυπνάδες και ξύλινη ορολογία. Θα καταλάγιαζε την σαστισμένη κοινή γνώμη και θα ηρεμούσε τα οξυμμένα από την οικονομική κρίση πνεύματα.

Για ν’ αναδειχτεί και να προβληθεί το –κατά τη γνώμη μας– «άσπρο», δεν χρειάζεται να επιστρατεύονται λεκτικές ακρότητες κι εκφραστικές ακροβασίες. Μάλλον αρκεί η διαρκής κι επίμονη προσπάθεια προσέγγισης και σύμπραξης, με σιγουριά, συνέπεια και χωρίς πολλά και περιττά λόγια, με μια κοινωνία που εμπιστευόμαστε, ότι είναι υγιής και ψύχραιμη και, προπαντός, δεν εθελοτυφλεί, ούτε πάσχει από αχρωματοψία.

Φωτο: Andrzej Radka  

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

«Geia sas Elláda!»


«Με το "Geia sas Elláda!", o Chris Hadfield έστειλε τα διαστημικά χαιρετίσματά του στις 14 Ιανουαρίου και όπως υποσχέθηκε ανέβασε φωτογραφίες της Ελλάδας από ψηλά», διαβάζαμε, ενώ στο δίπλα δωμάτιο μπερδεύονταν θορυβώντας οι φωνές των δημοσιογραφούντων τηλε-σταρ… Λίστα, λίστες, λιστών. Ίσως δεν υπάρχει περισσότερο χρησιμοποιημένη λέξη το τελευταίο διάστημα.

«Geia sas Elláda!» 'Ισως δεν υπάρχει άλλη χώρα τόσο αγαπησιάρα, τόσο φιλόξενη, τόσο προκλητική, τόσο ελκυστική. Πολιτισμός, ιστορία, φυσική ομορφιά, γευστική κουζίνα. Σταυροδρόμι λαών, γλωσσών, συμφερόντων, ενδιαφερόντων.

«Geia sas Elláda!» Εδώ πάνω, μέσα στην απεραντοσύνη του διαστήματος, ο τόπος αυτός, η γωνιά αυτή της γης με τις πανάρχαιες καταβολές, λαμπιρίζει θαυμάσιος. Βουνά και κάμποι, ακρογιάλια και νησιά, βράχια και χώματα κακοτράχαλα κι ηρωικά, που έσμιξαν διοικητικά κι έγιναν το κράτος που έπεσε στα χέρια σας από το 1833 και μετά, είναι πανέμορφα. Προκλητικά αγκαλιασμένες ομορφιές από καταγάλανα νερά και θάλασσες, που η αρμύρα τους μύρωσε Αργοναύτες και καπετάνιους, ναύτες και πυρπολητές, σκαριά και θωρηκτά, φρεγάτες και μπρίκια, σκούνες και τριήρεις.

Οι μόνοι που, για να δούμε και ν’ αναγνωρίσουμε αυτές τις ομορφιές, να τις πονέσουμε και να τις φροντίσουμε, πρέπει να βρεθούμε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά τους –ίσως πιο πέρα κι απ’ το διάστημα αν γινότανε– είμαστε εμείς, οι Έλληνες. Εμείς αδιαφορούμε και καταστρέφουμε, ότι η φύση κι οι πρόγονοί μας με το πνεύμα τους και το μεράκι τους δημιούργησαν. Εμείς αγνοούμε και υπονομεύουμε την κληρονομιά και τον πλούτο που πατάμε, αναπνέουμε, βλέπουμε. Εμείς βολευόμαστε και κοροϊδευόμαστε με δάνειες ιδέες και εισαγόμενη κουλτούρα. «Geia sas Elláda...»

Ανιστόρητοι, απαίδευτοι, απολίτιστοι, ξερόλες και πεφωτισμένοι περιφέρουν το γαϊτανάκι της εθνικής μας υπεροψίας και σέρνουν χορούς ιδεοληψιών και μοιρολατρίας για δεκαετίες. Αποθεώνουν την περηφάνια τους με βουτιές σε σιντριβάνια και με κρεμασμένες σημαίες στα μπαλκόνια. Εφησυχάζουν όταν ο καλός Θεός τα φέρνει δεξιά κι εκρήγνυνται μόλις ο διαιτητής σφυρίξει ανάποδα το φάουλ. Ο ιδεολογικός αχταρμάς απλώνεται τελευταία κάθε βράδυ πάνω στις γαλάζιες οθόνες και ενθυλακώνεται σε σαστισμένες συνειδήσεις και κουρασμένους καναπέδες. «Geia sas Elláda...»

Από ψηλά δεν φαίνεται η Ελλάδα που γίνεται καυσόξυλα, «βίλες Αμαλία» και γκέτο. Από ‘κει πάνω δεν διακρίνονται συσσίτια, μποτιλιαρίσματα, κλειστά μαγαζιά και σπασμένα μάρμαρα. Απ’ το διάστημα δεν χρειάζονται ονομαστικές ψηφοφορίες για τ’ αυτονόητα, εκλογές για ψύλλου πήδημα, δικαιώματα κι υποχρεώσεις αλά κάρτ. Πάνω απ’ τα σύννεφα δεν ακούγονται οι κραυγές, τα κορναρίσματα, οι σειρήνες, δεν φτάνει ο ήχος της ατομικής απελπισίας, της ομαδικής ανευθυνότητας, της συλλογικής περιφρόνησης. «Geia sas Elláda...»

«Geia sas Elláda!» Ακόμα κι από ‘δω πάνω υπάρχουν δυο μάτια κι ένας φωτογραφικός φακός που θαμπώνονται απ’ την ομορφιά σου κι αποθανατίζουν τις αδρές γραμμές της Ιστορίας σου. Χιλιάδες, εκατομμύρια άλλοι ανά τον κόσμο, θα έβρισκαν εκατομμύρια λόγους για να τα θαυμάσουν από κοντά. Άνθρωποι που το εκπαιδευτικό τους σύστημα, ο πολιτισμός τους ή το προσωπικό τους ενδιαφέρον τους φανέρωσε και τους κίνησε την περιέργεια γι’ αυτή τη μικρή χώρα στην καρδιά της Μεσογείου, στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης, στη διαχρονικά ταραγμένη κι ευαίσθητη άκρη της Βαλκανικής Χερσονήσου.

«Geia sas Elláda!» Μπορείτε να σηκωθείτε, μπορείτε να κλείσετε τα μάτια και να δείτε την Ελλάδα από ψηλά... Δεν φαίνονται μόνο αυθαίρετα στις βουνοκορφές, παράνομες χωματερές, καταπατημένες παραλίες, αιθαλομίχλη και αεροψεκασμοί. Εκεί κάτω υπάρχει και μια άλλη δημιουργική Ελλάδα, της τέχνης, της Ιστορίας, της σκέψης, της παραγωγής, της εργασίας και του πολιτισμού, υπάρχει μια ανεξερεύνητη χώρα της έμπνευσης, της φαντασίας, του ονείρου, της αισιοδοξίας και της ελπίδας. Μια Ελλάδα νεανική, παρθένα, πλούσια, ζωντανή.

«Geia sas Elláda!» Αγαπήστε, εξερευνήστε κι ανακαλύψτε τη χώρα σας. Θα σας εκπλήξει και θα σας κερδίσει. Κάντε την Ελλάδα προσωπική σας υπόθεση, κάντε προσωπική σας υπόθεση τη συλλογική σας προσπάθεια. Τολμήστε το.

Φωτο: News247

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Θά 'θελα να 'μουν εισιτήριο στην τσέπη σου*



Σχεδόν μέχρι τ' ακυρωτικά την πήγε, δυο υπόγεια κάτω. Στο κατόπι προτάσσοντας επικλητικά ένα χρησιμοποιημένο εισιτήριο και την επιμονή για το αναγκαίο της χειρονομίας στα χείλη. Θαύμασα πραγματικά την κυριούλα, που μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο, λίγα μέτρα μπροστά μου στο σταθμό του μετρό, ακύρωσε ατάραχη το εισιτήριο που έβγαλε απ’ την τσέπη της και κατευθύνθηκε εμφανώς ικανοποιημένη προς τις κυλιόμενες για τις πλατφόρμες, αφήνοντας πίσω της σύξυλη τη νεαρή κοπέλα με το ξεφτισμένο τζιν, το ξεβαμμένο μαλλί και το τσαλακωμένο εισιτήριο στο χέρι.

Δεν ήταν η μόνη φορά, το φαινόμενο, για όσους χρησιμοποιούν τακτικά τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς –κι ιδιαίτερα το μετρό– σύνηθες, η τόση επιμονή στην προκειμένη περίπτωση μ’ εντυπωσίασε. Τη θυμήθηκα διαβάζοντας ένα αυτοκόλλητο σε μια στάση, που καλούσε ν’ αυξήσουμε τον αριθμό των «λαθρεπιβατών».

«δεν χτυπάμε εισιτήριο/ανταλλάζουμε το ήδη επικυρωμένο/
Σαμποτάρουμε τα ακυρωτικά μηχανήματα/
Αρνούμαστε τις υποδείξεις των ελεγκτών - κεφαλοκυνηγών/
Οργανώνουμε τον αγώνα μας για ελεύθερες μετακινήσεις»

Κάπως έτσι τίθεται η ατζέντα της επανάστασης στις μέρες του μνημονίου και της οικονομικής κρίσης. Το καμπανάκι για την απελευθέρωση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς σήμανε. Τ’ ακυρωτικά μηχανήματα απειλούνται να καταδικαστούν σε αχρηστία, ενώ οι «ελεγκτές – κεφαλοκυνηγοί» μάλλον θα πρέπει ν’ αρχίσουν να τρέμουν. Το μόνο που δεν ξέρω είναι, αν θα τρέμουν από φόβο να πέσουν πάνω σε κανένα αρνητή εισιτηρίου ή να χάσουν τη δουλειά τους.

Το θέμα των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς τεράστιο, όπως τεράστια είναι και χρέη και τα ποσά που είναι αναγκαία για τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα τους και την εξακολούθηση του κοινωνικού τους έργου. Ακόμα μεγαλύτερα τα χρέη και τα ελλείμματα, που υπονομεύουν την καθημερινή λειτουργία τους και την απρόσκοπτη επέκταση του δικτύου τους.

Θύμα κι αυτός ο κλάδος του δημόσιου τομέα, πολιτικών ανερμάτιστων κι αδιαφανών, θύλακες κομματικής εκμετάλλευσης και σπατάλης. Υπηρέτες ενός κοινωνικού κράτους με δανεικά κεφάλαια και επισφαλή προγράμματα. Πυλώνες λαϊκισμού και ανομίας ενός κράτους που ξέχασε στην πορεία του χρόνου να θέτει και να τηρεί κανόνες και να υπηρετεί την κοινωνία ως σύνολο κι όχι ως ομάδες συμφερόντων.

Για τον κρίσιμο ρόλο τους στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας δεν χρειάζεται επιχειρηματολογία. Ούτε, πολύ περισσότερο, για την ανάγκη να διατηρήσουν το δημόσιο χαρακτήρα τους και να συνεχιστεί, με μεγαλύτερη μάλιστα δυναμική, η επέκταση κι η ανάπτυξή τους.

Η διασφάλιση αυτού του ρόλου τους όμως, ούτε αυτονόητη είναι, ούτε δεδομένη. Η λογική του «τζάμπα» και του «λαθρεπιβάτη» στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση κατατείνει, παρά στην φαινομενικά επιδιωκόμενη. Οι θέσεις εργασίας κι η επέκταση των δρομολογίων δεν διατηρούνται με ευχολόγια και τσαμπουκάδες. Απαιτούνται επενδύσεις του κράτους, απαιτούνται κεφάλαια, χρειάζονται λεφτά και τα λεφτά πλέον δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχουν, τουλάχιστον, με την έννοια που μέχρι πρόσφατα υπήρχαν, με δανεικά κι αγύριστα.

Για να πιάσει πλέον το κάθε ευρώ τόπο, απαιτείται σχέδιο κι αξιολόγηση, αναδιοργάνωση κι ανταποδοτικότητα. Χρειάζεται να υπάρξει ορθολογισμός και βούληση. Καλή η δωρεάν μετακίνηση μαθητών και φοιτητών, αλλά με διασφαλισμένες τις πιστώσεις από το υπουργείο Παιδείας για την καταβολή του αντιτίμου του εισιτηρίου. Καλό να μπορεί να μετακινηθεί ο ηλικιωμένος δίχως ατομικό κόστος, αυτό το κόστος όμως πρέπει να είναι έτοιμο το υπουργείο Εργασίας να το επωμιστεί. Σε αντίθετη περίπτωση από πού θα βγάλει τα έξοδά του ο οργανισμός των συγκοινωνιών;

Ο μέχρι σήμερα μόνιμος λαθρεπιβάτης στην τσέπη μας, το κράτος, έφτασε η ώρα να ελεγχθεί και να επιδείξει το επικυρωμένο «εισιτήριό» του. Εμείς πρέπει να γίνουμε οι ελεγκτές. Ο καθένας από μας που συνεισφέρει πλέον αδρά, όχι από το περίσσευμα, αλλά από το υστέρημά του, έχει κάθε λόγο ν’ απαιτεί δημόσια Μέσα Μαζικής Μεταφοράς αξιόπιστα κι αποτελεσματικά, με ποιότητα υπηρεσιών κι υπευθυνότητα διαχείρισης.

Το κράτος οφείλει να σχεδιάσει και να εφαρμόσει ένα σύγχρονο σχέδιο λειτουργίας κι ανάπτυξης των συγκοινωνιών, ακολουθώντας αρχές, κανόνες και πρότυπα από καταξιωμένα διεθνή μοντέλα, λαμβάνοντας διαρκώς υπόψη του, από τον αρμόδιο υπουργό μέχρι των τελευταίο οδηγό, ότι ο επιβάτης δεν μεταφέρεται, αλλά μετακινείται. Ως πολίτης, λοιπόν, δικαιούται ν’ απολαμβάνει όχι κατ’ ανάγκη δωρεάν υπηρεσίες, αλλά υπηρεσίες με ποιότητα, συνέπεια κι αξιοπιστία. Από την ύπαρξη αυτών –κι άλλων παρόμοιων– κριτηρίων ελαχιστοποιείται το κόστος ανά επιβάτη κι όχι από το «τζάμπα», που φορτώνει αδιακρίτως το κόστος στις πλάτες –και τις τσέπες– του συνόλου.

Από τις συγκοινωνίες και τις μεταφορές, χερσαίες, εναέριες και θαλάσσιες, θα κριθεί στο μεγαλύτερο βαθμό το αναπτυξιακό στοίχημα της χώρας. Αν υπάρχει κάποιος αρμόδιος πολιτικός παράγοντας, που πιστεύει το αντίθετο, μάλλον θα πρόκειται για… λαθρεπιβάτη της εξουσίας.

* Δάνειο από το ομότιτλο τραγούδι (Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης, Μουσική: Παντελής Θαλασσινός, Πρώτη εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός)

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Στη λίστα για μια βίλα.



Αν «η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται», δεν ξέρω στην περίπτωση του 2013 από πού θα φανεί τι σόι χρόνος είναι. Μετράμε κιόλας το πρώτο 10ήμερο κι όλα εξελίσσονται με ρυθμούς Ελλάδας 2012, με ημερήσια διάταξη δελτίου των 8 ή των 9 κατά περίπτωση, με πολιτική αντιπαράθεση σε επίπεδο κοκορομαχίας, με την ΑΕΚ στον πάτο της βαθμολογίας. Ούτε το χιόνι που έπεσε πριν λίγες μέρες κατάφερε ν’ αλλάξει ριζικά το σκηνικό, αφού τα προβλήματα θέρμανσης που αντιμετωπίζουν πολλά νοικοκυριά, «πάγωσαν» την όποια διάθεση για χιονοπόλεμους και χιονάνθρωπους. Οι «χιονάνθρωποι» κυκλοφορούν πλέον ανάμεσά μας.

Δεν ξέρω αν η αναθέρμανση της οικονομίας θα προέλθει από τα ενεργειακά τζάκια, που σκέφτεται να επιδοτήσει για να εγκατασταθούν το υπουργείο Οικονομικών ή από τη θερμή υποδοχή που επεφύλαξε στον Έλληνα πρωθυπουργό η Γερμανίδα ομόλογός του. Η θερμότητα πάντως στο πολιτικό κλίμα, που ήδη βιώνει εποχές καύσωνα, μάλλον παγερά αδιάφορη αφήνει τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Το γεγονός, ότι εξακολουθεί να προτάσσεται –από όλους τους συμμετέχοντες στα πολιτικά δρώμενα–  το επικοινωνιακό στοιχείο κι η εντύπωση στην όποια προσπάθεια διαλεύκανσης «πολιτικών σκιών» του πρόσφατου –και όχι μόνο– παρελθόντος, αποθαρρύνει κι απογοητεύει ακόμα περισσότερο τους ήδη δυσαρεστημένους και καχύποπτους για τ’ αποτελέσματα παρόμοιων προσπαθειών πολίτες.

Τη διαμάχη για τα «στικάκια» και τις λίστες, που μας συντρόφευσε τις γιορτινές μέρες, διαδέχτηκε με το ξεκίνημα σχεδόν του νέου χρόνου η διαμάχη για τις βίλες και τα σπιτάκια. Τις δηλώσεις συναγωνίστηκαν μαχητικά οι διαδηλώσεις κι οι αντιγραφές επάξια αναμετρώνται με το πλήθος των αρχείων. Ο λεγόμενος «παπάς» ποιος μπορεί να ξέρει αν θα μπορούσε να βρει περισσότερο πειστική εφαρμογή. Μάλλον ρίχνοντας καμιά πασέντζα θα είχαμε περισσότερες πιθανότητες ν’ ανακαλύψουμε πού είναι η μπλόφα και πού βρίσκεται η αλήθεια.

Ίσως με πασέντζα να μπορούσαμε να λύσουμε κι άλλες απορίες, όπως π.χ. γιατί αυξάνονται συνεχώς κάποιοι φόροι, αφού με τον τρόπο αυτό προκαλείται μείωση των εσόδων του κράτους, γιατί από τη λίστα φέρεται να έχουν διαγραφεί μόνο οι ξαδέρφες του Παπακωνσταντίνου, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε κραυγαλέα ανοησία, γιατί το πάλαι ποτέ «2ο Γυμνάσιο Αρρένων» στην οδό Χέυδεν εξακολουθεί ν’ αποκαλείται «Βίλα Αμαλία», αφού ποτέ δεν το κατοίκησε κάποια ευγενής μ’ αυτό το όνομα, γιατί απομακρύνονται αδιακρίτως οι υπάλληλοι της διαθεσιμότητας, αφού κάποιοι απ’ αυτούς εξυπηρετούν βασικές ανάγκες των Υπηρεσιών τους, γιατί στον ΠΑΟ διαδίδουν ότι επιδιώκουν την ολική επαναφορά του «μεσσία» –αλλά «αλμυρού»– Σισσέ, αφού την ίδια ώρα «ξεκληρίζεται» η ομάδα για… φραγκοδίφραγκα.

Αν αυτές οι απορίες –κι όσες ακόμα ο καθένας θα μπορούσε να διατυπώσει– μπερδεύουν τη διαίσθηση και δημιουργούν αμφιβολίες και αμφισημίες από τις πρώτες κιόλας μέρες του 2013, φαίνεται ότι θα έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας για να φανεί το κάλλος της νέας χρονιάς. Μέχρι τότε υπομονή και κουράγιο.

Το «έδειξε» κι η… πασιέντζα, δεν βγαίνει με τίποτα! (Ούτε η λίστα Λαγκάρντ να’τανε!)