Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Εσύ κι ο Γκρίλο σου.



Για ποια πολιτική μιλάμε; Μιλάει κανείς με πολιτικούς όρους, με βάση το πρόγραμμά του, με άξονα τον ιδεολογικό του προσανατολισμό και την ιδεολογική του συγκρότηση; Ποιες θεωρίες και στρατηγικούς στόχους επικαλούμαστε τη στιγμή που είναι προφανές, ότι η πολιτική έχει μετατραπεί σε υποτακτική θεραπαινίδα του κεφαλαίου και των αγορών;

Όσο ο καιρός κυλούσε πάνω στον αφρό του κύματος και το χρήμα έρρεε παγκοσμίως άφθονο, οι ισορροπίες διατηρούσαν τη σταθερότητα και την ασφάλειά τους και για τους πολιτικούς και για τους λαούς, μόλις το χρήμα «τραβήχτηκε» από τις παραδοσιακές αγορές κι άλλαξε κατεύθυνση και διαθεσιμότητα, αυτόματα όλα ανατράπηκαν κι έγιναν πολύ δύσκολα για τους πολιτικούς και δυσκολότερα για τους λαούς.

Οι ταλαιπωρημένες στην πορεία του χρόνου Δημοκρατίες του ευρωπαϊκού νότου, οι καταπονημένες από τον αυταρχισμό και την καταπίεση κοινωνίες, οι στερημένες εξαιτίας των περιορισμένων αναπτυξιακών επιλογών, δοκιμάζονται εκ νέου από την επιβολή ενός ιδιότυπου δημοσιονομικού αυταρχισμού και συμπιέζονται από ανελαστικούς κανόνες κι επαχθείς οικονομικές συμφωνίες. Μνημόνια έχουν υποκαταστήσει τη χάρτα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τρόικες επιχειρούν την εφαρμογή προγραμμάτων σταθερότητας.

Όταν η πολιτική απουσιάζει, στο τραπέζι κυριαρχούν μόνο οι υπολογισμοί και τα συμφέροντα. Το παζάρι του δούναι και λαβείν εξελίσσεται και φουντώνει. Η αλληλεγγύη γίνεται χαμηλό επιτόκιο ή επιμήκυνση κι η συνεργασία δανειακή σύμβαση. Σ’ αυτή την «πολιτική» βάση λειτουργεί το ευρωπαϊκό διευθυντήριο την περίοδο της κρίσης και της ύφεσης. Με όρους δημοσιονομικής πειθαρχίας και περιστολής των κρατικών δαπανών, με απολύσεις και ανεργία. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας λειτουργεί ως επιταχυντής, όχι όμως της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά της κοινωνικής εξαθλίωσης.

Η επιβολή αυτού του ιδιότυπου μοντέλου διευθέτησης των ευρωπαϊκών υποθέσεων με τόσο εμφαντικά αμυντικό και δειλό τρόπο, δεν αντιμετωπίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως κοινή συνισταμένη ανεξάρτητων κρατών, δεν αμβλύνει τις διαφορές, αλλά, τουναντίον, τις διαχειρίζεται ως άθροισμα επιμέρους οικονομικών μονάδων, οξύνει τις αντιθέσεις. Η πολιτική ενοποίηση υπονομεύεται συστηματικά από την οικονομική ηγεμονία. Οι συνέπειες και τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής είναι πλέον σε πανευρωπαϊκό επίπεδο προφανή. Δεν δοκιμάζεται μόνο ο ευρωπαϊκός νότος. Το μέλλον του ευρώ δεν εξαρτάται μόνο απ’ την Ελλάδα, η ανεργία δεν συνδέεται μόνο με την Ισπανία, η οικονομική και πολιτική σταθερότητα δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο για την Ιταλία.

Εδώ έφτασε η ώρα να ειπωθεί επιτέλους μια αλήθεια σε όλους. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, για τον ελληνικό λαό, που πρώτος βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, οι εμπνευστές αυτού του μοντέλου προσαρμογής, αλλά κι όσοι επιχειρούν την υλοποίηση κι εφαρμογή του, οφείλουν να πουν ξεκάθαρα, ότι η αρχική σύλληψη ήταν θεμελιωμένη σε λάθος δεδομένα. Δεν μιλάμε για πολλαπλασιαστές κι άλλα συναφή αναλυτικά «εργαλεία» και οικονομολογικά πρότυπα ή προσεγγίσεις. Αναφερόμαστε στους πολιτικούς όρους, στο πολιτικό πλαίσιο, που απουσίαζε από το ευρωπαϊκό τραπέζι ως εισηγητική έκθεση και δικαιολογητική βάση για την επιβολή τους. Εννοούμε, ότι η πολιτική ήταν απούσα από τις αίθουσες του eurogroup και των συνόδων κορυφής, όταν στα διπλανά γραφεία οι τεχνοκράτες κι οι ειδικοί σχεδίαζαν κι αποφάσιζαν για το μέλλον των κρατών και των λαών για τις επόμενες δεκαετίες.

Η πολιτική ήταν απούσα, γιατί οι πολιτικοί ήταν απόντες. Ήταν απόντες γιατί δεν κατόρθωσαν ούτε πινελιά να «περάσουν» από τις αρχές και τις αξίες, που υποτίθεται ότι πρέσβευαν, αλλά και που για δεκαετίες κυριαρχούσαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ούτε κάν μια υποψία κοινωνικής ευαισθησίας και συναίσθησης. Οι αμείλικτοι όροι, οι ανελαστικές προθεσμίες, οι εκβιαστικές δεσμεύσεις έστησαν στον τοίχο την πολιτική, όχι τους πολιτικούς. Οι πολιτικοί κρύφτηκαν πίσω απ’ τις κόκκινες γραμμές και κλείνοντας τα μάτια τους, ουσιαστικά έδεσαν με τα ίδια τους τα χέρια τα μάτια της πολιτικής. Η εκτέλεση ήταν ύστερα απλώς διαδικαστική υπόθεση.

Τώρα διαπιστώνονται πολιτικά ελλείμματα κι ελλιπείς ηγεσίες, αναζητούνται ηγέτες. Εναγωνίως διατυπώνονται επιθυμίες κι εικασίες για σχήματα και συνασπισμούς, ενώ ταυτόχρονα όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα προς τη Γερμανία. Η πολιτική απούσα, ο λαός στη γωνία κι ο καυγάς στις γειτονιές της διχασμένης Ευρώπης για την εξουσία. Εξαιρετικό σκηνικό τρόμου, ασφαλής «οδικός χάρτης» για την καταστροφή, σίγουρος συνδυασμός για την επικράτηση του αυταρχισμού και των ακροτήτων. Μέσα σ’ αυτό το διαταραγμένο πολιτικά και κοινωνικά περιβάλλον, οι μέχρι χτες ανύπαρκτες ή περιθωριακές προσωπικότητες κι ομάδες, οι «απολιτίκ» κι οι καρικατούρες, ο φασισμός, βρέθηκαν μονομιάς στο προσκήνιο, ρυθμιστές του παρόντος και χωροτάκτες της κατεύθυνσης των εξελίξεων.

Η λαϊκή αντίδραση υπό συνθήκες πίεσης και κρίσης δεν θυμάται και δεν ξεχωρίζει εχθρούς και φίλους, μπροστά στις κάλπες κι ενόψει του φόβου της φτώχιας και της ανέχειας, όλοι «τσουβαλιάζονται» και μπερδεύονται στο κουβάρι της αναξιοπιστίας, της ισοπέδωσης, του λαϊκισμού. Οι πολιτικοί προπηλακίζονται και στοχοποιούνται, αλλά θύμα εξακολουθεί να είναι μόνο η πολιτική κι αυτή είναι η τεράστια ευθύνη των πολιτικών.

Στη χώρα μας τα κόμματα πλήρωσαν και πληρώνουν το μάρμαρο της αβελτηρίας και της ξύλινης γλώσσας τους, των προσωπικών στρατηγικών, των ενδοπαραταξιακών συσχετισμών και των ενδοκυβερνητικών ισορροπιών. Έτσι εκπαίδευσαν συστηματικά κι επιπόλαια το εκλογικό σώμα για δεκαετίες, έμαθαν στους ψηφοφόρους να συμπεριφέρεται σαν πελάτες, σαν διεκπεραιωτές της εκλογικής διαδικασίας για την αναδιανομή πλούτου και προνομίων ανάλογα με το ποιος θα είχε κάθε φορά «το πάνω χέρι». Το θυμικό και το συναίσθημα στην υπηρεσία της δημοκρατίας, της συμμετοχής, της αντιπροσώπευσης. Κι αυτό ίσως θα πρέπει να το έχουν διαρκώς κατά νου όσοι ανέξοδα κι επικίνδυνα «επενδύουν» στις μέρες μας στην έξαψη και τη συντήρηση της «λαϊκής οργής κι αγανάκτησης». Ο λογαριασμός αυτός άνοιξε και δεν κλείνει εύκολα.


Η πολιτική δεν αποτελεί τέχνασμα της στιγμής, επινόηση της συγκυρίας, κατασκεύασμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Η πολιτική είναι μια διαρκής διαδικασία εσωτερίκευσης και κατανόησης των κοινωνικών προβλημάτων και αναγκών κι η επεξεργασία και διατύπωση συγκεκριμένων προγραμμάτων και δράσεων επίλυσης ή ικανοποίησής τους, με πίστη και σεβασμό στις αρχές και τις αξίες της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας. Οι αναφορές της πολιτικής είναι κοινωνικές κι η βάση της ο άνθρωπος. Από αυτόν ξεκινούν και σ’ αυτόν καταλήγουν οι αποφάσεις.

Η επιστροφή στον άνθρωπο δεν είναι, συνεπώς, αρμοδιότητα μιας ανώνυμης και περιστασιακής ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, ούτε υπόθεση ενός μόνο κράτους ή μιας κυβέρνησης. Η επιστροφή στον άνθρωπο αποτελεί αφετηρία κι ορόσημο της συλλογικής δράσης των εμπνευστών της ενωμένης, ισχυρής και δημοκρατικής Ευρώπης, της Ευρώπης των λαών, της θωρακισμένης με θεσμούς συμμετοχής, αντιπροσώπευσης κι ισονομίας. Η επιστροφή στον άνθρωπο σηματοδοτεί και την επιστροφή της πολιτικής, όχι, φυσικά, αυτόματα, αβίαστα κι απρόσκοπτα, οπωσδήποτε μέσα από συγκρούσεις κι αντιπαραθέσεις, κοινωνικές ανακατατάξεις κι ανατροπές, που εκ των πραγμάτων όμως θα οδηγήσουν στη «νέα αναγέννηση», στην ανάδυση νέων ιδεών, καινοτόμων απόψεων, πρωτότυπων και πρωτοποριακών τρόπων έκφρασης κι επικοινωνίας.

Η επιστροφή αυτή δεν θα εξαργυρωθεί σε κάποιο ευρωπαϊκό ταμείο σταθερότητας ή συνοχής, αλλά θα πιστωθεί στο λογαριασμό των νέων της Ευρώπης, στα παιδιά του αύριο, ως ελάχιστο εφόδιο για να συνεχίσουν το δύσκολο και κοπιαστικό δρόμο προς την ευρωπαϊκή σύγκλιση κι ολοκλήρωση.

Για να προετοιμαστούμε γι’ αυτή την επιστροφή θα πρέπει να θέλουμε και να μπορούμε πρώτ’ απ’ όλα να οραματιστούμε ως κοινωνία και ως χώρα το μέλλον μας στην Ευρώπη, δίχως το φόβο και την καχυποψία, δίχως τα βαρίδια και τις αγκυλώσεις, που κυριαρχούν, αποπροσανατολίζουν και σκοτεινιάσουν την προοπτική μας σήμερα.

Γι’ αυτήν την επιστροφή αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε και να δουλέψουμε. Ομαδικά και συντονισμένα, φιλότιμα και έντιμα. Με έργα κι όχι με λόγια. Γι’ αυτή την επιστροφή πρέπει να δώσουμε όλοι το παρόν, γιατί –παρά τα όσα εύκολα κι ανεπιτήδευτα διατυμπανίζονται– η επιστροφή της πολιτικής είναι η μόνη οδός, μέσω της οποίας είναι δυνατόν να οδηγηθούμε ασφαλώς στην ανατροπή επαχθών όρων και δυσβάσταχτων συμφωνιών, στο σάρωμα τυχάρπαστων και καιροσκόπων της πολιτικής, στην ανάδειξη ηγετών  και συλλογικότητων, στην αλλαγή του ρου της Ιστορίας.

Η Ελλάδα το έχει ανάγκη, η Ευρώπη το χρειάζεται, εμείς το αντέχουμε;

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Η σοφία κι οι "σοφοί".



Η σοφία περισσεύει σ’ αυτόν τον τόπο, αλλά –κατά έναν παράξενο τρόπο– η σύγχρονη σοφία, ως απόλυτο μέγεθος, είναι αντιστρόφως ανάλογη με το βαθμό προκοπής και ευημερίας του. Πιθανόν, και στην περίπτωση αυτή ή να έχει γίνει λάθος στο μίγμα πολιτικής–επιστημοσύνης ή να έχει υπολογιστεί λάθος ο σχετικός πολλαπλασιαστής, οπότε αντί τ’ αποτελέσματα της σοφίας να τα καρπούται η χώρα κι η κοινωνία ως σύνολο, τα καρπούνται πολιτικοί κι επιστήμονες ως συντεχνίες.

Απορώ, λοιπόν, πώς γίνεται με τόση σοφία που κυκλοφορεί δεξιά κι αριστερά, από πανεπιστήμια μέχρι ινστιτούτα μελετών κι από επιτροπές επιστημόνων μέχρι ομάδες τεχνοκρατών, τούτος ο τόπος να έχει φτάσει σ’ αυτό το χάλι και να πασχίζει με νύχια και δόντια να σταθεί στα πόδια του. Ποια είναι –εξακολουθώ ν’ απορώ– η χρυσή τομή μεταξύ επιστημονικής γνώσης και πολιτικής απόφασης, που θα κατορθώσει να συμβιβάσει τον ορθολογισμό με την ψηφοθηρία και την αποτελεσματικότητα με το ρουσφέτι;

Αν υπάρχει κάτι που έχει ερμηνευτεί επαρκώς κι αποτελεί, θα λέγαμε, κάτι σαν κοινό τόπο σύμπτωσης του συνόλου των πολιτικών επιστημόνων της χώρας, αυτό είναι οι λόγοι που έχουν οδηγήσει στη δημιουργία και γιγάντωση των στρεβλώσεων και των δυσλειτουργιών του νεοελληνικού κράτους. Κάπως έτσι κι οι συνταγματολόγοι, που έχουν καταθέσει εμπεριστατωμένες, μελέτες για τις ανά περίοδο παθογένειες της συνταγματικής μας τάξης, τις θεσμικές ανεπάρκειες και τις επιπτώσεις τους στην εξελικτική πορεία του κράτους δικαίου. Έχει «μαλλιάσει» η γλώσσα των «εκλογολόγων» από επιστημονικό περιοδικό σε περιοδικό –και πολλών από τηλεοπτικό παράθυρο σε παράθυρο– για την ανάγκη θέσπισης ενός αναλογικού και σταθερού στο χρόνο εκλογικού συστήματος, για την προβληματική της κατανομής των ψήφων και την εκλογή των βουλευτών, για τα συμβατά και τ’ ασυμβίβαστα της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας. Οι εργατολόγοι; Αυτοί κι αν έχουν διαπρέψει σε φιλεργατικές δημοσιεύσεις και σε επιτομές αποθέωσης του κοινωνικού κράτους, των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της συνδικαλιστικής ελευθερίας, των εργασιακών σχέσεων κι όλων των μορφών συμμετοχής.

Το σύνολο του επιστημονικού δυναμικού της χώρας, έχει συμμετάσχει ανά περιόδους, άμεσα ως κυβερνητικά στελέχη ή έμμεσα ως σύμβουλοι κι εμπειρογνώμονες σ’ επιτροπές και συμβούλια, στη διακυβέρνηση του τόπου. Διαχρονικά η παλίνδρομη του εκκρεμούς μεταξύ πανεπιστημιακής κοινότητας και εκτελεστικής εξουσίας, έφερνε στο πολιτικό προσκήνιο καθηγητές από ποικίλα επιστημονικά πεδία και χώρους των –όχι και λίγων εδώ που τα λέμε– ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, επειδή ίσως η σοφία «εσωτερικού» δεν επαρκούσε, είχαμε και σοφία «εξωτερικού». Ποιος δεν θυμάται την περίπτωση π.χ. του Σπύρου Σπράου;


Αν θα είχαν κάτι να συνεισφέρουν στην κοινωνία όλοι αυτοί οι καθ’ όλα σεβαστοί και άξιοι των ημερών μας «σοφοί», που θα δοκιμάσουν εκ νέου εντός ολίγου να συνεισφέρουν –μεταλλάσσοντας πολλοί απ’ αυτούς καρέκλα και μετερίζι– στον εκσυγχρονισμό του κράτους και του πολιτεύματος, θα μπορούσε να ήταν ίσως η διδαχή κι η εμψύχωση της κοινωνίας, ότι η «λαϊκή σοφία» έχει διαχρονικά αλάνθαστο κι οξυδερκές ένστικτο. Θα μπορούσαν να χαμηλώσουν απ’ τους θώκους τους και ν’ αφουγκραστούν κάτω, την κοινωνία, όλους εκείνους τους ανώνυμους, που από καιρό βιώνοντας την ουσία και την ποιότητα της δημοκρατίας, των θεσμών, των διαδικασιών και των οργάνων του κράτους, διαθέτουν ολοκληρωμένη και σαφή άποψη in vivo για τα προβλήματα και για τις ενδεχόμενες λύσεις τους. Θα μπορούσαν να ενδυναμώσουν το αίσθημα ευθύνης κι αξιοπρέπειας του λαού, να του σφίξουν το χέρι τούτη τη δύσκολη καμπή και να τον στηρίξουν. Να συμβάλουν με τον επιστημονικό ενωτικό τους λόγο και πρακτική, ώστε αυτή η διάχυτη και πανταχού παρούσα «λαϊκή σοφία» να μην διχάζεται, να μην παρακάμπτεται, να μην διαστρεβλώνεται, να μην ποδηγετείται από φόβο, ανασφάλεια, ψέμα ή συμφέρον και ν’ απέχει ή προ της κάλπης να κατευθύνεται στην επιλογή και την αποθέωση της οπισθοδρόμησης, του μικροϋπολογισμού και της βλακείας.

Σοφοί. Μεγάλη λέξη. Αυτό που χρειάζεται όμως τούτη την ώρα και πάνω απ’ όλα ο τόπος κι ο λαός μας δεν είναι, θαρρώ, η ανακάλυψη της σοφίας, αλλά η εφαρμογή της κοινής λογικής.

Foto: Andre Torres

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

"Κεντροαριστερά": Η κορυφή κι η βάση.



Να σου πω κάτι για να τελειώνουμε; Χέστηκα και για την κεντροαριστερά και για τη σοσιαλδημοκρατία και το δημοκρατικό σοσιαλισμό. Μια ζωή στην κόψη των εσωκομματικών ισορροπιών και συσχετισμών, στη διάθεση της κάθε ομάδας και της κάθε κλίκας, στην όρεξη του κάθε παράγοντα ή του κάθε οργάνου. 

Κουβέντες για βολεμένους και συζητήσεις για χορτάτους. Σοσιαλδημοκρατίες και πράσινα άλογα. Δεν θα λαϊκίσω μιλώντας για την κοινωνία που λιμοκτονεί, για τα μνημόνια, τον πολλαπλασιαστή κι άλλα, που καταναλώνονται εύκολα. Η συζήτηση όμως είναι αλλού, σύντροφοι, κι όλες αυτές οι κουβέντες, είναι κουβέντες του στυλ «σε δουλειά να βρισκόμαστε». Ψάχνουμε να οριοθετήσουμε το χάος, να χωρίσουμε ξανά στα δυο την Ερυθρά θάλασσα, να τραβήξουμε κι άλλες «κόκκινες γραμμές» παραβλέποντας, ότι μετά από τόσο κόκκινο μελάνι που έχει χυθεί αυτή την τελευταία τριετία για να τραβιώνται γραμμές, έχουμε χάσει και την άκρη και το μέτρο.

Πιείτε τον καφέ σας μαζί με τον σύντροφο Κουβέλη, σύντροφοι –αν το επιτρέψει βεβαίως ο κύριος Λυκούδης, όταν καταδεχτεί να διαβάσει την επιστολή σας– πείτε και κανένα καλαμπούρι και μετά ίσια στις κάμερες για τις δηλώσεις. Οι τηλεσχολιαστές θα αδημονούν και τα πάνελ θα ‘ναι έτοιμα να πάρουν φωτιά. Μπορεί να υπάρχουνε και «κάρτες», που ν’ αναπαριστούν φράση φράση τι ειπώθηκε ή μπορεί για χάρη σας να δημιουργήσουν για το κεντρικό δελτίο και animated movie για το πώς καθίσατε ή πώς πιάσατε τα φλιτζάνια. Κι αυτοί τη δουλειά τους κάνουνε οι άνθρωποι.

Θα το γράψω όπως το αντιλαμβάνομαι κι από ‘κει και πέρα –μεγάλοι άνθρωποι είσαστε– κάντε ό,τι σας φωτίσει ο Θεός, γιατί ο Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς δεν γνωρίζω αν έχει κάτι να σας πει διαφωτιστικό, η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη καταλύει αυτή την εποχή σε πεντάστερα.

Ναι, υπάρχει, σύντροφοι, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που δεν εκπροσωπείται σήμερα από τα κόμματα που υπάρχουν. Υπάρχουν δυσαρεστημένοι, απογοητευμένοι, άνθρωποι που επιβιώνουν μετά βίας, άνθρωποι που έχασαν δουλειές, περιουσίες, παιδιά στην ξενιτιά και νέοι χωρίς μέλλον. Υπάρχουν άνθρωποι που προβληματίζονται για το αύριο των οικογένειών τους, που αγωνιούν για τις επιχειρήσεις τους, που βιώνουν καθημερινά την ανασφάλεια και το φόβο στη γειτονιά τους. Άνθρωποι που βρίσκονται σε απόγνωση γιατί θλίβονται για την απαξίωση και την ανημπόρια της πατρίδας τους.

Δεν χρειάζεται ν’ αναφερθώ σε μια προς μια στις περιπτώσεις, ούτε να επιχειρήσω να δημιουργήσω έναν ατέλειωτο κατάλογο από εν δυνάμει ψηφοφόρους, που ο καθένας για τους δικούς του λόγους δεν θα ψήφιζε σήμερα κάποια από τα κόμματα που υπάρχουν. Αυτό είναι όμως το ζήτημα; Υπάρχουν διαθέσιμοι ψηφοφόροι ας τους πλησιάσουμε, ας στοχεύσουμε στην ψήφο τους μην  τους «πάρει» ο ΣΥΡΙΖΑ ή Χρυσή Αυγή;

Για τη Νέα Δημοκρατία δουλεύει ο ΣΥΡΙΖΑ, σύντροφοι. Καλά, είστε σοβαροί; Στ’ αλήθεια πιστεύετε, ότι είναι δυνατόν αυτή μεγάλη πλειοψηφία ψηφοφόρων να κατευθυνθεί προ της κάλπης μαζικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ; Οι πρώην δικοί σας ψηφοφόροι, οι άνθρωποι του κέντρου, του «μεσαίου» –κατά Κώστα Καραμανλή– χώρου θα πάνε στον Τσίπρα και τον Τατσόπουλο –αλήθεια, σε ποια μεριά της Αθήνας χάθηκε αυτή η ψυχή– όταν έρθει η ώρα των εκλογών; Όχι, σύντροφοι, στη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά θα πάνε, του πρωθυπουργού που –στηριζόμενος στην ψήφο και τη συμβολή σας– θα έχει κατορθώσει πισωγυρίζοντας κι ισοπεδώνοντας –ελέω δανειακών συμβάσεων και μνημονίων– τη χώρα να δημιουργήσει συνθήκες σταθερότητας και ανάκαμψης της οικονομίας. Άντε, εντάξει, κάποιοι λίγοι μπορεί να πάνε και κατά Χρυσή Αυγή μεριά –μη μου λέτε για τους «Ανεξάρτητους» γιατί θα σκάσω στα γέλια.

Εσείς φράγκο δεν θα πάρετε συντρόφια και δεν το λέω αυτό για να τα «σπάσετε» με την κυβέρνηση, όχι, για να σοβαρευτούμε λίγο το λέω. Καλά κάνετε κι είστε μέσα στην κυβέρνηση, άριστα πράξατε που συμβάλατε στη δημιουργία της. Για να πάει όμως όσο πιο μακριά γίνεται η «βαλίτσα» της διακυβέρνησης και να μην έχουμε καθημερινά τα πρωινά events των νεολαίων και των λοιπών συνιστωσών του Τσίπρα στους δρόμους και τα βραδινά show στα τηλεοπτικά παράθυρα, πρέπει να αισθανθούμε ότι συμμετέχετε στην κυβέρνηση κι εσείς. Πρέπει, καλοί μου σύντροφοι, πέρα από τη ποσόστωση στα καθίσματα –κοινώς καρέκλες– στα διάφορα πόστα, να συνδιαμορφώσετε μια κυβερνητική πολιτική –πέρα από οικονομίες και λοιπά δημοσιονομικά– που να προωθεί κάποιες από τις βασικές πτυχές τής σοσιαλιστικής θες, σοσιολδημοκρατικής θες, κεντώας θες, της όποιας –όπως θες πές την– φυσιογνωμίας σας. Είστε με τον άνθρωπο και τις ιδιαιτερότητές του, με την κοινωνία και τις βασικές της ανάγκες, με τη νεολαία και τα προβλήματά της; Με ό,τι είστε τέλος πάντων, όλα αυτά που για χρόνια σε προγράμματα και διακηρύξεις μας έχετε κάνει πλύση εγκεφάλου. Βρείτε από κοινού και διαμορφώστε πολιτικές για όλες τις κυβερνητικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα ποιος ηγείται και ποιος έπεται στα υπουργεία, τους οργανισμούς, τις υπηρεσίες. Φέρτε ριζοσπαστικές προτάσεις στη Βουλή, αφήστε τα παράθυρα στους «επικοινωνιακούς» των άλλων χώρων και ριχτείτε με τα μούτρα στη συλλογική δουλειά με ομάδες εργασίας κοινές.

Φρέσκο αέρα να φέρετε στη κοινωνία, αέρα δημοκρατίας στην πράξη, αέρα πίστης και κουράγιου ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Α, και πού είστε; Μην τσιμπάτε διαρκώς με την «αυτοκριτική» και την «αυτοκριτική». Τα έχετε κάνει μπάχαλο, το ξέρετε εσείς πρώτοι και καλύτεροι. Εδώ μια λίστα με φοροφυγάδες ήρθε στα χέρια σας και τα κάνατε μούσκεμα. Ιδανικοί αυτόχειρες, αλλά οι κουβέντες και τα τρυκ με τα περασμένα να τελειώνουν. Ας κάνει κάθε λειτουργός του κράτους τη δουλειά του, ανεξάρτητα και κατά συνείδηση και στο τέλος θα κάνουμε το λογαριασμό. Μήπως –εδώ που τα λέμε– κι όλοι «μέσα» να πάτε, δεν θα βρεθεί κάποιος να σας κατηγορήσει ότι στη φυλακή τρώτε χαβιάρι;

Βγείτε από τα λαγούμια σας και τον αυτισμό σας και καταλάβετε ότι όσες συζητήσεις κι αν κάνετε για το σοσιαλισμό και τ’ άλλα που λέγαμε πιο πάνω θα πάνε στο βρόντο. Ο δεκαοχτάρης ή ο δεκαπεντάρης που σε τρία χρόνια θα ψηφίζει ξέρετε πού τα έχει γραμμένα όλα αυτά; Ακούστε «Ψυχόδραμα» και θα καταλάβετε. Αν πάλι σας ενδιαφέρει μόνο η ψήφος μου, Ο.Κ. δεν σας την ξαναδίνω έτσι. Δεν σας αξίζει. Εδώ αποδεικνύετε καθημερινά, ότι έναν τεράστιο κοινωνικό χώρο, έναν χώρο μετριοπαθή και φιλελεύθερο, φιλήσυχο και δημιουργικό –κάτι σαν τους «νοικοκυραίους» της δεξιάς– δεν μπορείτε να τον εκφράσετε ενιαία, συστηματικά και με συνέπεια. Με έργα, όχι με τις γνωστές επικοινωνιακές φανφάρες.

Θα σας κατανοήσω, δεν υπάρχει ο Ανδρέας, ούτε ζούμε το ’81. (Μια που το’ φερε η κουβέντα, μην σας παραξενέψει αν σε λίγο πάνε τον Τσίπρα και σε κανένα μνημόσυνο του «αείμνηστου»). Αντί ν’ αναζητάμε, όμως, σωτήρες κι εθνάρχες –τ’ όνομα το ‘χουμε, αλλά από χάρη κάτι λείπει– δεν είναι καλύτερα μέσα από νέες συλλογικές δράσεις κι οργανωμένες κινήσεις να σηματοδοτήσουμε αυτό που θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε; Δεν επιχειρούμε να σταθούμε υπεύθυνα απέναντι στην κοινωνία και να προωθήσουμε πολιτικές και προγράμματα που θα στοχεύουν και θα επιδιώκουν την ανακούφιση της;

Δεν είναι ανάγκη να μοιράσουμε λεφτά, ο κόσμος κατάλαβε ότι λεφτά περισσευούμενα πλέον δεν υπάρχουν, αλλά αντί να προσπαθούμε να κανακέψουμε κάθε συντεχνία και να «βγάλουμε απ’ τη μύγα ξίγκι» επειδή ανέβηκε κι ο Τσίπρας σε τρακτέρ –ως άλλος Χατζηγάκης– ας διασφαλίσουμε, ότι τα λεφτά που διαθέτουμε πάνε εκεί που πρέπει και δεν πάνε σε τσέπες δεξιά κι αριστερά. Αντί να προσπαθήσουμε να πείσουμε τον κόσμο για τ’ αυτονόητα, ας προωθήσουμε άμεσα διαδικασίες απλές κι ευέλικτες για την εξυπηρέτηση του πολίτη, του επιχειρηματία, του επενδυτή. Άστε το σύντροφο Μανιτάκη να σχεδιάζει αναδιοργανώσεις κι αξιολογήσεις, αποφασίστε άμεσα, τώρα παράλληλες διοικητές δομές και διαδικασίες τύπου ΚΕΠ, που θα παρακάμπτουν υφιστάμενες γραφειοκρατίες και αγκυλώσεις. Δώστε βάρος και κεντρική θέση της πολιτικής στον τουρισμό και τον πολιτισμό με συγκεκριμένες προτάσεις και μέτρα. Αρχίστε να νομοθετείτε από μηδενική βάση, δημιουργείστε και θεσμικά μια νέα μεταπολίτευση, στην πράξη, όχι στα λόγια και τις εικασίες.

Έτσι, πρόχειρα και βιαστικά ίσως τα έγραψα, σύντροφοι, αλλά έτσι πιστεύω ότι χτίζονται οι σχέσεις εμπιστοσύνης κι αρχίζουν τα πράγματα να κινούνται και να ξεφεύγουν απ’ το τέλμα που βρίσκονται σήμερα. Οι επιστολές και τα τσαλίμια συσχετισμών κι υπολογισμών μόνο να βαθύνουν την απογοήτευση και να επιτείνουν την αμηχανία του κόσμου που σας παρακολουθεί κι ελπίζει ότι κάποια στιγμή μπορεί κάτι να κάνετε, του κόσμου που προσδοκά και περιμένει.

Δεν είναι που το γράφω εγώ, αλλά θαρρώ πως κάπως έτσι το φαντάζεστε κι εσείς –έστω κι αν αποφεύγετε και να το σκεφτείτε– αν, λοιπόν, λέω, σύντροφοι, δεν μπορείτε να κοιτάξετε την αλήθεια κατάματα και να πάρετε από κοινού τις αναγκαίες για την κοινωνία και το λαό που χειμάζει αποφάσεις, ε, τραβάτε σιγά – σιγά για το ταμείο συνταξιούχων βουλευτών από μόνοι σας και μην περιμένετε, η σοσιαλδημοκρατία δεν πρόκειται να γεννηθεί ούτως ή άλλως αυτόματα, γιατί η ώρα των εκλογών απλώς θα το επικυρώσει.

Εμείς όμως άραγε –και πάλι– τότε τι θα φταίμε;

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Η δημοκρατία αντέχει. Αντέχει;



Καθένας έχει κι από μια δημοκρατία στο κεφάλι του. Ελληνική, νέα, άμεση, αντιπροσωπευτική, επαναστατική, σύγχρονη, όποιο επίθετο κι αν της προσθέσεις ή της προσάψεις «δένει», πολλοί την προτιμούν και την επικαλούνται σκέτη «δημοκρατία».

Η δημοκρατία έχει αυτό το προνόμιο, είναι δεκτική κι «ανοιχτή», είναι ελεύθερη κι ανεκτική, είναι συλλογική και διαλεκτική. Η δημοκρατία είναι ευάλωτη κι ευαίσθητη, όχι από τη χρήση των επιθέτων, αλλά από την αχρησία των ουσιαστικών.

Αυτή τη λέξη που στη χώρα μας την πιπιλάμε και την επικαλούμαστε επί ώρες, από το πρωί ως το βράδυ, και την αναφέρουμε εννιά φορές στις δέκα λέξεις, αγνοούμε επί της ουσίας την έννοια και το περιεχόμενό της, αγνοούμε τη δυναμική της, αγνοούμε τις διαστάσεις και το μέγεθός της, αγνοούμε τους περιορισμούς και τις δεσμεύσεις της.

Δεν κάνω μάθημα πολιτικής επιστήμης, ούτε φιλοδοξώ ν’ αρπάξω τη δόξα από κανέναν συνταγματολόγο. Σκέφτομαι, διαβάζοντας δεξιά κι αριστερά διάφορα, αλλά κι όσα γράφτηκαν κι ακούστηκαν με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη των νεοναζί στη Βουλή, πόσο επιφανειακά, ανεύθυνα κι ευκαιριακά αντιμετωπίστηκε το δυνάμωμα του φασιστικού φαινομένου στη χώρα από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού συστήματος, αλλά και πόσο επιπόλαια κι επικίνδυνα εξακολουθεί να προσεγγίζεται και να επισημαίνεται –στο βαθμό που επισημαίνεται.

Η έκφραση «αυγό του φιδιού» λατρεύτηκε κι όποια σχετική συζήτηση ακούσεις από επίσημα χείλη, όλο και κάποια ευκαιρία θα βρεθεί για ν’ ακουστεί. Η ομαδικές ρατσιστικές επιθέσεις, οι παρελάσεις κι οι επελάσεις σε υποβαθμισμένες γειτονιές και οι επιδρομές σε καταστήματα αλλοδαπών αποτελούν «ειδήσεις», γεγονότα των οχτώ ή των εννιά, αλλά ποτέ επαρκείς εκδηλώσεις του πλέον επικίνδυνου και καταστροφικού για την κοινωνική συνοχή φαινομένου.

Η δημοκρατία αντέχει.

Όχι, εδώ θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω. Η δημοκρατία δεν αντέχει. Η κοινωνία δεν αντέχει. Ναι, αυτή η κοινωνία που είδε επί σειρά ετών, γειτονιές και περιοχές ολόκληρες να εγκαταλείπονται στο έλεος της υποβάθμισης και της περιθωριοποίησης, όχι μόνο από τους κατοίκους τους, αλλά κι από τους φορείς της πολιτείας. Αυτή η κοινωνία που στο όνομα της «δημοκρατίας», γαλουχήθηκε στην ανοχή της ανομίας και της αποδοχή της παραβατικότητας. Αυτή η κοινωνία που στο όνομα των «δημοκρατικών διαδικασιών», αντιμετωπίστηκε ως κοπάδι και μάζα για την εξυπηρέτηση κομματικών αναγκών. Αυτής της κοινωνίας που η συνοχή της αποθεώθηκε και δοξάστηκε στο όνομα της «δημοκρατίας» και που με την επίκληση και πάλι της πίστης για την οικονομική σωτηρία της «Ελληνικής Δημοκρατίας», δοκιμάζεται και ξανασταυρώνεται στις μέρες μας. Αυτή η κοινωνία που έχει «φάει τη δημοκρατία με το κουτάλι» έχει φτάσει στα όριά της. Αυτή η κοινωνία θα συμμαχούσε και με το διάβολο για ν’ απαλλαγεί από όσους κι όσα θεωρεί ότι ευθύνονται για τη σημερινή της θέση.

Συνεχίζουν οι πρωταγωνιστές του νεόκοπου δικομματισμού να διαγκωνίζονται και να συναγωνίζονται σε κορώνες και ανακοινώσεις. Δίχως όριο, από τα δεξιά και τ’ αριστερά ποντάρουν στην οργή και τον αναβρασμό που επικρατεί στην κοινωνία κι επιχειρούν να ψαρέψουν στα θολά νερά του φόβου και της ανασφάλειας ψήφους και μετεκλογικές πλειοψηφίες. Πριονίζουν στα κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται. Ο φασισμός δεν έρχεται με στρατιωτικό τζιπ, ούτε με καμιόνι, όπως κάποιοι άκαπνοι αριστεροί επαναστάτες ή ξιπασμένοι νεοφιλελεύθεροι δημοκράτες νομίζουν, έρχεται με το λεωφορείο της γραμμής.

Αντί του διαλόγου και της συνεννόησης, ενόψει των δυσκολιών που δημιουργεί η σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή, επιλέγεται από κάποιους η σε καθημερινή βάση και με συστηματικό τρόπο αμφισβήτηση και ευτελισμός των δημοκρατικών θεσμών, η λοιδορία των κομμάτων και του κοινοβουλευτισμού. Σπιλώνεται συλλήβδην και απαξιώνεται ηθικά το σύνολο του πολιτικού προσωπικού. Τα φαινόμενα αυτά, σε συνδυασμό με την παγίωση της αλαζονείας και της αμετροέπειας ως επικοινωνιακών εργαλείων και του αυταρχισμού και της καταστολής ως μηχανισμών της κρατικής επιβολής, δημιουργούν το πλέον πρόσφορο κλίμα για την επώαση στο πυρακτωμένο μυαλό και το θυμικό της κοινωνίας του «αυγού», αν θα είναι του φιδιού, της κότας ή της στρουθοκαμήλου λίγο θα ενδιαφέρει.

Οι εστίες υπάρχουν, κάποιοι παίζουν μαζί τους, ενώ κάποιοι άλλοι ποιούν τη νήσσα ή κρύβονται μιμούμενοι την στρουθοκάμηλο. Αν αυτό το αυγό κατορθώσει να σπάσει, αν η φωτιά φουντώσει, θ’ αποκαλυφθεί σ’ όλο της το μεγαλείο η χαώδης απόσταση που θα χωρίζει εκείνο το εφιαλτικό «παρόν» του μέλλοντός μας απ’ το ονομαζόμενο «άθλιο» παρελθόν που κάποιοι νομίζουν ότι ζουν σήμερα.

Τότε η βία δεν θα είναι «καλή» για τους μεν και «κακή» για τους δε. Τότε η βία θα είναι μία κι ολοκληρωτική, τυφλή και ωμή. Τότε, που δεν θα υπάρχουν ως δεδομένο κι αυτονόητο δικαιώματα κι ελευθερίες, αλλά μέσα από την οδύνη θ’ αναδεικνύονται οι παρεξηγημένες αρετές κι η πραγματική ουσία της δημοκρατίας, της κολοβής, της ελλειμματικής, της άδικης, της ανολοκλήρωτης, της «δημοκρατίας» του σήμερα. Αυτής της δημοκρατίας που ξοδεύουμε και καταναλώνουμε απερίσκεπτα, σαν τα δάνεια και τα δανεικά που και τότε –όταν έπρεπε– δεν εκτιμήσαμε όσο έπρεπε την αξία και τη σημασία τους και το πληρώνουμε όλοι πολύ ακριβά τώρα.

Θα είναι αργά. Δεν μας αξίζει αυτό το τότε.

Ας μην επαναπαυόμαστε αναμασώντας το παροιμιώδες «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» κι ας μην λησμονούμε, ότι κάποιες άλλες εποχές, όχι τόσο παλιά, αλλά τουναντίον τραγικά κοντά για να το έχουμε ξεχάσει ή να μην το γνωρίζουν οι νέοι κι οι νεότεροι, η δημοκρατία ηττήθηκε. Η δημοκρατία ηττήθηκε από εμάς τους ίδιους, απ’ τα λάθη και τις παραλείψεις μας, απ’ την αδιαφορία μας για νηφαλιότητα και περίσκεψη, απ’ τον υπερφίαλο εγωισμό και την αλαζονεία μας. Όταν οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου το αντιλήφθηκαν ήταν και τότε πολύ αργά για τη δημοκρατία και για την κοινωνία. Η Κύπρος το γνωρίζει πολύ καλά.

Αν αποφασίσουμε τώρα να σπάσουμε τα άλλα αυγά –αυτά που φτιάχνουν την πιο νόστιμη ομελέτα– όπως της διχόνοιας, της μισαλλοδοξίας, της αμετροέπειας, της ανισότητας, της αδικίας, της αδιαφάνειας, του κομματισμού κ.ο.κ. –ξέρουμε πολύ καλά ποια πρέπει– είναι βέβαιο, ότι το «αυγό του φιδιού» δεν θα είναι απειλή για τη δημοκρατία και την κοινωνία, γιατί οι συνθήκες που το γεννούν και το επωάζουν θα έχουμε φροντίσει έγκαιρα να εκλείψουν.

Ας κάνουμε, λοιπόν, τις επιλογές μας, πατριώτες και δημοκράτες, δεξιοί κι αριστεροί, η κοινωνία αδημονεί, η δημοκρατία ασφυκτιά, θα επιτρέψουμε να εξαντληθούν;

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Παραμορφωμένη δημοκρατία.



Παιδιά. Αυτά τα παραμορφωμένα πρόσωπα είναι πρόσωπα παιδιών. Οι μώλωπες, οι εκχυμώσεις, οι εκδορές είναι αποτυπωμένα πάνω σε κεφάλια σχεδόν αμούστακων παιδιών. Τα σβησμένα από τον πόνο και τις κακουχίες βλέμματα είναι βλέμματα από νεανικά μάτια, από μάτια που μετά βίας αναγνωρίζονται. Το ρετούς δεν μπορεί να δώσει φως στη ματιά και ν’ αποκαταστήσει την ικμάδα και τη ζωντάνια της έκφρασης. Το ρετούς συγκαλύπτει αδέξια την ασχήμια και τις ασχήμιες. Θα μπορούσε να μην υπάρχει καν, αλλά τότε πώς θα είχαμε θέμα για συζήτηση.

Με ανακοινώσεις και ανταλλαγή κοινότυπων αντεγκλήσεων τα κόμματα έπραξαν το χρέος τους απέναντι στην κοινωνία, επιχειρώντας με τη σειρά τους ένα γενναίο ρετούς στο κράτος, τους θεσμούς, τον νόμο και την τάξη. Οι μεν υπεραμυνόμενοι της νομιμότητας, οι δε καταγγέλλοντες τους βασανισμούς. Το «άτεχνο» κι ακαλαίσθητο ρετούς επαρκεί, ώστε πίσω από τα λόγια να κρυφτούν επιμελώς εκατέρωθεν ανεπάρκειες, παραλείψεις, ελλείμματα. Κανείς δεν είδε πίσω και πέρα απ’ τα βλέμματα αυτών των παιδιών. Κανείς δεν αισθάνθηκε την oδύνη και τον πόνο μιας παραμορφωμένης δημοκρατίας. Όλα είναι θέμα αισθητικής.

Με αφορμή την οικονομική κρίση και τις μετέπειτα δυσάρεστες εξελίξεις, πολλές είναι οι διαπιστώσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Κάθε μια εστιάζει και προβάλει τα σημεία και τις παραμέτρους που θεωρεί ότι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο για να φτάσουν τα πράγματα εδώ που έφτασαν. Ανάλογα με τις αφετηρίες ή πολλές φορές έχοντας ως δεδομένο το συμπέρασμα, αναλυτές και παρατηρητές των γεγονότων, διατυπώνουν τις απόψεις τους διαπιστώνοντας τα λάθη και καταλογίζοντας ευθύνες.

Τα παιδιά αυτά είχαν την ευκαιρία να γεννηθούν και να μεγαλώσουν σε κοινωνικές συνθήκες ελευθερίας, γαλήνης, ευμάρειας. Τα παιδιά αυτά μπορεί να μην έτρεξαν σε χωματόδρομους και να μην έπαιξαν μπάλα σε αλάνες, αλλά απόλαυσαν παροχές και ευκολίες καινοφανείς και πρωτόγνωρες για τα ελληνικά δεδομένα. Μπορεί κάποιοι παραδοσιακά, από έθιμο ή συνήθεια, να κλαψούριζαν για τις πολιτικές λιτότητας, αλλά επί της ουσίας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ανέχονταν ένα παντοδύναμο «σύστημα» που επέτρεπε σε όλους, ανάλογα με τη θέση και τις δυνατότητές του, να «μετέλθει των αχράντων μυστηρίων». Τις δεκαετίες του ’90 και του 2000 όλα στριφογύριζαν στον ξέφρενο ρυθμό του «λεφτά υπάρχουν».

Ιδιωτικά σχολεία, μπαλέτα, ωδεία, ιδιαίτερα, επώνυμα ρούχα, πλούσιο χαρτζιλίκι, συμπλήρωναν μιαν εικόνα οικογενειακής ανέλιξης ανεμπόδιστης και συνεχούς, με μονοκατοικίες κι ευρύχωρα διαμερίσματα, με τζιπ κι αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, με βάρκες και σκάφη αναψυχής, με διακοπές και ταξίδια, με συνήθειες και συμπεριφορές άκρατης κατανάλωσης.

Η δημοκρατία λειτουργούσε κι επειδή στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, τη διέξοδο για τη διατήρηση και την επέκταση αυτού του στρεβλού –όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων φυσικά– μοντέλου συμπεριφοράς κι ανάπτυξης, εξασφάλιζαν γενναίες δόσεις δανείων για τη χώρα, αλλά και τα νοικοκυριά. Η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, αντί να συμβάλει στην εκλογίκευση ή την ανατροπή αυτού του ανορθολογικού τρόπου διακυβέρνησης και ζωής, διερμηνεύτηκε ως παγίωση και ως ες αεί εμπέδωση και κυριαρχία αυτού του κρατικοδίαιτου και θνησιγενούς μοντέλου οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας. Η επανίδρυση του κράτους ξεχάστηκε κάπου μεταξύ απογραφής και Μπαϊρακτάρη.

Η δημοκρατία τι να έφταιξε σ’ αυτό; Τίποτα. Ούτε αυτά τα παιδιά έφταιξαν. Κι αυτή κι αυτά θύματα μιας γενιάς, που λαχτάρησε την ελευθερία γιατί τη στερήθηκε, αλλά δεν κατόρθωσε, όταν αυτή ήρθε, να την εμβαθύνει και να την στεριώσει σε δίκαιες και πλατιές βάσεις, μιας γενιάς που λαχτάρησε την άνεση, το παγωτό ή το ρούχο, γιατί σε πολλές περιπτώσεις κι αυτά τα στερήθηκε κι όταν τα βρήκε, έπεσε με τα μούτρα και δεν κατόρθωσε να εκτιμήσει την αξία και τη σημασία τους για το παρόν και προπαντός για το αύριο.

Φταίνε –λένε με περισσή ευκολία– οι οικογένειες, οι γονείς. Φταίνε, αφού έτσι το λέει ο άγραφος κώδικας της κοινωνίας. Αυτής της κοινωνίας που δεν κατόρθωσε αυτά τα παιδιά να τα κάνει οραματιστές ενός μέλλοντος ελπιδοφόρου, δίκαιου, ανθρώπινου. Αυτής της κοινωνίας που μαλώνει για τα βιβλία της Ιστορίας κι αδιαφορεί αν το εκπαιδευτικό της σύστημα παράγει απάτριδες και μετανάστες. Αυτής της κοινωνίας που ξέρει μόνο να δείχνει με το δάχτυλο ό,τι δεν είναι στα μέτρα της τάξης και τα σταθμά της ηθικής της. Αυτής της κοινωνίας που είναι έτοιμη να ψηφίσει χρυσή αυγή για ν’ απαλλαγεί απ’ τους ξένους κι όσους παρεκκλίνουν απ’ την αισθητική της. Αυτής της κοινωνίας που ανέχεται και σιωπά μπροστά στην «καλή» βία του κράτους και των μηχανισμών του κι εξοργίζεται και ξεσπά ενάντια στην «κακή» βία οποιουδήποτε μάχεται για τις ιδέες και τις αξίες του.

Αυτά τα παιδιά έσφαλαν. Πριν απ’ αυτά όμως, ο καθένας θα πρέπει να μετρήσει τα δικά του σφάλματα. Στα παραμορφωμένα πρόσωπά τους αντανακλά το παραμορφωμένο πρόσωπο της κοινωνίας. Τα παιδιά αυτά θα υποστούν τις συνέπειες των επιλογών τους. Μέχρι τότε όμως, ο καθένας θα πρέπει ν’ αναλογιστεί τις δικές του επιλογές κι ευθύνες. Τα τραύματα με τον καιρό θα επουλωθούν και τα παραμορφωμένα πρόσωπά θ’ αποκατασταθούν. Πιθανόν και τα παιδιά αυτά να μετανοιώσουν ή ν’ αλλάξουν στάση απέναντι στη ζωή και τα πράγματα.

Εμείς, οι υπόλοιποι, θα θελήσουμε άραγε μέχρι τότε, να προσπαθήσουμε από κοινού να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα; Θα θελήσουμε να σταθούμε αλληλέγγυοι και δυνατοί διπλά στο συνάνθρωπο; Θα θελήσουμε ν’ αλλάξουμε στάση απέναντι στη ζωή και τα πράγματα; Θα προλάβουμε να ‘χουμε αποκαταστήσει το παραμορφωμένο πρόσωπο της δημοκρατίας μας κοιτάζοντας με θάρρος και συναίσθηση το είδωλό μας στον καθρέφτη;

Αν ναι, είναι βέβαιο, ότι κάποια άλλα παιδιά –μπορεί να ‘ναι και τα δικά μας– ν’ αποφύγουν την οδύνη της οργής και του μίσους για τ’ αδιέξοδα που τα κυκλώνουν, τ’ άδικα που τα πληγώνουν, τα ισοπεδωτικά που τα αλλοτριώνουν και ν’ αγωνιστούν για το αύριο. Να πολεμήσουν, όχι με τη βία, όχι με όπλα, όχι με βόμβες, αλλά οπλισμένα με πείσμα και θέληση, εφοδιασμένα με ενδιαφέρον κι αισιοδοξία, θωρακισμένα με πίστη και διάθεση, γιατί η ζωή θα είναι μπροστά και το μέλλον ελκυστικό κι ελπιδοφόρο, προκλητικό και πρόσφορο για να το απαλλοτριώσουν.