Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Μια αιωνιότητα και δυο ώρες.



Πόσα μπαλώματα μπορεί ν’ αντέξει ακόμα αυτό το ξεσκισμένο πάπλωμα της εκπαίδευσης; Πόσα ράμματα η γούνα μαθητών και γονέων; Ερωτήματα ρητορικά και με αφορμή το δημόσιο διάλογο που άνοιξε σχετικά με την αύξηση του ωραρίου για όλους τους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά δυο ώρες εβδομαδιαία.

Θα μου πεις, «την ώρα που καίγεται στο σπίτι σου» και κάνεις «αμάν» ως κράτος για να εξασφαλίσεις τα 8,8 δις, πού χρόνος για μεταρρυθμίσεις και πού καιρός για διαρθρωτικές αλλαγές. Εδώ εν μία νυκτί πέρασαν εκατοντάδες ρυθμίσεις, οι δυο ώρες των εκπαιδευτικών είναι το πρόβλημα;

Έχω πρόβλημα όμως, έχω σοβαρό πρόβλημα, όχι τόσο με τις δυο ώρες, αλλά γιατί η συζήτηση που έχει ανοίξει είναι αλλού, γιατί η ίδια η ουσία της ρύθμισης είναι αλλού, αφορά άλλους, όχι την εκπαίδευση, όχι τους μαθητές, όχι τους γονείς, όχι το αύριο και το μέλλον. Μιλάει για την επανάληψη μιας πρακτικής αποσπασματικής και συντηρητικής σ’ ένα χώρο κατεξοχήν στρατηγικής σημασίας για το μέλλον και το αύριο αυτού του τόπου.

Το πρόβλημα με την εκπαίδευση δεν είναι ότι δεν υπάρχουν λεφτά, αλλά πώς αξιοποιούνται τα λεφτά που υπάρχουν. Μήπως, όμως, το ίδιο πρόβλημα δεν παρατηρείται και στην υγεία, στην ασφάλιση, στην πρόνοια και γενικά σ’ όλες τις δραστηριότητες κι εκφάνσεις του «κοινωνικού κράτους» κράτους; Αν οι πόροι για την παιδεία είναι πλέον περιορισμένοι, χρέος είναι όλων όσων έχουν την ευθύνη και την αρμοδιότητα για την άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής να καθίζουν και να καταστρώσουν ένα συνολικό σχέδιο, ώστε οι πόροι που διατίθενται να πιάσουν τόπο, είτε προορίζονται για μισθοδοσία προσωπικού, είτε για λειτουργικές δαπάνες, είτε για επενδύσεις σε υποδομές.

Ένα κουβάρι εκπαιδευτικοί, κυβερνήσεις, ΔΟΕ και ΟΛΜΕ, κόμματα, δήμοι, γονείς και μαθητές βολοδέρνουν επί δεκαετίες για μια θέση στον ανέσπερο ήλιο –το έχω ξαναγράψει και μου άρεσε– της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, κοροϊδεύοντας ο ένας τον άλλον για τη διατήρηση του «δωρεάν» χαρακτήρα της. Μπορούμε να συνέλθουμε; Για ποια δωρεάν παιδεία μιλάμε; Αυτό μήπως είναι το μείζον πρόβλημα της παιδείας κι όχι οι δυο ωρίτσες των κ.κ. καθηγητών;

Παντού υπάρχει κρίση, παντού έχουν γίνει περικοπές και μειώσεις κι εμείς παραβλέπουμε, ότι η δωρεάν παιδεία είναι το μεγαλύτερο ψέμα, με το οποίο ερχόμαστε σ’ επαφή από τα γεννοφάσκια μας σχεδόν και τσακωνόμαστε για το αν πρέπει ή δεν πρέπει ν’ αυξηθεί το ωράριο των καθηγητών, λες και κάποιοι απ’ αυτούς και που είναι στα Γυμνάσια και τα Λύκεια κάτι κάνουν που είναι παρόντες. Για περάστε από ένα Λύκειο μετά το Φλεβάρη – Μάρτη και ζητήστε έναν μαθητή της Γ’ Λυκείου κι αν βρεθεί ένας τρυπήστε μου τη μύτη. Όλοι όσοι έχουν παιδιά σ’ αυτή την ηλικία το γνωρίζουν, τα φροντιστήρια κοντεύουν να βουλιάξουν, μόνο το υπουργείο παιδείας κι η ΟΛΜΕ το αγνοούν.

Γι’ αυτό, αυτό το θλιβερό φαινόμενο αποτελεί ίσως την κορωνίδα της απαξίωσης και του ευτελισμού της όποιας εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αυτό το γεγονός από μόνο του ακυρώνει στην πράξη τα όποια εκπαιδευτικά προγράμματα, τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες των εκπαιδευτικών, τις όποιες φιλοδοξίες των μαθητών και των οικογενειών τους. Είναι ντροπή και αίσχος να ετοιμάζουμε ακαδημαϊκούς πολίτες, αλλά πολύ περισσότερο αυριανούς πολίτες της χώρας, διδάσκοντάς τους απ’ αυτήν την τρυφερή ηλικία των 18, ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», ότι οι θεσμοί, μπρος στην ιδιοτέλεια και το ατομικό συμφέρον, μπορεί να ποδοπατιώνται νομότυπα, ότι η πολιτεία και τα όργανά της, οι λειτουργοί της είναι δυνατόν να «κάνουν τα στραβά μάτια» και να φορτώνουν εικοσάρια μαθητές του πέντε. Όλα στο βωμό του πανελληνίου θυσιαστηρίου ελπίδων, ονείρων, μέλλοντος.

(Κανείς υδραυλικός, βρε παιδιά;)

Ας παραταθεί όσο θέλει το ωράριο των κ.κ. καθηγητών, μόνο προβλήματα κι αντιδράσεις θα δημιουργήσει, στα λόγια τουλάχιστον. Από χρόνια η συντριπτική τους πλειοψηφία έχει παραδοθεί στην κυμαδομηχανή των διατάξεων του υπουργείου και των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων. Μια διεκδίκηση για το συμφέρον της εκπαίδευσης κι ένα κλείσιμο σχολείου μαζί με γονείς και μαθητές για την ποιότητα της εκπαίδευσης, για την ποιότητα των υποδομών, για την ποιότητα της διδακτέας ύλης, δεν έχει πραγματοποιηθεί. Περιχαρακωμένοι στην ασφάλεια των κομματικών παρατάξεων, των σχολικών συμβούλων και των συμβουλίων κρίσης καρτερούν ως γνήσιοι δημόσιοι υπάλληλοι την ανταμοιβή τους με μια θέση, μια μετάθεση ή μια απόσπαση, μετά τις εκλογές.

Δεν φταίνε μόνο οι εκπαιδευτικοί. Μήπως κι εμείς οι γονείς δεν τα παραβλέπουμε όλα αυτά τα στραβά κι τ’ ανάποδα μπρος στο «καλό» των παιδιών μας; Όσοι, βέβαια, διαθέτουν τα απαραίτητα δεν χρειάζεται να βιώσουν αυτήν την εξουθενωτική δωδεκάχρονη και βάλε –μαζί με το νήπιο όπου υπάρχει– διαδικασία, γράφουν τα παιδιά τους σ’ ένα ιδιωτικό και ξενοιάζουν. Έτσι δεν χρειάζεται να κάνουν αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, τεχνικά, οικοκυρικά κι εγώ δεν ξέρω πόσα άχρηστα –έτσι όπως διδάσκονται στο σχολείο τουλάχιστον– «μαθήματα» και ταυτόχρονα για να πάρουν ένα πτυχίο γλωσσομάθειας να χρειάζεται να κάνουν μύριες όσες ώρες φροντιστήριο. Φταίμε κι εμείς, γιατί στέλνουμε τα παιδιά μας στο δημόσιο σχολείο και δεν πατάμε ούτε στη γενική συνέλευση του συλλόγου γονέων για να πάρουμε μια ιδέα για το τι προβλήματα, τι ελλείψεις και τι ανάγκες έχουν τα σχολεία και οι εκπαιδευτικοί. Το μόνο που ξέρουμε είναι οι βαθμοί και το φροντιστήριο, τα ιδιαίτερα κι ας δανειζόμαστε για να τα «φέρουμε βόλτα».

Μπορείς να γράφεις ώρες για το θέμα. Άλλωστε εδώ επισημαίνονται κάποιες απ’ τις παθολογίες του συστήματος από «τα μέσα» και μαζί με τον αντίλογο των σχολίων δεν χρειάζονται προσθήκες. Αν κάτι με κάνει ν’ αναφερθώ στο θέμα χρονιάρες μέρες δεν είναι η δυο επιπλέον ώρες, είναι ότι για τέτοια διαδικαστικά προβλήματα σοβαρότερα ή δυσκολότερα –όπως είναι π.χ. η σύμπτυξη των σχολείων– μπορούμε να μιλάμε επί μια αιωνιότητα, προσφέρονται γι’ αντιπαράθεση και ξεκατίνιασμα, για άγρα εντυπώσεων και ψήφων.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για την ψυχή μας όμως, για την ψυχή ανθρώπων που λαχταρούν να ξεφύγουν απ’ τη δίνη του τέλματος, της στασιμότητας και της αέναης αναπαραγωγής της εκπαιδευτικής αιωνιότητας. Αν θέλουμε ν’ αφήσουμε εμείς το στίγμα μας στο κορμί της κρίσης, ας την αρπάξουμε ως ευκαιρία, ας διεκδικήσουμε τη μια και μοναδική στιγμή, τη στιγμή που μετουσιώνεται η αλήθεια σε έργο, σε πράξη.

Ας σκεφτούμε για μια στιγμή, ο καθένας απ’ το πόστο του κι όλοι μαζί, πόσο μπορεί ν’ άλλαζε η παιδεία μας, πόσο το μέλλον του τόπου και των παιδιών μας μπορούσε να γίνει ελπιδοφόρο, αν παραδεχόμασταν με ειλικρίνεια κι υπευθυνότητα, με διάθεση και θέληση για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, ότι η «δωρεάν παιδεία» είναι μύθος, αλλά κι ότι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τα πάντα, ώστε ν’ ανατρέψουμε τις στρεβλώσεις και τις αγκυλώσεις που επιτρέπουν αυτός ο μύθος να μας παραμυθιάζει αιωνίως.

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Η Κρήτη δείχνει το δρόμο.



Ψάχνοντας για μια τράπεζα περπάτησα αρκετά επί της Λεωφόρου Μεσογείων. Μαγαζιά ξενοίκιαστα ή «διατιθέμενα» το ένα μετά το άλλο. Άρχισα να παρατηρώ όσα λειτουργούσαν. Ελαστικά αυτοκινήτων, ηλεκτρικές συσκευές, ανταλλακτικά αυτοκινήτων, είδη δώρων, έπιπλα, υποκαταστήματα εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, ηλεκτρονικά, τροφές ζώων, δημόσιες και περιφερειακές υπηρεσίες, εστιατόρια και ψητοπωλεία, φούρνοι-ζαχαροπλαστεία, βενζινάδικά και πάει λέγοντας. Α! Είδα κι ένα ψαράδικο δίπλα σε γνωστό ταχυφαγείο.

Δεν ξέρω αν το «δείγμα» είναι αντιπροσωπευτικό ως προς τη σύνθεση της αγοράς, αλλά η πρώτη σκέψη που μου δημιουργήθηκε, ήταν ότι όλα αυτά τα καταστήματα εμπορεύονταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία εισαγόμενα προϊόντα. (Μου θύμισαν ράφια σούπερ μάρκετ). Οι μόνες επιχειρήσεις που ξεχώριζαν για το πλήθος των «ελληνικών» προϊόντων που διέθεταν ήταν μόνο τα δυο – τρία περίπτερα, με τις σοκολάτες, τα πατατάκια, τις εφημερίδες, τα τσιγάρα και τα περιοδικά. Όλοι οι άλλοι πουλούσαν υπηρεσίες ή εισαγόμενα.

Αν θα μπορούσα να το γράψω σχηματικά, αυτό που καταλαβαίνω είναι, ότι στη χώρα οι μισθωτοί δουλεύουν –όσοι εξακολουθούν ακόμα– για να πληρώνουν εισαγόμενα κι υπηρεσίες. Η εγχώρια παραγωγή είναι τόσο ισχνή και περιορισμένη, που δεν την αντιλαμβάνεσαι κυκλοφορώντας στους δρόμους, που είναι με τη σειρά τους πλημμυρισμένοι με γιαπωνέζικα και γερμανικά αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες.

Με αφετηρία αυτή τη σκέψη, η λογική μου λέει, ότι για να ισοσκελιστούν τα έξοδα ή και για να δημιουργηθεί οικονομικό πλεόνασμα, θα πρέπει το χρήμα που κυκλοφορεί να παραμένει μέσα στην οικονομία της χώρας κι οι όποιες εκροές για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ν’ αντισταθμίζονται με ισόποσες εισροές συναλλάγματος ή αύξηση της παραγωγής. Από ‘κει και πέρα, επειδή δεν πρέπει να ξεχνάμε και τα χρέη μας, η αποπληρωμή των χρωστούμενων, είτε θα πρέπει να γίνεται με νέα δανεικά, είτε μέσω της σταδιακής αύξησης του πλεονάσματος της οικονομίας, όπου ένα μέρος της θα κατευθύνεται στην εξόφλησή τους.

Τόσο απλά είναι τα πράγματα στη θεώρησή τους. Τα δύσκολα αρχίζουν όταν θα πρέπει τα θεωρητικά σχήματα να γίνουν πράξεις και πολύ περισσότερο, όταν θα πρέπει όλα να γίνουν ταυτόχρονα και σε περιορισμένο χρόνο. Αν μάλιστα, η εφαρμογή θα πρέπει ν’ αποφασιστεί από πολιτικούς που το μόνο επίθετο που γνωρίζουν δίπλα στη λέξη «κόστος» είναι το «πολιτικό» και στο πλαίσιο μιας αγοράς που κυριαρχείται από τον κρατικό προστατευτισμό, την ασυδοσία και τη φοροδιαφυγή, τότε το εγχείρημα καθίσταται όχι απλώς δύσκολο, αλλά μάλλον αδιανόητο.

Δεν θέλω ούτε Στουρνάρας να το παίξω, ούτε Βαρουφάκης, ούτε κι από κανένα από τους αμέτρητους εξπέρ του είδους να στερήσω το τηλεοπτικό μεροκάματο. Η λογική μου όμως λέει, ότι αν δεν προτάξουμε για την ανάπτυξη της χώρας τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, την αγροτική παραγωγή, δεν πρόκειται να ορθοποδήσουμε, όσους εθνικούς δρόμους κι αν παραχωρήσουμε, όσα λιμάνια κι αν πουλήσουμε, όσους ΟΠΑΠ κι αν αποκρατικοποιήσουμε. Το έδαφος είναι ο πλούτος μας, η γη μας το κεφάλαιό μας. Από δίπλα η μεταποίηση, το εμπόριο κι οι νέοι συνεταιρισμοί. Από ‘κει θα πρέπει να γίνει η επανεκκίνηση της οικονομίας, γιατί αν περιμένουμε από την Αιόλου και την Ερμού ή από την εξόρυξη των υδρογονανθράκων, μάλλον θα χρειαστεί να περιμένουμε πολύ κι ενδεχομένως μάταια.

Υπάρχει μια περιοχή στην Ελλάδα που σήμερα δίνει τον τόνο και δείχνει το δρόμο, η Κρήτη. Το αγροτικό μοντέλο της Μεγαλονήσου, που της επιτρέπει να ζει με αξιοπρέπεια κι αυτάρκεια τους κατοίκους της, αποτελεί ένα αξιόπιστο και πειστικό πρωτότυπο για κάθε περιοχή της Ελλάδας, ανάλογα, ασφαλώς, με τις ιδιαιτερότητες και της συνθήκες.

Πού βρίσκεται στις μέρες μας η Κορινθιακή σταφίδα; Πού είναι τα πορτοκάλια της Άρτας, τα μήλα Πηλίου; Πού είναι τα φρούτα και τα ντόπια λαχανικά που βρίσκαμε στις λαϊκές και τα μανάβικά πριν μερικά χρόνια, πριν τα τελάρα κατακλυστούν από πατάτες Αιγύπτου, σκόρδα Χιλής, καρότα Ολλανδίας, ντομάτες Τουρκίας;

Παράγουμε προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας, όπως π.χ. το λάδι και δεν κατορθώνουμε να αξιοποιήσουμε αυτό το θείο δώρο σε όφελός μας. Παρατάμε χιλιάδες στρέμματα με οπωροφόρα κι αφήνουμε λεμόνια και πορτοκάλια να σαπίζουν στο χώμα. Αντίθετα, σε κάθε τριάντα μέτρα βλέπουμε να ξεφυτρώνει κι από μια καφετέρια ή από ένα σουβλατζίδικο. Πόσα σουβλατζίδικα και πιτσαρίες μπορούν να λειτουργήσουν επικερδώς; Είναι τόσο μεγάλη η κατανάλωση του φραπέ λόγω της ανεργίας, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι οι άνεργοι στηρίζουν την εστίαση, γι’ αυτό κι οι κυβερνητικοί εταίροι κόπτονται τόσο πολύ για τη μείωση του ΦΠΑ στη συγκεκριμένη κατηγορία;

Όμορφα τα «εγκαίνια» κι οι παράτες, που μας θυμίζουν την Ελλάδα του χτες, της απλοχεριάς και του «δε βαριέσαι», αν θέλουμε ν’ αφήσουμε πραγματικά όμως πίσω μας αυτή την Ελλάδα και να χαράξουμε διαφορετική πορεία προς το αύριο, αν θέμε να πάμε προς τα πάνω, θα πρέπει να κοιτάξουμε πρώτα κάτω, στο χώμα, στη γη μπορούμε ν’ ανακαλύψουμε τα ίχνη και τα πρώτα σημάδια της ανάκαμψης. Οι αγρότες κι οι οργανωμένες καλλιέργειες, ας γίνουν οι «εργολάβοι» της σύγχρονης ανάπτυξης. Εκεί να πέσει το βάρος, να γίνει ο προγραμματισμός, να δοθούν τα κίνητρα κι οι κατευθύνσεις. Έτσι να μπουν κι οι βάσεις για να υποκατασταθεί η στρεβλή στήριξη της περιφέρειας με ανεπάγγελτα ΤΕΙ και αποψιλωμένα στρατόπεδα. Η Μανωλάδα έδειξε με εμφαντικό τρόπο το μέγεθος της κρατικής ανευθυνότητας, αλλά και των τεραστίων περιθωρίων που υπάρχουν για βελτίωση των παραγωγικών διαδικασιών κι εξυγίανση των εργασιακών σχέσεων.

Το μεταπολεμικό μοντέλο ανάπτυξης του τσιμέντου και της ασφάλτου, βάρυναν με μπετό πόλεις και καρδιές, μόλυναν με απληστία και διοξίνες τις ζωές, μήπως ήρθε η ώρα να φυτρώσει και πάλι κανένα χαμόγελο στα χείλη και κανέναν ζαρζαβατικό στα περιβόλια;

Η Κρήτη δείχνει το δρόμο.
    

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Οδική ασφάλεια και "κότες".


Για την «Οδική Ασφάλεια» ξοδεύονται εκατομμύρια κάθε χρόνο. Χιλιάδες εργατοώρες κι υπάλληλοι σπαταλιούνται κι αναλώνονται με το αντικείμενο αυτό, εκατοντάδες ή και χιλιάδες νόμοι, διατάξεις κι εγκύκλιοι συνθέτουν το πλέγμα της πολυδαίδαλης νομοθεσίας για το θέμα. Από τις κορυφαίες δημόσιες πολιτικές και βασικές συνιστώσες των μεταφορών η άσκηση αυτής της αρμοδιότητας από την πολιτεία. Τ’ αποτελέσματα από πενιχρά έως ανύπαρκτα. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να σκοτώνονται στους δρόμους κι η χώρα να διατηρεί μια από τις πιο θλιβερές πρωτιές της, την πρωτιά σε τροχαία ατυχήματα μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αν ρίξουμε μια ματιά στα προγράμματα και τις δράσεις του υπουργείου Παιδείας που σχετίζονται με την οδική ασφάλεια, αλλά και στις αντίστοιχες πολιτικές του πρώην υπουργείου Μεταφορών, με ευκολία διαπιστώνεται, ότι σε θεσμικό επίπεδο –«τυπικά»– αλλά και με έστω περιορισμένες λόγω της κρίσης πιστώσεις, κάποιες προσπάθειες γίνονται, ώστε ο τομέας αυτός, ενόψει της σπουδαιότητάς του για το κοινωνικό σύνολο, να κατέχει μια ευπρεπή –κατά το δυνατόν– θέση στις προτεραιότητες του κράτους.

Πώς συμβαίνει, λοιπόν, με τόσα και τόσα προγράμματα και δραστηριότητες, τόσες διακηρύξεις κι εξαγγελίες, τόσα πάρκα «κυκλοφοριακής αγωγής» στους δήμους κι ώρες διδασκαλίας στα σχολεία, να σημειώνονται τόσο πενιχρά αποτελέσματα σ’ αυτόν τον ευαίσθητο για την υγεία και την ασφάλεια της κοινωνίας τομέα; Τι φταίει που οι ελληνικοί δρόμοι, κυρίως μέσα στα αστικά κέντρα και το επαρχιακό δίκτυο, βάφονται κόκκινοι;

Αν σταθούμε σ’ ένα φανάρι, αν παρατηρήσουμε μιαν λεωφόρο, λίγα μόνο λεπτά της ώρας αν αφιερώσουμε, θα δούμε πόσες και πόσες «κακιές στιγμές» υπάρχουν καθημερινά στους ελληνικούς δρόμους και πόσα «παρά τρίχα» χωρίζουν τη ζωή από το θάνατο ή την αναπηρία. Είναι όλα αυτά που βιώνουμε, αλλά και κάνουμε όλοι λίγο-πολύ μόλις πιάσουμε το τιμόνι στα χέρια. Η συμπεριφορά μας ως οδηγοί αποτυπώνει τη νοοτροπία που μας χαρακτηρίζει ως άτομα και ως μέλη της κοινωνίας. Ο ατομισμός, η αλαζονεία, η παρανομία, η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο και το περιβάλλον. Ούτε για τη δική μας την ασφάλεια νοιαζόμαστε, ούτε των συνεπιβατών μας.

Ένα κουβάρι κι εδώ από πολυσύνθετους παράγοντες, που συντηρούν κι ευνοούν να εκδηλώνονται οι πιο άσχημες κι αντικοινωνικές πτυχές της προσωπικότητάς μας. Ο σεβασμός κι η ευπρέπεια εξοβελίζονται ως δια μαγείας μόλις ο διακόπτης της μηχανής γυρίζει και ξεκινήσει το αυτοκίνητο. Λες κι η μίζα γυρίζει αυτόματα και τον δείκτη της έξαψης, της βιασύνης, της παραβατικότητάς μας και γινόμαστε άλλοι άνθρωποι. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στη «μαύρη τρύπα» μπαίνουν με τον ίδιο αυτοματισμό ιδιώτες κι επαγγελματίες, οδηγοί μηχανών κι αυτοκινήτων. Ταξιτζήδες, φορτηγατζήδες –εξαιρείται ο συμπαθής νταλικέρης της «κομμένης» διαφήμισης– οδηγοί πούλμαν κ.ο.κ.

Δεν ξέρω αν έχει νόημα ν’ αναφερθεί κανείς στα αυτονόητα που είναι απολύτως αναγκαίο να γίνουν απ’ την πλευρά της πολιτείας κι ορισμένα απ’ αυτά συνθέτουν –υπό τις παρούσες μάλιστα συνθήκες– τον ορισμό ακριβώς της τυπικής «διαρθρωτικής αλλαγής», όπως είναι π.χ. η ριζική αλλαγή της διαδικασίας χορήγησης των αδειών οδήγησης. Τι να ξαναλέγεται, για την ανάγκη να εκσυγχρονιστούν διαδικασίες, που αποδεδειγμένα και σύμφωνα με όλες τις μελέτες και έρευνες, ταλαιπωρούν τους πολίτες και συγκεντρώνουν υψηλό ποσοστό αναποτελεσματικότητας και διαφθοράς;

Σημασία έχει, ξεφεύγοντας –αν είναι δυνατόν– από την πάγια κι εμπεδωμένη πεποίθηση ότι το «κράτος φταίει για όλα», να δούμε πώς θα μπορούσαμε να προφυλάξουμε είτε ως πεζοί, είτε οδηγώντας, τη σωματική ακεραιότητα κι ασφάλεια τη δική μας και των συνανθρώπων μας. Να λάβουμε υπόψη μας και ως δεδομένα, ότι όντως η ποιότητα του οδοστρώματος δεν είναι η καλύτερη δυνατή, ότι οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κυκλοφορίας, ότι τα αυτοκίνητα υπερβαίνουν σε μεγάλες εξόδους ή κατά τα Σαββατοκύριακα τις αντοχές του υπάρχοντος οδικού δικτύου.

Χρειάζεται ν’ απεκδυθούμε «πάνω στο τιμόνι» το ρόλο του ανεύθυνου και του «θύματος» και ν’ αντισταθούμε στον πειρασμό της ευκολίας του «αυτό κάνουν όλοι». Ν’ αποδεχτούμε ότι κι άλλοι οδηγοί μπορεί να βιάζονται, ότι τα πεζοδρόμια είναι για τους πεζούς, ότι στις διασταυρώσεις δεν χωράνε να περάσουν όλοι μαζί, ότι το πορτοκαλί δεν είναι πράσινο –πόσο μάλλον το κόκκινο, ότι δεν είναι εξυπνάδα να κλείνουμε τις διαβάσεις πεζών μπαίνοντας μπροστά απ’ όλους στα φανάρια, ότι η οδική σήμανση κι οι υποδείξεις των τροχονόμων διευκολύνουν την ασφαλή μας κυκλοφορία, ότι οι ζώνες ασφαλείας είναι σωτήριες, ότι τα δίκυκλα ούτε κυκλοφορούν όπως να’ ναι, ούτε πάνε παντού. Απλές καινοφανείς ή κι ασήμαντες για κάποιους παραδοχές, που αθροιζόμενες όμως ως βιώματα και τρόπους συμπεριφοράς, είναι βέβαιο, ότι μπορούν να προσφέρουν πολλαπλάσια οφέλη από εκείνα που ο κάθε οδηγός μεμονωμένα μπορεί να φαντάζεται.

Αν καθένας που κινείται σ’ αυτή τη χώρα –γιατί στο εξωτερικό ως δια μαγείας μεταμορφωνόμαστε– κάνει δική του υπόθεση την ούτως ή άλλως δική του ευθύνη, να κυκλοφορεί εποχούμενος ή πεζός στο δημόσιο χώρο, με σεβασμό στους κανόνες και τους συνανθρώπους τους, όλα μπορούν ν’ αλλάξουν στους δρόμους της Ελλάδας. Οι λύσεις για την οδική ασφάλεια δεν είναι ούτε μαγικές, ούτε εξωγήινες, είναι λύσεις που εμείς οι ίδιοι μπορούμε κατ’ αρχήν να δώσουμε, βελτιώνοντας πρώτα απ’ όλα τη δική μας οδική συμπεριφορά. Η αδιαφορία κι η αδράνεια σ’ αυτή την περίπτωση είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι, η αμέλεια κι η απροσεξία οι χειρότεροι εχθροί.

Μπορούμε να κάνουμε την καθημερινότητα και τη ζωή μας πιο εύκολη, φτάνει να τολμήσουμε να κάνουμε τις αναγκαίες κι απαραίτητες αλλαγές για να ξεφύγουμε από συμπεριφορές και νοοτροπίες που μας ντροπιάζουν και μας προσβάλουν.
Πολλά μπορούμε να κάνουμε και για την οδική μας ασφάλεια, φτάνει να μην κάνουμε –προκειμένου να τ’ αποφύγουμε– τις… «κότες».


ΦΟΤΟ: Neolaia.gr





Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Το κουμπί.


Ποιο κουμπί να πατήσουμε; Πού είναι αυτό το κουμπί, ο διακόπτης, το μπουτόν, αυτό το κάτι τέλος πάντων, που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε, ώστε μ’ ένα μαγικό τρόπο ν’ αλλάξει στη στιγμή η νοοτροπία μας;

Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορώ να φανταστώ, ότι είναι δυνατόν να επιβιώσουμε. Είναι τόσα πολλά, τόσο περίπλοκα και τόσο επείγοντα όλα όσα θα πρέπει ως κοινωνία ν’ αναθεωρήσουμε και να αλλάξουμε, που ακολουθώντας τους φυσικούς αργούς ρυθμούς της κοινωνικής εξέλιξης, θα χρειαστεί να περάσουν όχι μόνο πολλές δεκαετίες, αλλά και γενιές δεκατέσσερις. Το να φθείρεις και να καταστρέφεις είναι το εύκολο, η δυσκολία βρίσκεται εκεί που πρέπει να δημιουργήσεις, να συνθέσεις, να συγκεράσεις. Στα γρήγορα, μέσα σε τρεις δεκαετίες, ισοπεδώσαμε αξίες και πρότυπα για να εξελιχθούμε σ’ αυτό που σήμερα διατεινόμαστε ότι μας ενοχλεί, μας πληγώνει, μας απωθεί ή μας αηδιάζει.

Εμείς είμαστε. Τι; Επειδή τα βλέπουμε στις τηλεοράσεις ή τα διαβάζουμε στα blogs; Εμείς οι ίδιοι είμαστε, που –μ’ ένα δάχτυλο διαρκώς προτεταμένο– επικρίνουμε και στηλιτεύουμε ο ένας τον άλλον, από πολιτικούς και δημοσιογράφους μέχρι συγγενείς ή γειτόνους, όλους συλλήβδην, γνωστούς κι αγνώστους. Οι «ξερόλες» κι οι παντογνώστες του καφενείου και της πλάκας, της ημιμάθειας και της ασχετοσύνης, του τσαμπουκά και της βαβούρας, οι επαναστάτες του… –να μην πω– κι οι οπαδοί της βολής και της ευκολίας. Οι λάτρεις του «δωρεάν» κι οι οπαδοί του «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα». Οι ψηφοφόροι του «Τσοβόλα δώστα όλα» κι οι αγανακτισμένοι του «Να καεί, να καεί το…».

Εμείς είμαστε. Έχουμε τους Παρθενώνες για να τους κοιτάμε πίνοντας το καφεδάκι μας και τους επισκεπτόμαστε μαζικά μόνο αν πρόκειται να κρεμάσουμε κανένα πανό δυσφημίζοντάς τους παγκοσμίως. Έχουμε τους προγόνους που θυμόμαστε το παράδειγμά τους ευκαιριακά για να κάνουμε γιορτούλες και να «χτυπήσουμε» κανένα τριήμερο. Έχουμε κράτος που το βρίζουμε και να το υπονομεύουμε καθημερινά –αν κι είμαστε απόλυτα εξαρτημένοι απ’ αυτό– απομυζώντας το ταυτόχρονα κι εκμεταλλευόμενοι κάθε υπηρεσία ή λειτουργία του. Έχουμε πολίτευμα δημοκρατικό κι ελευθερία Τύπου και λόγου μόνο για να μπορούμε να γράφουμε, να λέμε και να κάνουμε τα δικά μας, να υπερασπίζουμε το δίκιο –που είναι πάντα με το μέρος μας– και ν’ αυθαδιάζουμε ή και να βιαιοπραγούμε ακόμα κατά παντός, αν τολμήσει να έχει διαφορετική γνώμη.

Εμείς είμαστε κι όσο δεν το παραδεχόμαστε και κλείνουμε τα μάτια, τόσο θα καθυστερεί να βρεθεί το κουμπί, τόσο τα προβλήματα θα πολλαπλασιάζονται, τόσο η μεταξύ μας απόσταση θα μεγαλώνει. Μπροστά στην άβυσσο είμαστε, αλλά όχι όλοι από την ίδια μεριά, άλλοι βρίσκονται στο ένα χείλος κι οι άλλοι στο άλλο κι όμως εξακολουθούμε να φιλονικούμε και να διαγκωνιζόμαστε, όχι ποιος θα τείνει πρώτος το χέρι στον άλλο για να την υπερβούμε και να προχωρήσουμε, αλλά ποιος θα σπρώξει τον άλλο να πέσει πρώτος μέσα. Κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας κι αδυνατούμε να διακρίνουμε την κοινή μας μοίρα και την αλληλένδετη τύχη μας. Νομίζουμε, ότι με ξόρκια κι ευχολόγια είναι δυνατόν να υπερβούμε τα θεόρατα εμπόδια που οι ίδιοι πρώτοι απ’ όλους έχουμε τοποθετήσει στο δρόμο μας. Πιστεύουμε ότι θα δούμε φως στην άκρη του τραγικού τούνελ της κρίσης μόλις κάποιος «από μηχανής θεός» –ποιος άραγε;– ανάψει το φως. Θεωρούμε ότι όλα μπορούν να διορθωθούν και να ξαναβρούμε την ησυχία μας μ’ έναν μαγικό τρόπο δίχως να χρειάζεται να προσπαθήσουμε καθόλου γι’ αυτό.

Εμείς είμαστε, που ψάχνουμε υποκατάστατα της αλήθειας κι ακολουθούμε αληθοφανή ψεύδη, επειδή ξέρουμε ότι η καθαρή αλήθεια θα μας πληγώσει και θα μας πονέσει, θα μας θέσει προ των ευθυνών μας. Κατά βάθος έχουμε συναίσθηση και των λαθών και των παραλείψεών μας, γνωρίζουμε ότι λίγο-πολύ κανείς δεν είναι «αθώος του αίματος». Η επιμονή μας όμως ν’ αποφύγουμε ν’ αλλάξουμε νοοτροπία και τρόπο σκέψης, προκειμένου να διατηρήσουμε με κάθε μέσον αυτή την επίπλαστη και φαινομενική στάση απέναντι στη ζωή και τα πράγματα, είναι τόσο ισχυρή, που παραβλέπει και παραγνωρίζει το σοβαρό ενδεχόμενο μιας καθολικής και βίαιης ανατροπής προς την καταστροφή των πάντων.

Ο ένας περιμένει από τον άλλον –υποδεικνύοντάς του μάλιστα και το τι πρέπει να κάνει– αλλά όσοι τολμούν να προτείνουν ριζικές μεταρρυθμίσεις κι ανατροπές ή όσοι –πολύ περισσότερο– επιχειρούν να δράσουν ανάλογα, αυτομάτως στοχοποιούνται κι επικρίνονται, γιατί οι αποφάσεις τους δεν κατατείνουν στη διατήρηση κι αναπαραγωγή του υφιστάμενου εύθραυστου κι επικίνδυνου –πλέον– status.

Οι κυβερνώντες εξακολουθούν ν’ ακολουθούν τυφλά το μονοπάτι της αναξιοπιστίας. Με διαδοχικούς ελιγμούς και στροφές πασχίζουν να ελέγξουν μιαν ανεξέλεγκτη κι εκτροχιασμένη κρατική μηχανή, που αδυνατεί να εισπράξει ακόμα και τους φόρους που διαδοχικά έχει επιβάλει. Ημίμετρα κι αποσπασματικές ρυθμίσεις επιτείνουν την αβεβαιότητα και τη σύγχυση και ροκανίζουν το χρόνο, που είναι από καιρό αδυσώπητος κι αμείλικτος. Με βήμα σημειωτόν, μ’ επιφυλακτικότητα και δισταγμό υπουργοί ψηλαφίζουν δεξιά κι αριστερά αναγκασμένοι να παλινδρομούν και ν’ αμφιταλαντεύονται μεταξύ της αδήριτης ανάγκης για αποτελέσματα και της αγωνίας για την επανεκλογή τους.

Το κοινοβούλιο, ο ναός της δημοκρατίας, υποφέρει από έλλειψη ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου, δημιουργική ανταλλαγή ή και σύγκρουση ιδεών κι απόψεων. Είναι ξεγυμνωμένο από την ομορφιά και το κάλλος της ευπρέπειας, του σεβασμού και του ήθους. Είναι εγκαταλελειμμένο από τους βουλευτές του στο θράσος και την αυθάδεια, στο έλεος αποσπασματικών, κακογραμμένων κι ευκαιριακών ρυθμίσεων, ατελέσφορων ονομαστικών ψηφοφοριών, άβουλων κι ευκαιριακών πλειοψηφιών. Χειμάζεται με καρτερία σε αίθουσες αδιέξοδων κι ατέρμονων επιτροπών, σε πολυσέλιδα κείμενα σιβυλλικών και κατά συνθήκη πορισμάτων. Αντιπολιτεύεται σε κομματικά γραφεία πολυπληθών ημετέρων «έγκυρων κύκλων» και  «καλά πληροφορημένων» δημοσιογραφούντων, λογής-λογής και προελεύσεως συντεχνιών και παρασιτούντων παρατρεχάμενων. Βυθίζεται καθημερινά υπό το βάρος σιδηρόφρακτων φρουρών και τεθωρακισμένων διμοιριών, κιγκλιδωμάτων και φυλακίων, το κοινοβούλιο, ο ναός της δημοκρατίας.

«Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν». Κτίρια, «κλούβες», υπόδικοι, συνοδοί, δικηγόροι, καφέδες ατέλειωτοι και υπομονή αστείρευτη. Φεύγουν σαν τρένα τα δεκαοχτάμηνα, τα «πινάκια» και τα δικόγραφα φυλλομετράνε τους χειμώνες και τις άνοιξες. Η δικαιοσύνη αναζητά με καρτερία στα τυφλά ανάμεσα στα δαιδαλώδη κτίρια, τους πολύβουους διαδρόμους και στις άβαφες αίθουσες την οδό που κατευθύνει με ταχύτητα και ασφάλεια στο διαφανές ξέφωτο της ισονομίας και της ανεξαρτησίας. Μέχρι τότε «Θεέ μου φύλαε».

Εμείς είμαστε όλοι αυτοί κι ο καθένας ξεχωριστά. Αν δεν πάψουμε ν’ αναμασάμε τα προβλήματα και να επαναλαμβάνουμε τις διαπιστώσεις, αν δεν σταματήσουμε να ματαιοπονούμε μ’ ανεφάρμοστες θεωρίες κι ανέξοδες εξαγγελίες, αν δεν αντικαταστήσουμε την υπομονή και την αναμονή με επιμονή και προσπάθεια, αν δεν βάλουμε στη θέση του «εγώ» το «εμείς», δεν πρόκειται ούτε το κουμπί να βρούμε ποτέ, ούτε το φως στην άκρη του τούνελ. Την αλήθεια δεν τη βλέπουμε κατάματα, όχι γιατί μας εμποδίζει το σκοτάδι του τούνελ της ύφεσης και της κρίσης, αλλά γιατί μας τυφλώνουν οι προκαταλήψεις κι οι εμμονές μας, μας εμποδίζει ο κακός εαυτός μας και κανένας άλλος. Αν, επιτέλους, θελήσουμε να τον δούμε, θα μπορέσουμε να τον αντιμετωπίσουμε κι ίσως τότε καταφέρουμε ν’ ανακαλύψουμε και το πόσο εύκολο είναι να φτάσεις και να πατήσεις το κουμπί.






Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Η ΑΕΚ και ο "μύθος" της μονιμότητας.


Αν για τους μύθους δεν διαθέτουμε συνήθως ακριβείς πληροφορίες ως προς την προέλευση και τις καταβολές τους, στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα έχουν δημιουργηθεί «μύθοι», που και τις καταβολές τους γνωρίζουμε και τις σκοπιμότητές τους. Είναι μύθοι με… «ονομασία προελεύσεως».

Η ΑΕΚ αποτελούσε, μαζί με τον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟ, τον ένα από τους τρεις πυλώνες του πάλαι ποτέ αχτύπητου ΠΟΚ, των ομάδων που ένας «μύθος» ήθελε να μην πέφτουν ποτέ σε κατώτερη κατηγορία. Ομάδα με βαριά κληρονομιά κι ιστορία φορτισμένη με μνήμες από τις αλησμόνητες πατρίδες και την προσφυγιά της Πόλης. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων από την άλλη αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε από τις αρχές του 20ού αιώνα ο «μύθος» για την ισόβια κι άρρηκτη μετά τον διορισμό σχέση υπαλλήλου και κράτους.

Στην πορεία του χρόνου κι οι δυο μύθοι γνώρισαν περιόδους εξαιρετικής αίγλης. Πορείες παράλληλες που παρακολουθούσαν και συντονίζονταν με το ρυθμό ανάπτυξης κι εξέλιξης του κράτους και της κοινωνίας. Η μεν ΑΕΚ κι ο κιτρινόμαυρος «δικέφαλος» φτερούγισαν στο πάνθεον του αθλητισμού γράφοντας ξεχωριστές σελίδες δόξας ιδιαίτερα στο ποδόσφαιρο και πιο παλιά στο μπάσκετ, η δε μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων αναδείχτηκε διαχρονικό προνόμιο κι «εισιτήριο διαρκείας» για όσους το αποχτούσαν και διασφάλιζαν μια θέση κάτω από τον ανέσπερο ήλιο της δημοσιοϋπαλληλίας.

Ένα από τα παρεπόμενα της οικονομικής κρίσης είναι ότι συνέτεινε –και, μάλιστα, με δραματικό σε πολλές περιπτώσεις τρόπο– στο να καταρρεύσουν σαν χάρτινοι πύργοι στερεότυπα και «μύθοι», που εκόντες- άκοντες είχαμε σχηματίσει κι είχαμε αποδεχτεί με το πέρασμα του χρόνου. Παραδοχές και δεδομένα, που –τεχνηέντως και σκόπιμα τις περισσότερες φορές– περνούσαν από γενιά σε γενιά κι από εποχή σε εποχή, κι είχαν ενθυλακωθεί στο εθνικό μας υποσυνείδητο δημιουργώντας έτσι μια διαχρονική αλληλουχία στρεβλώσεων και παρεξηγήσεων ως προς τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και κράτους, κράτους κι εκκλησίας κ.ο.κ.

Ο υποβιβασμός της ΠΑΕ ΑΕΚ στη Β’ Εθνική συνέπεσε χρονικά –κατά ένα διαβολικό παιχνίδι της μοίρας θα έλεγε κάποιος– με το διαφαινόμενο τέλος της μονιμότητας στο δημόσιο. Ένα «στάνταρ» αθλητικό ταμπού απ’ τη μια κι ένα ακατανίκητο θεσμικό προπύργιο απ’ την άλλη, καταρρίφθηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο. Ανατροπές θεαματικές και πρωτόγνωρες, όχι όμως κι αναπάντεχες έτσι όπως οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων διαμόρφωναν. Για τους ψύχραιμους, για όσους διέθεταν την υπομονή και τη διάθεση να κοιτάζουν πέρα απ’ την επιφάνεια των φαινομένων και πίσω απ’ τα καπνογόνα της επικαιρότητας, οι εξελίξεις και για τον έναν και για τον άλλο «μύθο» ήταν από καιρό προδιαγεγραμμένες.

Τα συλλογικά αθλήματα με πρώτο και καλύτερο το ποδόσφαιρο, διακρίνονταν για τις χρόνιες αδυναμίες τους, οι οποίες από την καθιέρωση του «επαγγελματισμού» παγιοποιηθήκαν και χρόνο με το χρόνο γιγαντώθηκαν δημιουργώντας ένα μπλεγμένο κουβάρι οικονομικών συμφερόντων, πολιτικών σκοπιμοτήτων και κοινωνικών επιδιώξεων. Παράγοντες και ιθύνοντες στις διοικήσεις των σωματείων και των αθλητικών οργάνων, βουλευτές και πολιτευτές στις θεσμοθετημένες για τον αθλητισμό θέσεις της πολιτείας, οργανώσεις κι από κοντά σύνδεσμοι «φιλάθλων» κι οπαδών –κάτω από τις μπαγκέτες των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και των επιχορηγήσεων του ΟΠΑΠ– σέρναν επί δεκαετίες έναν ασυντόνιστο και παράταιρο για την απήχηση και τη δημοφιλία του αθλήματος χορό, που σημαδεύονταν από αναξιοπιστία, αδιαφάνεια και βία.

Χρεοκοπημένες εταιρείες –ο Θεός να τις κάνει– απολάμβαναν με τις ευλογίες κυβερνήσεων και κοινοβουλίων χαριστικές νομοθετικές ρυθμίσεις για οικονομικά και φορολογικά προνόμια ασύλληπτα για οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματία. Ταυτόχρονα ασύλληπτοι ξεγλιστρούσαν κι οι «μέγιστοι» και «τιτάνες» παράγοντες των αθλητικών πρωτοσέλιδων, παρά την πληθώρα των παραβάσεων και παρανομιών που κατά καιρούς έρχονταν στο φως. Όλα αυτά, βέβαια, κάτω από τις αδιάκοπες και ρυθμικές ζητωκραυγές ή απειλές –ανά περίπτωση– οπαδών, που τους επιτράπηκε να μετατρέψουν τα γήπεδα σε χώρους αυστηρά ακατάλληλους –ή και άκρως επικίνδυνους– για ανήλικους και γυναικόπαιδα. Κάτω απ’ τη μύτη μας και μπροστά στις κάμερες ξετυλίγεται χρόνια τώρα κάθε Σαββατοκύριακο και αγώνα με τον αγώνα αυτό το κουβάρι, όχι για να λυθεί και να ξεμπερδέψει, αλλά για να περιπλακεί και να μπερδευτεί ακόμα περισσότερο. 

Κάτω απ’ τη μύτη μας και μπροστά στα μάτια μας Σαββατοκύριακο με Σαββατοκύριακο απαξιώθηκε, ευτελίστηκε και τελικά κατέρρευσε η ΠΑΕ ΑΕΚ. Η περίπτωσή της αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα μακροχρόνιας, άγριας και στυγνής εκμετάλλευσης, ολοκληρωτικής και οριστικής εγκατάλειψης. Η ΠΑΕ «βιάστηκε» κι εγκαταλείφτηκε στην τύχη της, οι όποιες προσπάθειες ανάταξης, ανάνηψης, ανάστασης δεν καρποφόρησαν, γιατί οι «βιαστές» με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κρατούσαν και το ρόλο του ρυθμιστή των εξελίξεων. Όσοι επεχείρησαν να βοηθήσουν διαπνεόμενοι –ή εμπνευσμένοι– από τα φίλαθλα για τον σύλλογο κίνητρά τους, είτε τράπηκαν άρον-άρον σε άτακτη φυγή, είτε κατάλαβαν ότι ματαιοπονούν και αποσύρθηκαν εγκαίρως. Δεν είναι τυχαίο, ότι δίπλα στην ΑΕΚ δεν βρίσκεται κανένας από τους ζωντανούς της θρύλους, κανένας από τους επώνυμους που την υποστηρίζουν, κανένας από τους φιλάθλους που πλημμύριζαν οικογενειακώς τη Νέα Φιλαδέλφεια.

Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών την κρατική παραδοχή ή το συνώνυμο της θεσμοθετημένης και νομιμοποιημένης ατιμωρησίας, τεμπελιάς, ρεμούλας, ευνοιοκρατίας. Ο θεσμός αυτός, που εισήχθη με το Σύνταγμα του 1911 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ώστε να υπάρχει εγγυημένη προστασία των δημοσίων υπαλλήλων απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία και στις άδικες και αθρόες απολύσεις με τις εναλλαγές των κυβερνήσεων στην εξουσία, κατέληξε σε «άσυλο» αναποτελεσματικότητας, αδιαφάνειας και παρανομίας.

Ο τρόπος που έκτοτε εφαρμόστηκε κι εξελίχθηκε ο θεσμός, ευνόησε στο να δημιουργηθούν κραυγαλέες παρανοήσεις και να οικοδομηθεί ένας μύθος κάθε άλλο παρά κολακευτικός, όχι μόνο για την ποιότητα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, αλλά προπαντός για το ανθρώπινο δυναμικό της. Η εξέλιξη και γιγάντωση του πελατειακού συστήματος μέσω της επί δεκαετίες αδιαφάνειας στις προσλήψεις, την έλλειψη επαρκούς κι αξιόπιστης αξιολόγησης, την ευνοιοκρατία στην υπηρεσιακή ανέλιξη και τις προαγωγές, αλλά κι η απρόσκοπτη μισθολογική εξέλιξη σε άρρηκτη σύνδεση με την ες αεί διατήρηση της θέσης, αποτέλεσαν συμπληρωματικές εκφάνσεις από τις δαιδαλώδεις κι επικαλυπτόμενες πτυχές της οργάνωσης και στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού που ακολουθήθηκε πιστά κι απαρέγκλιτα επί δεκαετίες.

Ο διορισμός στο δημόσιο –ανομολόγητα μεν ουσιαστικά δε– σηματοδοτούσε αυτομάτως την ισόβια τακτοποίηση. Μια θέση σε δημόσια υπηρεσία εξασφάλιζε στον κάτοχό της τα προς το ζειν «βρέξει χιονίσει». Το ζητούμενο ήταν «να μπεις», από ‘κει και πέρα ό,τι κι αν έκανες, όσο κι αν δούλευες, όποτε κι αν δούλευες, δεν σε έλεγχε και δεν μπορούσε να σε «πειράξει» κανένας, αλλά κι αν κάποιος επιχειρούσε να σε «κουνήσει» υπήρχαν οι μηχανισμοί «προστασίας», είτε γνωριμίες, είτε κόμμα, είτε σωματείο λέγονταν αυτοί. Αυτοί καθάριζαν και για τις κοπάνες, και για τα πειθαρχικά και για τις μετακινήσεις και για όλα.

Αποσιωπήθηκε έτσι με το πέρασμα του χρόνου και ξεχάστηκε ο πραγματικός λόγος για τη θέσπιση της μονιμότητας, ο ρόλος του θεσμού αλλοιώθηκε και παραχαράχτηκε στο κοινωνικό υποσυνείδητο. Όσο μάλιστα στην αγορά εργασίας οξύνονταν, γίνονταν πιο ανελαστικές κι απάνθρωπες κι η ανεργία ως τάξη μεγέθους άρχιζε να προβληματίζει, τόσο η αντίθεση κι αντιπαλότητα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα φούντωνε. Όλοι άρχισαν να φωνάζουν «να καταργηθεί η μονιμότητα». Αντί να διεκδικούν το αυτονόητο, δηλαδή να εφαρμοστεί η νομιμότητα και τα προβλεπόμενα σε κάθε περίπτωση από το Σύνταγμα και τους νόμους, «χτυπούσαν το σαμάρι κι όχι το γάιδαρο». Οι πολίτες αναζητούσαν μέσω της κατάργησης της μονιμότητας τη λύτρωση από τις βασανιστικές διαδικασίες των δημοσίων υπηρεσιών ή την άρση της αδικίας που αισθάνονταν ότι υφίστανται ή τη θεραπεία όλων των παθολογιών της κρατικής μας οργάνωσης.

Ο «μύθος» λειτουργούσε αποτελεσματικά, αλλά σε λάθος κατεύθυνση. Ποτέ η μονιμότητα δεν εμπόδισε ούτε οι κοπανατζήδες να ελεγχθούν, ούτε οι επίορκοι να τιμωρηθούν, ούτε οι αναποτελεσματικοί να επισημανθούν. Η νομοθεσία κάλυπτε επαρκώς και πλήρως όλες τις περιπτώσεις, αλλά η επίκληση της μονιμότητας ήταν το παραπλανητικό προπέτασμα καπνού για τη συντήρηση του μύθου και μαζί του πελατειακού συστήματος μ’ όλα του τα παρελκόμενα.

Οι «μύθοι» καταρρέουν, η ΠΑΕ ΑΕΚ –όχι η Αθλητική Ένωση Κωσταντινουπόλεως– οδεύει προς τη Β’ Εθνική κι μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων οδεύει προς μερική άρση, όπου κριθεί αναγκαίο. Οι στιγμές είναι κρίσιμες και για την ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΕΚ και για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Οι εξελίξεις που θ’ ακολουθήσουν κι οι αποφάσεις που θα παρθούν, διακρίνονται για την ιστορικότητά τους, γι’ αυτό θα πρέπει και στη μια και στην άλλη περίπτωση ν’ αντανακλούν το περί δικαίου αίσθημα, αλλά κυρίως να διαφυλάξουν και ως κόρη οφθαλμού και να εφαρμόσουν απαρεγκλίτως τη νομιμότητα.

«Μύθοι», όπως τους παραπάνω, αν δεν ξανασταθούν στα πόδια τους δεν θα είναι κακό, η ζωή θα βρει με το χρόνο τα βήματα και την περπατησιά της, ολέθριο όμως θα είναι, αν, αυτή την ώρα δειλιάσουμε, αν για χάρη του κόστους των «μύθων», παραβλέψουμε το σοβαρό ενδεχόμενο να μην κατορθώσει να ξανασταθεί στα πόδια της ούτε η κοινωνία, ούτε η δημόσια διοίκηση.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει;




Τι να πεις; Δεν νομίζω να ζει στην Ελλάδα σκεπτόμενος άνθρωπος που να μη βιώνει το αγωνιώδες και βασανιστικό αδιέξοδο της απέλπιδας προσμονής, της απεγνωσμένης προσδοκίας, της ματαιούμενης απεμπλοκής, της παρατεινόμενης ανασφάλειας, της ανακυκλούμενης κινδυνολογίας.

Από πού να αρχίσεις και πού να τελειώσεις, η καθημερινότητα κυριαρχείται πλέον από τόσο πυκνά συμβάντα και πληροφορίες, που το μυαλό αδυνατεί, όχι μόνο να τ’ αποκωδικοποιήσει και να τ’ αξιολογήσει, αλλά ακόμα και τα στοιχειώδη αντανακλαστικά να προφτάσει να διεγείρει. Αναπαράγεται έτσι και διατηρείται αυτό το διάχυτο συναίσθημα της καταθλιπτικής και ζοφερής όψης της πραγματικότητας, που ευνοεί και υποθάλπει –στις περιπτώσεις που δεν ανέχεται ή ενθαρρύνει– κάθε λογής αντιδράσεις και συμπεριφορές.

Τα «κακά νέα» κι οι «άσχημες ειδήσεις» απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ευρώπη και τον πλανήτη κατακλύζουν τη ζωή μας κι επικαλύπτουν ερμητικά την όποια χαραμάδα φωτός κι ελπίδας θα μπορούσε να δημιουργηθεί ή να υπάρξει. «Να ‘σαι καλά», «υγεία να ‘χουμε» κι άλλες συναφείς ευχές –σπουδαία και πολύτιμα ανθρώπινα αγαθά– έχουν αποχτήσει πια τόση κοινοτυπία και ματαιότητα, που μοιάζουν να ηχούν παράταιρα κι υποκριτικά μέσα σ’ ένα περιβάλλον ασφυξίας, οργής κι απογοήτευσης.

Πάνε τρία χρόνια από τότε που η χώρα κι εμείς βιώνουμε την πρωτόγνωρη κατάσταση της «χρεοκοπίας» και της αναγκαστικής κηδεμονίας από εταίρους και δανειστές στο πλαίσιο των συμφωνιών που στο διάστημα αυτό έχουν συναφθεί κι οι οποίες είναι οι μόνες που διατηρούν μέχρι σήμερα «όρθια» την οικονομική ζωή της χώρας. Μια πραγματικότητα εξωπραγματική για τα δεδομένα που μέχρι τότε είχαμε συνηθίσει να ζούμε, που οδήγησε με τη σειρά της σ’ έναν ατελέσφορο και «τυφλό» διχασμό, «μνημονιακοί» - «αντιμνημονιακοί».

Τρία χρόνια τώρα και το μόνο που διαπιστώνεται με θλίψη, είναι ότι η μόνη επιδίωξη κι ο μόνος στόχος μας είναι να κρατήσουμε με κάθε τρόπο ζωντανό, ό,τι πιο στρεβλό και παθογενές, ό,τι πιο άνισο και άδικο, όποιο λάθος και παραλείψη του παρελθόντος. Η κυβέρνηση την πρωθυπουργοκεντρικά φιλάρεσκη λειτουργία της, η αντιπολίτευση την ισοπεδωτική ρητορεία της, η κοινωνία την παχυδερμική καχεξία της, η διοίκηση τη γραφειοκρατική αφασία της κ.ο.κ. Καθένας στα κεκτημένα και τις βολές του, καθείς με το συμφέρον του και τη σιγουριά του.

Τι περιμένουμε, είμαι περίεργος. Πού πηγαίνουμε τρία χρόνια τώρα;

Πρέπει να έρχεται η τρόικα για να θυμόμαστε ότι πρέπει αυτός ο τόπος με κάποιον τρόπο ν’ αναταχθεί, να ορθοποδήσει και να ξαναβρεί το βηματισμό του προς το αύριο; Με δηλώσεις και συνεντεύξεις, «ευλογώντας τα γένια μας» στα τηλεοπτικά παράθυρα, δεν επιτυγχάνεται ανάπτυξη, ούτε απασχόληση, ούτε πολύ περισσότερο βγαίνει η χώρα απ' το σημερινό της αδιέξοδο. Είναι τραγικό να έχουν δημιουργηθεί –κάτω από τις επώδυνες συνθήκες που υπήρξαν– οι προϋποθέσεις για να κυβερνηθεί από έναν συνασπισμό κομμάτων αυτός ο τόπος και, εννιά μήνες μετά τις εκλογές, να μην μπορούν να συντονιστούν, όχι για να υλοποιήσουν, αλλά ούτε κάν για να οραματιστούν κι ν’ αποφασίσουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Αντίθετα, κάθε τρεις και λίγο βρίσκονται στη δεινή θέση, να «διαπραγματεύονται» με την τρόικα πότε για το ένα και πότε για το άλλο. Κάθε επίσκεψη της τρόικα κι ένα Χιτσκοκικό θρίλερ. Είναι σοβαρά πράγματα αυτά;

Βρήκαμε το ΦΠΑ στην εστίαση και μ’ αυτόν θα λύσουμε όλα μας τα δημοσιονομικά προβλήματα. Από κοντά και με μερικούς «επίορκους» και θ’ αναδιοργανώσουμε και το κράτος. Λόγια του αέρα και σε δουλειά να βρισκόμαστε. Πού είναι η τόλμη, η αποφασιστικότητα κι η φαντασία στη διακυβέρνηση της χώρας; Πού είναι οι πολιτικές προσωπικότητες στα υπουργεία που δεν θα υποδυθούν τους φωστήρες και τους πεφωτισμένους, αλλά ως καθημερινοί άνθρωποι, παρεκκλίνοντας από την πεπατημένη, με ειλικρίνεια και σεμνότητα, θα σηματοδοτήσουν με το έργο τους την κοινή μοίρα και την κοινή πορεία αυτού του τόπου;

Έχουν άδικο μετά όσοι υποστηρίζουν ότι «εκείνοι που δημιούργησαν το πρόβλημα, δεν μπορούν να το λύσουν»; Κι αυτοί με τη σειρά τους, βέβαια, βγάζουν την ουρά τους απέξω και προσπαθούν να βγουν απ’ το κάδρο των ευθυνών, το ίδιο συνυπεύθυνοι όμως είναι. Αδιακρίτως, επί χρόνια με το μέρος όσων δικαίως ή αδίκως διαμαρτύρονταν, σταθερά απέναντι σε όποια κυβερνητική πολιτική, δίχως εναλλακτικά σχέδια κι αξιόπιστες προτάσεις, κραδαίνουν τώρα απ’ τη μια το σλόγκαν των εκλογών κι την άλλη το λάβαρο της αντιμνημονιακής επανάστασης, αδιαφορώντας αν μέσα απ’ την προσχηματική πόλωση και την πολιτική ασφυξία που δημιουργείται, αναπτύσσονται βίαιες συμπεριφορές και τυφλό μίσος, που εφόσον –ο μη γένοιτο– ξεσπάσουν δεν θα κάνουν διακρίσεις σε διευθύνσεις και ονόματα, ούτε σε αγαθές προθέσεις και κοινωνικές καταβολές.

Ξεπατικώνουμε την Ελλάδα της «μεταπολίτευσης» και την αναπαράγουμε στις πιο αδύνατες, τις πιο διχαστικές, τις πιο αδιέξοδες πτυχές της. Αντίθετα, χτυπάμε καθημερινά την Ελλάδα της «μεταπολίτευσης» αδιάκριτα κι ασύστολα, με δημοσιεύματα, με δηλώσεις, με πράξεις και παραλείψεις, χτυπάμε την Ελλάδα την ίδια, χτυπάμε τη δημοκρατία, χτυπάμε ότι με αγώνες και θυσίες κατακτήθηκε, ότι και με τη δική μας συμβολή δημιουργήθηκε. Ξεκαθαρίζουμε, θαρρείς, τους όποιους λογαριασμούς, φοβίες, αγκυλώσεις κι απωθημένα με το παρελθόν, σκάβοντας τον τάφο της πατρίδας μας.

Μπορεί η Ελλάδα ποτέ να μην πεθαίνει, αλλά για να επαληθευτεί και στις μέρες μας αυτό, θα πρέπει κι οι Έλληνες να της επιτρέψουν να ζήσει.

Foto: Archives

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Τα ψέματα τελειώσανε.


Αν ο πρωθυπουργός ζούσε σε άλλη χώρα από τους κ.κ. Βενιζέλο και Κουβέλη, θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει την αργοπορημένη και βιαστική συνάντησή τους, στο παραπέντε κυριολεκτικά από την νέα άφιξη της τρόικα στη χώρα. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, είναι απορίας άξιο, πώς γίνεται να κανονίζονται και να πραγματοποιούνται συσκέψεις την ώρα που οι ρόδες του αεροπλάνου που φέρνει στη χώρα τους εκπροσώπους των δανειστών ακουμπάνε σχεδόν στο διάδρομο προσγείωσες του Ελευθέριος Βενιζέλος, οι πολιτικοί αρχηγοί της τρικομματικής κυβέρνησης να συσκέπτονται για ν’ αποφασίζουν ποιες θα είναι οι προτάσεις που θα διατυπωθούν.

Τόσο δυσεπίλυτα ήταν τα εναλλακτικά σενάρια και τόση δυστοκία υπήρξε επί τόσες μέρες για τη διαμόρφωση των τελικών προτάσεων; Ασφαλώς όχι, αλλά είναι τόσο το μέγεθος της ασυνεννοησίας και των τακτικισμών μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων, που ακόμα κι αυτή την έξωθεν καλή μαρτυρία θυσιάζουν προκειμένου να διεκδικήσουν ο καθένας για λογαριασμό του τη θεαματικότερη επίδειξη φιλολαϊκών αισθημάτων και κοινωνικής ευαισθησίας.

Κρίμα.

Ακόμα δυσκολεύονται να μπούν στο «πετσί του ρόλου», να κατανοήσουν και να συμπεριφερθούν ως κυβέρνηση. Τα μικρά υπουργικά βιλαέτια κι οι επιμέρους αναλογικοί συσχετισμοί σε φορείς και υπηρεσίες αρκούν ως φαίνεται για να φαίνεται ότι λειτουργεί το κράτος, ότι η διοίκηση δουλεύει κι υπηρετεί με συνέπεια κι αποτελεσματικότητα την επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου.

Νομίζουν.

Είναι από διμήνου γνωστό ότι οι εισπρακτικοί στόχοι του προϋπολογισμού απέχουν πολύ από εκείνους που σχεδιάστηκαν. Το ίδιο γνωστό είναι ότι γενικότερα κι ο προϋπολογισμός του κράτους ήδη έχει πολλούς κωδικούς κοκκινισμένους κι είναι μόλις Απρίλιος. Ο μήνας που ήταν γνωστό, ότι η τρόικα θα επέστρεφε για να κλείσει τις σημαντικές εκκρεμότητες του Μαρτίου, αλλά κι ο μήνας που το πιθανότερο θα έβαζε τέλος σ’ όλες τις ψευδαισθήσεις και τις φαντασιώσεις της κυβέρνησης. Ψευδαισθήσεις για τακτοποίηση με ψέματα του θέματος των δημοσίων υπαλλήλων, της είσπραξης του «χαρατσιού» με τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, το ΦΠΑ στην εστίαση. Μόνο ψεύτης δεν θα ήταν αυτός ο Απρίλης για της τρόικα.

Ψέματα τέλος.

Με ψεύτικα επιχειρήματα προσήλθαν στη σύσκεψη οι αρχηγοί. Με ψέματα επιχειρείται ν’ αντιμετωπιστούν σημαντικά ζητήματα και να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον της χρηματοδότησης της χώρας. Κρύβοντας τις κόκκινες γραμμές –λες κι είναι καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς– στις τσέπες θα βγουν σε λίγο για να φλυαρήσουν μπροστά στις κάμερες τις αδιαπραγμάτευτες θέσεις τους και να επιδείξουν με λιγότερη ή περισσότερη διακριτικότητα τις κόκκινες γραμμές που τοποθέτησαν στις μεταξύ τους συζητήσεις.

Στάχτη στα μάτια.

Το ξημέρωμα κι οι επόμενες μέρες θα δείξουν πώς κονιορτοποιούνται «ισοδύναμα» και πώς αντιμετωπίζουν πλέον την περίπτωσή μας οι δανειστές. Μπορεί κάποιοι από την αντιπολίτευση να βαυκαλίζονται για –τάχαμου– τρυκ και παιχνίδια επικοινωνιακά, κουκουλώνοντας έτσι με λόγια κούφια την ένδεια και την παταγώδη αποτυχία των πολιτικών τους απόψεων, αλλά ο κρύος ιδρώτας θα λούσει σύγκορμους όλους τους κυβερνητικούς ομοτράπεζους συνομιλητές της τρόικα από αύριο. Οι στάχτες και τα πυροτεχνήματα μπορεί να καταναλώνονται με άνεση στη χώρα μας, αλλά δεν παράγουν κανέναν αποτέλεσμα θεαματικό για τους δανειστές και –προπαντός– παράγουν μόνο αέρα κοπανιστό που δεν αγοράζεται από κανέναν.

Νέα μέτρα.

Μια απειλή μόνο μπορεί ν’ αφυπνίσει την κυβέρνηση κι αυτό το γνωρίζουν άριστα σ’ όλη την οικουμένη από Βρυξέλλες μέχρι Νέα Υόρκη και Ουάσιγκτον. Αυτή την απειλή κουβαλάνε στους χαρτοφύλακές τους οι κ.κ. Τόμσεν κ.λπ., την απειλή για νέα μέτρα, νέες περικοπές, νέους φόρους. Αυτή την ώρα που όλη η κοινωνία είναι κολλημένη με την πλάτη στους τοίχους των γκισέ της εφορίας και τραπεζών, αυτή την ώρα που η ανεργία χτυπάει όχι μόνο κόκκινο, αλλά την πόρτα εκατοντάδων χιλιάδων νοικοκυριών, αυτή την ώρα που μισθοί και συντάξεις έχουν βυθιστεί αύτανδροι στα απύθμενα νερά του ελλείμματος. Αυτή την ώρα, τα «νέα μέτρα» είναι η μόνη απειλή που θεωρούν ως το μοναδικό μέσο για να κινητοποιήσουν και να αφυπνίσουν το ως τώρα υποτονικό κι ασύνδετο κυβερνητικό σχήμα

Πανικός.

Ναι, ως δια μαγείας θα εξαφανιστεί η «Κυπρολογία» και τα συμπαραμαρτούντα από το προσκήνιο. Η τρικομματική κυβέρνηση θα αναγκαστεί –ελπίζουν– να προσγειωθεί επιτέλους στη χώρα. Με τη «φωτιά στα μπατζάκια» υπουργοί και παρατρεχάμενοι θ’ αναγκαστούν να καταλάβουν ότι τα «καλά λόγια» τελείωσαν, οι αβρότητες κι οι χαριεντισμοί έλαβαν τέλος. Τρεις μήνες από τη μεγάλη δόση κι εφόσον η κατάσταση –μετά την αρχική ευφορία– ξαναγύρισε σ’ ένα ατέλειωτο πήγαιν’ έλα, σ’ ένα απίστευτα νεφελώδες και σκοτεινό τέλμα. Οι διαρθρωτικές αλλαγές ούτε ακούγονται ούτε βλέπονται κι οι όποιες μικροδιευθετήσεις υποτάσσονται κι υποχωρούν μπρος στη λογική να μη «σπάσουν αυγά» –πολλά τουλάχιστον. Ως φαίνεται, μέχρι το Πάσχα κάποιοι θ’ αναγκαστούν να περάσουν του Χριστού τα Πάθη, γιατί αν δεν τα καταφέρουν, ούτε ανασχηματισμός θα τους διασώσει, ούτε άρον – άρον ιδιωτικοποιήσεις, ούτε τίποτε. Τα αυγά φέτος τα σπάνε, δεν τα βάφουν.

Πλαίσιο υπάρχει.

Επιτέλους, με το «πιστόλι στον κρόταφο», αυτό το πλαίσιο που έχουν ψηφίσει θ’ αναγκαστούν να προσαρμόσουν, να συνδιαμορφώσουν, να συμφωνήσουν και να εφαρμόσουν οι κ.κ. Σαμαράς, Κουβέλης και Βενιζέλος. Μπρος στην απειλή για νέα μέτρα, θ’ ανακαλύψουν ως δια μαγείας και τα σημεία συμφωνίας και τις πολιτικές και τα μέσα. Θα το πράξουν με σύνεση και συνέπεια, εφόσον γνωρίζουν πολύ καλά, ότι αν τολμήσουν κι επιλέξουν –εξαιτίας της μέχρι σήμερα αβελτηρίας και του μικροκομματικού υπολογισμού τους– τη λύση «νέα μέτρα», τα μόνα «μέτρα» που ενδεχομένως θα υπάρχουν πλέον, θα είναι εκείνα που θα τους χωρίζουν από την πτώση.

Ο Απρίλης αυτός έχει μόνο αλήθειες, κανένα ψέμα. Τα ψέματα τελειώσανε. Το ίδιο και τα μικροκομματικά πήγαιν' έλα. Ελπίζουμε να το διαισθάνονται όσοι τούτη την ώρα συνεδριάζουν.


Φωτο: Andrzej Radka 
 

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Οι "σιωπηλοί".


Δεν θα υπήρχε καμιά ανάγκη γι’ αυτό το κείμενο αν, τελικά, οι «βουβοί» δεν είχαν επιβάλει τη θέλησή τους. Αν οι «άλαλοι» δεν διατυμπάνιζαν τόσο εκκωφαντικά την αφωνία τους. Αν οι «σιωπηλοί» του Γιώργου Γραμματικάκη δεν ανέδυαν –ελέω του διαδικτύου– και πάλι τη διαχρονική φωνή τους.

Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ ή να λυπηθώ, δεν ξέρω αν θα πρέπει να ξεδιαλύνω αυτό το μπερδεμένο συναίσθημα, να λύσω αυτόν τον κόμπο στο λαιμό, να «λύσω» το χειρόφρενο του ειρμού και της καθημερινότητας και να γυρίσω πίσω, στο 2003, τότε που με συγκίνηση πρωτοδιάβασα αυτό το υπέροχο κείμενο. «Η επανάσταση των σιωπηλών».

Τότε που η διαπάλη για τη δικαίωση ή όχι του αγώνα είχε κοπάσει από χρόνια κι οι μετερχόμενοι της πολιτικής ζωής και του δημόσιου βίου είχαν εν πολλοίς τακτοποιήσει τα βιλαέτια και τις επιρροές τους. Τότε, που σήμερα, ονομάσαμε με προχειρότητα κι αφέλεια «εποχή της ευμάρειας». Τότε που είχαμε ηγέτες και δεν είχαμε οικονομικά προβλήματα. Τότε που η «περήφανη» φωνή μας έφτανε απ’ άκρη σ’ άκρη στην οικουμένη κι οι «σιωπηλοί» ήταν μια παράφωνη μειοψηφία.

Πόσο μακρινή είναι άραγε εκείνη η εποχή; Για πολλούς δεν υπήρξε κάν. Όπως για όλους μας δεν υπήρξαν και «σιωπηλοί».

Δεν υπήρξαν, γιατί οι άνεργοι, που είναι πια εκατοντάδες χιλιάδες κι εκατομμύρια ψυχές, καρτερούν εις μάτην τις επενδύσεις. Γιατί το περιβάλλον προστατεύεται ακόμα με νόμους και διατάγματα. Γιατί η τιμιότητα κλείστηκε ερμητικά ανάμεσα σε ματοτσίνορα που τα θάμπωσε η «διαφάνεια».  Γιατί τα όνειρα για μια δίκαιη συγκρότηση του κοινωνικού ιστού, για μιαν αύρα παιδείας ουσιαστικής, για ενίσχυση των δημοκρατικών δυνάμεων έγιναν εφιάλτες. Γιατί οι στατιστικές κι αριθμοί έγιναν ο βρόγχος του βίου, της ζωής της ίδιας.

Ψάχνουμε σήμερα κι ανακαλύπτουμε καθημερινά αιτίες, διαπιστώνουμε αφορμές, μιλάμε, γράφουμε, ψάχνουμε. Φτάσαμε στους «σιωπηλούς», τους «επαναστάτες» μιας άλλης εποχής, που όμως είναι κάθε εποχής. Η ενοχλητική ίσως τότε «σιωπή» τους χαλούσε το image μιας κοινωνίας που ζούσε τον ίλιγγο της οχλοβοής και το ξεφωνητό της έπαρσής της. Ο ρομαντισμός τους μείωνε το status των «πνευματικών ταγών» και σκίαζε τα λάβαρα της επανάστασης του τίποτα.

Όσοι από μας σήμερα ονειρευόμαστε επαναστάσεις, ανατροπές κι ανακαλύπτουμε τους «σιωπηλούς», ας ξεκινήσουμε από ‘κει. Ποτέ δεν είναι αργά. Πριν ορμίσουμε σε πλατείες και ζωστούμε τα φισεκλίκια, ας αδράξουμε μια στάλα απ’ τη σιωπή και τη σύνεση των «σιωπηλών» του Γιώργου Γραμματικάκη, ας διαβάσουμε λέξη τη λέξη κι ας κοιταχτούμε ύστερα στον καθρέφτη αναζητώντας μέσα στην παγωμένη σιωπή του τη δύναμη να ψάξουμε το δρόμο για την ουτοπία και την ελπίδα, το δρόμο για τον έρωτα και τη ζωή.

Για να διαψεύσουμε την υπόκωφη κι απειλητική κραυγή της βίας και να δυναμώσουμε την ένταση της προσπάθειας για τη δικαίωση των προσδοκιών των νέων (και όχι μόνο).



Σ.Σ.: Το κείμενο του Γιώργου Γραμματικάκη «Η επανάσταση των σιωπηλών» το είδα για πρώτη φορά δημοσιευμένο στην ειδική έκδοση της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» για τα 30 χρόνια απ’ την επέτειο του Πολυτεχνείου τη Δευτέρα 17-11-2003.

ΦΩΤΟ newchallenge