Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Η ΑΕΚ και ο "μύθος" της μονιμότητας.


Αν για τους μύθους δεν διαθέτουμε συνήθως ακριβείς πληροφορίες ως προς την προέλευση και τις καταβολές τους, στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα έχουν δημιουργηθεί «μύθοι», που και τις καταβολές τους γνωρίζουμε και τις σκοπιμότητές τους. Είναι μύθοι με… «ονομασία προελεύσεως».

Η ΑΕΚ αποτελούσε, μαζί με τον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟ, τον ένα από τους τρεις πυλώνες του πάλαι ποτέ αχτύπητου ΠΟΚ, των ομάδων που ένας «μύθος» ήθελε να μην πέφτουν ποτέ σε κατώτερη κατηγορία. Ομάδα με βαριά κληρονομιά κι ιστορία φορτισμένη με μνήμες από τις αλησμόνητες πατρίδες και την προσφυγιά της Πόλης. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων από την άλλη αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε από τις αρχές του 20ού αιώνα ο «μύθος» για την ισόβια κι άρρηκτη μετά τον διορισμό σχέση υπαλλήλου και κράτους.

Στην πορεία του χρόνου κι οι δυο μύθοι γνώρισαν περιόδους εξαιρετικής αίγλης. Πορείες παράλληλες που παρακολουθούσαν και συντονίζονταν με το ρυθμό ανάπτυξης κι εξέλιξης του κράτους και της κοινωνίας. Η μεν ΑΕΚ κι ο κιτρινόμαυρος «δικέφαλος» φτερούγισαν στο πάνθεον του αθλητισμού γράφοντας ξεχωριστές σελίδες δόξας ιδιαίτερα στο ποδόσφαιρο και πιο παλιά στο μπάσκετ, η δε μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων αναδείχτηκε διαχρονικό προνόμιο κι «εισιτήριο διαρκείας» για όσους το αποχτούσαν και διασφάλιζαν μια θέση κάτω από τον ανέσπερο ήλιο της δημοσιοϋπαλληλίας.

Ένα από τα παρεπόμενα της οικονομικής κρίσης είναι ότι συνέτεινε –και, μάλιστα, με δραματικό σε πολλές περιπτώσεις τρόπο– στο να καταρρεύσουν σαν χάρτινοι πύργοι στερεότυπα και «μύθοι», που εκόντες- άκοντες είχαμε σχηματίσει κι είχαμε αποδεχτεί με το πέρασμα του χρόνου. Παραδοχές και δεδομένα, που –τεχνηέντως και σκόπιμα τις περισσότερες φορές– περνούσαν από γενιά σε γενιά κι από εποχή σε εποχή, κι είχαν ενθυλακωθεί στο εθνικό μας υποσυνείδητο δημιουργώντας έτσι μια διαχρονική αλληλουχία στρεβλώσεων και παρεξηγήσεων ως προς τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και κράτους, κράτους κι εκκλησίας κ.ο.κ.

Ο υποβιβασμός της ΠΑΕ ΑΕΚ στη Β’ Εθνική συνέπεσε χρονικά –κατά ένα διαβολικό παιχνίδι της μοίρας θα έλεγε κάποιος– με το διαφαινόμενο τέλος της μονιμότητας στο δημόσιο. Ένα «στάνταρ» αθλητικό ταμπού απ’ τη μια κι ένα ακατανίκητο θεσμικό προπύργιο απ’ την άλλη, καταρρίφθηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο. Ανατροπές θεαματικές και πρωτόγνωρες, όχι όμως κι αναπάντεχες έτσι όπως οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων διαμόρφωναν. Για τους ψύχραιμους, για όσους διέθεταν την υπομονή και τη διάθεση να κοιτάζουν πέρα απ’ την επιφάνεια των φαινομένων και πίσω απ’ τα καπνογόνα της επικαιρότητας, οι εξελίξεις και για τον έναν και για τον άλλο «μύθο» ήταν από καιρό προδιαγεγραμμένες.

Τα συλλογικά αθλήματα με πρώτο και καλύτερο το ποδόσφαιρο, διακρίνονταν για τις χρόνιες αδυναμίες τους, οι οποίες από την καθιέρωση του «επαγγελματισμού» παγιοποιηθήκαν και χρόνο με το χρόνο γιγαντώθηκαν δημιουργώντας ένα μπλεγμένο κουβάρι οικονομικών συμφερόντων, πολιτικών σκοπιμοτήτων και κοινωνικών επιδιώξεων. Παράγοντες και ιθύνοντες στις διοικήσεις των σωματείων και των αθλητικών οργάνων, βουλευτές και πολιτευτές στις θεσμοθετημένες για τον αθλητισμό θέσεις της πολιτείας, οργανώσεις κι από κοντά σύνδεσμοι «φιλάθλων» κι οπαδών –κάτω από τις μπαγκέτες των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και των επιχορηγήσεων του ΟΠΑΠ– σέρναν επί δεκαετίες έναν ασυντόνιστο και παράταιρο για την απήχηση και τη δημοφιλία του αθλήματος χορό, που σημαδεύονταν από αναξιοπιστία, αδιαφάνεια και βία.

Χρεοκοπημένες εταιρείες –ο Θεός να τις κάνει– απολάμβαναν με τις ευλογίες κυβερνήσεων και κοινοβουλίων χαριστικές νομοθετικές ρυθμίσεις για οικονομικά και φορολογικά προνόμια ασύλληπτα για οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματία. Ταυτόχρονα ασύλληπτοι ξεγλιστρούσαν κι οι «μέγιστοι» και «τιτάνες» παράγοντες των αθλητικών πρωτοσέλιδων, παρά την πληθώρα των παραβάσεων και παρανομιών που κατά καιρούς έρχονταν στο φως. Όλα αυτά, βέβαια, κάτω από τις αδιάκοπες και ρυθμικές ζητωκραυγές ή απειλές –ανά περίπτωση– οπαδών, που τους επιτράπηκε να μετατρέψουν τα γήπεδα σε χώρους αυστηρά ακατάλληλους –ή και άκρως επικίνδυνους– για ανήλικους και γυναικόπαιδα. Κάτω απ’ τη μύτη μας και μπροστά στις κάμερες ξετυλίγεται χρόνια τώρα κάθε Σαββατοκύριακο και αγώνα με τον αγώνα αυτό το κουβάρι, όχι για να λυθεί και να ξεμπερδέψει, αλλά για να περιπλακεί και να μπερδευτεί ακόμα περισσότερο. 

Κάτω απ’ τη μύτη μας και μπροστά στα μάτια μας Σαββατοκύριακο με Σαββατοκύριακο απαξιώθηκε, ευτελίστηκε και τελικά κατέρρευσε η ΠΑΕ ΑΕΚ. Η περίπτωσή της αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα μακροχρόνιας, άγριας και στυγνής εκμετάλλευσης, ολοκληρωτικής και οριστικής εγκατάλειψης. Η ΠΑΕ «βιάστηκε» κι εγκαταλείφτηκε στην τύχη της, οι όποιες προσπάθειες ανάταξης, ανάνηψης, ανάστασης δεν καρποφόρησαν, γιατί οι «βιαστές» με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κρατούσαν και το ρόλο του ρυθμιστή των εξελίξεων. Όσοι επεχείρησαν να βοηθήσουν διαπνεόμενοι –ή εμπνευσμένοι– από τα φίλαθλα για τον σύλλογο κίνητρά τους, είτε τράπηκαν άρον-άρον σε άτακτη φυγή, είτε κατάλαβαν ότι ματαιοπονούν και αποσύρθηκαν εγκαίρως. Δεν είναι τυχαίο, ότι δίπλα στην ΑΕΚ δεν βρίσκεται κανένας από τους ζωντανούς της θρύλους, κανένας από τους επώνυμους που την υποστηρίζουν, κανένας από τους φιλάθλους που πλημμύριζαν οικογενειακώς τη Νέα Φιλαδέλφεια.

Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών την κρατική παραδοχή ή το συνώνυμο της θεσμοθετημένης και νομιμοποιημένης ατιμωρησίας, τεμπελιάς, ρεμούλας, ευνοιοκρατίας. Ο θεσμός αυτός, που εισήχθη με το Σύνταγμα του 1911 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ώστε να υπάρχει εγγυημένη προστασία των δημοσίων υπαλλήλων απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία και στις άδικες και αθρόες απολύσεις με τις εναλλαγές των κυβερνήσεων στην εξουσία, κατέληξε σε «άσυλο» αναποτελεσματικότητας, αδιαφάνειας και παρανομίας.

Ο τρόπος που έκτοτε εφαρμόστηκε κι εξελίχθηκε ο θεσμός, ευνόησε στο να δημιουργηθούν κραυγαλέες παρανοήσεις και να οικοδομηθεί ένας μύθος κάθε άλλο παρά κολακευτικός, όχι μόνο για την ποιότητα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, αλλά προπαντός για το ανθρώπινο δυναμικό της. Η εξέλιξη και γιγάντωση του πελατειακού συστήματος μέσω της επί δεκαετίες αδιαφάνειας στις προσλήψεις, την έλλειψη επαρκούς κι αξιόπιστης αξιολόγησης, την ευνοιοκρατία στην υπηρεσιακή ανέλιξη και τις προαγωγές, αλλά κι η απρόσκοπτη μισθολογική εξέλιξη σε άρρηκτη σύνδεση με την ες αεί διατήρηση της θέσης, αποτέλεσαν συμπληρωματικές εκφάνσεις από τις δαιδαλώδεις κι επικαλυπτόμενες πτυχές της οργάνωσης και στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού που ακολουθήθηκε πιστά κι απαρέγκλιτα επί δεκαετίες.

Ο διορισμός στο δημόσιο –ανομολόγητα μεν ουσιαστικά δε– σηματοδοτούσε αυτομάτως την ισόβια τακτοποίηση. Μια θέση σε δημόσια υπηρεσία εξασφάλιζε στον κάτοχό της τα προς το ζειν «βρέξει χιονίσει». Το ζητούμενο ήταν «να μπεις», από ‘κει και πέρα ό,τι κι αν έκανες, όσο κι αν δούλευες, όποτε κι αν δούλευες, δεν σε έλεγχε και δεν μπορούσε να σε «πειράξει» κανένας, αλλά κι αν κάποιος επιχειρούσε να σε «κουνήσει» υπήρχαν οι μηχανισμοί «προστασίας», είτε γνωριμίες, είτε κόμμα, είτε σωματείο λέγονταν αυτοί. Αυτοί καθάριζαν και για τις κοπάνες, και για τα πειθαρχικά και για τις μετακινήσεις και για όλα.

Αποσιωπήθηκε έτσι με το πέρασμα του χρόνου και ξεχάστηκε ο πραγματικός λόγος για τη θέσπιση της μονιμότητας, ο ρόλος του θεσμού αλλοιώθηκε και παραχαράχτηκε στο κοινωνικό υποσυνείδητο. Όσο μάλιστα στην αγορά εργασίας οξύνονταν, γίνονταν πιο ανελαστικές κι απάνθρωπες κι η ανεργία ως τάξη μεγέθους άρχιζε να προβληματίζει, τόσο η αντίθεση κι αντιπαλότητα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα φούντωνε. Όλοι άρχισαν να φωνάζουν «να καταργηθεί η μονιμότητα». Αντί να διεκδικούν το αυτονόητο, δηλαδή να εφαρμοστεί η νομιμότητα και τα προβλεπόμενα σε κάθε περίπτωση από το Σύνταγμα και τους νόμους, «χτυπούσαν το σαμάρι κι όχι το γάιδαρο». Οι πολίτες αναζητούσαν μέσω της κατάργησης της μονιμότητας τη λύτρωση από τις βασανιστικές διαδικασίες των δημοσίων υπηρεσιών ή την άρση της αδικίας που αισθάνονταν ότι υφίστανται ή τη θεραπεία όλων των παθολογιών της κρατικής μας οργάνωσης.

Ο «μύθος» λειτουργούσε αποτελεσματικά, αλλά σε λάθος κατεύθυνση. Ποτέ η μονιμότητα δεν εμπόδισε ούτε οι κοπανατζήδες να ελεγχθούν, ούτε οι επίορκοι να τιμωρηθούν, ούτε οι αναποτελεσματικοί να επισημανθούν. Η νομοθεσία κάλυπτε επαρκώς και πλήρως όλες τις περιπτώσεις, αλλά η επίκληση της μονιμότητας ήταν το παραπλανητικό προπέτασμα καπνού για τη συντήρηση του μύθου και μαζί του πελατειακού συστήματος μ’ όλα του τα παρελκόμενα.

Οι «μύθοι» καταρρέουν, η ΠΑΕ ΑΕΚ –όχι η Αθλητική Ένωση Κωσταντινουπόλεως– οδεύει προς τη Β’ Εθνική κι μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων οδεύει προς μερική άρση, όπου κριθεί αναγκαίο. Οι στιγμές είναι κρίσιμες και για την ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΕΚ και για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Οι εξελίξεις που θ’ ακολουθήσουν κι οι αποφάσεις που θα παρθούν, διακρίνονται για την ιστορικότητά τους, γι’ αυτό θα πρέπει και στη μια και στην άλλη περίπτωση ν’ αντανακλούν το περί δικαίου αίσθημα, αλλά κυρίως να διαφυλάξουν και ως κόρη οφθαλμού και να εφαρμόσουν απαρεγκλίτως τη νομιμότητα.

«Μύθοι», όπως τους παραπάνω, αν δεν ξανασταθούν στα πόδια τους δεν θα είναι κακό, η ζωή θα βρει με το χρόνο τα βήματα και την περπατησιά της, ολέθριο όμως θα είναι, αν, αυτή την ώρα δειλιάσουμε, αν για χάρη του κόστους των «μύθων», παραβλέψουμε το σοβαρό ενδεχόμενο να μην κατορθώσει να ξανασταθεί στα πόδια της ούτε η κοινωνία, ούτε η δημόσια διοίκηση.

2 σχόλια:

  1. Ενδιαφέρων ο παραλληλισμός σου. Αν και δεν είμαι ενημερωμένη για το παρασκήνιο του υποβιβασμού της ΑΕΚ (για παράδειγμα, τι θα γίνει με τα χρέη της Ένωσης, θα διαγραφούν μήπως;)
    Όσο για την άρση της μονιμότητας των δημοσίων, συμφωνώ μαζί σου. Δεν έχω πειστεί ότι κάτι τέτοιο θα φέρει την εξυγίανση στο Δημόσιο Τομέα.
    Καλό βράδυ Ευάγγελε και για άλλη μια φορά συγχαρητήρια για την διεισδυτική ματιά σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαρία, κρατώ μικρό καλάθι, γιατί ήδη οι γνωστοί - άγνωστοι μηχανισμοί κινητοποιήθηκαν, περιμένω μ' ενδιαφέρον τη συνέχεια!

      Διαγραφή

Καλοπροαίρετα