Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Τα προσόντα των προσόντων.

Μια από τις μεγάλες αντιφάσεις του διοικητικού μας συστήματος –που εδώ που τα λέμε δεν είναι αντίφαση– είναι η κυριαρχία απ’ τη μια των τυπικών προσόντων κι η βασιλεία απ’ την άλλη της αναξιοκρατίας. Το πώς έχει συμβεί σ’ αυτή τη χώρα να συμβαδίζουν προσόντα κι αναξιοκρατία είναι ένα μοναδικό επίτευγμα, τις συνέπειες του οποίου υφιστάμεθα ως πολίτες που συναλλάσσονται με το δημόσιο κι επωμίζεται το κράτος κι ο προϋπολογισμός του –αγόγγυστα μέχρι πριν τρία χρόνια– με πολύ δυσκολία και τεράστιες οικονομικές θυσίες για όλους πλέον.

Το επάρατο «ρουσφέτι» –υποτίθεται– ότι θα έμπαινε στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας» με τον 2190, τον πασίγνωστο «νόμο Πεπονή» για το ΑΣΕΠ. Από τη βούληση όμως της τότε κυβέρνησης κι ιδίως του εμπνευστή του νόμου, αείμνηστου Σάκη Πεπονή, μέχρι την εφαρμογή του πέρασαν όχι μόνο γενεές δεκατέσσερις, αλλά κυβερνήσεις κι υπουργοί που άκουγαν «ΑΣΕΠ» κι έβγαζαν καντήλες. Πέρασαν διμοιρίες δημάρχων και τοπικών αρχόντων με ανεξάντλητες «πάγιες και διαρκείς ανάγκες». Πέρασαν αναρίθμητες στρατιές συμβασιούχων κι εποχικού προσωπικού, εκπαιδευόμενοι των –περιβόητων πια– stage κι εργαζόμενων επί σειρά ετών με δικαστικές εντολές.

Δεν πα’ να γράφει το Σύνταγμα –μέχρι εκεί έφτασε η χάρη του ΑΣΕΠ το 2001, δεν πα’ να γράφουν και να ξαναγράφουν οι νόμοι –κοντά 200 τροποποιήσεις έχουν γίνει στον 2190 από το 1995 που εκδόθηκε, δεν πα’ να προσπάθησε το 2009 –νόμος 3812– ο Γιάννης Ραγκούσης να βάλει φρένο στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου και να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα, αν δεν ερχότανε το μνημόνιο κι η τρόικα για να επιβάλουν την άμεση αναστολή στους διορισμούς, ακόμα θα διορίζαμε στο δημόσιο, πάντα –σας παρακαλώ– με αξιοκρατικά προσόντα και υπό την αιγίδα του ΑΣΕΠ.

Θυμάμαι τις προ τριετίας μνημειώδεις –πλέον ή προς το παρόν μόνο άραγε;– πολυσέλιδες, αναλυτικές κι εμπεριστατωμένες ως την εσχάτη των λεπτομερειών προκηρύξεις του ΑΣΕΠ, εκείνα τα ανεπανάληπτα best sellers ΦΕΚ για τη διαφύλαξη της αξιοκρατίας και την ακριβοδίκαιη μοριοδότηση των αναρίθμητων προσόντων για διορισμό. Σελίδες επί σελίδων κι επεξηγήσεις επί επεξηγήσεων για διαγωνισμούς που για να ολοκληρωθούν έπρεπε να περάσουν κι ένα και δύο και τρία χρόνια κι οι ενδιαφερόμενοι να χρειάζονται από φροντιστή μέχρι ψυχίατρο για μια θέση σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Σκέφτομαι τις ατέλειωτες συνεδριάσεις των αλληλοσυμπληρούμενων και συναρμόδιων οργάνων, τα ογκώδη πρακτικά, τα ακριβή αντίγραφα, τους προσωρινούς κι οριστικούς πίνακες, τα διαδοχικά υπηρεσιακά σημειώματα και τη εξαντλητική αλληλογραφία μεταξύ συμβούλων, υπαλλήλων, δικηγόρων και πολιτών. Όλα στο όνομα της αξιοκρατίας και της ακριβοδίκαιης αποτίμησης των «τυπικών προσόντων» των υποψηφίων δημοσίων υπαλλήλων. Όλα στο όνομα της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος και της ανάπτυξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. (Σ’ αυτής της ανάπτυξης το όνομα, που φτάσαμε στις μέρες μας, οι απόφοιτοι της ομώνυμης κρατικής σχολής «Δημόσιας Διοίκησης» να εξομοιώνονται με τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος).

Πλαστά και κάλπικα είναι δεκάδες χιλιάδες απ’ αυτά τα πτυχία και παραστατικά σπουδών, σύμφωνα με δήλωση αρμόδιου κυβερνητικού στελέχους. Τι έκπληξη! Τι πρωτοτυπία! Στη χώρα που τα τελευταία χρόνια ακούστηκαν τόσα και τόσα για περιπτώσεις εξαπάτησης του Δημοσίου με πλαστά χαρτιά για συντάξεις, επιδόματα και κάθε λογής προνόμια και κοινωνικές παροχές, που είχε θεσπίσει το χρεωμένο κράτος και δεν ίδρωσε τ’ αυτί μας. Στη χώρα που μπορούσε να προσλαμβάνει για τη στελέχωση της δημοτικής αστυνομίας άτομα με ειδικές ανάγκες και δεν απορούσε κανένας. Ποιος να εκπλαγεί τώρα με τη δήλωση του κυρίου υπουργού; Όλα είναι πιθανά. Αλλά το πιθανότερο –αν όχι βέβαιο– είναι ότι τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί. Οι δηλώσεις, όπως και τα θαύματα –αν συμβαίνουν σ’ αυτόν τον τόπο– διαρκούν μια μέρα, ίσως και λιγότερο, ανάλογα με το πόσο θα το «παίξουν» τα κανάλια και θα το παπαγαλίσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μετά, άκρα του τάφου σιωπή.

Να σου πω κάτι; Και γιατί να νοιάζονται; Τι χρειάζονταν επί της ουσίας τα προσόντα στο δημόσιο; Ποια είναι τα προσόντα των προσόντων; Ποιες ανάγκες καλύπτουν και ποιες ευθύνες επωμίαονται και διαχειρίζονται οι προσοντούχοι δημόσιοι υπάλληλοι; Μόνο για κανένα μισθολογικό κλιμάκιο –αν κι αυτά τώρα έχουν μπει στην κατάψυξη του μνημονίου– άντε και καμιά θέση προϊσταμένου –με την προϋπόθεση, φυσικά, να συναινεί και το αρμόδιο κομματικό όργανο– μέχρι τις επόμενες εκλογές και βλέπουμε. Είναι γεγονός, ότι ο νεοδιοριζόμενος, ας διαθέτει και τα καταλληλότερα διοικητικά ή τεχνικά προσόντα, από τη «λάντζα» θα περάσει και στην αναμονή θα «ψηθεί» –αν είναι τυχερός και δεν «καεί»– μέχρι να εξαντληθούν αρχαιότητες κι επετηρίδες. Σφραγίδες και φωτοαντίγραφα θα βάζει και θα βγάζει μέχρι να βγάλει κάλους και να εγκολπωθεί μέχρι κεραίας τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Μήπως υπάρχει αδιάβλητο κι αντικειμενικό σύστημα για την αξιολόγησή του; Μήπως θα έρθει κανένας υπουργός ή γραμματέας να του πει «για έλα εδώ, παιδί μου, τι ξέρεις για να στελεχώσεις το γραφείο μου;» Θεός φυλάξοι! Αν είναι κανένας «ψαγμένος» και δικτυωμένος υπάλληλος, θα έρθει κάποιος «άλλος» υπουργός, γραμματέας ή βουλευτής και θα τον αποσπάσει –πάντα κατά το γράμμα και το πνεύμα του νόμου– στο γραφείο του για να κάνει τη δουλειά του.

Κάπως έτσι διαιωνίζεται κι ανακυκλώνεται και το φαινόμενο των πολυάριθμων ειδικών συμβούλων και συνεργατών που στελεχώνουν τα υπουργικά και λοιπά πολιτικά γραφεία. Φαινόμενο που, παρά την αδήριτη ανάγκη να περιοριστούν οι λειτουργικές ανάγκες υπουργείων και υπηρεσιών, εξακολουθεί να παρατηρείται με αμείωτη ένταση κι ενδεχομένως και σε μεγαλύτερη έκταση επί των ημερών μας. Όσοι απασχολούνται σ’ αυτά, επιστήμονες, τεχνοκράτες, δημοσιογράφοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, συνταξιούχοι ή και υπάλληλοι, κατατρύχονται καθημερινά με μύρια όσα θέματα τρέχουσας αρμοδιότητας των Υπηρεσιών και λειτουργούν ως στεγανά μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και διοίκησης, αποκόπτοντας με τον τρόπο αυτό τους πολιτικούς προϊσταμένους της δημόσιας διοίκησης από το υπόλοιπο προσωπικό. Με τον τρόπο αυτό η υπαλληλική ιεραρχία εκ των πραγμάτων περιορίζεται σε ρόλο εκτελεστή και διεκπεραιωτή αποφάσεων που έχουν ληφθεί αλλού και από άλλους, δίχως να γνωρίζει σε πολλές περιπτώσεις τη σκοπιμότητα ή την ανάγκη των ενεργειών στις οποίες καλείται να προβεί.

Με άλλα λόγια, μια ανάγκη που θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αντιμετωπιστεί με την πλήρη αξιοποίηση του στελεχιακού δυναμικού κάθε δημόσιας υπηρεσίας, ώστε να δημιουργείται μια καθημερινή ζωντανή και δημιουργική επικοινωνία και ώσμωση μεταξύ πολιτικής και διοικητικής ιεραρχίας, καλύπτεται με οιονεί «αλεξιπτωτιστές». Αποτέλεσμα; Δημιουργούνται και λειτουργούν στις περισσότερες των περιπτώσεων δυο ξεχωριστές και κινούμενες παράλληλα σφαίρες δραστηριοτήτων, μια στα κυβερνητικά και λοιπά γραφεία και μια άλλη στις υπηρεσίες του κάθε υπουργείου και οργανισμού, που –όπως είναι φυσικό– και κόστη μισθολογικά και λειτουργικά σωρεύουν και την αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπηρεσιών δεν εξυπηρετούν, εφόσον οι καθυστερήσεις και τα πήγαιν' έλα είναι συνήθη και καθημερινά φαινόμενα.

Για την έλλειψη παραγωγικότητας κι αποτελεσματικότητας των δημοσίων υπηρεσιών άλλοι είναι οι λόγοι κι οι αιτίες, στα μόνα που δεν οφείλονται είναι τα ελλιπή προσόντα κι οι ανεπαρκείς γνώσεις. Καλό είναι ν’ αναζητούνται και να ελέγχονται, λοιπόν, οι περιπτώσεις που παρανόμως έχουν παρεισφρήσει τίτλοι σπουδών και πιστοποιητικά στους υπηρεσιακούς φακέλους κάποιων υπαλλήλων. Καλύτερο όμως θα ήταν –κατά τη γνώμη μας– αν αναζητιόντουσαν παράλληλα κι οι υπάλληλοι με τις κατάλληλες γνώσεις κι εμπειρίες, προκειμένου ν’ αξιοποιηθούν για τη δημιουργία μιας ιεραρχίας ενιαίας και σπονδυλωτής ανά υπηρεσία, οργανωμένης σε ευέλικτες δομές και με σαφή προσδιορισμό καθηκόντων ανά θέση εργασίας.

Διαθέτουμε έναν ικανό κι ανανεωμένο από πλευράς τυπικών προσόντων κρατικό μηχανισμό, οι αιτίες της κακοδαιμονίας και της αναποτελεσματικότητάς του έχουν εντοπιστεί κι έχουν αναλυθεί επαρκώς, εκείνο που επί μήνες αναμένεται είναι ένα ολοκληρωμένο και σαφές κυβερνητικό σχέδιο για την αξιοποίησή του. Οι περικοπές, οι μετακινήσεις κι οι αποσπασματικές αναδιαρθρώσεις σε κάθε επίσκεψη της τρόικας, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να διαλύουν και ν’ αποσυνθέτουν τις όποιες δομές του ακόμα αντέχουν να λειτουργούν. Αυτό είναι το πρόβλημα και το ζητούμενο κι όχι η συναίνεση κι η αποδοχή των δημοσίων υπαλλήλων.

Εκτός κι αν αυτός τελικά είναι ο στόχος, οπότε τα περί βερίκοκου, μάλλον, περισσεύουν.

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Το Ναύπλιο και το παραμύθι της ανάπτυξης.


Άμα θες να γλυκάνεις την πίκρα του κόσμου στη χειμαζόμενη απ’ την οικονομική κρίση χώρα, πάσαρέ του να πιπιλάει απ’ το πρωί ως το βράδυ την καραμέλα της ανάπτυξης και να ονειρεύεται Άραβες και Ρώσους μεγιστάνες έτοιμους να ρίξουν δισεκατομμύρια στην αγορά για συμβόλαια και μπίζνες ή Κινέζικους επενδυτικούς δράκους αποφασισμένους να ξεφορτώσουν εκατομμύρια κοντέινερς, που θα δώσουν καυτή αναπτυξιακή πνοή σε όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομίας.

Κάπως έτσι η «ανάπτυξη» από δυναμική διαδικασία για το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας, μετατρέπεται σ’ ένα τετριμμένο και προβλέψιμο επικοινωνιακό παραμύθι. Κάπως έτσι συνηθίζεται η «ίδια γεύση» και διαιωνίζεται το «εδώ είναι Ελλάδα». Κάπως έτσι η απογοήτευση γίνεται αγανάκτηση κι η ανασφάλεια εισιτήριο για την ξενιτιά. Κάπως έτσι τα «πακέτα διάσωσης» υποκαθιστούν τα «πακέτα επενδύσεων» και τα ΕΣΠΑ χρηματοδοτούν προγράμματα ανεργίας.

Αν κάτι έπρεπε να έχει διδάξει η οικονομική κρίση που μαστίζει επί τόσα χρόνια τη χώρα, ήταν ότι με τη λογική και τα εργαλεία που για δεκαετίες χειριστήκαμε και διαχειριστήκαμε τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας, όχι μόνο δεν επαρκούσαν πλέον για την ανελκύσουν από το βυθό της ύφεσης, αλλά τουναντίον τη συγκρατούν αγκυλωμένη και αγκυρωμένη σ’ ένα βορβορώδες και ασφυκτικά αντιαναπτυξιακό πυθμένα. Αν κάτι έπρεπε να έχει αλλάξει εκ βάθρων από την πρώτη στιγμή της κρίσης, ήταν το μοντέλο «αξιοποίησης» των κεφαλαίων και των πόρων της χώρας κι η πλήρης ανατροπή της αναπτυξιακής φιλοσοφίας του κράτους.

Προϋπόθεση για τις αναθεωρήσεις αυτές θα ήταν βεβαίως η συνειδητοποίηση από όλους τους αρμόδιους, ότι ο ρόλος του κράτους πλέον στον τομέα της ανάπτυξης έχει στρατηγικό-προγραμματικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου πρέπει να περιοριστεί σε αμιγώς ρυθμιστικές και ελεγκτικές ενέργειες. Προϋπόθεση εξακολουθεί να είναι η ανάγκη να καθοριστούν με σαφήνεια, να ιεραρχηθούν με αντικειμενικότητα και να τηρηθούν με συνέπεια οι αναπτυξιακοί άξονες της χώρας για τα επόμενα χρόνια. Θα είναι ο τουρισμός; Θα είναι η μεταποίηση, η ελαφριά βιομηχανία, οι νέες τεχνολογίες, ο πολιτισμός ή η αγροτική παραγωγή;

Οι απαντήσεις στο ποιο και σε ποιο βαθμό, με ποια κριτήρια, με ποιους στόχους, με ποια διοικητική υποστήριξη και ποιους ελεγκτικούς μηχανισμούς, θα καθόριζαν και το πλαίσιο του νέου αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Θα δημιουργούσαν τις βάσεις για να τοποθετηθεί με σταθερότητα κι ασφάλεια η ισόρροπη ανάπτυξη αστικών κέντρων και περιφέρειας, θα εστίαζαν σε στόχους και θα μεγιστοποιούσαν τ’ αποτελέσματα τόσο των -ισχνών μεν αλλά πολύτιμων- πιστώσεων του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, αλλά και των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Θα εκλογίκευαν τον άναρχο κι αποσπασματικό τρόπο σχεδιασμού και υλοποίησης των δημόσιων έργων και θα πρόσφεραν υποδομές ζωτικής σημασίας και μακράς πνοής σε στρατηγικής σημασίας περιοχές της χώρας.

Υπ’ αυτή την έννοια, δεν είναι τυχαίο, ότι το έργο εκβάθυνσης του λιμανιού στο Ναύπλιο, αποφασίστηκε από το περιφερειακό Συμβούλιο Πελοποννήσου να ενταχθεί στο ΕΣΠΑ μόλις στις 17 Ιουλίου 2013. Το Ναύπλιο, μια πόλη-προορισμός με πλούσιο ιστορικό παρελθόν, ενδιαφέρον παρόν και πολλά υποσχόμενο μέλλον, υποδέχεται σήμερα ελάχιστα κρουαζιερόπλοια και τουρίστες που αποβιβάζονται με λάντζες. Μια εν δυνάμει πόλη-είσοδος συναλλάγματος και εξαγωγής τουριστικού προϊόντος υψηλών προδιαγραφών, φυτοζωεί παραδομένη στις δάφνες του ένδοξου παρελθόντος, τους φραπέδες -ή, άντε, τα μοχίτο- του παραπαίοντος παρόντος και τις εξαγγελίες ενός άδηλου αύριο.

Δεν μπορείς ν’ αποφύγεις εν προκειμένω μια σύγκριση που πρόχειρα έρχεται στο μυαλό και αφορά κάποιο αντίστοιχο περιφερειακό λιμάνι στη γειτονική Τουρκία, το Κουσάντασι, που αποτελεί -ελέω Εφέσου- βασικό προορισμό της κρουαζιέρας στο Αιγαίο. Όσοι πρόλαβαν να το γνωρίσουν τη δεκαετία του ’80 ή του '90 ακόμα, θα θυμούνται την άσημη επαρχιακή κωμόπολη με το παζάρι και τους πλανόδιους πωλητές. Η εξέλιξή του τα χρόνια που ακολούθησαν το έχουν μετατρέψει σ’ ένα σύγχρονο παραθαλάσσιο θέρετρο και λιμάνι, που εξυπηρετεί καθημερινά δεκάδες κρουαζιερόπλοια, με υποδομές, εγκαταστάσεις, υπηρεσίες, που δεν θυμίζει σε τίποτε το ψαροχώρι του παρελθόντος, πλην της διαχυτικότητας και της εγκαρδιότητας των... «μπατζανάκηδων» εμπόρων που συναντάς από το πρώτο κιόλας βήμα από την έξοδό σου στην αγορά.

Ο Πούτιν ξέρει καλά τι λέει κι όσοι έσπευσαν ν' αποδώσουν τη δήλωσή του αποκλειστικά σε πικρίες ή σκοπιμότητες, είναι προφανές ότι το μόνο που θέλησαν να δουν στη δήλωσή του, ήταν η άλλη, εύκολη και δια πάσαν νόσον, επικοινωνιακή μας καραμέλα, η συνωμοσιολογία σε βάρος της χώρας κι ο συστηματικά υποκινούμενος τάχα διεθνής κατατρεγμός κι υπονόμευσή της. Οι μόνοι που είμαστε σε θέση να υπονομεύουμε τη χώρα και να την κρατάμε καθηλωμένη στο αναπηρικό καρότσι της αναξιοπιστίας, της ανέχειας και της μιζέριας είμαστε εμείς οι ίδιοι, πατριώτες. Εμείς διαμορφώνουμε τους όρους και καθορίζουμε τα πλαίσια. Εμείς είμαστε κι εκείνοι που μπορούμε να της δώσουμε την ώθηση και τη δύναμη να ορθοποδήσει και να επιστρέψει με το κεφάλι ψηλά στη θέση που μπορεί και της αξίζει.

Αν κάποιοι με πρόφαση και πρόσχημα τα μνημόνια, τις τρόικες και τα ΔΝΤ επιχειρούν να καλύψουν τα λάθη, τις παραλήψεις και τις ανεπάρκειές τους ή να προετοιμάσουν μια εύκολη κι ανέξοδη δίοδο για το ρεσάλτο στην εξουσία, το μόνο που επιτυγχάνουν με τους μύθους και τα παραμύθια τους, είναι να φέρουν πιο κοντά στη ζωή μας, αντί για το «δράκο» της ανάπτυξης και της προόδου, τον αιμοβόρο δράκο της διχόνοιας και του μίσους κι αυτό το παραμύθι μόνο με το «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» δεν θα τελειώσει. 


Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Το αντίτιμο της ζωής.



Οι μετακινήσεις κοστίζουν γι’ αυτό κάποιοι –οι περισσότεροι– επιλέγουμε να παραμένουμε αμετακίνητοι. Στις θέσεις μας, στις απόψεις μας, στις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές μας. Τα συμφέροντά μας τυχαίνει να μετατοπίζονται και ν’ αλλάζουν συχνά – πυκνά, αλλά εκεί δεν υπάρχει πρόβλημα, σ’ αυτή την περίπτωση είμαστε ελαστικοί και ευκίνητοι ωσάν αιλουροειδή. Γάτες και δη με πέταλα. Η μόνη περιοχή που είναι τόσο υπερευαισθητοποιημένη και δε σηκώνει «πείραγμα», γιατί αμέσως «μας πονάει» κι αρπαζόμαστε, είναι το συμφέρον (κάτι σαν κάλος δηλαδή, αλλά σε πιο γενικευμένη μορφή κι έκταση, απ’ την κορφή ως τα νύχια).

Διαβάζοντας απόψεις και σχόλια για το τραγικό γεγονός να χαθεί μια νεαρή ανθρώπινη ζωή κατά τον έλεγχο εισιτηρίων στο τρόλεϊ, είναι να σου φεύγει το κεφάλι. Εκεί που θα ταίριαζε η σιωπή κι η περίσκεψη, ο προβληματισμός, ο σεβασμός κι η θλίψη, περίσσεψαν τα λόγια, οι βλακείες κι οι κουτοπονηριές. Ξεχείλισε για μια ακόμα φορά το από καιρό φουρτουνιασμένο κι έτοιμο ποτάμι της απύθμενης «λαϊκής» αγανάκτησης και της ανεξέλεγκτης «αντιμνημονιακής» οργής. Αυτόκλητοι παντός καιρού και ειδικότητας. Εξυπνάκηδες και ηλίθιοι, αγράμματοι και μορφωμένοι στήσανε ένα αποτρόπαιο γαϊτανάκι αντεγκλήσεων κι αντιπαραθέσεων για ένα θέμα που ούτε παρόντες ήταν, ούτε προσφέρονταν για εκμετάλλευση, πολλώ δε μάλλον για κατανάλωση.

Με την κοινή λογική στην κωλότσεπη ή καλύτερα στα αζήτητα, χάθηκε –για μια ακόμα φορά– το μέτρο κι η εντύπωση κέρδισε κατά κράτος την ουσία. Σ’ ένα κουβάρι απόψεις ελεγκτές κι οδηγοί, συγκοινωνίες, εισιτήρια, κοινωνικές πολιτικές και κινήματα, έσοδα, έξοδα και δρομολόγια, μάρτυρες, κάμερες, κράτος και «παρακράτος», σε μια μέχρις εσχάτων σκιαμαχία μπροστά σε πυρωμένα από θυμό λάπτοπ κι απαστράπτουσες από ευφυολογήματα οθόνες. Άνθρωποι άγνωστοι, ξένοι κι αμέτοχοι, επιχειρούν να λύσουν τις ανύπαρκτες επί της ουσίας διαφορές τους μέσω αλλεπάλληλων κι ανατροφοδοτούμενων φιλονικιών και σχολίων χάριν γούστου, για να προβάλουν την άποψη και τη «θέση» τους, παραβλέποντας –ή και αποσιωπώντας σε ορισμένες περιπτώσεις– ότι αναφέρονται σε μια ζωή που μόλις έχει χαθεί άδικα κι απροσδόκητα, σ’ ένα συμβάν που θα μπορούσε να έχει συμβεί οποτεδήποτε στις πολυπληθείς, δαιδαλώδεις κι αλληλεπικαλυπτόμενες διαδρομές των αστικών μας συγκοινωνιών και με τους πολυάριθμους καθημερινούς λαθρεπιβάτες.

Οι μετακινήσεις κοστίζουν, αλλά αν σήμερα υπάρχει ένα κόστος για το κράτος, το οποίο μπορεί να περιοριστεί, είναι το κόστος λειτουργίας των δημόσιων συγκοινωνιών. Αν υπάρχει ένα πεδίο με σημαντικά περιθώρια αλλαγών κι αναδιαρθρώσεων, είναι αυτό των μέσων μαζικής μεταφοράς. Με άξονες την αποτελεσματικότητα σε όφελος του κοινωνικού συνόλου και τον ορθολογισμό σε όφελος του δημοσίου συμφέροντος, είναι δυνατή η εξεύρεση συγκοινωνιακών λύσεων που θα απηχούν τις σύγχρονες συγκοινωνιακές ανάγκες και θα οραματίζονται τις μελλοντικές, θα υπολογίζουν τον επιβάτη και την εξυπηρέτησή του, θα καλύπτουν με επάρκεια τους εργαζόμενους και το δύσκολο  έργο τους.

Μακριά από ρητορείες, κορώνες κι εύκολες αποφάσεις που διαιωνίζουν παθολογίες δεκαετιών. Με τόλμη, σύνεση κι αποφασιστικότητα, με διαφάνεια, τεκμηρίωση και σχέδιο, είναι δυνατό να αρχίσει μια νέα εποχή για τα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς, που δεν θα κινείται στη λογική του υπολογισμού και του μικροκομματικού συμφέροντος, αλλά θα τέμνει και θα διασπά αγκυλώσεις και πεπραγμένα του παρελθόντος. Με την εισαγωγή σύγχρονων αντιλήψεων στο χώρο των μαζικών μετακινήσεων, που θα εδράζονται στη διαρκή επέκταση των μέσων σταθερής τροχιάς και στην ανατροπή του στερεότυπου για την προτίμηση του ΙΧ στις καθημερινές μετακινήσεις των πολιτών μέσα στις πόλεις κι ιδιαίτερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Αν υπάρχει ένας τρόπος αυτός ο θάνατος να μην πάει χαμένος, ανεξάρτητα από συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες επήλθε και για τις οποίες υπάρχουν άλλοι άμεσα ενδιαφερόμενοι κι αρμοδιότεροι ημών για να επιληφθούν και να αποφανθούν, αξίζει να τολμήσουμε ν’ ανοίξουμε με ευθύνη το θέμα δημόσιες συγκοινωνίες ενώπιον της κοινωνίας. Οι πολυλογίες κι οι αντεγκλήσεις αυτές του διαδικτύου θα ξεχαστούν –αν κι είναι βέβαιο ότι σύντομα θα προκύψουν κάποιες νέες με αφορμή κάποιο άλλο περιστατικό. Ας τις ξεπεράσουμε με γενναιότητα στοχεύοντας στην ουσία του προβλήματος, αφήνοντας κατά μέρος το θυμικό και αναλογιζόμενοι πόσες ζωές πια έχουν να κερδίσουν από την ριζική αναδιοργάνωση των συγκοινωνιών. Το θέμα είναι τεράστιο, πολύπλοκο και σύνθετο, απαιτεί γνώσεις, αφοσίωση και προσπάθεια. Είναι πρόκληση κι έργο ζωής, για την ίδια τη ζωή.

Τότε, υπάρχει ελπίδα να διαπιστωθεί, ότι, τελικά και για το θέμα αυτό, το δημόσιο συμφέρον δεν απέχει τόσο από το συμφέρον του κάθε χρήστη των μέσων μαζικής μεταφοράς, αλλά πολύ περισσότερο και του συμφέροντος υπό στενή έννοια κι όπως ο καθένας από εμάς το αντιλαμβάνεται. Τότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να διαπιστώσουμε, ότι υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος να προσεγγίσουμε στόχους και δείκτες οικονομικούς, πέρα από οριζόντιες περικοπές κι ισοπεδωτικές μειώσεις. Τότε ανοίγει μια διέξοδος για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε διαφορετικά την πραγματικότητα και τη ζωή, πέρα από κούφια συνθήματα κι αδιέξοδες περιχαρακώσεις. Τότε υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο να κατορθώσουμε να οραματιστούμε και να σχεδιάσουμε βάσιμα το επόμενο βήμα για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της χώρας, αλλά και της κοινωνίας, πέρα από λύσεις του ποδαριού, εξωτερικές βοήθειες κι επικοινωνιακά δεκανίκια.

Ας γίνει αυτός ο άδικος θάνατος αρχή για μια πιο δίκαιη ζωή για όλους.

Οι μετακινήσεις κοστίζουν, αλλά το αντίτιμο της ζωής είναι ανεκτίμητο. Μπορούμε να πάψουμε να ζούμε τη ζωή σαν λαθρεπιβάτες.

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Ο λάθος Αύγουστος.


Είμαστε σε άλλο μήκος κύματος. Το θερινό εννοώ, όχι το χειμέριο, που βγάζει φίδια και ξεβράζει με λύσσα τη θάλασσα πάνω σε παραλιακούς δρόμους και παραθεριστικές κατοικίες «δίπλα στο κύμα». Αλλού θέμε να βρεθούμε εμείς «κι αλλού η ζωή μας πάει» –που λέει και το παλιό τραγούδι με τον Αντώνη Καλογιάννη. Λίγοι ξεφύγαμε φέτος, αλλά οι σταθερές μας αξίες αντέχουν διατηρώντας αξιοθαύμαστα υψηλά ποσοστά επισκεψιμότητας. Για το fb μιλάω, που αμέσως να πάει το μυαλό σας στη Μύκονο και την Πάρο. Τσακίσαμε τις σελίδες με διακοπές και θέρετρα και μαγιό και αξεσουάρ, αλλά στο τέλος καταλήξαμε για καφέ στην πλατεία. Στην καλύτερη το σπίτι στην πατρίδα του κολλητού ή μια βόλτα από το χωριό της μάνας μας κι αυτό ήτανε. Πέντε δέκα μέρες έτσι, για το ξεκάρφωμα. Για να χαθούμε από τα στέκια και να πάρουμε μια – δυο ανάσες αποκεντρωμένο καθαρό αέρα.

Είμαστε αλλού σου λέω. Αλλιώς την είδαμε φέτος και δεν ξέρω πού θα κάτσει η μπίλια και για του χρόνου. Ως τότε, να δούμε όμως πρώτα πού θα «σκάσει» το χειμέριο κύμα. «Είμαστε λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος» –που τραγούδησε κι ο Νταλάρας την εποχή που τσάκιζε ακόμα τους «χρυσούς». Το ωραίο είναι, ότι την περιμέναμε. Κότες κάτσαμε όλον τον χειμώνα λες και το χειμέριο κύμα ήταν μασκαρεμένο σε ΕΕΤΗΔΕ ή σε «κόκκινο» δάνειο. Δεν την είδαμε όπως οι Γερμανοί που προγραμματίζουν τις διακοπές τους από τον Οκτώβρη. Πώς να μας καταλάβουν μετά οι άνθρωποι; Εμείς αμά δεν πάρουμε δυο – τρεις παρατάσεις –πέρα από τις «σιωπηρές»– δε λέμε να το αποφασίσουμε για άλλα, πιο σοβαρά, πράγματα, τις διακοπές θα βάλουμε στο πρόγραμμα; Κι άμα δεν υπάρχει και μία, χέσε μέσα. Ο προγραμματισμός μας μάρανε.

«Δεν είμαστε στην ίδια τη συχνότητα» –όπως «κελαϊδούσε» η Μοσχολιού τα καταπληκτικά λόγια του Τριπολίτη. Ποια καλοκαίρια μας έφεραν ίσαμ’ εδώ; Στην εποχή που ξαφνικά τα μάθαμε όλα, αλλά ο καθένας με τον τρόπο και τη μέθοδό του. Απλή μέθοδος των τριών ξεκίνησε, αλλά έμειναν δύο και συνεχίζουν στην ίδια τη συχνότητα. Εμείς πού είμαστε; Παραλία; Βουνό ή νησί; Τα καλοκαίρια μας ενώνουν, αλλά πού; Στην Πάρο και τη Νάξο; Σίκινο και Νιο; Αλλάξτε αέρα ή πλευρό. Ούτε αιρ κοντίσιον δεν άναψε φέτος, θυσία το ξενύχτι στο βωμό του μίνι καύσωνα. Άλλοι μιλάνε για «ανθρωποθυσίες». Μπορεί να ‘ναι κι έτσι. Ποιος είναι με ποιον και σε ποια συχνότητα αυτόν τον Αύγουστο; Μήπως ήταν στην ίδια και τον προηγούμενο ή μήπως του 2011; Καθένας το βιολί του και τα πανηγύρια κάθε νύχτα. Αύγουστος γαρ.

Φεύγω για λίγες μέρες και αν λέω ό,τι θέλω είναι γιατί αυτός ο Αύγουστος με πάει αλλού από τα μέρη τα συνήθη και τα γνωστά των διακοπών μου. Δεν είναι λάθος ο Αύγουστος, εγώ έκανα το λάθος να νομίσω ότι θα ξεκινούσα για τα ίδια. Αν κάπου είναι λάθος αυτός ο Αύγουστος είναι ότι έφτασε σε λάθος εποχή. «Κουράγιο θα περάσει θα μου πεις» –αχ! Νικόλα– αλλά πού μυαλό κι υπομονή όταν η κόχη της ψυχής έχει φτάσει στα χείλη; ‘Ηρθε αργά αυτός ο Αύγουστος, αυτός όμως δεν έφταιγε, μας καθυστέρησαν τα καλοκαίρια στη Μύκονο και τη Σαντορίνη. Μας λοξοδρόμισαν οι Αύγουστοι με τις Ολυμπιάδες. Μας πισωγύρισαν οι ατέλειωτοι Αύγουστοι με τα πύρινά τους μέτωπα. Ποια Παναγιά να κάνει τώρα το θαύμα της; Μεγάλη χάρη Της! Είμαστε κι εμείς μεγάλοι, όχι στα λόγια και τα φούμαρα, είμαστε μεγάλοι στ’ αλήθεια. Όταν δεν περιμένουμε τα θαύματα, αλλά τα δημιουργούμε. Μόνοι μας.

Αυτός ο Αύγουστος δεν έπρεπε να έφτανε ποτέ. Θα είναι θαύμα όμως αν –μιας και του επιτρέψαμε να έρθει– μας διδάξει, ότι ποτέ πια δεν πρέπει κανένας άλλος Αύγουστος να χαθεί, κανένα καλοκαίρι, καμιά εποχή, επειδή εμείς ποτέ πια δεν θα επιτρέψουμε να ξαναχαθούμε στο δρόμο. Όλοι μαζί.


Foto: Kaushik Chatterje