Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Το DNA της πολυνομίας.


Όχι, άλυτο θα έμενε κι αυτό το πρόβλημα. Η κυβέρνηση δια του αρμοδίου υφυπουργού έσπευσε να δηλώσει, ότι θα προωθήσει –αύριο κιόλας– νομοθετική ρύθμιση (βλέπε τροπολογία) για την αλλαγή της διαδικασίας έκδοσης των ληξιαρχικών πράξεων γεννήσεως. Μπορούμε κατά συνέπεια να ησυχάσουμε, όσοι εξαπίνης συλληφθήκαμε από τα δελτία ειδήσεων, να μην είμαστε σε θέση να διαγνώσουμε από κοινού με τους ληξίαρχους-παρουσιαστές το γενεαλογικό δέντρο της άτυχης ξανθομαλλούσας Μαρίας. 

Πρόλαβε, άραγε, μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες το φαινόμενο της νέας «τρύπας» στο δικαϊκό και διοικητικό μας σύστημα και μελετήθηκε σε βάθος; Διαγνώστηκαν οι αιτίες του και διερευνήθηκαν όλες του οι πτυχές και οι παράμετροι; Αναλύθηκαν οι κοινωνικές του επιπτώσεις και σχεδιάστηκαν εναλλακτικές λύσεις, ώστε να διατυπωθεί η προσφορότερη ρύθμιση για την αντιμετώπιση νομοθετικού κενού που προέκυψε προφανώς ύστερα από τη σχετική έρευνα; Ασφαλώς όχι. Αυτό όμως δεν αποτελεί πρόβλημα για τους κυβερνώντες, εφόσον διαχρονικά οι προσκείμενες στην κυβέρνηση πλειοψηφίες –πλην ελαχίστων περιπτώσεων– είναι διαθέσιμες ανά πάσα στιγμή να συνδράμουν και να συμβάλουν στην επέκταση της ήδη τεράστιας κι εν πολλοίς ανεξέλεγκτης πολυνομίας που μαστίζει τη χώρα. 

Και πώς να υπάρχει πρόβλημα, όταν είναι γνωστό τοις πάσι, ότι με την ίδια ευκολία που ένας κανόνας δικαίου εισάγεται και ψηφίζεται από το Κοινοβούλιο, άλλο τόσο εύκολο –παρά τις όποιες περί του αντιθέτου διατυπώσεις του Συντάγματος και του κανονισμού της Βουλής– είναι να τροποποιηθεί, αντικατασταθεί, συμπληρωθεί, επεκταθεί κ.ο.κ. ανά πάσα στιγμή κι ανάλογα με το πώς η περίσταση ή η συγκυρία ή η στιγμή ή ο καιρός ή η κακιά ώρα ή κι εγώ δεν ξέρω τι, το φέρει. 

Το ένα μπάλωμα, έτσι, διαδέχεται το άλλο, το ένα πρόβλημα αντικαθίσταται με κάποιο άλλο και το γαϊτανάκι της νομοθετικής και κατ’ επέκταση διοικητικής παθογένειας της χώρας εξακολουθεί να διαιωνίζεται και να διογκώνεται. Παρά το γεγονός, ότι όλες αυτές οι μεθοδεύσεις και τα τερτίπια, θα έπρεπε ν’ αποτελέσουν τις πρώτες –αν όχι την πρώτη– κόκκινη γραμμή που θα τραβούσε η κυβέρνηση αμέσως μετά την εισαγωγή της χώρας στο μηχανισμό στήριξης.

Πάνω σ’ έναν πολυκαιρισμένο και διάτρητο θεσμικό καμβά, ένα πολυδαίδαλο σύστημα κανόνων, που ευνοούσε –αν δεν ενθάρρυνε, όπως σε πάμπολλες μέχρι σήμερα περιπτώσεις αποδείχτηκε– παραβατικότητες και παρανομίες, που ακόμα και οι ρομά –για να μην πω «γύφτοι» και κατηγορηθώ για ρατσισμό– είχαν ανακαλύψει κι εκμεταλλεύονταν, εξακολούθησαν κι εξακολουθούν να προστίθενται και νέες διατάξεις-μπαλώματα, που επιτείνουν το χάος κι αναβάλουν –αν δεν αναστέλλουν τελικά– την εφαρμογή της νομοθεσίας και την έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης. 

Από τον 3833 του 2010 με τα «επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» μέχρι τον 4199 του 2013 για τις «δημόσιες υπεραστικές οδικές μεταφορές», τρία χρόνια μετά, ξέρεις πόσες ρυθμίσεις έχουν περάσει; Μόνο να κάτσει και να υπολογίσει κάποιος τους νόμους που έχουν ψηφιστεί, αντιλαμβάνεται για τι όγκο νομοθετικής ύλης μιλάμε και για πόσο δύσκολο έργο ν’ αφομοιωθεί η ύλη αυτή από τα όργανα και τους λειτουργούς του κράτους εν μέσω μάλιστα συνθηκών κρίσης και διοικητικής αποσύνθεσης. 

Έχει βελτιωθεί η ποιότητα της δημοκρατίας; Έχουν εκσυγχρονιστεί οι δομές του κράτους; Έχουν απλουστευθεί οι διοικητικές διαδικασίες; Έχουν αρθεί τα προβλήματα της οικονομίας; Έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη; Έχει διασφαλιστεί η κοινωνική δικαιοσύνη; Έχουν εκλείψει οι αιτίες που οδήγησαν στην οικονομική κρίση; 

Χίλια δυο θα μπορούσε ν’ αναρωτηθεί κάποιος κι αυτά δίχως διάθεση ισοπέδωσης, χωρίς πνεύμα χαιρέκακο, μακριά από τις ξύλινες ατάκες της αντιπολίτευσης ή την ελαφρότητα του «έξω απ’ τον χορό». Είναι απορίες  που θα μπορούσε να έχει ένας καλόπιστος, σκεπτόμενος πολίτης, που αγωνιά για τον τόπο, που επιθυμεί να δει την πατρίδα του να ξεκολλά απ' το τέλμα και να κάνει ένα –ή έστω μισό– βήμα μπροστά. Είναι προβληματισμοί κάποιων από εκείνους που συνεισφέρουν αγόγγυστα μέχρι τώρα στα κοινά βάρη κι αναγνωρίζουν την τεράστια προσπάθεια που γίνεται να συμμαζευτούν τα έξοδα κι οι δαπάνες του κράτους, αλλά που καταλαβαίνουν πως από μόνα τους, όλα αυτά δεν είναι αρκετά. Είναι σκέψεις και συλλογισμοί όσων από εκείνους μπορούν να κοιτάξουν λίγο πιο πέρα από τις εντυπώσεις που καλλιεργούν τα ηλεκτρονικά μέσα και τις καλοστημένες δηλώσεις των κυβερνητικών αξιωματούχων. Είναι η απογοήτευση κι η απελπισία μιας μεγάλης σιωπηλής πλειοψηφίας στα σπλάχνα της κοινωνίας, που επιμένει ν’ αφουγκράζεται υπομονετικά μέχρι τώρα τη φωνή της λογικής και της σύνεσης και αντιστέκεται να παρασυρθεί στην ελκυστική διέξοδο των υποσχέσεων και των ευκολιών. 

Είναι όλα αυτά, που όσοι μας ελέγχουν τ’ αντιλαμβάνονται και τα καταλαβαίνουν και γι’ αυτό αντιδρούν. Είναι οι ίδιες μας οι δεσμεύσεις κι οι υποχρεώσεις που αναβάλλονται και καρκινοβατούν. Είναι οι αφορμές για να λαμβάνονται ξανά και ξανά καινούργια μέτρα. Είναι όλα αυτά τα «κακά», που χρεώνονται τάχα στους δανειστές και το «μνημόνιο», αυτό που ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεσμεύτηκε, ότι θα καταργήσει «μ’ έναν νόμο», γνωρίζοντας κι αυτός ίσως πολύ καλά, πόσο ισχυροί και διαχρονικοί είναι οι νόμοι στην Ελλάδα. 

Με όλα αυτά δεν ξέρω πια, αν το DNA στα πιστοποιητικά γέννησης θα είναι μια λύση για τα ληξιαρχεία. Αυτό που καταλαβαίνω είναι, ότι θ’ αργήσει πολύ ακόμα να γραφτεί στο δικό μας DNA η ληξιαρχική πράξη θανάτου της πολυνομίας.

Foto: www.chemist.gr 

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Καβάφης στα τέσσερα.


Τον Καβάφη μπορεί να μην τον «έχω φάει με το κουτάλι», αλλά τον κουβαλάω ευλαβικά διπλωμένο στα τέσσερα. Σ’ ένα μικρό, ελάχιστο και ταλαιπωρημένο απ’ την πολυκαιρία χαρτάκι σημειώσεων. Το «όσο μπορείς» βρέθηκε κάποιο απομεσήμερο κάποιας συννεφιασμένης Τετάρτης –ή Πέμπης ίσως– κάποιου χειμώνα κάποιας περασμένης δεκαετίας του περασμένου αιώνα. Πού; (Τι ειρωνεία!) Πάνω στο τζάμι του αυτοκινήτου, τοποθετημένο διακριτικά και με φροντίδα περισσή θαρρείς ανάμεσα στους υαλοκαθαριστήρες. Γιατί η ειρωνεία; Μα, γιατί ο Καβάφης κυκλοφορεί στις μέρες μας φαρδύς πλατύς πάνω στα τζάμια σε τρόλεϊ και λεωφορεία, πηχυαίος και κραυγάζων σπαραχτικά –θαρρείς και πάλι– σπαράγματα από κατασπαραγμένα του ποιήματα. 

Χίλιες δυο αιτίες κι αφορμές βρεθήκανε για σχόλια και κριτικές, δεν είναι δα κι η εποχή η πλέον πρόσφορη για να εκτίθεσαι μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου. Είναι κι ο τρόπος, όσων ευθύνη πήραν να γυρίζουνε τις λέξεις του πηαίνοντάς τες από τη στάση στην αφετηρία, μέσα στο καυσαέριο και τη σκόνη, μέσα στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες, που δεν βοηθά ν’ αποφευχθεί του καθενός η καθημερινή ανοησία. 

Πέρα απ’ τις λέξεις που μ’ ευκολία καταναλώνονται και προτού να γίνει φορτική αυτή μου η παρέμβαση, να πω ένα ευχαριστώ θέλω να προλάβω, όσο μπορώ και όσο μου επιτρέπεται, γιατί θέλω να μείνω, για λίγο έστω, στην ουσία. Να μείνω, όσο μπορώ, λέξη τη λέξη σ’ αυτό που χρόνια τώρα ο ποιητής σεμνά –κι ίσως μονολογώντας– παρακινεί, προτρέπει, ενθαρρύνει, σ’ αυτό που ασυνείδητα και εύκολα, επιπόλαια κι ανεύθυνα, αγνοήθηκε, ξεχάστηκε, κακοποιήθηκε. Την αξιοπρέπεια, την αυτογνωσία, το ήθος, αυτά που πίσω μείναν στα αζήτητα, μέχρι η ζωή να γίνει στις μέρες μας σα μια ξένη. Φορτική. 

Μες στην πολλή συνάφεια του διαδικτύου, της επικοινωνίας και των λόγων, μέσα στις σχέσεις και τις κοινωνικές ή άλλες συναναστροφές, μια ευκαιρία δίνεται –κι αυτό είναι το σπουδαίο– όσο μπορούμε, ακολουθώντας στίχο το στίχο τον Καβάφη, εκεί να βγούμε, όλοι μαζί και όλοι ενωμένοι, πέρα από πλατείες, λεωφόρους κι αρτηρίες, πέρα απ’ της μάζας και της αλλοτρίωσης την στείρα στάση, που μέρα τη μέρα ολοένα εξευτελίζουν τη ζωή μας. 

Ας μην ακολουθήσουμε, λοιπόν, τα λεωφορεία, τρόλεϊ ας μην πάρουμε, μόνο και μόνο για να πούμε πικρές λέξεις, σχόλια, ειδήσεις. Ας αποφύγουμε, όσο μπορούμε, συνωστισμούς, βαρβάρους κι εφιάλτες, συναναστρεφόμενοι και μόνοι –αλλά όχι ξεμοναχιασμένοι μες στο πλήθος– να πάρουμε λέξη τη λέξη τον Καβάφη, όσο μπορέσουμε, με τη ζωή, με τη ζωή μας και πάλι να βρεθούμε. Μόνοι, αλλά και μαζί μ’ όλους τους άλλους.

Ευχαριστώ, λοιπόν, εκείνους που είχαν την ιδέα, αλλά κι όσους με τους λόγους τους δεξιά κι αριστερά το φέραν, ανάμεσα στα δάχτυλα και πάλι εκείνο το ασήμαντο χαρτάκι ν’ ανασύρω και να αισθανθώ με τόση νοσταλγία, πόσο σπουδαία και σημαντικά ήταν για μένα, εκείνα που ήταν πάνω του γραμμένα.

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Ελιές και κορν φλέικς.



«Με το ζόρι παντρειά δε γίνεται», λέει η παροιμία.

Η κυοφορία του τελευταίου διαστήματος είχε αίσιο, επιτέλους, τέλος με την έκδοση της σχετικής πρόσκλησης. Προσωπικότητες γνωστές κι αναγνωρίσιμες, όπως επιβάλει η περίσταση, με ιδιότητες και προσόντα αναμφισβήτητα. Καταξιωμένοι επιστήμονες, καλλιτέχνες κι άνθρωποι των γραμμάτων, σμίξανε σαν μια χαλαρή παρέα και καλούν στο νέο εγχείρημα απευθυνόμενοι «στους πολίτες, στα κόμματα, στις συλλογικότητες, στα πολιτικά πρόσωπα, στις συνδικαλιστικές, τις αυτοδιοικητικές και τις πνευματικές δυνάμεις που κινούνται στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, της δημοκρατικής αριστεράς, του φιλελεύθερου κέντρου, της πολιτικής οικολογίας, του προοδευτικού ευρωπαϊσμού».

Εξ ορισμού, λοιπόν, τα «άκρα» του χώρου είναι καθορισμένα και η φιλοδοξία του εξαντλείται στο να λειτουργήσει συνεκτικά και σαν καταλύτης για τη σύμπηξη ή έστω σύμπραξη κατ’ αρχήν πολιτικών δυνάμεων του εν πολλοίς κατακερματισμένου στις μέρες μας «κέντρου». Του χώρου με άλλα λόγια που, μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και την εγκατάλειψή του –ως  πάλαι ποτέ «μεσαίος χώρος»– από τον Αντώνη Σαμαρά, εκτιμάται ότι αιωρείται σ’ ένα «πολιτικό κενό», δίχως ισχυρή πολιτική έκφραση και συγκροτημένη κομματική εκπροσώπηση. 

Πρωτοβουλία θεμιτή κι ευπρόσδεκτη σε μιαν εποχή που ο πολιτικός λόγος έχει υποκατασταθεί από κραυγές και γρυλίσματα, η αντιπαράθεση κυβέρνησης αντιπολίτευσης έχει έντονα χαρακτηριστικά συνθημάτων εξέδρας κι η πολιτική στο σύνολό της κινείται στα άκρα –αν όχι έξω– απ’ τα ενδιαφέροντα και τις προτεραιότητες των πολιτών. Θέλει ασφαλώς τόλμη ν’ απευθύνεσαι με πολιτικούς όρους σε μιαν κοινωνία που έχει στριμωχτεί εξαιτίας πολιτικών αποφάσεων κι επιλογών στα άκρα των αντοχών της και τεντώνεται δυσβάσταχτα ως τις άκρες της λογικής της σε καθημερινή βάση από σειρήνες λαϊκισμού,  μισαλλοδοξίας κι ανευθυνότητας.

Για να ξεφύγεις όμως από το πλαίσιο της εξαγγελίας και των καλών προθέσεων και ν’ αποφύγεις την ευκολία του ευχολόγιου, για να πείσεις, ότι όντως προτίθεσαι να παίξεις ρόλο ενεργό, μακροπρόθεσμα και να επηρεάσεις προς άλλη κατεύθυνση τις πολιτικές διαδικασίες, πρέπει να πεις δυο-τρία βασικά, αλλά –προπαντός– να δείξεις ότι προτίθεσαι να κάνεις τρία-τέσσερα αναγκαία κι απαραίτητα. Όμορφα τα λόγια, εξαιρετική η σε αδρές γραμμές έστω ανάλυση του παρόντος κι η οριοθέτηση της προοπτικής και του μέλλοντος, αλλά μέχρι εκεί. Για να γίνει όμως η ομελέτα χρειάζεται να σπάσουν αυγά και τούτη την ώρα έχουν χαθεί και τ’ αυγά και τα καλάθια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κάτσει κανείς στ’ αυγά του και να το βουλώσει παρακολουθώντας παθητικά τις εξελίξεις, αμέτοχος και μεμψιμοιρώντας, τουναντίον, αλλά με μόνο κίνητρο τις ευρωεκλογές ή τις εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση και μετά βλέπουμε, μη νομίζεις ότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες επιτυχίας και ξεσηκωμού. Άσε με –θα σου πει ο άλλος– να μείνω καλύτερα στο ΠΑΣΟΚ, όπως κι αν έχει καταντήσει, άσε με να βολοδέρνω στη ΔΗΜΑΡ, όπως κι αν την κατάντησαν, άσε με να ρίχνω την ψήφο διαμαρτυρίας μου στους Οικολόγους, στους Πράσινους στους κι εγώ δεν ξέρω ποιους από τις «λοιπές δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις». Χώρια, βρε παιδί μου, που και κάποιοι από τους πρωτεργάτες του εγχειρήματος, ήδη έχουν κολλημένα αρκετά «ένσημα» σε ανάλογες «εκσυγχρονιστικές» πρωτοβουλίες.

Αυτούς δεν πας να συμμαζέψεις; Αυτούς τους πολιτικούς σχηματισμούς δεν προτίθεσαι να ευαισθητοποιήσεις; Τι κι αν τους βαφτίζουμε χάριν συνεννοήσεως «κεντροαριστερούς», «σοσιαλδημοκράτες», «σοσιαλιστές» κι άλλα γνωστά και μη εξαιρετέα, τι κι αν κάπου εκεί με βάζεις κι εμένα κερασάκι στην τούρτα. Μα, με το στανιό; (που λέει κι η μάνα μου). Με το ζόρι να τους βάλεις να συνεργαστούν και να γίνουν συνιστώσες σ’ ένα «συνασπισμό» αγνώστων λοιπών στοιχείων; Όλοι αυτοί στους οποίους απευθύνεται η πρόσκληση, είναι αλλού. Το έχουν αποδείξει περίτρανα με τη στάση και τη συμπεριφορά τους. Έχουν πάρει τις αποστάσεις τους και τα μέτρα τους. Ακολουθούν την πεπατημένη και το ρυθμό του συστήματος.

Ποιος, λοιπόν, θα με συνεγείρει εμένα τον απλό και ταλαιπωρούμενο πολίτη, τον μετριοπαθή και προβληματισμένο, ν’ ακολουθήσω αυτή την ενδιαφέρουσα πρόσκληση, όταν διαισθάνομαι, ότι με το «καλημέρα» απ’ τ’ αριστερά θα με τραβάει ο Κουβέλης –αν και το βλέπω χλωμό έως αδύνατο να συμπράξει τελικά ο κυρ-Φώτης– κι απ’ τα δεξιόθεν θα με σέρνει ο Βενιζέλος; Εδώ στην ίδια κυβέρνηση βρέθηκαν και δεν κατόρθωσαν να συνεννοηθούν για τ’ αυτονόητα, μια πρόσκληση θα τους ευαισθητοποιήσει και θα τους κάνει να συναισθανθούν το βάρος της ευθύνης που έχουν στις πλάτες τους; Γιατί να το σηκώσω εγώ αυτό το βάρος, που στο κάτω-κάτω δεν μου αναλογεί;

Όχι, δεν είμαι κι εγώ αλλού, ούτε γκρινιάζω από σπορ ή συνήθεια, απλώς φοβάμαι, ότι ο ορίζοντας είναι πολύ στενός και τα μυαλά αυτών που θα πρέπει να συνεισφέρουν αποφασιστικά στην πρωτοβουλία είναι ακόμα στενότερα. Ενώ, λοιπόν, η πρόσκληση λειτουργεί θετικά μέσα μου, η χαλαρότητα, η ατολμία κι ο δισταγμός που τη συνοδεύει με κάνουν επιφυλακτικό και δύσπιστο. Θα ήθελα π.χ. να υπερβαίνει οριοθετήσεις και περιχαρακώσεις του σημερινού κομματικού κατεστημένου. Να ξεπερνά καλές ή κακές προθέσεις προσώπων, σχημάτων και χώρων και ν’ απευθύνεται στην κοινωνία ως σύνολο. Να με προϊδεάζει για τη δομή και να με υποψιάζει –αν όχι να μου αποκαλύπτει– την ηγεσία της. Να έχει αν όχι «αέρα», τουλάχιστον πνοή κάτι νέου, πιο φρέσκου κι ελπιδοφόρου.

Στη συνάντηση, λοιπόν, όταν κι όποτε αποφασιστεί, σκέφτομαι πως θα επαναληφθούν τοποθετήσεις και θα εκφραστούν απόψεις, που θα είναι πανέμορφες ως συλλήψεις και θαυμάσιες ως εξαγγελίες, αλλά θ’ απέχουν από τις πραγματικές ανάγκες που έχει διαμορφώσει η κρίση μέσα στην κοινωνία και τη χώρα. Θα περισσέψει η ονειροπόληση και θα ξεχειλίσει ίσως ο ενθουσιασμός, αλλά έξω απ’ την αίθουσα η ζωή θα εξακολουθεί να χαράζει τις σκληρές συντεταγμένες της στασιμότητας και της αλλοτρίωσης. Θα πιέζει για αποφάσεις εξπρές και για λύσεις «εδώ και τώρα». Κάπου εκεί απ' εξώ –στα πηγαδάκια– πάνω στη φούρια των εξελίξεων και με τη σπουδή να τις προλάβουμε, μάλλον, σε ψηφοδέλτια μας βλέπω να καταλήγουμε και σε λίστες ευρωβουλευτών παρά σε ουσιαστικές αποφάσεις για πολιτικές ανατροπές κι αναθεωρήσεις πεπατημένων διαδρομών και τετριμμένων διακηρύξεων.

Μένει πολλά ν’ αποσαφηνιστούν και πολλά να ξεκαθαρίσουν το επόμενο διάστημα. Δεν ξέρω αν τα καλάθια μας τα χαμένα –που λέγαμε και πιο πάνω– θα βρεθούν για να χωρέσουν πολλά κεράσια, αλλά για να φάμε κεράσια τον προσεχή Μάη, έπρεπε να ‘χουμε βγει ήδη απέναντι στο ύψωμα, όχι για να κοιτάξουμε αφ’ υψηλού την κοινωνία, ούτε για να πάρουμε τα βουνά ή τα όπλα, αλλά για να μυρίσουμε και να αισθανθούμε βαθιά στην ψυχή μας τον καθαρό αέρα και τις ευωδιές του τόπου και του λαού μας, να εμπνευστούμε απ’ την ομορφιά και τη δύναμή του, πατώντας γερά τα πόδια στο χώμα, στη γη με τις ελιές, που έθρεψε γενιές και γενιές Ελλήνων, πριν εγκαταλειφθεί και χερσωθεί απ’ την επέλαση των κορν φλέικς και των Μακντόναλτς. 

Καλή, αλλά θέλει πολύ τρέξιμο η προσπάθεια κι έχω την αίσθηση, ότι μερικοί απ’ τους προσκαλούντες, και μόνο που κοιτάζουν το ύψωμα, λαχανιάζουν (ή τους πιάνει ναυτία).

«Με το ζόρι παντρειά δε γίνεται», λέει η παροιμία, το λέω κι εγώ. Μακάρι να 'χω εγώ το λάθος.

FOTO: ΠΛΗΚΤΡΟλογίες 

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Οι ουρές του φασισμού.


Γεμίσανε τα σπίτια σβάστικες και φασιστικά σύμβολα. Πλημμύρισε η καθημερινότητα με τατουάζ και ξυρισμένα κεφάλια. Καταλήφθηκε με μιας η ζωή ολόκληρη από το «μόρφωμα» της χρυσής αυγής. Όσο φως έρχεται από τις «αποκλειστικότητες» και τις «καλά πληροφορημένες πηγές», τόσο μαυρίζουν οι μέρες κι όσο πληθαίνουν οι «αποκαλύψεις» τόσο οι νύχτες γίνονται περισσότερο σκοτεινές. Οι επελάσεις των «ταγμάτων εφόδου» της ενημέρωσης αλλεπάλληλες και κατά κύματα δεν αφήνουν δευτερόλεπτο τηλεοπτικού χρόνου ανεκμετάλλευτο και στιγμή τηλεθέασης να πάει χαμένη. Παρακολουθήσεις και συνομιλίες, μαρτυρίες και μάρτυρες, ομολογίες και παραδοχές όλα εκτίθενται στο πάνελ της ανευθυνότητας και καταναλώνονται σαν διαφημιστικά μηνύματα. Σόου.

Κι ενώ όλα αυτά θα εξελίσσονται και θα επαναλαμβάνονται προβλέψιμα κι αναμενόμενα, ενώ τα γεγονότα θα ξεφουσκώνουν κι οι εντυπώσεις θα ξεφτίζουν, ενώ αυτή η «ενημέρωση» του σόου θα εξακολουθεί να μας κατακλύζει, κάτι λείπει μέχρι στιγμής, κάτι το ουσιώδες και κρίσιμο, κάτι σημαντικό και καίριο. Δεν αναφέρομαι στο επόμενο γκάλοπ με τη νέα συρρίκνωση των ποσοστών της χρυσής αυγής, δεν υπονοώ τις νέες ασχήμιες κάποιου μέλους της, δεν υπαινίσσομαι κάποια νέα σύλληψη. Τώρα που η ανεξάρτητη δικαιοσύνη ασχολείται απερίσπαστη –όπως πάντα– με το έργο της, κάποιος θα πρέπει να σηματοδοτήσει και να κάνει σαφές σε κάθε κατεύθυνση, ότι δεν τελειώσαμε, ότι το έργο ενάντια στο φασισμό τώρα αρχίζει για όλους μας, για την κυβέρνηση, για τη διοίκηση, για την κοινωνία.

Τώρα θα πρέπει η συντεταγμένη πολιτεία ν’ αποδείξει και να επαληθεύσει, ότι οι συλλήψεις κι η πομπώδης «αποκάλυψη» της χρυσής αυγής και των στελεχών της σε κοινή θέα, δεν αποτελούσε εκκαθαρίσεις προσώπων και ξεκαθάρισμα λογαριασμών, αλλά, τουναντίον, ότι ήταν αναγκαία και θεσμικά προβλεπόμενη διαδικασία για την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της κοινωνικής ειρήνης από την παράνομη δράση της. Θα πρέπει να καταρριφθεί ενώπιον της κοινωνίας ο μύθος των πολιτικών διώξεων, που τεχνηέντως καλλιεργείται και γι’ αυτό θα πρέπει να αξιοποιηθούν άμεσα όλα τα διατιθέμενα εργαλεία του κράτους και των οργάνων του, να ενεργοποιηθούν όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες και να ευαισθητοποιηθούν όλα τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της κοινωνίας.

Τότε, εφόσον αναληφθεί αυτή η προσπάθεια, θ’ αποδειχθεί ότι η σύλληψη μελών της χρυσής αυγής ήταν το εύκολο, το επιχειρησιακά δυνατό. Τότε θα γίνει αντιληπτό, ότι τα δύσκολα βρίσκονται σ’ όλα αυτά που θα πρέπει ν’ ακολουθήσουν, στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς το πολιτικό σύστημα, την εμπέδωση αισθήματος ασφαλείας, την απρόσκοπτη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Τότε θα κριθεί και το στοίχημα, αν θα πραγματοποιηθεί και θα 'ναι επιτυχημένο το ραντεβού πολιτών και πολιτικής.

Η ρηγμάτωση είναι τόσο βαθιά, που οι τελευταίες εξελίξεις μοιάζουν με ασήμαντο λιθαράκι, ώστε να φτάσουν να το κλείσουν και να το γεφυρώσουν. Γι’ αυτό, τώρα που σιγά-σιγά θα γυρίζουμε στις δραστηριότητες και τις ασχολίες μας, τώρα που σιγά-σιγά η καθημερινότητα αποχτά ξανά τους ρυθμούς της, τώρα που σιγά -σιγά η ατζέντα της επικαιρότητας θ’ αλλάξει και το σόου θα μεταφερθεί σε άλλες περιοχές και γεγονότα, δεν πρέπει να ξεχάσουμε, ότι ο φασισμός κι οι αιτίες που τον γέννησαν και τον υπέθαλψαν είναι ακόμα εδώ, έξω κι όχι προφυλακισμένες στον Κορυδαλλό.

Θα ‘ναι λάθος να θεωρηθεί, ότι για να χτυπηθούν οι αιτίες και να καθαρθεί το κοινωνικό σώμα απ’ το δηλητήριό του, πρέπει να γίνουν πρώτα και κύρια τα θεόρατα, τ’ ανυπέρβλητα και τα μεγαλειώδη. Θα ‘ναι λάθος να περιμένουμε να προηγηθεί η συνολική επίλυση του οικονομικού προβλήματος, του ριζικού εκσυγχρονισμού του κράτους, της πλήρους αποκατάστασης των θεσμικών λειτουργιών της πολιτείας. Σίγουρα όλα αυτά αποτελούν κρίκους στην ίδια αλυσίδα κι αλληλένδετες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής κι ευημερίας, αλλά η μάχη θα δοθεί στα απλά, στα τετριμμένα, στις ανάγκες της καθημερινότητας.

Η μάχη θα δοθεί με τους μικρούς ή μεγάλους «φασισμούς», που το ίδιο το κράτος, τα όργανα κι οι θεσμοί του ανέχθηκαν. Η ανασφάλεια να πεταχτείς για τσιγάρα ως το το περίπτερο της γειτονιάς, να πας στην τράπεζα για  τη σύνταξή σου, να κυκλοφορήσεις νύχτα. Η προσβολή κι η συντριβή της αξιοπρέπειας του ανθρώπου τις ατέλειωτες ώρες αναμονής σε ουρές δημόσιων οργανισμών και υπηρεσιών. Η απουσία συντονισμένης και πλήρους προνοιακής στήριξης και φροντίδας των ατόμων της τρίτης ηλικίας. Το ανούσιο και προπαγανδιστικό περιεχόμενο εκπαιδευτικών εγχειριδίων για την ιστορία και τους θεσμούς του κράτους. Η εγκατάλειψη και υποβάθμιση των δημόσιων και κοινόχρηστων χώρων. Τόσο και τόσα. απλά και από συνήθεια επουσιώδη, που τυραννούν, βασανίζουν και ακυρώνουν τελικά την αξιοπρέπειά μας ως πολιτών και ως ανθρώπων.

Στη μάχη αυτή θα κριθούν πολύ περισσότερα, απ’ ότι σ’ αυτή μέσα στις δικαστικές αίθουσες ή οπουδήποτε αλλού. Αν αυτή η μάχη χαθεί, όσες χρυσές αυγές «εκτός νόμου» κι αν τεθούν, ο φασισμός θα ζει και θα βασιλεύει εντός της κοινωνίας. Τότε δεν θα προπηλακίζονται πολιτικοί και δημοσιογράφοι μόνο από τους κασιδιάριδες, αλλά από τους ίδιους τους πολίτες. Αδιακρίτως κατά πάντων, γιατί τότε η οργή και το μίσος θα 'ναι ανεξέλεγκτα κι εκδικητικά και δεν θα ξεχωρίζουν δεξιοί ή αριστεροί, δημοκράτες ή φασίστες, πολύ δε περισσότερο οι «αντιμνημονιακοί» απ' τους «μνημονιακούς».

Foto: People Too