Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Ιδού η Ρόδος. Δες το κράτος.


Με ποιο επίθετο να ξεκινήσεις, τραγική, δραματική, φονική ή καταστροφική; Όλα ταιριάζουν κι όλα απηχούν την ένταση και τις συνέπειες που προκάλεσε η νεροποντή στη Ρόδο. Ανθρώπινες ζωές χάθηκαν, περιουσίες καταστράφηκαν, πόλεις και χωριά υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Η φύση και τα καιρικά φαινόμενα για μια ακόμα φορά αναδείχτηκαν νικητές στην αναμέτρησή τους με τον άνθρωπο. Δεν είναι η πρώτη, ούτε –δυστυχώς– η τελευταία. Κάποια άλλη «Ρόδος» θ’ αποτελέσει αύριο-μεθαύριο την αφορμή, με κάποια άλλη νεροποντή, πλημμύρα, καταστροφή για να στραφούν πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας. Όπως και στο παρελθόν, πέρυσι-πρόπερσι, όπως πάντα.

Έχει αγριέψει η φύση, χρόνο με το χρόνο τα ξεσπάσματά της με την μορφή «ακραίων καιρικών φαινομένων» όλο κι αυξάνονται, τόσο σε συχνότητα όσο και σε ένταση. Αποτέλεσμα της επίδρασης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο φυσικό περιβάλλον, η αλλαγή των κλιματικών συνθηκών, η καταστροφή του όζοντος, η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη, αποτελούν όψεις του ιδίου προβλήματος, ο πλανήτης αλλάζει. Γεγονότα που επηρεάζουν απ’ άκρη σ’ άκρη τη Γη, αλλά που δεν αντιμετωπίζονται με τη διορατικότητα, την αποφασιστικότητα και την υπευθυνότητα που επιβάλλεται. Σε κάθε περίπτωση, μεγάλα ή μικρά συμφέροντα ανά τον κόσμο, ισχυρά κράτη και πανίσχυροι οικονομικοί κολοσσοί, επηρεάζουν τις περιβαλλοντικές πολιτικές και αποφάσεις κι αφήνουν ανεπηρέαστες τις δραστηριότητες που καταστρέφουν το περιβάλλον και οδηγούν σταδιακά στην ανατροπή της υφιστάμενης οικολογικής ισορροπίας.

Στην Ελλάδα, στη χώρα του ήλιου και το φωτός, της θάλασσας και του γαλάζιου ουρανού, αυτές οι περιβαλλοντικές ανησυχίες κι οι οικολογικές ευαισθησίες βρίσκονται έξω από τις προτεραιότητες και τα άμεσα ενδιαφέροντα του πολιτικού μας συστήματος. Εδώ, στη χώρα της «φαιδράς πορτοκαλέας», η εκτός σχεδίου δόμηση, ο αποκλεισμός των παραλιών, οι ανεξέλεγκτες χωματερές, η καταπάτηση δασικών εκτάσεων, το μπάζωμα ρεμάτων, μας απασχολούν πάντα κατόπιν εορτής, αφού συμβεί το κακό, αφού επέλθει η καταστροφή. Τότε και την ευαισθησία βρίσκουμε και τις παρανομίες ανακαλύπτουμε και τους εισαγγελείς επιστρατεύουμε και –καλού κακού– κάνουμε και καμιά επερώτηση στη Βουλή για να μας βρίσκεται την ώρα που θα ζητάμε την ψήφο από τους κατεστραμμένους.

Με το ξέσπασμα των θεομηνιών περίτεχνα λιθόστρωτα δρομάκια μετατρέπονται σε ορμητικούς χείμαρρους, πανέμορφα γεφύρια παρασέρνονται από πλημμυρισμένα ποτάμια, νεόδμητα κτίρια κατακλύζονται από νερά και μπάζα, χωριά, πόλεις, δρόμοι και υποδομές παραδίνονται στο έλεος των στοιχείων της φύσης και καταστρέφονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Εκείνες τις ώρες και τις μέρες της καταστροφής, εκείνες τις φορές που νιώθουμε στο πετσί μας τη μικρότητα και την αδυναμία μας απέναντι στο μεγαλείο και τη δύναμη της φύσης, θυμόμαστε την πολιτεία. Μπροστά στις καταστροφές και μέσα στην απελπισία μας αναζητάμε τον υπεύθυνο, που δεν είναι άλλος από το κράτος μέσω κάποιου φορέα, υπηρεσίας, «αρμοδίου».

Δυστυχώς δεν συμβαίνει μόνο στις καταστροφές. Η καθημερινότητά μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με προβλήματα και δυσκολίες, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται ή συνδέονται απευθείας με το κράτος. Το κράτος είναι πανταχού παρόν, κατευθύνοντας κι επηρεάζοντας με τις πολύπλευρες εκφάνσεις του την οικονομία, την πολιτική, την κοινωνία. Η δουλειά, η υγεία, η παιδεία, η πρόνοια, η ασφάλεια, η άμυνα, ο αθλητισμός και τόσοι άλλοι τομείς, σχεδόν το σύνολο των δραστηριοτήτων μας. Για πολλούς ακόμα κι η στοιχειώδης ψυχαγωγία, μέχρι πριν λίγα χρόνια, που δεν λειτουργούσε η ιδιωτική τηλεόραση, εξαρτιόνταν από το κράτος και μόνο.

Η πολιτεία και το κράτος, λοιπόν, οι γνωστοί «ύποπτοι», οι υπεύθυνοι για όλα τα στραβά και τ’ ανάποδα που μας ταλανίζουν. Όχι αδίκως, αλλά το ερώτημα είναι «τι κάνουμε;» Οι διαπιστώσεις κι οι κριτικές είναι το εύκολο, ο ασφαλέστερος δρόμος για ν’ ανακυκλώνουμε θεωρίες κι ιδεολογήματα, δίχως επί της ουσίας ν’ αποφασίζεται και να προχωράει τίποτα. Λέμε-λέμε ξεθυμαίνουμε, κάνουμε τα ίδια λάθη κι ύστερα από λίγο στον ίδιο παρανομαστή του θυμού και της κατηγόριας κατά της πολιτείας και του κράτους.

Οι μεγαλύτερες δυσκολίες στην προσαρμογή της χώρας στα δεδομένα που δημιούργησε η οικονομική κρίση προέρχονται από τον γιγαντισμό και την αναποτελεσματικότητα του κράτους. Το τεράστιο μέγεθος του δημόσιου τομέα, ο οποίος, εκτός από τις αναγκαίες, συντηρεί και χρηματοδοτεί πολυάριθμες αντιπαραγωγικές κι αχρείαστες δομές και λειτουργίες, αποτελεί έναν από τους ανασταλτικούς παράγοντες, ώστε να προσφέρει με συνέπεια τις υπηρεσίες του.

Είναι προφανές, ότι –με αυτά τα δεδομένα– η όποια προσπάθεια ανασυγκρότησής του αποτελεί εγχείρημα εξαιρετικά σύνθετο, το οποίο μάλιστα γίνεται περισσότερο περίπλοκο, από τη στιγμή που διαπιστώνεται, η απροθυμία των κυβερνήσεων στις αλλαγές, αφού έχουν μάθει να το αξιοποιούν σαν εργαλείο για τη διατήρησή τους στην εξουσία. Επιπλέον, η οποιαδήποτε, έστω κι ανεπαίσθητη, μεταβολή, εκ των πραγμάτων ανατρέπει κι επηρεάζει μια σειρά από άλλες συναφείς κι αλληλένδετες σχέσεις, δομές και διαδικασίες. Ταυτόχρονα, όμως, ένα τόλμημα προς αυτή την κατεύθυνση είναι και ιδιαιτέρως ευαίσθητο, εφόσον με ποικίλους τρόπους –νόμιμους, νομιμοφανείς ή και παράνομους– από το κράτος αποκλειστικά εξαρτώνται και συντηρούνται άτομα, νοικοκυριά, ομάδες κι επιχειρήσεις, το σύνολο σχεδόν της οικονομίας.

Στο σταυροδρόμι που βρισκόμαστε δεν έχουμε την πολυτέλεια για περισσότερες διαπιστώσεις και για άλλες επί του θέματος αναλύσεις. Τα προβλήματα της κρατικής μας οργάνωσης είναι πασίδηλα κι οι αδυναμίες επαρκώς καταγεγραμμένες κι επιστημονικά τεκμηριωμένες. Προκειμένου, λοιπόν, η χώρα εξερχόμενη από τη δίνη της οικονομικής κρίσης, ν’ ακολουθήσει μιαν ανεμπόδιστη πλέον οικονομικά και κοινωνικά αναπτυξιακή πορεία, όπως όλοι υποστηρίζουμε, θα πρέπει ν’ αποφασίσουμε με ποιο κράτος μπορούμε να κατευθυνθούμε ασφαλέστερα προς αυτή την κατεύθυνση.  Θα πρέπει να συμφωνήσουμε για το ρόλο και τις λειτουργίες του κράτους τώρα. Τώρα πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε το θέμα αυτό. Οπότε τώρα τίθενται για τον καθέναν ξεχωριστά, αλλά και για όλους μαζί, σωρηδόν πλήθος ερωτήματα.

Είμαστε, κατ’ αρχήν, ως κοινωνία και πολίτες σε θέση να οραματιστούμε και να διεκδικήσουμε μιαν διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο και τις λειτουργίες του κράτους; Είμαστε έτοιμοι να καλλιεργήσουμε τις συνθήκες που θα επιτρέψουν στο κράτος να λειτουργεί με γνώμονα αποκλειστικά το δημόσιο συμφέρον ανεπηρέαστο από εκλεκτικές προτιμήσεις και κομματικές συμπάθειες; Είμαστε διατεθειμένοι να προσπαθήσουμε περισσότερο ως πολίτες κι οργανωμένες ομάδες συμφερόντων για την καθιέρωση και την εμπέδωση θεσμών, που θα λειτουργούν ανεξάρτητα κι ανεμπόδιστα από την εκάστοτε συγκυρία και επικρατούσα αντίληψη; Είμαστε ώριμοι να σεβαστούμε τη διαφορετική άποψη και να την εφαρμόσουμε στο πλαίσιο λειτουργίας του πολιτεύματος, εφόσον αποτελεί απόφαση της πλειοψηφίας; Είμαστε πρόθυμοι να ενθαρρύνουμε και να συμμετάσχουμε σε πρωτοβουλίες με πολιτικό, κοινωνικό, οικολογικό κ.λπ. προσανατολισμό για ενημέρωση και εθελοντική δράση;

Σ’ αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα εμείς πρώτοι θα πρέπει ν’ αναζητήσουμε απαντήσεις και ν' απαιτήσουμε δεσμεύσεις, πριν με ευκολία κι επιπολαιότητα, πάνω στον πόνο και τη δυστυχία μας, στραφούμε μετά την επόμενη καταστροφή και πάλι κατά του κράτους και της πολιτείας. Εμείς είμαστε το κράτος, δική μας υπόθεση είναι η πολιτεία. Η «ποιότητά» τους συναρτάται με την «ποιότητα» των επιλογών και των προτιμήσεών μας. Η συνέχεια, η ανάπτυξη ή η διάλυσή τους αποτελούν πρωταρχικά δική μας επιλογή κι αυτό θα μπορούσε ν’ αποτελέσει για όλους μια πρόκληση δημιουργικής συνεργασίας κι όχι δημαγωγικής ισοπέδωσης. Οι κυβερνήσεις κάνουν τη δουλειά τους, το ίδιο κι οι φιλόδοξες αντιπολιτεύσεις, αλλά εμείς είμαστε, τελικά, εκείνοι που κρίνουμε κι αποφασίζουμε. Εμείς έχουμε τον τελευταίο λόγο, γι' αυτό θα πρέπει εγκαίρως να γνωρίζουμε.

Αν θέλουμε να δράσουμε κι όχι μόνο να κράζουμε, ιδού η Ρόδος. Το τραγικό παράδειγμά της δεν θα είναι αρκετό ούτε αυτή τη φορά για να μας προβληματίσει και να μας κινητοποιήσει;

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Ποιο ΠΑΣΟΚ είναι εδώ;

Το ΠΑΣΟΚ συμμετέχει στην κυβέρνηση, μετριέται στις δημοσκοπήσεις, εκπροσωπείται σε σωματεία και φοιτητικές παρατάξεις, αλλά είναι απορίας άξιο αν πραγματικά υπάρχει. Κι αν όντως υπάρχει, για ποιο ΠΑΣΟΚ πρόκειται άραγε;

Κάποτε το ΠΑΣΟΚ ήταν εδώ ενωμένο και δυνατό, τώρα ναι μεν φαίνεται ότι το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, αλλά το ενωμένο και το δυνατό έχουν πάει περίπατο. Ένα κομμάτι του, το επίσημο θα λέγαμε, έχει ως αρχηγό τον Βαγγέλη Βενιζέλο, ένα άλλο σημαντικό μέρος του έχει παραμείνει πιστό στον προηγούμενο αρχηγό του τον Γιώργο Παπανδρέου, ένα τρίτο –όχι ευκαταφρόνητο– προσχώρησε με τις εκλογές του 2012 στον ΣΥΡΙΖΑ, κάποιες μικρότερες ομάδες και στελέχη (Αριστερή Πρωτοβουλία, Λοβέρδος κ.ά) έχουν ακολουθήσει αυτόνομες πορείες, ενώ ένα σημαντικό μέρος ανώνυμων ψηφοφόρων αισθάνεται συναισθηματικά μεν ΠΑΣΟΚ, αλλά χωρίς κομματική εκπροσώπηση δε.

Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ μετά τις πολιτικές εξελίξεις του 2011 κι η διάλυσή του σε κομμάτια κι ομάδες έχει δημιουργήσει μια τεράστια μαύρη τρύπα στο κέντρο του κομματικού συστήματος. Η ανισορροπία που παρατηρείται σήμερα κι όλη αυτή η αναζήτηση για τη δημιουργία του κεντροαριστερού χώρου, έχει ως αφετηρία την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ ήταν ο συνδετικός κρίκος προσώπων, ομάδων, αλλά και μεμονωμένων πολιτών, που τοποθετούσαν τον εαυτό τους και τη δράση τους στον χώρο του κέντρου και προς τ’ αριστερά.

Είτε από ιδεολογικές καταβολές, είτε από αντιδεξιά αντανακλαστικά, είτε από συμπάθεια, είτε από συμφέρον και ιδιοτέλεια, το ΠΑΣΟΚ αποτελούσε τον ισχυρό δεύτερο πυλώνα του κομματικού συστήματος. Τώρα που οι εξελίξεις το έχουν οδηγήσει στη δεινή θέση να χαροπαλεύει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, είναι η ώρα ν’ αφουγκραστεί –αν μπορεί και θέλει– τις απαιτήσεις των καιρών και ν’ αναλάβει να δώσει λύση, στο βαθμό που του αναλογεί, στο υφιστάμενο πολιτικό πρόβλημα. Το ποια θα είναι αυτή αποτελεί αντικείμενο σοβαρής συζήτησης και προπαντός ειλικρινών κι ανιδιοτελών προθέσεων. (Η αλήθεια είναι, ότι οι τελευταίες ουδέποτε περίσσεψαν σ' αυτόν τον κομματικό χώρο).

Το σημερινό δίπολο ΣΥΡΙΖΑ – Νέας Δημοκρατίας ούτε απηχεί τις πραγματικές δυνάμεις των κομμάτων, ούτε μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες σταθερότητας κι εξέλιξης του πολιτικού συστήματος. Είναι μια ευκαιριακή απεικόνιση της περιόδου, γέννημα της οικονομικής κρίσης και δημιούργημα της ανάγκης να υπάρχει έστω μια στοιχειώδης αντιπολίτευση μετά την ολόπλευρη προσχώρηση της Νέας Δημοκρατίας στο «μνημονιακό μπλοκ».

Ο σημερινός δικομματισμός είναι ψευδεπίγραφος και θνησιγενής, εφόσον και η διάκριση «μνημόνιο» - «αντιμνημόνιο» θεωρηθεί το ίδιο πλασματική και ευκαιριακή. Η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να διαμορφώσει ένα ενιαίο και σταθερό πλαίσιο διακυβέρνησης, πείθοντας ότι αποτελεί όντως μια εναλλακτική δύναμη εξουσίας, επιβεβαιώνει το πόσο ανίσχυρος είναι αυτός ο πόλος υπό τις παρούσες συνθήκες. Το ίδιο κι η Νέα Δημοκρατία, αδυνατεί να συσπειρώσει μαζικά φιλελεύθερες και συντηρητικές δυνάμεις, εφόσον τόσο το παρόν, όσο και το πρόσφατο παρελθόν της –που τεχνηέντως έχει (συγ)καλυφθεί από το προσκήνιο ως να μην υπήρξε ποτέ– δεν πείθουν για την επάρκεια αντιμετώπισης της παρούσας κρίσης. Δεν είναι διόλου τυχαίο, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, όμηρος πλέον των ποσοστών του, επιχειρεί να κρατήσει ψηλά τη σημαία του αντιμνημονιακού αγώνα αναζητώντας εκλεκτικές πλην ετερόκλιτες συμμαχίες για τις αυτοδιοικητικές εκλογές στο κόμμα του Πάνου Καμένου.

Το σημερινό ΠΑΣΟΚ σέρνεται κυριολεκτικά πίσω από τους ολετήρες της κυβερνητικής πολιτικής, αδυνατώντας να διαδραματίσει ουσιαστικό αντίβαρο στην πλήρη ισοπέδωση και κονιορτοποίηση, όχι μόνο κάποιων κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά και του θεσμικού πλαισίου που μόλις πριν δυο – τρία χρόνια, επί κυβερνήσεων Γιώργου Παπανδρέου είχε προωθηθεί. Ένα άβουλο συνονθύλευμα στελεχών, που υλοποιούν στο όνομα των δανειακών συμβάσεων αμιγώς δεξιές πολιτικές, μακριά από οποιαδήποτε υποψία έστω θέσεων και διακηρύξεων του πρόσφατου ή απώτερου παρελθόντος.

Η συμμετοχή του στην κυβέρνηση δεν συνοδεύεται ούτε με τις στοιχειώδεις επιφυλάξεις ή ελάχιστες προϋποθέσεις για τη διαφύλαξη και προστασία του ιδεολογικού του προσανατολισμού και του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα. Δεν αξιοποίησε στο ελάχιστο τα τεράστια επιτεύγματα της περιόδου 2010 - 2012 με κορυφαίο τη διαγραφή του χρέους κι έχει επιτρέψει στον Αντώνη Σαμαρά να οικειοποιείται ξεδιάντροπα επιτυχίες και πολιτικές για τις οποίες όχι μόνο δεν έχει προσπαθήσει, αλλά τουναντίον τις έχει πολεμήσει λυσσαλέα. Με τον τρόπο αυτό έχει αφεθεί στο έλεος της Νέας Δημοκρατίας και των παπαγάλων της στα ΜΜΕ, να προβάλλεται ως η αδιαφιλονίκητη εγγυήτρια για τη σωτηρία της χώρας, τη στιγμή μάλιστα που το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που επί της ουσίας θυσιάστηκε για τον σκοπό αυτό, φυλλορροεί στα αζήτητα και χλευάζεται ή λοιδορείται ανά πάσα στιγμή. 

Αδυνατούν οι κρατούντες της πάλαι ποτέ κραταιάς Χαριλάου Τρικούπη να αντιληφθούν, ότι μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν το κυβερνητικό απόκομμα του ΠΑΣΟΚ θα το πετάξουν οι της Νέας Δημοκρατίας σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Ποιο εθνικό χρέος και ποια εθνική ευθύνη; Λόγια του αέρα πλέον. Κανείς δεν υποστηρίζει να πέσει η κυβέρνηση τώρα, αλλά χώρος για μιαν άλλη πολιτική στο πλαίσιο των δανειακών συμβάσεων υπάρχει. Όχι μόνο χώρος, αλλά γήπεδο ολόκληρο για να «παίξουν μπάλα» τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ και να αισθανθεί η κοινωνία, ότι όντως το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ. Πού; Στο φορολογικό –και δε μιλάμε για τα χειμαδιά– με τη διεκδίκηση δίκαιης και αναλογικής κατανομής των βαρών, στις μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο με το πρόταγμα των αξιολογήσεων κι όχι μέσω των ξαφνικών θανάτων και των διαθεσιμοτήτων, με τους διορισμούς στους δημόσιους οργανισμούς με αξιοκρατικά κριτήρια και διαφάνεια, στις αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, στα, στα...

Όρεξη να ‘χεις ν’ αναφέρεις, αλλά σήμερα στο ΠΑΣΟΚ ούτε όρεξη έχουν, ούτε διάθεση. Σε λίγο δεν θα έχουν ούτε ψηφοφόρους, ούτε και κόμμα κι ίσως τότε να είναι καλύτερα.

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Οι αναμάρτητοι.


Μόνο σαν αναμάρτητος δεν πηγαίνει στο Βερολίνο ο πρωθυπουργός. Το πρόγραμμα έχει κολλήσει, το νέο φορολογικό αγγίζει επικίνδυνα τα όρια αντοχής της κοινωνίας, οι μεταρρυθμίσεις καρκινοβατούν, οι αποκρατικοποιήσεις καθυστερούν και το πολιτικό κλίμα κάθε άλλο παρά ευνοεί την ομαλή εξέλιξη της δανειακής σύμβασης. Το ξέρει κι ο ίδιος –παρά τα περί του αντιθέτου επικοινωνιακά τρικ– αλλά το χειρότερο γι’ αυτόν είναι, ότι ξέρει ότι το ξέρει πολύ καλά κι η ‘Ανγκελα Μέρκελ, που θα συναντήσει εκεί.
 
Αν, στο πριν ένα χρόνο αντίστοιχο ταξίδι του στη Γερμανία, είχε το ελαφρυντικό του «πρωτάρη» πρωθυπουργού και την ανοχή της «νωπής εντολής», σήμερα ούτε ελαφρυντικά χωρούν, ούτε δικαιολογίες για το διαφαινόμενο αδιέξοδο. Η ευθύνη για την παγίδευση, το διάστημα που έκτοτε διέρρευσε, σε μιαν ανούσια ρητορεία εφησυχασμού ως προς την πρόοδο του προγράμματος και τη διολίσθηση στον εύκολο δρόμο της αναβλητικότητας, της υπερβολής και της δημιουργίας πρόσκαιρων εντυπώσεων, βαρύνει αποκλειστικά τον ίδιο και την κυβέρνησή του.
 
Ενόψει του προβλήματος, σπεύδει σε μια συνάντηση, όπου το μόνο που θα μπορούσε να ζητηθεί από τη Γερμανίδα καγκελάριο, είναι μια ακόμα πίστωση, όχι όμως σε ευρωπαϊκά κεφάλαια κι επιδοτήσεις, όχι σε οικονομική βοήθεια, αλλά σε χρόνο. Χρόνος αναζητείται εναγωνίως από την κυβέρνηση, μέχρι τις προσεχείς Ευρωεκλογές ή όσο πιο πίσω γίνεται. Γι’ αυτό το «κενό» μάλλον θα γίνει όλη η συζήτηση, για το χρονικό, αφού το άλλο –το χρηματοδοτικό ή άλλως έλλειμμα– είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, ότι στην παρούσα συγκυρία δεν μπορεί να γεφυρωθεί, ούτε με λογιστικά πλεονάσματα, ούτε με επιμέρους διευθετήσεις, ούτε –πολύ περισσότερο– με νέα οριζόντια μέτρα. (Γιατί πάει κι έρχεται η τρόικα άλλωστε, δίχως να καταλήγουμε σε συμφωνία;)
 
Τίποτα δε θ’ αλλάξει επί της ουσίας αυτή η συνάντηση ως προς τις συμφωνίες, τα μνημόνια και τις υποχρεώσεις της χώρας. Είναι όμως πολύ σημαντική, εφόσον σηματοδοτεί την παραδοχή της αποτυχίας της κυβέρνησης, να διαχειριστεί αποτελεσματικά και στη βάση ενός σχεδίου τα προβλήματα και τις ανάγκες της χώρας στο πλαίσιο της συμφωνίας με τους δανειστές. Επικυρώνει την παραδοχή της, ότι αδυνατεί να πραγματοποιήσει μ’ ευελιξία και ταχύτητα αλλαγές, που ήταν αναγκαίες για την αναδιοργάνωση του κράτους.
 
Από μιαν άλλη οπτική, η συνάντηση αυτή επισημοποιεί και την παραδοχή της αποτυχίας των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Επιβεβαιώνει τη μεταξύ τους πόλωση, ώστε να συνεννοηθούν επιτυγχάνοντας ένα ελάχιστο συναίνεσης και να συμβάλλουν, κάθε μια από την πλευρά της, στην αντιμετώπιση των μεγάλων διαρθρωτικών και αναπτυξιακών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα. Υπ’ αυτή την έννοια, τονίζονται και σε διεθνές επίπεδο οι δομικές αδυναμίες κι οι χρόνιες αγκυλώσεις του πολιτικού συστήματος, που στο όνομα της με κάθε τρόπο αυτοσυντήρησης κι επιβίωσής του για τη νομή ή την κατάληψη της εξουσίας, επιλέγει ουσιαστικά τη διάλυση και τον διασυρμό του κράτους, την εξουθένωση και την αλλοτρίωση της κοινωνίας.
 
Στα μάτια της κοινωνίας, το πρόβλημα που αντιμετωπίζει εδώ και τρία χρόνια η χώρα, μπορεί ν’ αποδίδεται –αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο– σε συγκεκριμένα κόμματα, πολιτικούς, συνθήκες, αιτίες ή περιστάσεις, αλλά εκείνο που την ενδιαφέρει πρωτίστως τούτη την ώρα είναι να βρεθεί μια λύση, να εκλείψει η ανασφάλεια, να μπουν με κάποιον τρόπο τα πράγματα σ’ έναν δρόμο. Η ευθύνη για την προώθηση πολιτικών προς αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να βαρύνει κατά κύριο λόγο την κυβέρνηση, αλλά οι λύσεις δεν αξιώνονται μόνο από αυτήν.
 
Στα μάτια της κοινωνίας τα προβλήματα της καθημερινότητας ξεπερνούν ήδη κατά πολύ τον Σαμαρά, το Βενιζέλο, τον Τσίπρα ή τον Κουβέλη. Οι μεταξύ τους αντιθέσεις κι οι φραστικές αντεγκλήσεις ποσώς την ενδιαφέρουν. Περισσότερο οργή κι απογοήτευση την γεμίζουν παρά τη σιγουριά και τη βεβαιότητα, ότι η χώρα βρίσκεται προ της εξόδου από την κρίση, όπως βαυκαλίζεται η κυβέρνηση ή ότι υπάρχουν μαγικές λύσεις για το πρόβλημα, όπως διατείνεται επιμόνως ο κύριος Τσίπρας.
 
Αυτή η κοροϊδία κι αυτό το καθημερινό ξεκατίνιασμα από ΜΜΕ και social media είναι που τρελαίνει την κοινωνία και κοντεύει να τη διαλύσει τελείως. Από κάθε πλευρά και κάθε σημείο του πολιτικού συστήματος διαχέεται μια απύθμενη υποκρισία, ένας παρανοϊκός λαϊκισμός, μια ακατάσχετη ιδιοτέλεια. Φωνές σύνεσης και λογικής καλύπτονται και στοχοποιούνται απροκάλυπτα, λοιδορούνται κι εξοστρακίζονται. Οι πολίτες αισθάνονται απελπιστικά μόνοι κι εγκαταλελειμμένοι μέσα στην καταιγίδα της κρίσης από ένα πολιτικό σύστημα αναξιόπιστο, ανίκανο, σαθρό, διαπλεκόμενο, αδίστακτο κι υπανάπτυκτο.
 
Κανένας ή έστω η συντριπτική πλειοψηφία, λοιπόν, απ’ τους πρωταγωνιστές του δημόσιου βίου της χώρας δεν θεωρείται αναμάρτητος στη συνείδηση της κοινωνίας. Πλανώνται πλάνην οικτρά όσοι –ιδιαίτερα κάποιοι από τ’ αριστερά που άρχισαν κιόλας να ράβουν κοστούμια– πιστεύουν πως τους φτάνει η αντιμνημονιακή ρητορεία για ν’ απολαμβάνουν χαλαρά την άνεση του απυρόβλητου, που θα τους οδηγήσει ενδεχομένως στην κυβέρνηση. Ούτε εκείνοι που ανευθυνοϋπεύθυνα κατά τα μερομήνια και το πού φυσάει ο άνεμος καθορίζουν την πορεία και τη ρότα τους, θα κατορθώσουν να επιβιώσουν κάτω από την ασφαλή ομπρέλα της συμπάθειας και του λίγο απ’ όλα. Για τους ήδη «βρεγμένους» της συγκυβέρνησης, ούτε λόγος. Οι μόνοι που τρίβουν με ικανοποίηση τα χέρια τους από την απαξίωση και την ανυποληψία του πολιτικού συστήματος, είναι τα κάθε λογής εξτρεμιστικά και φασιστικά στοιχεία.
 
Η κοινωνία, ο λαός, με την υπομονή του έχει αναλάβει το μερίδιο των ευθυνών που του αναλογεί. Η καρτερία κι η ανοχή –ιδιαίτερα των περισσότερο ευάλωτων κι εκτεθειμένων στις επιπτώσεις της κρίσης ομάδων– αξίζουν το θαυμασμό, το ενδιαφέρον, αλλά και τον σεβασμό όλων. Θα μπορούσε κάτω από άλλες συνθήκες να συμπεριφερθεί καλύτερα, αλλά και πολύ χειρότερα. Πολλά θα μπορούσε να έχουν επιτευχθεί με τα «αν» και τα «ίσως», καταναλώθηκαν κι εξακολουθούν να καταναλώνονται όμως ανέξοδα, ανεύθυνα κι επιπόλαια από τους «αναμάρτητους» του πολιτικού συστήματος σε βάρος της κοινωνίας, σε βάρος του λαού.
 
Δίκαια, λοιπόν, ο πρωθυπουργός θα επικαλεστεί ενώπιον της Γερμανίδας καγκελαρίου την εξάντληση των αντοχών της κοινωνίας. Δικαίως θα υποστηρίξει ότι δεν αντέχονται νέα οικονομικά μέτρα. Το ξέρει όμως πολύ καλά, ότι δεν είναι αναμάρτητος, εξάλλου ενώπιον της ίδιας καγκελαρίου το ψέλλισε δημόσια πριν ένα χρόνο. Θα δικαιούνταν, λοιπόν, κι εκείνη με τη λουθηρανική λογική, που ενδεχομένως τη διακρίνει, ν’ αντιτείνει, ότι δεν φταίνε οι μνημονιακοί νόμοι που οδηγήθηκε το Ελληνικό κράτος στην «αμαρτία» του φαύλου κύκλου της υπερχρέωσης, των ελλειμμάτων και της υπανάπτυξης, αλλά ότι, οι «αμαρτίες» του Ελληνικού κράτους αρχίζουν σχεδόν από το... «Προπατορικό Αμάρτημα». Είναι εκείνες που οδήγησαν, όχι μόνο στα μνημόνια και τη σκληρή λιτότητα, αλλά κι εκείνον στην παρούσα ανάγκη, να επικαλείται την κοινωνική πίεση για να συγχωρεθεί η ασυγχώρετή του ασυνέπεια.
 
Στη Γερμανία ο πρωθυπουργός, δεν πρόκειται να πάρει «άφεση αμαρτιών». Εκ των πραγμάτων εξελίξεις το επόμενο διάστημα θα υπάρξουν. Χρειάζεται, επομένως, να προσεχθούν ιδιαίτερα οι εκτιμήσεις, οι αποφάσεις κι οι χειρισμοί, τόσο του ίδιου όσο και της κυβέρνησης το κρίσιμο από την επιστροφή του διάστημα. Το ίδιο καλά θα πρέπει να σταθμίζουν τα δεδομένα που θα διαμορφώνονται κι εκείνοι από τους αντιπολιτευόμενους, που ήδη, πιθανόν, να «φορτώνουν» βιαστικά δηλώσεις, εκδηλώσεις, «πυροτεχνήματα», «πέτρες» ή ό,τι άλλο πρόχειρο διαθέτει το αντιμνημονιακό οπλοστάσιο.
 
Ο λαός –που καθημερινά σχεδόν κάποιοι επικαλούνται– την «έχει στημένη» σε όλους ανεξαιρέτως, δεν εμπιστεύεται πλέον σωτήρες ή «αναμάρτητους». Παιχνίδια εξουσίας σε βάρος του και σε βάρος της νοημοσύνης του, είναι παιχνίδια με τη φωτιά. Η κοινωνία μέχρι τώρα έχει ανεχτεί βάρη επώδυνα και δυσβάσταχτα, αλλά εξαντλεί πλέον τα έσχατα όριά της.
 
Καθώς το κουτί της Πανδώρας παραμένει ανοιχτό, οφείλουν να σκεφτούν πολύ καλά κυβέρνηση κι αντιπολίτευση τις επόμενες κινήσεις τους. Οφείλουν ν’ αναθεωρήσουν στάσεις και συμπεριφορές που διχάζουν και διαιρούν. Έχουν υποχρέωση ν’ αναζητήσουν διαύλους επικοινωνίας και συνεννόησης. Ας βρουν τρόπο να βάλουν όλοι λίγο νερό στο κρασί τους, να διατηρηθεί η εύθραυστη πλέον κοινωνική συνοχή. Αν ξεσπάσει τούτη την ώρα η οργή του κόσμου, θα είναι τυφλή κι ανεξέλεγκτη, θα είναι καταστροφή και τυραννία, θα σαρώσει τους πάντες και τα πάντα αδιακρίτως και θα γυρίσει την Ελλάδα πολλά χρόνια πίσω.
 
Σέρνουμε που σέρνουμε τόσες αμαρτίες, θ’ αφήσουμε κι αυτήν να μας βαρύνει;

Foto: www.welt.de

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Θα τον τρελάνουμε το φίλο, σίγουρα ναι.


Μπορεί να προστρέξουν πολλοί, μπορεί και κανένας, όποιος απ’ αυτούς και να μου χτυπήσει την πόρτα πάντως δεν πρόκειται να του ανοίξω. Δεν πα’ να πέσει γονατιστός στα πόδια μου, δεν πα’ να μου τάξει την επουράνια βασιλεία, όταν με το καλό έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία –αυτό μόνο δεν έχει τάξει ακόμα–, δεν πα’ να σκίσει μπροστά μου τα μνημόνια κι όλες τις δανειακές συμβάσεις και να μου φέρει το ΦΕΚ της κατάργησής τους με ιδιόχειρη υπογραφή του Τσίπρα, την πόρτα μου θα την βρουν κλειστή, ας πάνε να χτυπήσουν την πόρτα της Κουμουνδούρου.

Πού βρίσκονται άραγε σήμερα οι Ηρακλειδείς της σωτηρίας του λαού, οι πρωτεργάτες της ανατροπής της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδέου; Πού είναι να καμαρώσουν το κατόρθωμά τους; Κάτω από κανονικές συνθήκες πριν δυο μήνες θα είχαμε εκλογές. Ποιος το πρόσεξε; 2009 + 4 = 2013. Δυστυχώς, τότε, ούτε οι συνθήκες ήταν κανονικές, ούτε ο γιαλός στραβός, ούτε ο καιρός κατάλληλος για πρίγκιπες. Όλα τ’ άλλα μπορεί να ήταν κουτσά, στραβά κι ανάποδα, αλλά για να πουν τώρα όλοι εκείνοι οι βουλευτές, που απ’ τη μια είχαν «κλαδέψει» τον «Γιωργάκη» κι απ’ την άλλη του έδιναν ψήφο εμπιστοσύνης, τι έγινε αυτό το διάστημα; Πού πήγε η χώρα, πού βρίσκονται οι λαϊκές κατακτήσεις, πού το έργο του ΠΑΣΟΚ; Ποιοι έχουν κερδίσει από εκείνη την ανατροπή και ποιοι είναι οι χαμένοι;

Δεν άντεχαν οι πλάτες τους την ευθύνη να ορθοποδήσει η χώρα, δε σήκωνε η καμπούρα τους ανατροπές και συγκρούσεις, είναι πιο εύκολο να τα φορτώνεις όλα στο κόκορα, στο λαό ή πολύ περισσότερο σ’ έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Κανείς τους δεν μιλάει τώρα για το αδιέξοδο που έχουμε βρεθεί μετά από έναν χρόνο παλινόρθωσης της δεξιάς. Κανείς δεν βγάζει τσιμουδιά και δε λέει κουβέντα για το πάπλωμα. Περνάει καλύτερα τώρα ο λαός; Έχει αλλάξει η όψη της χώρας; Έχουν έρθει επενδύσεις και καλπάζει η ανάπτυξη; Έχει αναδιοργανωθεί η διοίκηση, έχει εκσυγχρονιστεί το πολιτικό σύστημα; Τι στο καλό έχει γίνει κι έχουν βάλει την ουρά στα σκέλια; ‘Η μήπως αισθάνονται ότι έχουν λερωμένη τη φωλιά τους; Τρία χρόνια με δανειακές συμβάσεις και στριφογυρίζουμε από φαύλο κύκλο σε φαύλο κύκλο.

Τώρα που μοιράζονται, λοιπόν, και με τη βούλα συγχωροχάρτια, ας προστρέξουν κι άλλοι, ο λαός είναι βέβαιο, ότι θα τους τιμήσει και θα τους τοποθετήσει στο πάνθεον των σωτήρων του δίπλα στη φωτογραφία του Τσε και του Λιντζέρη. Πλάι στα εκκαθαριστικά της εφορίας και τις απλήρωτες ειδοποιήσεις από τα στεγαστικά. Το ΠΑΣΟΚ, βλέπεις, ήταν εδώ μόνο όσο όλοι αυτοί οι κύριοι και κυρίες μπορούσαν να βολεύουν καταστάσεις, ψηφοφόρους, ιδιοτέλειες. Μόλις οι συνθήκες αγρίεψαν, μόλις ο γιαλός στράβωσε κι ο καιρός αγρίεψε, τους έφταιξε το ΠΑΣΟΚ. Μέσα σε μια νύχτα είδαν το φως το αληθινόν. Και, ω του θαύματος, όποιος πήδαγε από το καράβι, όποιος καταψήφιζε μνημόνια και δανειακές συμβάσεις, όποιος αθετούσε το λόγο του στους συναδέλφους και το κόμμα του, δεν είχε την ατυχία των λαθρομεταναστών στη Μεσόγειο, δεν πνιγόταν, δεν εξαφανιζόταν από τον πολιτικό χάρτη. Οι σημαίες ευκαιρίας υψώθηκαν με την επαύριο της σωτηρίας της χώρας, το Μάιο του 2010. Με την «ψήφο κατά συνείδηση» στο βιογραφικό τους, δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο για να τους ανασύρουν σώους και αβλαβείς άλλα σκαριά και άλλες σκούνες, για ν’ αρμενίσουν εκ του ασφαλούς στα ρηχά αντιμνημονιακά νερά της αμετροέπειας και της αφασίας.

«Για όλα φταίει το ΠΑΣΟΚ», να συμφωνήσουμε, αλλά, ποιο ήταν τέλος πάντων αυτό το ΠΑΣΟΚ, αν δεν ήταν η ηγεσία, τα στελέχη κι οι βουλευτές του; Μόνο οι ψηφοφόροι κι οι οπαδοί του που σήμερα ψάχνουν και ψάχνονται;

Πόση ευτέλεια κι υποκρισία χωράει ακόμα το πολιτικό σύστημα; Πόσοι αριβίστες και τυχοδιώκτες μπορούν να συνωστιστούν στις κομματικές παρεούλες του; Σήμερα εκείνοι που καταγγέλλονται και υβρίζονται σαν προδότες και μνημονιακοί, όσοι θεωρούνται συνυπεύθυνοι και συνένοχοι για την κατάσταση που βρίσκεται η χώρα επειδή ανήκουν στο ΠΑΣΟΚ, αύριο είναι ήρωες και γενναίοι επειδή αποχωρούν απ’ αυτό. Από τη μια στιγμή στην άλλη, από μια ψήφο και μόνο, από ένα «ναι» ή ένα «όχι» περνάς από το μνημονιακό στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο. Μα, τόση ευκολία, ούτε όταν είμαστε παιδιά και παίζαμε χωρισμένοι σε ομάδες, δεν είχαμε για να δεχτούμε τους «αντιπάλους». Τώρα, στην εποχή των αντιμνημονιακών αγώνων, πάσα προσφορά δεκτή και τα κοινωνικά φρονήματα σκισμένα. Δήλωσε εσύ αντιμνημονιακός και τι σε νοιάζει, η θεσούλα σε δημόσια θέα εξασφαλισμένη.

Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να μην είναι πια εδώ, αλλά ο λαός είναι εδώ και διψάει για εξουσία, όπως τότε. Κάποιοι είναι εδώ έτοιμοι να του την προσφέρουν, έτοιμοι να τον εκμεταλλευτούν –άλλωστε οι πρώτοι θα είναι ή οι τελευταίοι;– Κάποιοι θα τον τρελάνουνε το φίλο, σίγουρα ναι.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Καλά σαράντα.


Να μην περάσεις, το Πολυτεχνείο εξαργυρώθηκε από χρόνια. Κάτι υπόλοιπα τα μετοχοποίησαν άρον-άρον και τα ρετάλια δώσαν’ ενέχυρο για ν’ αγοράσουνε πετρέλαιο για τη σόμπα.

Γι’ αυτό σου λέω μην περάσεις ούτε απ’ έξω. Είναι βαριές οι μυρωδιές των από χρόνια σαπισμένων ιδεών μας και τα σκυλιά ξεσκίζουν τις αφίσες που πρόχειρα ξεχάστηκαν σε αυτοσχέδιους καναπέδες.

Καταναλώθηκαν οι μνήμες κι η μνήμη του σε κάποιου λαπ τοπ τις κοινωνικές σελίδες. Ο αγώνας που περίμενες ν’ αρχίσει, τελείωσε άδοξα σε χρεοκοπημένες υποσχέσεις, ενώ οι νέοι –λένε οι παλιοί– είναι στημένοι και δεν αξίζουνε γι’ αυτούς να δώσεις ούτε φράγκο.

Καλά σαράντα και τόσα άλλα χρόνια, σε ποιες στροφές έχεις σκαλώσει τη ζωή σου, που θες ανήμερα τής σχόλης τόσο σχολαστικά να ξεσκονίσεις αναμνήσεις, μ’ εφιάλτες να ταράξεις τα όνειρά σου συμβολικά κηδεύοντας ειδήσεις.

Μείνε στο σπίτι, έξω από την πόρτα ούτε βήμα. Εδώ δεν είναι πια τόπος για σένα και τα παιδιά σου –δες τα– για άλλες τέχνες τα γεννοφάσκια ετοιμάζουν. Πολλές αρχές μπορεί μαζί τους να μην έχουν, μα οι αρχές, έξω στους δρόμους, τα χρειαζούμενα από παλιά προσφέρουν.

Απ’ το μπαλκόνι, ναι, από ψηλά μπορείς να δεις και τη ζωή να προσπερνάει, σε παρελάσεις και πορείες ή συγκεντρώσεις με αγοραία «ζήτω» στη σημαία κρεμασμένη ή σε σημαίες άλλες –ευκαιρίας– που ο ανάποδος καιρός τώρα ξεσκίζει να ναυαγεί πάνω ανεμίζοντας του νέου ΦΑΠ το άσπρο φανελάκι.

Μην το σκεφτείς από εκεί να κάνεις ούτε βήμα. Δεν έχει δίοδο, μήτε σοκάκι να ξεφύγεις. Αν το κενό μόνο με φόβο σε γεμίζει, δες το κενό που κουβαλάς εντός και μην τρομάξεις. Ψάξε το πώς –και το γιατί ν’ αφήσεις κατά μέρος– λόγια πολλά να μην αναζητήσεις, πέντε – έξι λόγους μόνο για τα χρέη, που ίσως από πριν βρίσκονται εκεί, βαθειά σε κάποιαν άκρη.

Εδώ δεν έχει πια Πολυτεχνεία. Πολυτεχνίτες, μάστορες για χίλιες δυο χιλιάδες τρεις αιτίες τα πουλήσαν. Με ξύλινες γλώσσες φράξανε τις πύλες που κάποτε ερπύστριες γκρεμίζαν. Κάγκελα φύτεψαν παντού μην τύχει η ελευθερία και ξεφύγει. (Για την παιδεία ούτε λόγος).

Μην προσπεράσεις. Όχι, μείνε πιστός, μείνε εδώ –τι κι αν η νιότη σου δεν ξέρει; σ’ όποιο εσύ νομίζεις για Πολυτεχνείο. Μα, μην το πεις, μην το φωνάξεις το εδώ μην το προδώσεις, ούτε σ’ αυτούς, ούτε σε μένα. Κράτα το. Μέσ’ στην ψυχή σου.

Αν είναι κάτι που αξίζει στο Πολυτεχνείο, είναι η σιωπή, είναι ο λυγμός, είναι η κοινή η μοίρα, που με ελπίδα ένα χαμόγελο μπορούν ακόμα να φλογίζουν κόντρα στων άγριων που έρχονται καιρών την κακιά τύχη.

Foto: People too