Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Λεφτά υπάρχουν.


Ματαιοπονεί. Δεν μου έρχεται καμιά άλλη λέξη στο νου που να αποδίδει με ακρίβεια την εμβέλεια που μπορεί να έχει η δήλωση του Απόστολου Κακλαμάνη σχετικά με το «Εμείς δεν είπαμε ποτέ λεφτά υπάρχουν», που ανέφερε επικριτικά ο Αντώνης Σαμαράς ενώπιον του κομματικού του ακροατηρίου.

Ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής, με την οξυδέρκεια και την ευθύτητα που διακρίνουν τον πολιτικό του λόγο, θέλησε να παρέμβει για ν' αποκατασταθεί η αλήθεια σε μια –κατά τη γνώμη μας– χαμένη υπόθεση. Υπενθύμισε στον Αντώνη Σαμαρά –αλλά και σε όλους– κάποια από τα «ξεχασμένα» γεγονότα της κρίσιμης περιόδου μετά τη σύναψη της πρώτης δανειακής σύμβασης, αλλά και πώς διαστρεβλώθηκαν τα λόγια του Γιώργου Παπανδρέου με την απομόνωση του «λεφτά υπάρχουν».

Ματαιοπονεί, γιατί αυτή η παραχάραξη των λόγων του Γιώργου Παπανδρέου είναι τόσο έντεχνα κατασκευασμένη, αναπαραγμένη κι αποκρυσταλλωμένη μετά από τόσες επαναλήψεις στο λαϊκό υποσυνείδητο, που όσες παρεμβάσεις ή αποκαταστάσεις κι αν επιχειρηθούν η «βλάβη» πλέον έχει καταστεί ανήκεστος. Ο Γιώργος Παπανδρέου το «λεφτά υπάρχουν» το έχει χρεωθεί εις τον αιώνα τον άπαντα.

Πώς, όμως, να μην αποθρασύνεται όχι μόνο ο Αντώνης Σαμαράς, αλλά κι ο οιοσδήποτε, όταν την παραχάραξη αυτή την επεχείρησε με τον πλέον επίσημο τρόπο ανήμερα της επετείου της 3ης Σεπτέμβρη ενώπιον του κομματικού ακροατηρίου στο Ζάππειο, ποιος; Ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης, ο πρώην Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πρώην πρωθυπουργός της χώρας. Μπροστά στον Ευάγγελο Βενιζέλο και τον κύριο Καρύδη, που τώρα βγαίνει και διαμαρτύρεται στη Νέα Δημοκρατία για λογαριασμό του ΠΑΣΟΚ.

Ματαιοπονεί, λοιπόν, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής, επιχειρηματολογώντας σε ώτα μη ακοώντων. Οι κρίσιμες επιλογές φαίνεται ότι έχουν γίνει από καιρό. Από πάντα, ίσως. Μικρή έχει σημασία η υπενθύμιση και μικρότερη η προσπάθεια αποκατάστασης της αλήθειας. Κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος ν’ ακούσει τον άλλον και προπαντός ν’ ακούσει την αλήθεια.

Κατασκεύασαν οι αντιμαχόμενοι –γιατί περί αυτού πρόκειται– το παραμύθι τους και ξιφουλκούν με φόντο τις εκλογές στην καμπούρα ενός λαού, που κοιτά μόνο απέναντι και δεν ασχολείται με τίποτε άλλο εκτός από το ποιος κομίζει τα περισσότερα. Ένα τεράστιο ψέμα είναι οι παράτες της κυβέρνησης, ένα τεράστιο ψέμα είναι κι οι υποσχέσεις της αντιπολίτευσης. Δυο τεράστια ψέματα, που οι επιδιαιτητές της διαμάχης, τα μίντια και τα οικονομικά συμφέροντα που τα ελέγχουν, τα προβάλουν και τ' αναπαράγουν κατά το δοκούν προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού της πρωινής, μεσημεριανής και βραδινής ζώνης.

Ματαιοπονεί ο Απόστολος Κακλαμάνης, αλλά κι όποιος άλλος αρθρώνει λόγο σοβαρό, νηφάλιο κι υπεύθυνο. Το σκηνικό είναι καλά στημένο, η διανομή των ρόλων έχει γίνει και δεν χωρούν παρεμβάσεις ή διορθώσεις στα κατασκευασμένα σενάρια. Από το προσκήνιο έχουν εξοβελιστεί δεσμεύσεις, υποχρεώσεις και συμφωνίες. Εδώ κοντεύει –αν δεν έχει ήδη– εκπαραθυρωθεί μετά τη λογική κι η νομιμότητα.

Μετά το στύψιμο του λαού για την όπως-όπως κατασκευή του πρωτογενούς, η όποια αναφορά σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις ηχεί υπονομευτικά –ή και προβοκατόρικα– και στιγματίζεται σαν προσπάθεια αποπροσανατολισμού. «Λεφτά υπάρχουν», αλλά στην κυβέρνηση το λένε περιφραστικά κλείνοντας προσεχτικά το δεξί μάτι. Φοροελαφρύνσεις, μειώσεις ΦΠΑ, έξοδος από την επιτήρηση, απαγκίστρωση απ’ το ΔΝΤ κοκ. Για την ανάπτυξη, τι; (Σιωπή)

Μετά τις δάφνες των Ευρωεκλογών περιττεύει κι η όποια προσπάθεια για τη διατύπωση μιας στοιχειωδώς αξιόπιστης πρότασης διακυβέρνησης από την αντιπολίτευση. Το κατασκευασμένο «λεφτά υπάρχουν» ηχεί τόσο φτωχικό και μηδαμινό μπροστά στα μεγαλεπήβολα κοστολογημένα οικονομικά σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ, στο ρυθμικό και παμπόνηρο κλείσιμο του αριστερού ματιού. Καθένας μπορεί σύμφωνα με τις εξαγγελίες να ελπίζει. Μια ελπίδα που όλη είναι στημένη σε μια διαπραγμάτευση, σ’ ένα και μόνο ενδεχόμενο: «Τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους της ονομαστικής αξίας του χρέους, ώστε να γίνει βιώσιμο. Έγινε για τη Γερμανία το 1953. Να γίνει και για την Ελλάδα το 2014». Αν όχι, τι; (Σιωπή)

Μετά από τόσα χρόνια σκληρής λιτότητας για τον λαό, λιτότητας στην πράξη κι όχι στις αντιπολιτευτικές κορώνες άλλων εποχών, εποχών που ονομάστηκαν εσχάτως «ευμάρειας» –γιατί αν δεν δεις τα χειρότερα δεν κατανοείς την κατάσταση που πραγματικά βρίσκεσαι– η σκληρή καθημερινότητα με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία φανερώνει με δραματικό τρόπο και διαψεύδοντας το στημένο σκηνικό, ότι με τα σημερινά δεδομένα και πολιτικές «λεφτά δεν υπάρχουν». Ούτε στις τράπεζες, ούτε στα νοικοκυρά, ούτε στην οικονομία. Η πραγματικότητα, αλλά κι η λογική, σε πείσμα όλων των διαβεβαιώσεων κι υποσχέσεων βροντοφωνάζει την αλήθεια.


Ψιλά γράμματα. Κράτα το «λεφτά υπάρχουν» και ξεμπέρδεψες μια και καλή με όλα τ' άλλα, αλλά, προπαντός, μ' αυτόν που τόλμησε να το ξεστομίσει. Για όλα τ’ άλλα φτάνει η σιωπή, αρκεί το κλείσιμο του ματιού, και για να κυβερνάς και για ν’ αντιπολιτεύεσαι.

Όποιος έχει όρεξη να ψάχνει και να ψάχνεται, ματαιοπονεί.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Ζηλεύω τον Μητσοτάκη.


Ο Θεός να με συγχωρέσει, αλλά κάθε φορά που βλέπω τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη στην τηλεόραση ζηλεύω. Μην πάει ο νους πως η ζήλια μου έχει να κάνει με την ηλικία του ή στην άριστη διαύγεια του πνεύματός του. Δεν έχει η ζήλια προσωπικά στοιχεία, θα έλεγα, δεν τον αφορά υπό μία έννοια ως άνθρωπο. Μάλλον ως πολιτική προσωπικότητα, ως πολιτικός διεγείρει το θυμικό μου και προκαλεί το συναίσθημα της ζήλιας. Και πάλι όμως, μην σπεύσετε να με κατατάξετε στους θαυμαστές της πολιτικής του, στους ψηφοφόρους του ή στους Κρήτες υποστηρικτές του. Δεν είμαι κάν Χανιώτης. Γαραζανές είναι οι ρίζες μου.
Δεν θα σας κουράσω περισσότερο. Η ζήλια μου δεν είναι προσωπική, αλλά σχετίζεται με το γεγονός, ότι ο πολιτικός αυτός, με την πασίγνωστη και τόσο αμφιλεγόμενη από πολλούς πολιτική διαδρομή, είναι εδώ και πολλά χρόνια, από το 1994 αν θυμάμαι καλά, από τότε δηλαδή, που πολλοί σημερινοί ψηφοφόροι κι ενασχολούμενοι με την πολιτική δεν ήταν κάν γεννημένοι, είναι επίτιμος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας.
Τίμησε και τιμά το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, που τον τίμησε, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις και τις εσωκομματικές αντιδράσεις, αλλά τίμησε με συνέπεια και το φιλελεύθερο χώρο. ‘Εγινε πρωθυπουργός κι έπεσε άδοξα χάνοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία με ευθύνη και πρωτοβουλία ενός πρωτοκλασάτου τότε στελέχους της παράταξής του, του σημερινού πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά.
Δεν ιστοριογραφώ. Το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε τα 20 από τα 36 χρόνια της μεταπολίτευσης –αν υποθέσουμε ότι αυτή «έκλεισε» το 2010 με το πρώτο μνημόνιο, αλλά πού είναι οι πρωθυπουργοί του; Πού είναι οι πολιτικοί άνδρες που ηγήθηκαν των πολιτικών επιλογών και της τύχης της χώρας επί τόσα χρόνια; Στα σπίτια τους. Λοιδορούμενοι, συκοφαντούμενοι, ανυπεράσπιστοι απ’ τον κομματικό χώρο που υπηρέτησαν. Ακόμα κι ο Ανδρέας Παπανδρέου, το σύμβολο κι ο στυλοβάτης ιδρυτής του, ο πολιτικός χάρη στον οποίο αναδείχτηκαν τόσοι και τόσοι πολιτικοί, έχει αφεθεί, μαζί κι όλη του η οικογένεια, ανυπεράσπιστος στις ρυπαρές πέννες και τα στόματα του κάθε τυχάρπαστου τυχοδιώκτη και καιροσκόπου.
Γι’ αυτό ζηλεύω τον Κωσταντίνο Μητσοτάκη.
Μήπως όμως η Νέα Δημοκρατία επιφύλαξε διαφορετική μεταχείριση στους εκλιπόντες που υπηρέτησαν το κόμμα τους και τη χώρα από τη θέση του πρωθυπουργού, τον Κωσταντίνο Καραμανλή και τον Γεώργιο Ράλλη; ‘Οχι, χαίρουν διαχρονικά τιμών κι εκτίμησης, ο δε πρώτος εξ αυτών, περιττεύει ν’ αναφερθεί, σε πόσο περίοπτη και λαμπρή θέση βρίσκεται, όχι μόνο από τον στενά εννοούμενο παραταξιακό του χώρο. Ο Κώστας Καραμανλής αποτελεί ίσως την πειστικότερη επιβεβαίωση για του λόγου το αληθές. Η πρωθυπουργική του διαδρομή κι οι συνέπειές της είναι πασίγνωστη ανά το Πανελλήνιο, αλλά μην τολμήσεις να του αγγίξεις τρίχα –που λέει ο λόγος– σ’ έφαγαν οι Νεοδημοκράτες.
Λες κι έχει κατάρα αυτός ο χώρος, ο χώρος που ορίζεται από το κέντρο και προς τ’ αριστερά του πολιτικού φάσματος, και δε μπορεί να στεριώσει ενωμένος διαχρονικά. Αδυνατεί ν’ αντισταθεί στις φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύσσονται στο πέρασμα του χρόνου. Αδυνατεί να διαμορφώσει ένα σταθερά συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής έκφρασης. Αδυνατεί να τιθασεύσει τις φιλοδοξίες, τους εγωισμούς, τις ομαδοποιήσεις και τις έριδες. Δεν έχει ξεκάθαρη παραταξιακή συνείδηση, ταυτότητα. Δες το και ιστορικά. Μόνο κάτω από ισχυρές προσωπικότητες και σε ιδιαίτερα κρίσιμες συγκυρίες για τη χώρα, ο χώρος αυτός βρέθηκε ενωμένος και ισχυρός στη διακυβέρνησή της.
Σε αντιδιαστολή, ο συντηρητικός χώρος, παρά τις κατά καιρούς έριδες, αντιπαλότητες ή και «προδοσίες» ακόμα, βρίσκει τον τρόπο, έχει στο DNA του τ’ αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησης και τ’ αντιμετωπίζει, άλλοτε εύκολα κι άλλοτε πιο δύσκολα, αποφεύγοντας όμως πάντα να εκθέσει και να αφήσει ανυπεράσπιστους τους ανθρώπους που την υπηρέτησαν. Η παρούσα συγκυρία είναι μια ακόμα απόδειξη, ο χώρος αυτός παρά το γεγονός ότι συρρικνώθηκε εκλογικά το 2009 στο ιστορικά χαμηλό της, σήμερα αποτελεί πόλο πολιτικής σταθερότητας και συγκυβερνά τη χώρα έχοντας ως ηγέτη εκείνον τον πολιτικό που –όπως προαναφέρθηκε– έχει προκαλέσει μιαν από τις βαθύτερες πληγές της.
Το ΠΑΣΟΚ απ’ την άλλη, που εξέφρασε το «αντίπαλο δέος» και τον ευρύ κεντρώο χώρο της μεταπολίτευσης, συγκυβερνά μεν, αλλά χειμάζεται και μαραζώνει διχασμένο και ταλανίζεται από τη σχεδόν καθημερινή διαμάχη μεταξύ νυν και πρώην αρχηγών του, με πρώην πρωθυπουργούς να εγκαλούν τους διαδόχους τους, με συρρικνωμένη δραματικά εκλογική βάση, με τη σκιά των πολιτικών της λιτότητας και των μνημονίων να το καταδιώκουν από μετάλλαξη σε μετάλλαξη. Με τα στελέχη του σκορπισμένα στους πέντε ανέμους των κοινοβουλευτικών εδράνων και τους ψηφοφόρους του σε χίλια κομμάτια μη ξέροντας ποιον ν’ αφήσουν και με ποιον να πάνε. ‘Ολοι προδομένοι, μόνοι κι έρημοι.
Είδα και ζήλεψα, λοιπόν, τον Κωσταντίνο Μητσοτάκη, αλλά τον θαύμασα ταυτόχρονα καθώς μιλούσε για τον κίνδυνο του λαϊκισμού και μου ήρθαν στο μυαλό αυτές οι σκόρπιες σκέψεις. Δεν ξέρω τι θα γίνει με το Βενιζέλο, τελικά, και με τον Παπανδρέου, δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει με τα σχήματα που πάνε να δημιουργηθούν στο χώρο, δεν ξέρω τίποτε. ‘Η μάλλον κάτι ξέρω.
Ξέρω ότι δεν θα ‘θελα να ξαναζηλέψω βλέποντας τον οποιονδήποτε πολιτικό άλλου χώρου. Ξέρω ότι θέλω να αισθανθώ τη σιγουριά και την ασφάλεια, ότι ο χώρος του κέντρου που εξέφρασε κι εξέθρεψε τόσες ελπίδες και προσδοκίες για τον λαό, μπορεί να ωριμάσει πολιτικά κι εξοβελίζοντας την ευκολία και τον κίνδυνο του λαϊκισμού, θα πλησιάσει και θα σταθεί και πάλι με τις προοδευτικές του πολιτικές προτάσεις και τις ελπιδοφόρες του απόψεις δίπλα σ’ όλους εκείνους που επί χρόνια στηριζόταν. Στους ανθρώπους. Κόντρα στον καιρό και την Ιστορία.
Τότε, ξέρω, η επιβίωση δεν θάναι πάνω στο κουτσό τούτης της εξουσίας το δεκανίκι, αλλά στεριωμένη περήφανα πάνω στην ψήφο και την εμπιστοσύνη του λαού που θα ενώνει.

Photo: ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Το δαχτυλάκι της Καρυάτιδας.


Ειδικός δεν είμαι, ούτε αρχαιολάτρης θα μπορούσα να χαρακτηριστώ, αλλά μετά την ταλαιπωρία της Αντιγόνης στο Χαλάνδρι, ήρθαν δυο ειδήσεις μέσα στο Σαββατοκύριακο να με γαληνέψουν, να με ημερέψουν. Ναι, αυτό ένιωσα πρώτα μέσα στην ψυχή απ’ τις ειδήσεις αυτές, τη μια με το που την είδα, την άλλη με το που τη διάβασα. Μετά ήρθαν ο θαυμασμός κι η συγκίνηση. Μετά, ώρες πολλές, όταν είδα και ξαναείδα, όταν διάβασα κι αναζήτησα λεπτομέρειες και πληροφορίες περισσότερες, Δευτέρα πια, αισθάνθηκα χαρά κι ικανοποίηση. Συνειδητοποίησα για πόσα μπορούμε να είμαστε περήφανοι, πόσα μπορούν να μας χαρίσουν γεγονότα χαράς κι ευχαρίστησης, πόσα μπορούν να μας ενώσουν, πόσα μπορούν ν’ αποτελέσουν το μίτο για ν’ αναζητήσουμε τη διέξοδο από το λαβύρινθο της κρίσης που μας καταπίνει.
Η εικόνα της λεπτομέρειας από τα πόδια της Καρυάτιδας με καθήλωσε. Εντυπωσιακή. Πού είχε φτάσει η τέχνη πριν τόσες χιλιάδες χρόνια; Ποιος καλλιτέχνης φιλοτέχνησε αυτά τα θεσπέσια δάχτυλα για να τα φυλακίσει αιώνια μέσα σ’ έναν τάφο; Πόσα αγάλματα και κειμήλια κρύβει άραγε στα σπλάχνα της η γη που πατούμε και την ορίζουμε για πατρίδα μας; Πόσα μνημεία άγνωστα στους πολλούς ή παντελώς ξεχασμένα βρίσκονται διάσπαρτα απ’ άκρο σ’ άκρο σ’ αυτή τη χώρα που λέγεται Ελλάδα και που παγκόσμια αναγνωρίζεται ως κοιτίδα του πολιτισμού και της δημοκρατίας;
Μ’ αυτή την εικόνα καρφωμένη στο μυαλό διάβασα τη δεύτερη είδηση, για το ξαναζωντάνεμα μετά από 2500 χρόνια του αρχαίου θεάτρου της Λάρισας. Με συγκίνησε. Το «Διάζωμα», είχε την πρωτοβουλία με την ευκαιρία της γενικής συνέλευσης των μελών του κι έδωσε την ευκαιρία σ’ αυτόν τον χώρο, που τυχαία ανακαλύφθηκε, να ξαναζήσει. Δουλειά αθόρυβη, μα τόσο ουσιαστική. Διάβασα για το εξαίρετο έργο του ΑθανάσιουΤζαφάλια –άραγε ποιος από μας τους μη «ειδικούς» τον έχει ακούσει; Μακριά απ’ τα φώτα της δημοσιότητας, μα τόσο μέσα στην ψυχή αυτής πατρίδας. Αυτής της γης που την πατούμε, αυτής της χώρας που την ποδοπατούμε στα ουσιαστικά και τα σπουδαία και την εξυμνούμε τάχα με φανελάκια και τη γαλανόλευκη στα κάγκελα.
Οι κληρονομιές αυτές είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε απ’ τους προγόνους μας. Αυτά τα μάρμαρα κι οι ιστορία τους, οι άνθρωποι κι ο πολιτισμός τους ήταν τα διαβατήριά μας για να βρεθούμε ελεύθεροι σ’ ένα ανεξάρτητο κράτος. Όλα αυτά που έχουν διασωθεί, ανακαλυφθεί, αλλά και όλα εκείνα που έχουν κλαπεί, λεηλατηθεί ή απόκεινται σε κάποιες γωνιές θαμμένα, σκόρπια, σιωπηλά και άγνωστα.
Είναι τόσα πολλά που μας προσέφεραν, είναι τόσα πολλά εκείνα που μας προσφέρουν. Αλλά από τότε, από τα πρώτα σκιρτήματα λευτεριάς, αυτά τα μάρμαρα έγιναν ταυτόχρονα και το ασήκωτο φορτίο μας στο δρόμο προς τα μπρος, η βαριά σκιά που ρουφά το φως της γνώσης και του μέτρου. Ένα διαρκές σημείο τριβής και διαπάλης μεταξύ μας για τη γλώσσα, για τη βούληση, για το πολίτευμα, για όλα όσα το αρχαίο πνεύμα δημιούργησε, επινόησε, εμπνεύστηκε.
Το αρχαίο ιδεολογικοποιήθηκε και καταναλώθηκε σε έναν αλυσιτελή αγώνα με το παρόν ενός μακρινού πια παρελθόντος. Σμικρύνθηκε για να χωρέσει στον πεπερασμένο χρόνο εκείνων που μπορούσαν να ρυθμίζουν τα δημόσια χρονόμετρα. Αποξενώθηκε από τον λαό και κλείστηκε σε σιωπηλά μουσεία, σε άψυχα βιβλία, σε στημένες επετείους. Ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας κι όλη αυτή η παρέα των μεγάλων με σύμβαση διοριστήκαν στο δημόσιο.

Ο συνεκτικός κρίκος, ο ομφάλιος λώρος, όχι μόνο με το παρελθόν και την Ιστορία, με τις ρίζες, αλλά με τον διπλανό, τον αδελφό, τον ίδιο τον πατέρα και τη μάνα που μας γέννησε, διερράγει, έσπασε σε μύρια κομμάτια, σμπαράλια. Όπως τα μάρμαρα που σκόρπια κείτονται δώθε κείθε σ’ όλη την Ελλάδα. Το νήμα που θα μπορούσε για αιώνες και για πάντα να μας κρατά ενωμένους μαζί για να μη χάσουμε το δρόμο, αλλά και τα ιδανικά και τις αξίες των προγόνων, για ανθρωπισμό, δημοκρατία, ελευθερία, δικαιοσύνη, διακόπηκε για να μπορεί η μοίρα, η κοινή μας και οι τύχες μας, να συνεχίζουν ή να διακόπτονται ανάλογα με τις βουλές και τα συμφέροντα εξουσιών και κρατούντων.
Δεν είναι τυχαίο που μέχρι χτες ή κάποιοι ακόμα και σήμερα πιστεύουν, πως όλα τ’ αγάλματα και οι ναοί που βλέπουν, ήταν από πάντοτε κατάλευκοι. Μήπως κι εγώ, ντροπή δεν νοιώθω να το γράψω, αλλά ντροπή ένοιωσα, όταν κατάλαβα, μετά από τόσα χρόνια στα θρανία, πως τα μάρμαρα ήταν έγχρωμα κι είδα απεικονίσεις κι αναπαραστάσεις για τη μέθοδο. Πού; Εκεί που είναι κι άλλα πολύτιμα απ’ μάρμαρα του Παρθενώνα εκτεθειμένα, μαζί μ' εκείνη την ξενητεμένη Καρυάτιδα.
Δεν είναι τυχαίο που ζούμε στην Ελλάδα κι αντί για τη γλωσσολαλιά εκείνη, την αρχαία, λατρεία να αισθανόμαστε και περηφάνια, που είναι γλώσσα δυνατή κι έδωσε ήχους και λέξεις και ζωή σε μύριες όσες άλλες, αποστροφή αισθανόμαστε κι αδιαφορία. Γιατί αντί τους ήχους της να μας διδάξουν, τα νοήματα, να αισθανθούμε στην ψυχή βαθιά και να την αγαπήσουμε μ’ όλο το ρίγος και το δέος που μπορεί να διεγείρει, τις υπογεγραμμένες και τις δασείες μας διορθώνανε και μας αφήνανε στην ίδια τάξη αν τις μεταφράσεις δεν ξεφουρνίζαμε παπαγαλία.
Πολλά δεν είναι τυχαία στην πατρίδα μας, αλλά κι αυτήν την ώρα που κάτι πρέπει να βρούμε που να μας κρατά ενωμένους και να μας δίνει δύναμη, έμπνευση, αλλά και πλούτο, πάλι αναζητάμε μέσα στο ψέμα και την υπερβολή την όποια αντίθεση, ό,τι μπορεί και πάλι να μας κρατήσει στα ίδια, τα παλιά, τα τετριμμένα.
Οι αρχαίοι διδάσκονταν απ’ τα λάθη τους. Οι καταστροφές τους έδιναν κουράγιο, οι κίνδυνοι τους ένωναν. Εμείς γιατί δεν προσπαθούμε έστω στο δαχτυλάκι να τους μοιάσουμε; Αυτό το μικρό, το τόσο καλαίσθητο και καλοδιατηρημένο, που ήρθε στο φως στον τάφο της Αμφίπολης, τούτη την κρίσιμη εποχή, ίσως για να μας ευαισθητοποιήσει, να σημάνει το κουδούνι του κινδύνου για τα όσα διακυβεύονται, αν έτσι όπως προχωράμε συνεχίσουμε.

Κάποιοι υπομονετικά το δρόμο αυτό επιμένουν, παρά τις δυσκολίες, να φωτίζουν, μπορούμε και πρέπει να τους αναζητήσουμε.

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Δημοκρατική παράταξη, δαίμονες και ζόμπι.


Το έχετε πάρει είδηση πού οδηγούνται τα πράγματα, πού οδηγούμαστε; Ναι, σε σας μιλάω που κοιτάτε δεξιά κι αριστερά σαν παραζαλισμένα κοτόπουλα και δεν ξέρετε προς τα πού να πάτε. Με τόσα κεντροαριστερά σχήματα και σχηματισμούς, κόμματα κι αποκόμματα, θα μου πεις, τι άλλο θα μπορούσε άραγε να συμβεί;

Σαν τους εγκλωβισμένους του χρηματιστήριου μας βλέπω, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Μπρος Ν.Δ. και πίσω ΣΥΡΙΖΑ. Από τις πληθωρικές εποχές με τα σαράντα και βάλε στις άγονες των μονοψήφιων είναι δύσκολη η προσαρμογή, μεγάλη η πίεση. Αυτή είναι όμως προς το παρόν η πραγματικότητα και μ’ αυτήν θα πρέπει και να συμβιβαστούμε και να συμπορευτούμε. Σοσιαλισμός δεν γίνεται δίχως λεφτά και με το ατέλειωτο κράτος σε αποδρομή. Κοινωνική πολιτική με δάνεια κι επιδοματική πολιτική με δανεικά ευρώ δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξει  –και δεν πρέπει να ξαναϋπάρξει.

Χρειάζεται περίσκεψη κι υπομονή. Τα κόμματα δεν δημιουργούνται εκβιαστικά, ούτε –πολύ περισσότερο– προκύπτουν από απλές συναθροίσεις προσώπων ή έστω «προσωπικοτήτων» ή κι αν ακόμα τύχει, είναι εφήμερο και συγκυριακό. Το σπουδαιότερο, δεν σχηματίζονται για να εκφράσουν σαν «σημαίες ευκαιρίας»– ένα τμήμα του εκλογικού σώματος και των πολιτών, που ενδεχομένως αισθάνεται ότι δεν εκπροσωπείται.

Το ζητούμενο για την κεντροαριστερά –κι αυτό δεν είναι νέο, ούτε διεκδικούμε την πατέντα– είναι η διατύπωση ενός στοιχειωδώς πειστικού πλαισίου, το οποίο θα θέτει προτεραιότητες και στόχους διατηρώντας ταυτόχρονα και την ανθρωποκεντρική-κοινωνική του θεώρηση και προσανατολισμό. Ένα πλαίσιο, που, εκτιμώντας τα δεδομένα, θα μπορεί να λειτουργήσει συνεκτικά κι ελκυστικά για τους πολίτες εκείνους που σήμερα ασφυκτιούν ανάμεσα στις στυγνά μονομερείς κι επώδυνες κυβερνητικές αποφάσεις και στις ανερμάτιστες εξαγγελίες κι επιπόλαιες επιλογές της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Όσο εύκολο είναι να το περιγράψεις, τόσο δύσκολο είναι να πείσεις ότι μπορείς και να το εφαρμόσεις. Είναι, όντως. Ξεφεύγοντας όμως από τη λογική της διαχείρισης και της παρακολούθησης των ρυθμών της πεπατημένης, αμέσως μπορείς να διακρίνεις ένα πρόσφορο πεδίο, ένα τεράστιο πεδίο ευρυχωρίας κινήσεων κι άνεσης επιλογών. «Να διακρίνεις», μεγάλη κουβέντα.

Ναι, μεγάλη. Με την απότομη κατάρρευση της κυρίαρχης αντίληψης, ότι η ζωή εντός ΟΝΕ και Ευρωζώνης θα κυλά προς την ευημερία ανέφελα κι ανέμελα, δίχως υποχρεώσεις και δεσμεύσεις, με χαμηλά επιτόκια δανεισμού κι ανεξέλεγκτη κατανάλωση, όλες οι στρεβλώσεις, οι αδυναμίες κι οι παθολογίες της «Ελληνικής περίπτωσης» όχι μόνο ήρθαν στο προσκήνιο, αλλά καταγράφηκαν κι αναλύθηκαν σ' όλες τους τις πτυχές και τις εκφάνσεις. Τα κοινά «εν οίκω» μυστικά, βρέθηκαν αυτοστιγμεί «εν δήμω»Δεν έμεινε τίποτε στο σκοτάδι, ήρθαν όλα στο φως κι η χώρα «στα μανταλάκια». «Όλα;» όχι ακριβώς, η περίοδος 2004 - 2009 λάθρα «ξεχάστηκε» κι επιμελώς σκεπάστηκε από ένα πέπλο σιωπής.

Αντί, λοιπόν, να στοχοποιηθούν η χρόνια κακοδαιμονία κι η πολύχρονη κακοδιαχείριση που δημιούργησαν το πρόβλημα, με την υπογραφή του μνημονίου, άνοιξε λες το «Κουτί της Πανδώρας» και ξεπετάχτηκαν όλα τα δαιμόνια που κινούνται έκτοτε ανεξέλεγκτα, ενώ εκείνοι που κρύβονται δεξιά κι αριστερά είναι αυτοί που βρέθηκαν την κρίσιμη εκείνη περίοδο στη διακυβέρνηση της χώρας απροετοίμαστοι, μοιραίοι. Ο κορμός της δημοκρατικής παράταξης, του κεντρώου, προοδευτικού, εκσυγχρονιστικού –όπως θες αποκαλεσέ το– το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα εξουσίας, δαιμονοποιήθηκε και ξέπεσε στα αζήτητα της Ιστορίας.

Θα μου πεις «τι μας γράφεις τώρα, τα ίδια και τα ίδια». Χωρίς μια βασική συνιστώσα οργανωμένης κομματικής αναφοράς, το όποιο εγχείρημα της κεντροαριστεράς είναι αίολο και καταδικασμένο. Παρθενογενέσεις την εποχή που η κοινωνία θέλει ασφάλεια και σιγουριά μόνο στα βιβλία πολιτικής επιστημονικής φαντασίας μπορεί να υπάρχουν. Γι’ αυτό τα γράφω.

Όσοι αυτοπροσδιορίζονται και συνωστίζονται στον πολιτικό χώρο μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ αναζητώντας την εκπροσώπησή του, οφείλουν να το λάβουν σοβαρά υπόψη τους. Από τώρα. Η δυναμική κι η προοπτική για τη δημιουργία ενός αξιόπιστου και ελπιδοφόρου ισχυρού κομματικού σχηματισμού, μόνο αν έχει βάση και μόνο μέσα από τη συνεννόηση και τη συνεργασία πάνω σε μια κοινή πλατφόρμα προτεραιοτήτων μπορεί να δημιουργηθεί.

Κομμάτια –και κόμματα– και θρύψαλα που θα φτάσουν «χύμα» ή με Δονκιχωτικούς οραματισμούς ως τις επόμενες εκλογές θα εξαερωθούν. Κάτι ξέρει ο σύντροφος Κουβέλης κι οι περί αυτόν. Ίσως μοιράζεται το ίδιο κοινό μυστικό με την κυρία Τζάγκρη. Η πόλωση θα είναι απόλυτη. Ούτε ποτάμια, ούτε Σηκουάνες κι Ολάντ –εδώ να δούμε πώς ο ίδιος θα διασωθεί– ούτε σούξου-μούξου προσωπικότητες, ανελ και δράσεις κι αξίες κ.ο.κ.

Με τα μέχρι τώρα δεδομένα, η απάντηση στο ερώτημα για το προς τα πού θα κινηθούν οι εξελίξεις μετά τις επόμενες εκλογές, δεν κρίνεται από το αν θα είναι πρώτο κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ ή η Ν.Δ., αλλά ποιο θα είναι το τρίτο. Ποιο κόμμα θ’ αποτελέσει τον ισχυρό καταλύτη και το αξιόπιστο βαρόμετρο, αλλά ταυτόχρονα και τον εγγυητή της σταθερότητας και της ανεμπόδιστης συνέχειας της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας. Ποιο θα είναι το κόμμα που με τη συμμετοχή του θα γύρει τη ζυγαριά των πολιτικών επιλογών προς τον ορθολογισμό, τη νηφαλιότητα, το μέτρο, το κέντρο. Ποιο κόμμα θα είναι σε θέση να δώσει με τις ψήφους του τη νομιμοποίηση και την πλειοψηφία κι ενδεχομένως και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ποιο θα είναι εκείνο που θα επηρεάσει δημιουργικά τις αναθεωρητικές του Συντάγματος διαδικασίες. Μήπως εκείνο που δημοσκοπικά φιγουράρει στην τρίτη θέση σήμερα;

Όπως και να ‘χει, τα πράγματα φαίνεται έστω και δύσκολα να παίρνουν έναν δρόμο. Για πρώτη φορά αυτό που επιχειρείται να γίνει με τη δημοκρατική παράταξη μπορεί να έχει προοπτική, πρέπει να έχει προοπτική, χρειάζεται όμως δουλειά ουσίας, σε βάθος, οργανωμένα, με ταχύτητα και προσοχή. Απαιτεί επαφές, συγκλίσεις, συνεργασίες, επικοινωνία, ειλικρίνεια και θέληση. Ευθύνη. Ούτε μεσσιανισμοί, ούτε ηττοπάθειες. Αλήθεια και διαφάνεια. Δύσκολος συνδυασμός, τι είναι όμως πια εύκολο με την πολιτική στην εποχή μας;

Αγγελικά πλασμένοι κόσμοι ίσως υπάρχουν στις διακηρύξεις και τις επικοινωνιακές συναντήσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης ή στις προσευχές και τις εικονικές εξομολογήσεις του πρωθυπουργού. Τους «δαίμονες» της καθημερινότητας όμως για τη χώρα και τον λαό, ούτε τα ευχολόγια, ούτε οι παρακλήσεις θα τους ξορκίσουν και θα τους εξαφανίσουν, αλλά η σκληρή προσπάθεια κι οι ξεκάθαρες κουβέντες και λύσεις. Η συστράτευση όσων εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για το λαό και τα προβλήματά του εμπράκτως, πέρα και πάνω από φιλοδοξίες κι επιδιώξεις, με αίσθημα ευθύνης και μετριοπάθεια, κι όχι μόνο στα παχιά λόγια, στα διεθνή τα φόρα και τις φιλικές μαζώξεις.

Δεν θα διδάξουμε ούτε πολιτική επιστήμη, ούτε πολιτικό ήθος και συμπεριφορά, αλλά εκτός από το «φαίνεσθαι» υπάρχει και το «είναι». Γι’ αυτό το «είναι» προβληματίζονται οι –προς το παρόν– «εγκλωβισμένοι» της κεντροαριστεράς, γιατί η πολιτική ζωή δίχως το στοχασμό, τη φαντασία και τη δημιουργικότητα του κέντρου δεν είναι «αποκεντρωμένη», αλλά κυριολεκτικά «απονεκρωμένη».

Η πρόκληση της συγκυρίας είναι προφανής. Μένει ν’ αποδείξουν οι ηγεμονεύοντες του χώρου, ότι εξακολουθούν όντως να είναι ζωντανές πολιτικές δυνάμεις κι όχι αδίσταχτα κομματικά «ζόμπι» ή φιλάρεσκα απολιθώματα της πολιτικής. (Ότι ενδιαφέρονται πρωτίστως για την πολιτική τους επιβίωση ούτως ή άλλως το γνωρίζουμε).

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Άνθρακες ο θησαυρός.


Ενόσω η Αμφίπολη μας κρατά αμφίπολους (=απασχολημένους) και καθηλωμένους εν αναμονή των νέων ευρημάτων της αρχαιολογικής σκαπάνης, στο πολιτικό πεδίο άρχισαν να διαφαίνονται τα δίπολα μεταξύ των οποίων θα κινηθεί ενόψει της εκλογής προέδρου η αντιπαράθεση κυβέρνησης κι αντιπολίτευσης, ευθύνη – ανευθυνότητα, σταθερότητα – αστάθεια κ.ο.κ.

Όσα εντυπωσιακά και σημαντικά έρχονται στο φως μετά από τόσους αιώνες στο πλαίσιο της αρχαιολογικής έρευνας, τόσα, στον αντίποδα, πεζά και κοινότυπα βλέπουν καθημερινά το φως της δημοσιότητας σε επίπεδο πολιτικού λόγου κι αντιπαράθεσης.

Οι μεν της κυβέρνησης ενδεδυμένοι τη λεοντή της αταλάντευτης –που λέει ο λόγος– τήρησης των δανειακών συμβάσεων, οι δε της αξιωματικής κλπ. αντιπολίτευσης περιβεβλημένοι –ομοίως αταλάντευτα και ομοίως που λέει ο λόγος– τα λάβαρα και τα διαδήματα του πανευρωπαϊκού αντιμνημονιακού αγώνα και του ηθικού πλεονεκτήματος. Οι μεν να διατηρήσουν παντοιοτρόπως την εξουσία στο όνομα της διάσωσης της πατρίδας και του λαού, οι δε να κατακτήσουν παντοιοτρόπως την εξουσία στο όνομα της διάσωσης της πατρίδας και του λαού. Οι λέξεις κι οι έννοιες, όπως οι σκοποί κι οι προθέσεις έχουν χάσει απολύτως το νόημά τους.

Όσο εξακολουθεί η οικονομική στενότητα κι ο αποκλεισμός της χώρας απ’ τις αγορές, τόσο η ρητορεία κι ο βερμπαλισμός σπάνε ταμεία κι εκτοξεύονται από limit  up σε limit up τηλεθέασης. Όσο η κοινωνία βασανίζεται από επιλογές εκ των ενόντων «τρώγοντας από τις σάρκες της» για να επιβιώσει, τόσο οι αντιθέσεις στο πολιτικό σύστημα εστιάζονται με έμφαση στα δήθεν και τα επιφαινόμενα. Όσο το πρόταγμα περιορίζεται στενά στην με κάθε τρόπο προστασία των στενά εννοούμενων συμφερόντων κομμάτων, προσώπων και συμπλεκόμενων αλληλεξαρτώμενων, τόσο γεγονότα όπως τα ευρήματα της Αμφίπολης ή η εκλογή προέδρου, αναγορεύονται σε ρυθμιστές και στρατηλάτες της κοινωνικής ανάτασης και διάσωσης.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, με τις κοντόφθαλμες λογικές να κυριαρχούν στα κομματικά επιτελεία και με τις απροσχημάτιστες μεθοδεύσεις να επικρατούν στην πολιτική συμπεριφορά, οτιδήποτε κι αν συμβεί, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα των ερευνών στην Αμφίπολη ή της ψηφοφορίας για τον πρόεδρο, μικρή θα έχει σημασία. Για τους πολλούς αυτής της χώρας η δυσάρεστη διαπίστωση για την προοπτική εξόδου από την κρίση και το μέλλον της στην Ευρώπη και τον κόσμο, θα μπορούσαν να περιγράφονται μόνο με τρεις λέξεις: «άνθρακες ο θησαυρός».

Photo: Deviantart

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Το ρήγμα και το ντεκολτέ.


Βαθύ, δεν θα μπορούσε να γίνει βαθύτερο. Δεν ξέρω αν θα ταίριαζε να το παρομοιώσει κανείς με το πηγάδι που έχουμε πέσει ή το μαύρο σκοτάδι που μας περιβάλει ως χώρα, ως πολίτες, ως κοινωνία. Ίσως το αβυσσαλέο -αν και δεν πρόκειται για ντεκολτέ- να του ταίριαζε περισσότερο, αλλά ας το αποφύγουμε, αφού η εμπλοκή συναισθηματικών και ψυχολογικών καταστάσεων και ιδιαιτεροτήτων, όπως π.χ. μίσος ή θράσος, θα περιέπλεκε περισσότερο την ούτως ή άλλως μπλεγμένη κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση το ρήγμα εντός του ΠΑΣΟΚ είναι τεράστιο κι η όποια προσπάθεια με προσχήματα ή καλές προθέσεις, με επικλήσεις και με δεήσεις να γεφυρωθεί, μάλλον καθιστά το εγχείρημα περισσότερο γραφικό και ολιγότερο καρποφόρο.

Ίλιγγος προκαλείται σ' όποιον αναζητήσει τις απαρχές αυτού του ρήγματος. Ίσως να βρίσκεται στις πρώτες ώρες, στα πρώτα δευτερόλεπτα της δημιουργίας του Κινήματος. Ίσως είναι συνυφασμένο με τις γενεσιουργές του αιτίες και τα δομικά του χαρακτηριστικά, με το DNA του. Χρόνια πίσω, δεκαετίες πίσω, πριν ίσως κι απ' την «αλλαγή» ή και τον «ανένδοτο», που εκτίθενται αυτές τις μέρες.

Η τεράστια προσωπικότητα του Ανδρέα, η δύναμη της εξουσίας και το αίσθημα της αυτοσυντήρησης συνέβαλαν όλα αυτά τα χρόνια, στο ρου της πολιτικής ζωής και της Ιστορίας, οι ρηγματώσεις να καλύπτονται, να παραβλέπονται, να αποσιωπούνται. Συνέδρια έρχονταν κι έφευγαν, αρχηγοί στη μετά Ανδρέα εποχή άλλαζαν, «σύντροφοι» έμπαιναν κι έβγαιναν, η 3η Σεπτέμβρη και κάποιο συμβόλαιο με το λαό διαρκώς ξεμάκραιναν και ξεθώριαζαν, αλλά το ΠΑΣΟΚ τις κρίσιμες ώρες ενωμένο και δυνατό ήταν εκεί, εδώ, παντού. Το ρήγμα κι οι αντιθέσεις εξαφανίζονταν μαγικά πίσω από τα υπουργικά γραφεία, μπροστά στις κορδέλες νέων έργων, κάτω από ιαχές και πλαστικές σημαίες, κάτω από τον εκθαμβωτικά ελκυστικό «πράσινο ήλιο».

Το ρήγμα πάντα όμως ήταν εκεί, μέσα. Όποιος δεν τρεφόταν με αυταπάτες ή απ' τον κρατικό κορβανά μπορούσε να διαισθανθεί την απειλή του. Όποιος δεν φορούσε παρωπίδες ή τη στολή του «πρασινοφρουρού» μπορούσε ν' ακούσει τους υπόκωφους τριγμούς του. Όποιος δεν ακολουθούσε τυφλά ή δεν ψήφιζε απ' ανάγκη μπορούσε να διακρίνει τις επιπτώσεις του. Όποιος συμμετείχε από ενδιαφέρον, αγάπη, ανιδιοτέλεια μπορούσε να ξεχωρίσει ξεκάθαρα τις ομάδες, τις φατρίες, τις σκοπιμότητες, τα συμφέροντα και τους τυχοδιωκτισμούς, που ανάλογα με τις περιστάσεις και τις συγκυρίες συντηρούσαν και βάθαιναν αυτό το ρήγμα.

Το ΠΑΣΟΚ «έπεσε» πρώτα από μέσα. Η αναζήτηση δεξιά κι αριστερά αιτίων και λόγων το μόνο που επιδιώκει είναι ν' αποπροσανατολίσει, να αποσιωπήσει και -για μια ακόμα φορά- να επιχειρήσει να κρύψει το βαθύ ρήγμα που το έχει καταπιεί. Μπορεί να υπάρχουν σφραγίδες, γραφεία, Πρόεδροι, στελέχη κι όργανα, μπορεί να υπάρχουν ακόμα και εν δυνάμει ψηφοφόροι, δεν υπάρχει όμως ομοψυχία, ενότητα, ηθικό έρμα και δυναμική πολιτικού λόγου. Έχει απαξιωθεί. Αυτές τις μέρες -τι τραγικά συμβολικό που συνέπεσε με τα σαράντα χρόνια- απώλεσε και τα τελευταία ψήγματα από τα προσχήματα του τελευταίου διαστήματος που λειτουργούσαν στοιχειωδώς συνεκτικά.

Δεν είναι θέμα ούτε του Παπανδρέου, ούτε του Βενιζέλου, δεν είναι θέμα ούτε προσωπικό, ούτε οικογενειακό, είναι υπόθεση βαθύτατα πολιτική, αφορά το μέλλον του τόπου, μας αφορά όλους. Έχουν χρέος, λοιπόν, όσοι εκ των πρωταγωνιστών αναφέρονται στο μέλλον της χώρας και του λαού, όσοι αγωνιούν για την τύχη της πατρίδας και την ευημερία των πολιτών, να επισπεύσουν τις επιλογές και τις αποφάσεις τους και ν' αφήσουν το «ΠΑΣΟΚ» στην ησυχία του, δεν τους ανήκει. Το «ΠΑΣΟΚ» ανήκει πλέον στην Ιστορία, ας το σεβαστούν κι ας μη διαγκωνίζονται ποιος θα το σπρώξει πιο βαθιά στο χρονοντούλαπό της.

Όσοι επέλεξαν ν' αντιπαλέψουν τη δεξιά ας το πράξουν κι εκείνοι που προσανατολίζονται προς τη δημοκρατική παράταξη ας επισπεύσουν, αλλά κι όποιοι άλλοι εκ των επωνύμων στελεχών του το σκέπτονται ή προβληματίζονται ας κάνουν τις επιλογές τους. Έχουν χρέος κι ευθύνη απέναντι σ' όλους όσους πίστεψαν και στήριξαν όλα αυτά τα χρόνια το ΠΑΣΟΚ, αλλά και στην ιστορική πολιτική του διαδρομή, έχουν χρέος απέναντι στον Ελληνικό λαό, να προτείνουν καθαρές λύσεις και να πάρουν ξεκάθαρες αποφάσεις.

Δεν είναι ούτε ντροπή, ούτε προδοσία. Είναι στάση ευθύνης, συνέπειας, ελπίδας και προοπτικής. Είναι προσφορά στη δημοκρατία και στους θεσμούς της. Είναι πράξη που κλείνει τους λογαριασμούς με το παρελθόν, κλείνει το εσωκομματικό ρήγμα κι ανοίγει μια νέα σελίδα στην πολιτική μας Ιστορία. Είναι πράξη που σηματοδοτεί την αφετηρία αναγέννησης και ανασύνταξης του δημοκρατικού προοδευτικού χώρου, του χώρου που σε όλες τις κρίσιμες καμπές της χώρας, στάθηκε αταλάντευτα προσηλωμένος στις ανάγκες ανάπτυξης και προκοπής της κοινωνίας και του λαού, στην ευημερία και την πρόοδο της πατρίδας. Είναι πράξη που φωτίζει το μέλλον.

Μπορούμε να κοιτάξουμε ψηλότερα απ' το ντεκολτέ της κυρίας Σόδη. Μας αξίζει και το δικαιούμαστε.

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Κάθισμα βαθύ.


Πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Οι ίδιοι και οι ίδιοι. Οι γνωστοί, οι κολλητοί, οι παρατρεχάμενοι. Χιλιάδες νέοι στην ανεργία, χιλιάδες νέοι στο δρόμο για το εξωτερικό κι οι «γνωστοί–άγνωστοι» των κομματικών διαδρόμων και των υπουργικών γραφείων ανακυκλώνονται από θέσεις συμβούλων σε θέσεις προέδρων κι από θέσεις μελών σε θέσεις εμπειρογνωμόνων.

Δεν είναι μόνο οι πολιτικές θέσεις των γενικών και ειδικών γραμματέων –που και γι’ αυτές χωράει πολύ συζήτησηοι οποίες εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να δικαιολογηθεί το κριτήριο της γνωριμίας και της εμπιστοσύνης. Ο «κακός χαμός» γίνεται με τις χιλιάδες έμμισθες κι αμειβόμενες θέσεις στα διοικητικά συμβούλια, στις επιτροπές και στα μυριάδες νομικά πρόσωπα κάθε λογής και μορφής που εξακολουθούν να υπάρχουν και ν’ απομυζούν σαν τα τσιμπούρια τον κρατικό προϋπολογισμό.

Πανεπιστημιακοί, συνταξιούχοι δικαστικοί και στρατιωτικοί, συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί και δικηγόροι ή μηχανικοί, ιδιωτικοί υπάλληλοι, κάθε λογής και ιδιότητας φυσικά πρόσωπα τοποθετούνται και τακτοποιούνται με το αζημίωτο σε θέσεις φορέων που με τον έναν ή τον άλλο  τρόπο εξαρτώνται από το δημόσιο και μεταπηδούν από  το ένα πόστο στο άλλο ανάλογα με την κυβέρνηση και τον αρμόδιο υπουργό.

Το «κράτος-λάφυρο», η βαριά κι ασήκωτη κληρονομιά της εποχής πριν τις δανειακές συμβάσεις και τα μνημόνια, αντί να ξελαφρώνει εξακολουθεί να ζει και να βασιλεύει στις μέρες μας, ρίχνοντας καθημερινά κουβάδες νερό, όχι στο κεφάλι κάποιου επώνυμου χάριν του «Ice Bucket Challenge», αλλά στο μύλο της αναξιοπιστίας και της αφερεγγυότητας του πολιτικού συστήματος.

Το κράτος που αλλάζει, που κλείνει και συγχωνεύει οργανισμούς, που απολύει, που θέτει σε διαθεσιμότητα, που αναδιοργανώνεται, που…, που…, εξακολουθεί να επιλέγει τις διοικήσεις και τα πρόσωπα από την ίδια «δεξαμενή», από τους ίδιους πελατειακούς «φίλους», αδιαφορώντας προκλητικά, αν υπάρχουν άξιοι νέοι επιστήμονες, έμπειροι managers, που με τις αμοιβές και τις αποζημιώσεις που προβλέπονται –ακόμα και τώρα μέσα στην οικονομική κρίση– θα μπορούσαν να επιλεγούν με διαγωνισμό ανάλογα με τη θέση και να ξεφύγουν από το ταμείο ανεργίας, την υποααπασχόληση ή τον ξεριζωμό.

Είναι άραγε αναντικατάστατοι και δυσαναπλήρωτοι για τις δημόσιες θέσεις τόσοι υπερήλικες συνταξιούχοι, ώστε είναι αδύνατον άλλοι νεότεροι, με φρέσκες γνώσεις και σύγχρονες αντιλήψεις και ιδέες για το αντικείμενο, να τοποθετηθούν και να καλύψουν τις κρατικές ανάγκες σε επιτροπές και διοικητικά συμβούλια;

Είναι δίκαιο, κάποιοι να συμπληρώνουν με χίλια δυο επιδόματα κι αποζημιώσεις από συμβούλια κι επιτροπές την ούτως ή άλλως παχυλή –ακόμα και με τα δεδομένα της εποχής– σύνταξή τους, όταν χιλιάδες άλλοι εξίσου ή και περισσότερο κατάλληλοι, με προσόντα, δεν έχουν κάν έναν μισθό για να συντηρηθούν;

Οι αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις, για να πείθουν και να κερδίζουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας και των πολιτών, ξεκινούν από τα αυτονόητα, τα απλά, αυτά που σηματοδοτούν ταυτόχρονα, ότι υπάρχει η βούληση για αλλαγές κι ανατροπές, αυτά που δημιουργούν τη βάσιμη ελπίδα ότι, επιτέλους, οι σκοπιμότητες κι οι βολικές λύσεις, οι πρακτικές του παρελθόντος περνάνε σιγά – σιγά όντως στο παρελθόν.

Σε αντίθετη περίπτωση, η ανακύκλωση της ιδιοκτησιακής λογικής για το κράτος, η εξακολούθηση της πεπατημένης και του ρουσφετιού, εμποδίζει την ανάπτυξη αισθήματος εμπιστοσύνης και δικαιοσύνης μεταξύ κυβέρνησης και πολιτών.

Ταυτόχρονα, υπονομεύεται στην πράξη η επιχειρούμενη καλλιέργεια κλίματος αισιοδοξίας για τις δυνατότητες και την προοπτική υπέρβασης της κρίσης, ματαιώνεται η απαραίτητη δημιουργική συλλογική προσπάθεια και διαιωνίζεται η απογοήτευση, η οργή και η ανασφάλεια της κοινωνίας, που οδηγεί τελικά στην συλλήβδην απόρριψη της πολιτικής από τους πολίτες, με όποιες δυσάρεστες συνέπειες εξαιτίας αυτού προκαλούνται.