Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Το κόμμα του Γιώργου κι οι λαχανοντολμάδες.


Στο τραπέζι. Πού αλλού γίνονται χρονιάρες μέρες οι καλύτερες συζητήσεις; Εξάλλου, το ‘χει κι η οικογενειακή παράδοση. Από τα παιδικά μας χρόνια γύρω απ’ ένα τραπέζι, πότε στο Περιστέρι, πότε στην Παλατιανή στα Λιόσια –‘Ιλιον πλέον– κι αργότερα στην Αριστομένους, εξελίσσονταν μεταξύ πατεράδων, θείων και παππούδων οι πιο σκληρές συζητήσεις κι αντιπαραθέσεις. Για τι άλλο; Για τα πολιτικά.

Μετά το μιλένιουμ μόνο, στα χρόνια του ευρώ και της «θωρακισμένης οικονομίας» –αποφεύγω τεχνηέντως την τετριμμένη πια λέξη «ευμάρεια»– οι συζητήσεις γίνανε λίγο - πολύ νερόβραστες. Πληθύνανε τα καλούδια κι οι μεζέδες, τα κρεατικά άφθονα κι οι οίνοι εύφραιναν τις καρδιές, αλλά οι συζητήσεις δεν ξεστράτιζαν συχνά, όπως πριν, κατά πολιτική μεριά. Κάτι η τηλεόραση, κάτι τα ριάλιτι και το λάιφ στάιλ, κάτι τα παιδιά μας –πλέον– μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον.

Στο τραπέζι, λοιπόν, το Χριστουγεννιάτικο θυμηθήκαμε –ξαδέρφια τα περισσότερα πια και κάποιοι καλοί φίλοι– πως πρέπει να εκλεγεί πρόεδρος για να μην γίνουν εκλογές. Όλοι συμφωνούσαν, παρά τις επιμέρους επιφυλάξεις και διαφωνίες, ότι η μη εκλογή προέδρου δεν θα πρόσφερε κάτι άλλο, από το να συνεχιστεί η αστάθεια, η αβεβαιότητα, τα προβλήματα. Κι ενώ –ω του θαύματος– οι σύμφωνες απόψεις πλειοψηφούσαν κι οι διαπιστώσεις ήταν συντονισμένες –ανάμεσα στην πιατέλα με τους λαχανοντολμάδες και το μπολ με την τυροκαυτερή– στους άστοχους ελιγμούς του Σαμαρά και στη βεβαιότητα ότι κι ο ΣΥΡΙΖΑ θ’ αναγκαστεί να κινηθεί στην ίδια γραμμή, μια φωνή ακούστηκε στ’ αριστερά μου –απ’ το ξάφνιασμα δεν κατάλαβα αν ήταν ο εικοσιπεντάχρονος ανιψιός μου ο Φοίβος ή η ξαδέρφη μου η Αλίκη που κάνει το δεύτερο χρόνο των μεταπτυχιακών της στην Κολωνία– να λέει μ’ αποφασιστικότητα: «Εγώ θα ψηφίσω τον Γιώργο αν κάνει κόμμα». 

Μάταια ο θείος Σπύρος –διαβλέποντας τα επακόλουθα ίσως– ύψωσε κείνη τη στιγμή το ποτήρι του αναφωνώντας; «‘Αντε, στην υγεία μας, ρε παιδιά». Ούτε η χρονιάρα μέρα, ούτε τα προσχήματα εμπόδισαν τη γιορταστική συναίνεση να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Τα «σεις» και τα «σας» πήγαν περίπατο –μαζί κι ένα πιρούνι που έπεσε στο χαλί κι η μπουκιά του μελομένου χοιρινού έκανε έναν λεκέ «να». Όλοι εκείνοι που πριν λίγο συμφωνούσαν για τ’ αυτονόητα, εκείνοι που μοιράζονταν προβληματισμούς για το τι μπορεί να γίνει να πάνε τα πράγματα καλύτερα, εκείνοι που πίστευαν στη δύναμη της συμφωνίας, της συνεργασίας και της ομαδικής προσπάθειας, άρπαξαν τα νταούλια και τους ζουρνάδες –σαν αυτά που θα βαρά ο Τσίπρας για να χορεύουν οι αγορές, θα έλεγα– και έσυραν μαζικά τον προεκλογικό χορό.

Ο Μιχάλης –αυτοδημιούργητος εργολάβος– θυμήθηκε το πρώτο μνημόνιο, το Καστελόριζο και την «πλατεία» και τοποθετήθηκε αταλάντευτα στη γραμμή Τέρενς Κουϊκ – Παύλου Χαϊκάλη. Μαζί του συμφωνούσε κι η Γιωργία με το Μήτσο –συνταξιούχο εργοδηγό του ΟΤΕ. Η θεία Μαρία –σύζυγος του θείου Σπύρου– πρώην τραπεζοκόμος και νυν συνταξιούχος του δημοσίου– δήλωσε με βραχνή απ’ το κάπνισμα φωνή, ότι αν ο Γιώργος κάνει κόμμα, θα ‘ναι σα να σκοτώνει τον πατέρα του κι ότι το ΠΑΣΟΚ δεν διχοτομείται, ούτε μοιράζεται. [Ο θείος Σπύρος μου φάνηκε σαν να συγκατένευσε μ’ ένα απροσδιόριστο νεύμα ή απλώς και μόνο  απολάμβανε τον λευκό ξηρό που ήταν ομολογουμένως εξαιρετικός].

Η Γιωργία κι ο Τάκης –το ξέραμε από τότε που κουρεύτηκαν τα ομόλογά τους– θα ψήφιζαν ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο κι η Μαρία με τον οδοντοτεχνίτη σύζυγό της, τον Χρήστο, επειδή είχαν κάτι κόκκινα δάνεια στην Εθνική. Σιωπηλά, αλλά ήταν κοινό μυστικό προς τα ‘κει όδευε κι Ματίνα μετά την απόλυσή της από τη βιοτεχνία που έκλεισε. Ο Αργύρης πίστευε, δειλά μεν αλλά αρκούντως σθεναρά, ότι ο Σαμαράς με το Βενιζέλο έπρεπε να μείνουν για να ολοκληρώσουν το κυβερνητικό τους έργο. Το ίδιο υποστήριζε –περισσότερο διακριτικά θα έλεγα– κι ο γιατρός της παρέας, ο κύριος Γιάννης. Η σιωπή του θείου Χαράλαμπου –όχι εκείνου του πεθαμένου της διαφήμισης– από πολλούς πέρασε απαρατήρητη, αλλά εγώ –επειδή βρισκόμαστε και τα λέμε συχνά με το θείο που και τετρακόσια τα ‘χει και στον εμφύλιο έχει πολεμήσει– κατάλαβα ότι ή ΚΚΕ ετοιμάζει ή καμιά βόλτα στο καφενείο την Κυριακή των –όποτε κι αν γίνουν– εκλογών.

Μέσα στην άψα της συζήτησης, όχι μόνο οι λαχανοντολμάδες έμειναν και τους τρώω τρεις μέρες τώρα, αλλά κι η μισή γέμιση της γαλοπούλας, τρεις μερίδες χοιρινό, μια πιατέλα παστουρμάς, σχεδόν τα μισά τυριά, κάτι παγωμένα κομμάτια λουκάνικο, η τυροκαυτερή –όντως είχε μια δόση παραπανίσια πιπεριά– κι οι περισσότερες μπύρες στο ψυγείο.

Στο τραπέζι, λοιπόν, το Χριστουγεννιάτικο άρχισε ο ενδοοικογενειακός προεκλογικός αγώνας μεταξύ συγγενών και φίλων, που το 2009 –κι όχι ασφαλώς μόνοκαι μπροστά και πίσω απ’ το παραβάν είχανε ψηφίσει ΠΑΣΟΚ με αρχηγό τον Γιώργο Παπανδρέου. Την Πρωτοχρονιά, όταν όλοι μαζί ξαναβρεθούμε στο ίδιο τραπέζι, ίσως μάθω –εκτός από το σε ποιο κομμάτι «θα πέσει» το φλουρί– και πόσα κομμάτια μπορούν να γίνουν οι παλιοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, που το μόνο που καταφέρνει μ’ επιτυχία μέχρι στιγμής είναι απλώς να «είναι εδώ».

Καλή Πρωτοχρονιά. 

[Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Μόνο τα Χριστούγεννα κι οι λαχανοντολμάδες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Προφανώς και το κόμμα του Γιώργου].

Photo: BANK WARS

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Πρόεδρος και κομματικό συμφέρον.


Επιτέλους! Με τα καμώματα κομμάτων και βουλευτών ο θεσμός του προέδρου απόχτησε το ενδιαφέρον και τη δημοσιότητα που θα του ταίριαζαν. Ευτυχώς που υπάρχει αυτή η ένταση κι αυτός ο πρωτοφανής θόρυβος μεταξύ των αντιπροσώπων του λαού στη Βουλή, ώστε, όχι μόνο η εγχώρια, αλλά ακόμα κι η παγκόσμια κοινή γνώμη να εκδηλώσει το ζωηρό της ενδιαφέρον για τον κορυφαίο θεσμό του κράτος, την εκλογή του Έλληνα προέδρου, αλλά και για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα.

Ευτυχώς γιατί ο θεσμός είκοσι τόσα χρόνια, δυο φορές Στεφανόπουλος και δυο Παπούλιας μας είχε ξενερώσει. Από την εποχή της «ψήφου Αλευρά» –αν δεν με απατά η μνήμη μου– είχαμε να ζήσουμε τόση ένταση και τόσο έντονη κομματική αντιπαράθεση. Μάλιστα, στις μέρες μας, με τόσους πολλούς «ανεξάρτητους» βουλευτές η εκλογή έχει προσλάβει κι έναν υστερικό τρόπον τινά χαρακτήρα για το πώς και το αν θα ψηφίσουν τον προτεινόμενο υποψήφιο. Καθημερινά, ενόψει των ψηφοφοριών, ειδικά δε της τρίτης –και φαρμακερής– διατυπώνονται απίστευτες κι απίθανες δηλώσεις, που σε πολλές περιπτώσεις γελοιοποιούν κι αυτούς που τις εκφράζουν, αλλά και τον ίδιο το θεσμό.

Οι μέχρι σήμερα εξελίξεις, αποτελούν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για να διαπιστωθεί, για μια ακόμα φορά, το πόσο ρηχοί είναι οι θεσμοί στη χώρα μας. Πόσο υποβαθμισμένος και θεσμικά ανίσχυρος είναι ο κορυφαίος θεσμός του κράτους, που καθιερώθηκε μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών και την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος, στο Σύνταγμα της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, αποτελεί ευκαιρία για να διαπιστωθεί και πάλι, για μια ακόμη φορά επίσης, πόσο ανώριμα και καιροσκοπικά λειτουργούν και συμπεριφέρονται τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, ο έτερος εκ των κορυφαίων θεσμών της αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας.

Το κλίμα ακραίας πόλωσης μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ που τεχνηέντως δημιουργείται κι η οξύτατη αντιπαράθεση που εξελίσσεται με φόντο την οικονομική κρίση, δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο για ακόμα μια φορά τα τελευταία χρόνια την πολιτική ατμόσφαιρα, απογοητεύει κι αποθαρρύνει τους πολίτες, ενώ ταυτόχρονα, ενδυναμώνει την ύπουλη κι ακραία επιχειρηματολογία για τις αδυναμίες και τ’ αδιέξοδα του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ο διάχυτος φόβος που ενσπείρεται στην κοινωνία, επιτείνει τα ούτως ή άλλως υφιστάμενα προβλήματα σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο κι εμπεδώνει ένα κλίμα ματαιότητας κι απαισιοδοξίας για το μέλλον και τις προοπτικές της χώρας. Η κορύφωση της δραματοποιημένης αφήγησης –για να χρησιμοποιήσουμε και μια προσφιλή λέξη του αντιπροέδρου της κυβέρνησης– για τις καταστροφικές συνέπειες στο ενδεχόμενο της μη εκλογής και της προσφυγής στις κάλπες, αγγίζει τόσο ακραίες μορφές, που, στην περίπτωση τελικώς των εκλογών, είναι πολύ πιθανόν να δημιουργήσουν εντελώς αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αντανακλαστικά στο εκλογικό σώμα.

Όπως και να ‘χει, ανεξάρτητα από το αν θα παραμείνει και στις τρεις ψηφοφορίες υποψήφιος ο Σταύρος Δήμας –«χλωμή» κι υποτονική κομματική επιλογή– αλλά και παρά τις μέχρι την τρίτη καθοριστική ψηφοφορία ατάκες και δηλώσεις που θ’ ακουστούν, πρόεδρος απ’ αυτή τη Βουλή εκτιμώ ότι θα εκλεγεί. Αδυνατώ να φανταστώ τον τρόπο ή τη μεθόδευση που θ’ ακολουθηθεί –τα σενάρια ανατρέπονται κι αλλάζουν ανά ώρα– αλλά το γεγονός και μόνο, ότι αμέσως μετά την ολοκλήρωση της προεδρικής εκλογής αναμένουν στις Βρυξέλλες για υπογραφή οι νέες συμφωνίες με τους όρους συνέχισης της χρηματοδότησης –και ασφαλώς της επιτήρησης των οικονομικών του κράτους– δημιουργούν την πεποίθηση, ότι περισσότερο διευκολύνει όλους η μη προσφυγή τούτη τη χρονική στιγμή στις κάλπες.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη, ότι το κυβερνητικό σχήμα που θα κληθεί να επωμιστεί το επώδυνο αυτό έργο, θα έχει την ίδια μορφή με τη σημερινή συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας – ΠΑΣΟΚ. Ίσως εκείνη η κυβέρνηση να μην είναι «ειδικού σκοπού», αλλά οι περιστάσεις που θα χειριστεί ασφαλώς και θα είναι, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Παράλληλα, οι κυοφορούμενες εξελίξεις σ’ όλο το φάσμα του κομματικού συστήματος, με ιδιαίτερη ένταση μάλιστα στο ρευστό κεντρώο χώρο μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ, πιέζουν για την παράταση του βίου αυτής της Βουλής, ώστε να υπάρξει ο αναγκαίος χρόνος για να διαμορφωθεί κι αποσαφηνιστεί μέχρι τις επόμενες εκλογές –που αυτές σίγουρα θα είναι πρόωρες– το κομματικό τοπίο.

Προς δόξαν των θεσμών, λοιπόν –που διατηρούνται διαχρονικά ρηχοί– η χώρα θ’ αποκτήσει όπως - όπως πρόεδρο, ενώ και το κομματικό τοπίο θ’ αναδιαταχθεί άρον - άρον εκ των ενόντων, επιβεβαιώνοντας με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ότι στην Ελλάδα ο ισχυρότερος –και μακροβιότερος– «θεσμός» παραμένει το κομματικό συμφέρον. Αυτό συντηρεί, αυτό κατευθύνει, αυτό συναρπάζει, αυτό καθορίζει τη συμφωνία ή τη διαφωνία. Αυτό, γιατί διαχρονικά ταυτίζεται απόλυτα με το γενικό ή το δημόσιο.

Η ενδυνάμωση των θεσμών μπορεί να περιμένει μέχρι την επόμενη αναθεώρηση. Τελεία.

Photo: ANATROPHONLINE.GR

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Ο ξένος χρόνος.


Ζούμε σ’ ένα παρελθόν που επαναλαμβάνεται. Σε πείσμα των ημερολόγιων, της χειμερινής ώρας, της Πρωτοχρονιάς, της κλιματικής αλλαγής κι όλων των άλλων αλλαγών που συμβαίνουν στον κόσμο, στον ομφαλό της γης και για τον περιούσιο λαό της Ελλάδας ο μήνας δεν έχει πάντα μόνο εννιά, αλλά κι ο χρόνος ο ίδιος αποκτά σχετική μόνο χρησιμότητα και σημασία. Ίσως να είναι αυτός, ο πιο «ξένος» απ’ τους «ξένους».

Κάθε μέρα βρίσκει μιαν ευθεία αναφορά και συσχέτιση με κάποιαν μέρα του παρελθόντος, κάθε εποχή ταυτίζεται και με κάποιαν προηγούμενη, που ανασύρεται κι αναπαράγεται, θαρρείς, από ένα ανεξάντλητο αρχείο γεγονότων, περιστάσεων, συμβάντων. Συμπεριφορές, λόγια, καταστάσεις κι εξελίξεις βρίσκονται, λες, κάπου τυποποιημένα κι έτοιμα προς χρήση ανάλογα με τις συνθήκες και τις συγκυρίες.

Όσα συμβαίνουν μας αφορούν στο βαθμό που επηρεάζουν μιαν καθημερινότητα που κινείται από το σπίτι στο καφενείο ή σέρνει τα βήματά της από τον καναπέ στο λαπ-τοπ. Ούτε οι καθρέφτες, στο μπάνιο ή σε κανένα λίβινγκ ρουμ, μπορούν ν’ απεικονίσουν ακριβώς το είδωλό μας, να αφυπνίσουν συνειδήσεις, να ταρακουνήσουν από μια υποψία ρυτίδας έστω ή από ένα φευγαλέο βλέμμα. Τίποτα, προσπερνάμε ακάθεκτοι κι αδιάφοροι, η φιλαυτία κι η φιλαρέσκεια καδραρισμένη σε περίοπτη θέση. Στο σαλόνι, δίπλα στα παράσημα και τα κειμήλια.

Στη σειρά της ζωής συνηθίσαμε σαν λαός να περιμένουμε γκρινιάζοντας με ανυπομονησία σε διάφορες ουρές για πράγματα που απλώς παρατηρούμε πιστεύοντας πως άλλοι οφείλουν να σχεδιάσουν, ν’ αποφασίσουν, να κάνουν. Εμείς απλώς στεκόμαστε, σαν κυρίαρχος –και περιούσιος πάντα– λαός, με το παμπόνηρο βλέμμα μας πότε να καρφώνεται και πότε να στριφογυρίζει περίεργο και καχύποπτο αναζητώντας αφορμή, να επικρίνουμε, να καταγγείλουμε, ν’ απορρίψουμε κάθε τι που αντιτίθεται, διαφοροποιείται, αντιστέκεται στην επικρατούσα αντίληψη, στην κυριαρχούσα κουλτούρα, στη γενικευμένη άποψη. Διακρίνουμε με τη μία συνωμοσίες, συναλλαγές και σκευωρίες, ξεχωρίζουμε από μίλια μακριά εχθρούς, εφιάλτες και προδότες, αντιλαμβανόμαστε στο τσακ μπαμ υπεύθυνους, συμφέροντα και κυκλώματα.

Έτσι, λοιπόν, εκ του ασφαλούς, απ’ την θέση μας σαν κυρίαρχοι, πιστεύουμε ότι είμαστε σε θέση να τα ξέρουμε όλα, εκτός από τα «πώς» και τα «γιατί», ξέρουμε και το «τι μας βρήκε», «τι μας ξημερώνει», αλλά και το «τι μας περιμένει». Ξέρουμε τους αρμόδιους, αλλά και τους συνήθεις ύποπτους. Ξέρουμε τους υπεύθυνους. Ως εκ τούτου, ξέρουμε ότι δεν συντρέχει λόγος εμείς, όντες ανεύθυνοι, να κάνουμε κάτι περισσότερο απ' το να παρατηρούμε. Δεν χρειάζεται π.χ. να ψάξουμε παραπάνω, ν’ αναζητήσουμε, να μάθουμε, ν’ αλλάξουμε, να διορθώσουμε, να δράσουμε. Άλλοι θα κάνουν τη δουλειά για μας. Εμείς είμαστε ασφαλείς κι απρόσωποι, σιωπηλή απλώς πλειοψηφία. Κριτές. Σοφή η επινόηση των αρχαίων μας προγόνων οι εκλογές.

Σοφή –σοφότερη ίσως– επινόηση κι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Διευκολύνει. Εξυπηρετεί την ακινησία, τη στασιμότητα, την αδράνεια. Είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για τη λήθη, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που το θεσμικό τέλμα ή κάποια κρίση, οικονομική, πολιτική ή, έστω, νευρική, συνθλίβουν κι απονεκρώνουν πλήρως κάθε διάθεση κι ενδιαφέρον ακόμα και για την παρακολούθηση απλώς και μόνο γεγονότων, προσώπων, εξελίξεων. Όταν «λειτουργεί» η δημοκρατία –αυτό διαπιστώνεται παραδοσιακά, όταν μπορεί καθένας να την υβρίζει, να την παραβιάζει, να την εκμεταλλεύεται, να την λοιδορεί– όλες οι εκδοχές αποτελούν ένα εν δυνάμει πιθανό αποτέλεσμα. Όλα «παίζονται», δεν υπάρχουν –κατά την κρατούσα άποψη– αδιέξοδα.

Στις εποχές του μνημονίου, που διαδέχτηκαν εκείνες των παχιών αγελάδων, τα μόνα που διατηρήθηκαν παχιά είναι τα λόγια. Επίσης, το λίπος της παραοικονομίας δεν λέει να διαλυθεί με τίποτα όσο κι αν κάθε Σαββατοκύριακο οι ψησταριές στη Βάρη και στη Χασιά καίνε το κάρβουνο με το τσουβάλι. Η ανθρωπιστική κρίση είναι ένας λόγος ν’ αποφευχθούν –εν αντιθέσει με τ’ άλλα μέτρα περιορισμού– μεταρρυθμίσεις κι η κυβέρνηση –με τις πλειοψηφίες της ισχνές και κατακερματισμένες– ποντάρει μόνο στη σταθερότητα της ακινησίας, πιστή στην αντίληψη, ότι «ουδέν σταθερότερον της πεπατημένης» του παρελθόντος, βεβαίως. Συμβαίνει, βέβαια, αυτό να είναι σχεδόν πάντα «βεβαρυμένο», αλλά –όπως προείπαμε– ας είν’ καλά η ακινησία, η στασιμότητα κι η αδράνεια, που υποβοηθούν τη λήθη.

Η λήθη, απ’ την άλλη, διευκολύνει και τα φιλόδοξα σχέδια των αντιπολιτευόμενων, στο να προσαρμόζουν το παρόν στα μέτρα τους –με το μέτρο και τις επιθυμίες του λαού πάντα υπόψη– αλλά και για να χρησιμοποιούν, όχι μόνο ορολογία και συνθήματα του παρελθόντος, αλλά και πρόσωπα και μεθόδους και πρακτικές. Με την αδιαλαξία καρφωμένη στο βλέμμα και την αλαζονία υψωμένη στον δείκτη, βαδίζουν πατώντας στα σίγουρα λόγια την άλλη, βέβαια, «πεπατημένη».

Ατενίζουμε, λοιπόν, όλοι τον νέο χρόνο, τις επερχόμενες εξελίξεις, το αύριο, με το δέον των εκλογών να υφέρπει. Πανέτοιμοι, σαν από καιρό θωρακισμένοι με τις αγκυλώσεις και τις αδιαλλαξίες μας και πάνοπλοι με τα διδάγματα του παρελθόντος, που –αν κι αυθαίρετα κι αλληλοσυγκρουόμενα κι αμφίβολα– μας κατευθύνουν απερίσπαστους κατά ομάδες και διαιρεμένους σε αγέλες για να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη, τα ίδια αποτελέσματα, τις ίδιες διαψεύσεις, τις ίδιες απογοητεύσεις. Το ίδιο παρελθόν να ζήσουμε, περιστρέφοντας και πάλι τη ζωή μας γύρω από τις ίδιες αιτίες, τις ίδιες δικαιολογίες, τις ίδιες διαψευσμένες προσδοκίες.

Η ματαίωση, για μια ακόμα φορά, να γίνει ένα βήμα αποθέωσης του παρελθόντος και των οπαδών του, δεν θα είναι τούτη τη φορά άλλη μια σπείρα στις ελικοειδείς μας ανακυκλώσεις και στις πολιτικές μας ταλαντώσεις, μεταξύ καλού και κακού, άσπρου - μαύρου, δεξιά ή αριστερά. Δεν θα 'ναι απλώς άλλη μια επανάληψη, άλλη μια από τα ίδια. Τα μέχρι τώρα συνηθισμένα «τα ίδια και τα ίδια», όσο κι αν ο καθρέφτης δεν το δείχνει αυτή την ώρα, είναι γιατί με πείσμα αποφεύγουμε να του ρίξουμε ένα βλέμμα. Είναι γιατί κρυβόμαστε στα ψέμματα, στα διλήμματα, στου φόβου κάτω τη σκιά.

Ειδ’ άλλως, αν σηκωνόμασταν, αν το τολμούσαμε, τα αυτονόητα μελλούμενα θα βλέπαμε ξεκάθαρα –όπως κάποιες αμόρφωτες γιαγιάδες στο φλιτζάνι– που προμηνύουν, πως αν από το παρελθόν τους δεσμούς μας και τώρα δεν διαρρήξουμε, αν τώρα δε συνεργαστούμε, αν τώρα δεν προχωρήσουμε μονιασμένοι λιγάκι παρακάτω, ήρθε η ώρα αυτός ο χρόνος που σε λίγες μέρες έρχεται, αυτός που τον λογίζαμε μετρώντας τον για «ξένο», ξένους εμάς να κάνει να αισθανόμαστε και ερημίτες μέσα στην ίδια μας τη χώρα.

Photo: Nesta

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Πληγωμένη Αθήνα.


Είναι πληγωμένη αυτή η πόλη. Οι άνθρωποί της είναι πληγωμένοι. Όσοι έχουν μείνει πια από 'κείνους. Εκείνοι που αντιστέκονται, εκείνοι που επιμένουν, εκείνοι που δεν μπορούν, εκείνοι που δεν θέλουν. Πληγωμένοι είναι κι οι νιόφερτοι. Εκείνοι που κυνηγήθηκαν, εκείνοι που απειλήθηκαν, εκείνοι που ξεσπιτώθηκαν, εκείνοι που τα κατάφεραν. Πληγωμένοι κι εκείνοι που η αγάπη φέρνει τα βήματά τους δίπλα της.

Πληγωμένα είναι τα χρόνια κι οι μέρες που τη βρήκαν. Μια μεγάλη πληγή στην καρδιά της. Μικρές πληγές, αμυχές και μώλωπες σε όλες της τις γειτονιές. Υπόγεια που στενάζουν από στοίβες ψυχών που αναστενάζουν. Γκαρσονιέρες και δυάρια του μεροκάματου, του μαύρου χρήματος, της κούρασης και του πόνου, του ποδαρόδρομου και της αναμονής. Ρετιρέ και τριάρια του παρκέ, της κλειδαριάς ασφαλείας, της μοναξιάς.

Οι τοίχοι γράφουν την ιστορία της. Λίγοι τη διαβάζουν, λιγότεροι την καταλαβαίνουν. Οι πολλοί περνούν απ' αλλού. Τα παλιά, τα «νεοκλασικά» βαρέθηκαν πια κι αφέθηκαν στου χρόνου τη λησμονιά -όσα ακόμα απομένουν. Βαρέθηκαν και τα μπακάλικα, τα μανάβικα κι οι φούρνοι αποτραβήχτηκαν. Οι νεωτερισμοί ξεχάστηκαν μπροστά στις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων και στα λαμπιόνια που φωτίζουν τα μελαγχολικά της βράδια.

Κάθε της δρόμος μια χαρακιά στη μέρα, κάθε στενό μια μαχαιριά στη νύχτα. Δρόμοι της ξενιτιάς, του φόβου, του πουθενά. Πλατείες της θλίψης, του άγνωστου, του τίποτα. Άνθρωποι, ιστορίες, ζωές. Ένα κουβάρι πληγές, φόβοι και συναισθήματα. Αγάπη, μίσος, θυμός, ελπίδα. Χρώματα κι αποχρώσεις, φωνές και λαλιές άγνωστες, ξένες, ανακατεμένα με μυρωδιές παράξενες κάτω απ' τ' ακροκέραμα, παραδίπλα απ' την τσίκνα του ντονέρ. Η βία δένει κόμπο τις καρδιές, κλείνει το μάτι σ' όλους τους φασισμούς.

Πλατεία Αμερικής και Κυψέλη, Πλατεία Κυριακού κι Αριστοτέλους, Άγιος Παντελεήμονας, Άγιος Μελέτης, Άγιος Παύλος. Άγιος Λουκάς. Πατήσια. Πώς έχει κρυφτεί τόσο μίσος και τόση απελπισία; Πώς χώρεσαν εκεί που ο έρωτας για τη ζωή έκρυβε μόνο τα φιλιά του σε ραντεβού κρυφά, μα φεγγαρόλουστα, που μύρωνε το γιασεμί ή κάποιο αγιόκλημα;

Σταδίου, Αιόλου, Ευαγγελιστρίας. Πλατεία Ομονοίας, Λαυρίου, Βάθη, Κουμουνδούρου, Εξαρχείων. Χαυτεία, Πανεπιστημίου, Σύνταγμα. Σε ποια σκοτάδια μέσ' στις κραυγές και στους καπνούς κρύφτηκαν εκείνα τα Χριστούγεννα; Εκεί που ο Λαμπρόπουλος, το Μινιόν, οι Αγιοβασίληδες, είχαν κρυμμένα τα γιορτινά παιχνίδια μας και κάποιες φορές και κάποια ολοκαίνουργια μποτάκια;

Δεν της ταιριάζει η θλίψη αυτής της πόλης. Δεν της ταιριάζει αυτή η ασχήμια, η ερημιά. Δεν της ταιριάζει η βία. Η νοσταλγία όμως δε γιατρεύει τις πληγές της, ούτε γλυκαίνει τον πόνο, το θυμό, τη μοναξιά ή την απελπισία που κυλά στους δρόμους της. Η κατανόηση κι η συμπόνια ταιριάζουν στους ανήμπορους κι αυτή η πληγωμένη πόλη, ούτε ανήμπορη είναι, ούτε μόνη. Οι πληγές που το κορμί της τυραννάνε από αδιάφορους διαβάτες δεν γιατρεύονται, ούτε περαστικούς αγνώστους συγκινούν. Ούτε από υποχρέωση αρμοδίων, ούτε κι από «κονδύλια» αναρμόδιων. Οι πληγές δεν κλείνουν με το φόβο πάνω στο φόβο, ούτε με το σκοτάδι πάνω στο σκοτάδι. Κλείνουν με έργα ανθρώπων. Με δουλειά πολύ, μεράκι, αφοσίωση και γνώση.

Αυτή η πόλη, αυτό που θέλει -όπως το νιώθω τούτη την ώρα εγώ τουλάχιστον- είναι να την αφήσουν ήσυχη. Αν την αγαπούν να την αφήσουν επιτέλους να γαληνέψει. Αυτή μπορεί να τα βρει με τους ανθρώπους της. Αυτούς που αντιστέκονται, αυτούς που επιμένουν, αυτούς που δεν μπορούν, αυτούς που δεν θέλουν να φύγουν. Αλλά, κι αυτούς που κυνηγήθηκαν, αυτούς που απειλήθηκαν, αυτούς που ξεσπιτώθηκαν, αυτούς που τα κατάφεραν να μείνουν. Μαζί τους μπορεί -και μια χαρά μάλιστα- να τα καταφέρει. Να συνεννοηθεί, να καταλαγιάσουν οι φόβοι, να διαλυθούν οι καπνοί, να φωτιστούν και πάλι οι δρόμοι με χαμόγελα, να γεμίσουν οι πλατείες με παιδικές πολύχρωμες φωνές, με έρωτες.

Σ' αυτή την πόλη, που πρώτα θα σεβαστούμε τις επιθυμίες της δείχνοντας αγάπη και δεν θα την ξανακάνουμε θύμα τής βίαιης βουλιμίας μας για όλα, μπορεί να ξανάρθουν τα Χριστούγεννα. Εκείνα τα Χριστούγεννα, που μπορεί να μην είναι ονειρικά και λαμπιόνια ή μποτάκια να μην φέρνουν, αλλά να έχουν ανθρωπιά, γαλήνη ψυχής και μια αγκαλιά ανοιχτή για όλους, ακόμα και για 'κείνους που η ζωή δεν τους χαρίστηκε, στα πληγωμένα χρόνια που μας βρήκαν, να έχουν μια ζεστή γωνιά, αγαπημένους δίπλα, σιγουριά και μία πόλη φιλόξενη και γιορτινή σαν την Αθήνα.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Η κυβέρνηση εξαντλεί τις δυνατότητές της.


«Η Ελλάδα εξαντλεί τις δυνατότητές της». Υπάρχει κάποιος που διαφωνεί σ’ αυτή τη διαπίστωση; Τουναντίον, πολλοί θα βρεθούν να υποστηρίξουν, ότι «προ πολλού τις έχει εξαντλήσει». Δεν θα ‘χουν άδικο.

Από τη στιγμή που άρχισαν να λαμβάνονται μέτρα για τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας, έχουν προκληθεί τόσες πολλές διαδοχικές ανατροπές στη λειτουργία της οικονομίας του κράτους και των νοικοκυριών, που όμοιές τους δεν είχε ξαναγνωρίσει η κοινωνία μας. Το γεγονός, μάλιστα, ότι οι αλλαγές αυτές επήλθαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και με βίαιο τρόπο, είχε σαν αποτέλεσμα, πέραν της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης, να προκαλέσει και σοβαρές επιπτώσεις στη συνοχή της ίδιας της κοινωνίας.

Σήμερα, τέσσερα χρόνια και πλέον σε καθεστώς χρεοκοπίας, επιτήρησης και μνημονίων, βιώνουμε για μια ακόμα φορά με την ίδια ένταση μια πράξη ενός έργου που επαναλαμβάνεται μονότονα κάθε φορά που οι εκπρόσωποι των δανειστών πραγματοποιούν αξιολόγηση των αποτελεσμάτων μιας περιόδου του προγράμματος. Κάθε φορά επαναλαμβάνονται απαράλλαχτα τα ίδια για τις «σκληρές διαπραγματεύσεις». Κάθε φορά ακούγονταν τα ίδια στερεότυπα για «κόκκινες γραμμές». Κάθε φορά η ίδια επίκληση για την ανάγκη πολιτικής λύσης. Κάθε φορά –το έχουμε μάθει πια– ο επίλογος αυτής της επώδυνης διαδικασίας γράφεται με τον ίδιο δραματικό τρόπο από επιπλέον οριζόντιες περικοπές κι επιβαρύνσεις.

Η χώρα έχει θιγεί καίρια, εξαιτίας της αφερεγγυότητας και της αναξιοπιστίας των στοιχείων που εμφάνιζε επί σειρά ετών προ του 2009 έναντι των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυβέρνηση έχει διαψευσθεί κατ’ επανάληψη στις διαβεβαιώσεις προς τον λαό, ότι δεν πρόκειται να λάβει άλλα μέτρα ή ότι η οικονομία έχει ανακάμψει κι η έξοδος από την κρίση είναι θέμα χρόνου. Τώρα, λοιπόν, στην πλέον κρίσιμη καμπή, αντί να έχει φροντίσει να καλυφθεί εγκαίρως με τις απαραίτητες πολιτικές αποφάσεις και μέτρα το έλλειμμα αξιοπιστίας, τόσο έναντι της Ευρώπης, όσο και έναντι του λαού, η κυβέρνηση αναγκάζεται να καταφύγει στην επίκληση πολιτικών επιχειρημάτων για τη διευθέτηση ενός αμιγώς οικονομικού προβλήματος, παραμένοντας έτσι και πάλι εκτεθειμένη.

Αφού επί μήνες βιώσαμε την κυβερνητική «άνοιξη της οικονομίας» και τα πρωθυπουργικά «success story» κι αφού –αφελώς όπως προκύπτει– θεωρήσαμε, ότι το πρωτογενές πλεόνασμα από μόνο του ήταν η αναγκαία, αλλά –προπαντός– η ικανή συνθήκη για την πολυπόθητη έξοδο, τώρα αναζητούνται εναγωνίως «τεχνικές λεπτομέρειες» για την παράταση του προγράμματος και διεκδικούμε πολιτική λύση.

Αυτό ίσως είναι το οδυνηρότερο. Αυτό είναι που δυναμιτίζει το πολυπόθητο κλίμα σταθερότητας στην κοινωνία και την οικονομία και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και τους θεσμούς του. Ποιος ΣΥΡΙΖΑ μετά και ποιος Παπανδρέου. Ανακαλύπτονται δικαιολογίες και προφάσεις εν αμαρτίες για να κουκουλωθούν όπως - όπως κραυγαλέες κυβερνητικές ανεπάρκειες και αρρυθμίες. Νομοθετικές ρυθμίσεις κι αποφάσεις αντιφατικές, αλληλοσυγκρουόμενες, περίπλοκες, ατελέσφορες, συνθέτουν ένα πλαίσιο λειτουργίας αναποτελεσματικό κι απρογραμμάτιστο. Τι να πρωτοθυμηθείς; Τις ρυθμίσεις για την αξιολόγηση; Για τον ΕΝΦΙΑ; Για τα δάνεια; Για τι; Ένα διαρκές μπρος πίσω κι ένα ατέρμονο γαϊτανάκι μετακύλισης ευθυνών κι υπευθύνων. Ενδεικτικό της κυβερνητικής ασυνεννοησίας, η επίκληση του πρωθυπουργού για να ληφθεί μια απόφαση κάθε φορά που τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο. Πόσες φορές ακούστηκε αυτό το επιχείρημα;

Κάποιοι ίσως να νομίζουν, ότι αυτή η διαδικασία αποτελεί διαφήμιση του πρωθυπουργού κι ανάδειξη του ηγετικού του προφίλ. Δείγμα ανικανότητας και ανεπαρκούς συντονισμού συνθέτουν, σημάδι ασυνεννοησίας και προχειρότητας, μιας κυβέρνησης που σχηματίστηκε κάτω από εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις και που, όχι μόνο υπό το βάρος των δεσμεύσεων και των αναγκών της κοινωνίας, αλλά προπαντός υπό το βάρος της ευθύνης και της συγκυρίας, θα έπρεπε «να πετάει», προωθώντας τις πολιτικές για τον ταχύ μετασχηματισμό και την ανάπτυξη της χώρας.

Αντί για επενδύσεις στην οικονομία επενδύθηκαν πολλά στην επικοινωνιακή υποστήριξη και προβολή του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης. Τα περισσότερα για φιλάρεσκους μονολόγους μπροστά σε βουβά ακροατήρια χειροκροτητών ή πάνελ παραπολιτικών διαξιφισμών και αντεγκλήσεων. Το αίσθημα της κυβερνητικής αισιοδοξίας ξεφούσκωνε αμέσως μετά τις δηλώσεις, μόλις έσβηναν οι προβολείς μπροστά απ’ την εξώπορτα του Μαξίμου και φωτιζόταν η σκληρή πραγματικότητα. Η κυβέρνηση –ιδιαίτερα μετά τις Ευρωεκλογές– «πετούσε» στον αέρα της τηλεθέασης και τους αιθέρες των ραδιοφωνικών συχνοτήτων.

Η κυβέρνηση, είναι προφανές, ότι απευθυνόμενη τώρα στους δανειστές λέει μια μεγάλη αλήθεια, υποστηρίζοντας, πως «η Ελλάδα εξαντλεί τις δυνατότητές της». Με τη μόνη διαφορά, πως υπεύθυνη γι’ αυτή την εξέλιξη είναι πρωταρχικά η ίδια. Αυτή κυβερνά κι έχει την πρωτοβουλία των εξελίξεων. Αυτή με τις αποφάσεις της οδηγεί τους Έλληνες στην απόγνωση, στην απογοήτευση, στην αμφισβήτηση. Αυτή με τις επιλογές της αποσταθεροποιεί θεσμούς και συστήματα με πρώτο και καλύτερο το πολιτικό. Αυτή με δηλώσεις κι εκδηλώσεις στελεχών της κατευθύνει την κοινωνία προς ακραίες, λαϊκιστικές κι αντισυστημικές συμπεριφορές.

Η λύση δεν μπορεί, συνεπώς, παρά να είναι πολιτική. Μόνο που, ως φαίνεται, αυτή τη λύση δεν θα τη δώσουν πρώτοι οι Ευρωπαίοι, αλλά οι 'Ελληνες. Στην Ευρώπη το έχουν καταλάβει, θέμα χρόνου είναι να το κατανοήσουν και στην κυβέρνηση.

Οι πρώτες κινήσεις άρχισαν ήδη. Η κυβέρνηση εξαντλεί τις δυνατότητές της.

Photo: Greece Reporter

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Μείωση ΦΠΑ και δωρεάν ρεύμα. Πότε;


Δεν χάθηκα, ούτε ξεχάστηκα. Παρακολουθώ με απορία, ενδιαφέρον, αγωνία μερικές φορές, αλλά κυρίως με θλίψη κι απογοήτευση τα γεγονότα και τις εξελίξεις. Κάθε μέρα συνδυάζεται και δένει αν εξαιρέσεις τις προσωπικές στιγμές, τις ώρες με την οικογένεια, της ξεκούρασης και της όποιας ψυχαγωγίας– με το κλίμα και την ψυχολογία που διαχέεται στο δημόσιο χώρο, αυτό που «εισπράττεις» από φίλους, αυτό που αντιλαμβάνεσαι ως πολίτης που ζει σ’ αυτή τη χώρα.

Δεν αναφέρομαι στη μιζέρια και το τίποτα της τηλεόρασης, που εξακολουθεί όμως –παρά τις επικρίσεις και τη φτήνια της– ν’ αποτελεί τον υπ’ αριθμό ένα φορέα ψυχαγωγίας κι ενημέρωσης για την πλειοψηφία, αλλά στην βαριά ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κινούνται οι περισσότεροι, οι πολλοί. Εκείνοι που εξακολουθούν ακόμα, έστω στοιχειωδώς, ν’ ασχολούνται και να παρακολουθούν τα γεγονότα και την πορεία της χώρας. Εκείνοι που ασφυκτιούν από τις επαναλήψεις των ίδιων και των ίδιων ανέξοδων εξαγγελιών, των ίδιων και των ίδιων αδιέξοδων πρακτικών, των ίδιων και των ίδιων πολυέξοδων προσώπων.

Αισθάνομαι να βιώνω σ’ επανάληψη την ιστορία του παππού και του προπάππου μου, του πατέρα, αλλά κι εκείνη των παιδικών μου χρόνων. Απορώ, πώς είναι δυνατόν ν’ ακούω τους δημοσιολογούντες να υποστηρίζουν ότι νοιάζονται για το μέλλον των παιδιών μου, για το μέλλον μου, για το μέλλον μας, με όρους της επανάστασης του ’21 ή του ‘41 και με συνθήματα του ’81. Πώς μπορεί να ξυπνάω με την ανασφάλεια και να κοιμάμαι με τον φόβο για το τι θα ξημερώσει αύριο.

Αναλογίζομαι, πως όσοι έχουν τουλάχιστον μια δουλειά ή μια σύνταξη, ένα σπίτι, ένα εισόδημα, μπορούν προς το παρόν να τα φέρνουν βόλτα κόβοντας σχεδόν όλα όσα αφορούσαν τα επιπλέον, αλλά αντιλαμβάνομαι, ότι όλες οι ανατροπές κι οι ανακατατάξεις, όλα τα μέτρα κι οι μειώσεις αφορούσαν αυτούς, αποκλειστικά αυτούς. Μισθωτοί και συνταξιούχοι εξακολουθούν όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης ν’ αποτελούν τους τροφοδότες λογαριασμούς της εθνικής οικονομίας, το πλεόνασμα είναι ο δικός τους οβολός. Και πώς αλλιώς, αφού, αφενός όλες οι μειώσεις εισοδημάτων γίνονται οριζόντια κι αφετέρου το φορολογικό σύστημα εξακολουθεί, τέσσερα χρόνια μέσα στην κρίση, να είναι δυσκίνητο, δαιδαλώδες κι αναποτελεσματικό.

Μιλάμε για παραγωγή και γι’ ανάπτυξη και δεν μπορούμε στοιχειωδώς να εξασφαλίσουμε σαν κράτος δικαίου, ότι όλοι θα συμμετέχουν στα δημόσια βάρη αναλογικά και κατά το μέτρο των δυνατοτήτων τους. Μα, αν από κάπου θα έπρεπε να γίνει η αρχή μέχρι ν’ αρχίσει ν’ «αυγατίζει» η οικονομία είναι να εξασφαλιστεί, ότι όλοι πληρώνουν ή απαλλάσσονται ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα. Το μόνο που προς το παρόν –και κατά παράδοση– «αυγατίζει» είναι οι φορολογικές διατάξεις και ρυθμίσεις. Άσε τις εγκυκλίους.

Ρυθμίσεις για τα «κόκκινα δάνεια» –λέει– και δεν ξεχωρίζει ποιοι είναι εκείνοι που αντικειμενικά δικαιούνται αυτή την διευκόλυνση, που –κοντά στ’ άλλα– κοντεύει να τινάξει το κλείσιμο της συμφωνίας με τους δανειστές στον αέρα. Οι έντιμοι κι ειλικρινείς φορολογούμενοι, οι άνθρωποι που η κρίση τους «έπιασε απ’ το λαιμό», μαζί με τους μπαταχτσήδες και τους φοροκλέφτες. Το «δεν έχω να πληρώσω» τσουβαλιασμένο μαζί με το «Δεν πληρώνω».

Αυτές οι ισοπεδωτικές κοινωνικές πολιτικές έχουν μεγάλο μέρος της ευθύνης για το χάλι των δημόσιων οικονομικών. Αυτές οι συλλήβδην παροχές και διευκολύνσεις σε κοινωνικές ομάδες κι επαγγελματικές κατηγορίες, όχι μόνο διευκόλυναν την ανάπτυξη των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά θέριεψαν κι εξέθρεψαν την ανομία και την παρανομία απ’ άκρη σ’ άκρη στην κοινωνία. Πουθενά δεν τέθηκε ποτέ ένα θεμελιώδες κριτήριο, το εισόδημα, προκειμένου ν’ αντικριστεί με μια παροχή. Πουθενά δεν έγινε αξιολόγηση, ιεράρχηση σε ανάγκες και περιπτώσεις. Κι ο έλεγχος –όπου προβλεπόταν– κατέληγε τελικά να εκτρέφει τη συναλλαγή κι το αλισβερίσι ελεγκτών κι ελεγχόμενων.

Πολλές οι «μαύρες τρύπες» κι οι εστίες της φοροδιαφυγής, αντί όμως αυτές πρώτες απ’ όλα να κλείσουν και να στεγανοποιηθούν, διατηρήθηκαν ή και διευρύνθηκαν με το βάθεμα της οικονομικής κρίσης. Έτσι οι ανάγκες για μεγαλύτερη φορολόγηση των ειλικρινών φορολογούμενων εντάθηκαν, έτσι οι ανάγκες για πολλαπλασιασμό των άμεσων φόρων και για αύξηση των έμμεσων πολλαπλασιάστηκαν. Οι εύκολες λύσεις, η «πεπατημένη» των φορολογικών μηχανισμών προκάλεσε το αδιέξοδο και την ασφυξία στο σύνολο της οικονομίας. Έτσι «την πατήσαμε».

Αντί να «μαλλιοτραβιόμαστε» για το παρελθόν ή το «πού θα βρεθούν τα λεφτά», είναι καιρός, να παραδεχτούμε ειλικρινά μεταξύ μας, ότι λεφτά υπάρχουν. Δεν είναι αστείο. Λεφτά για να τα «φέρει βόλτα» η οικονομία υπάρχουν, λείπει όμως η βούληση, ώστε να καλλιεργηθεί αίσθημα ασφάλειας κι εμπιστοσύνης στην κοινωνία, συνθήκες σιγουριάς και σταθερότητας στην αγορά. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν σε κάθε επίσκεψη της τρόικα ή ανάλογα με τις ταμειακές ανάγκες του δημοσίου, τότε ούτε η οικονομία μπορεί να λειτουργήσει ελεύθερη, ούτε τα νοικοκυριά ν’ ανασάνουν απερίσπαστα πάνω σε στέρεες βάσεις και ασφαλείς συνθήκες.

Η έλλειψη σταθερότητας κι η αμφιθυμία στην έκφραση της πολιτικής βούλησης για την προώθηση στοιχειωδών αλλαγών, αλλά σε κρίσιμους τομείς, για τη λειτουργία του κράτους, έχουν οδηγήσει τις εξελίξεις εδώ που τις έχουν οδηγήσει. Έτσι νομίζω. Σ’ αυτόν το δισταγμό και τη χαραμάδα ανάμεσα στο «δέον» και το «συμφέρον» βρίσκουν χώρο για να εισχωρήσουν και τελικά να επιβάλουν τη βούλησή τους ομάδες, συντεχνίες και συμφέροντα. Έτσι βαφτίζεται μεταρρύθμιση η ισοπέδωση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, η διάλυση του δημοσίου τομέα, των κοινωνικών δομών κ.ο.κ.

Βρισκόμαστε κάπου, κουτσά - στραβά το φτάσαμε μέχρι εδώ, ούτε πανηγυρισμοί χρειάζονται, ούτε οικτιρμοί και κατάρες διευκολύνουν. Είναι ώρα να γίνει ένα αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και την σταθερή εξασφάλιση ρευστότητας για το κράτος, εφαρμογή περιουσιολογίου από το 2015, τελεία και παύλα. Ούτε τραγελαφικά παιχνίδια με τον ΦΠΑ, ούτε αλαλούμ τύπου ΕΝΦΙΑ, ούτε «εξωγήινες» αντικειμενικές. Τα έσοδα του κράτους από τα εισοδήματα προγραμματίζονται και οργανώνονται αντικειμενικά και δίκαια. Έκαστος κατά τη δύναμή του, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους. Ένα φορολογικό σύστημα μακράς πνοής, δίκαιο, αναλογικό, απλό, για όλους τους πολίτες και για όλα τα εισοδήματα από κάθε πηγή ανεξαιρέτως κι αδιακρίτως.

Αυτή θα μπορούσε –για το «θα έπρεπε ήδη», είπαμε, είναι μεγάλη κουβέντα– να είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά της κυβέρνησης στη σταθερότητα και παρακαταθήκη για την ανάπτυξη της χώρας. Η συζήτηση αυτές τις μέρες του προϋπολογισμού το επικαιροποιεί και το διευκολύνει. Ας τολμήσει αυτό το ποιοτικό άλμα –που άλλωστε ήταν στις εξαγγελίες επί Στουρνάρα– είναι ο δύσκολος, αλλά ασφαλής δρόμος προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών. Απ’ όσες κόκκινες γραμμές τραβιούνται με το παρελθόν ή δεξιά κι αριστερά, αυτή θα μπορούσε ν’ αποτελέσει την ασφαλέστερη και μονιμότερη.

Μπορεί να μην έχει τη λάμψη ή τον εντυπωσιασμό των δώρων, των αυξήσεων στις συντάξεις ή τις δωρεάν ηλεκτροδοτήσεις στις άπορες οικογένειες, έχει όμως τη δυναμική και τη δυνατότητα, όλα αυτά που ηχούν λαϊκιστικά και πομπώδη σήμερα, σύντομα να γίνουν πραγματικότητα μέσα σ’ ένα αναπτυσσόμενο, ασφαλές κι ελπιδοφόρο κοινωνικό περιβάλλον.