Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Μπροστά στο νέο χρόνο.


Είναι μια όμορφη ώρα της μέρας αυτή. Βλέπω έξω απ’ το τζάμι τις φυλλωσιές να υποχωρούν με χάρη στο ελαφρό βοριαδάκι του απομεσήμερου, αλλά αισθάνομαι όλη τη γλυκιά θαλπωρή που δημιουργεί μέσα στην κάμαρα ο ήλιος που γέρνει προς τη δύση. Χειμώνας, Δεκέμβρης του 2015, είκοσι, μια ανάσα πριν το τέλος του χρόνου.

Δεν μελαγχολώ αυτή την ώρα, αν και υπάρχουν μύριες όσες αιτίες απ’ τις καταστάσεις, τα γεγονότα, τους ανθρώπους. Δεν μελαγχολώ, γιατί αυτή η ώρα μου ‘χει χαρίσει διαχρονικά μαζί με μύριες άλλες όμοιες ή παραπλήσιες, πλούσιες στιγμές ομορφιάς –σαν τη σημερινή καλή ώρα– γαλήνης, περίσκεψης, περισυλλογής, μα και δημιουργίας, έκφρασης, ζωής.

Είναι η ώρα που έχω συναντηθεί κι έχω βρεθεί ολομόναχος πολλές φορές μ’ ό,τι πιο τρυφερό, ταπεινό κι ανθρώπινο μπορεί να κρύβεται επιμελώς όλες τις άλλες ώρες και μέρες πίσω απ’ τη φροντίδα της καθημερινότητας ή την ταχύτητα της ζωής. Είναι η ώρα που η σιωπή μπορεί να σχηματίζει λέξεις και το συναίσθημα χαμόγελο, θλίψη, ντροπή, ευγνωμοσύνη ή συγγνώμη.

Μην το νομίσεις εγωιστικό, γιατί εσένα έχω τούτη την ώρα στο μυαλό μου. Εσένα κι εσένα, ναι, κι εσένα. Εσένα που χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ για ό,τι πολύτιμο, μοναδικό ανιδιοτελώς μου χάρισες, εσένα που έγινες τόσο αυθόρμητα η αφορμή γι’ αυτό μου το χαμόγελο, εσένα που όσα κι αν σου πω συγγνώμη δε φτάνουν για να γιάνουν την πληγή σου.

Εσάς, που όλα τα ευχαριστώ μου κι οι συγγνώμες μου, όλες μου οι σκέψεις και τα όνειρα, όλα τα θέλω και τα πρέπει μου, όλη μου τη ζωή γεμίζετε και το μυαλό μου συνταράζετε και τη καρδιά μου συναρπάζετε. Εσάς, αυτή την ώρα που δύει ο ήλιος, μα δε χάνεται, γιατί άλλους τόπους και ανθρώπους τραβά για να φωτίσει, εσάς, αυτή την ώρα αυτής της μέρας, τώρα, πριν κι αυτός ο χρόνος φύγει οριστικά, γιατί αυτό είναι το μόνο σίγουρο, πως η στιγμή αυτή δεν θα ξαναγυρίσει, προτού, λοιπόν, γίνει κι η επόμενη στιγμή ανάμνηση, θέλω να πω πως φέρνω εδώ μπροστά μου, μέσα στην κάμαρα –που ‘χει για τα καλά πια σκοτεινιάσει– κι όλοι μαζί τ’ άλλο σκοτάδι τολμώ και σας καλώ, παρακαλώ, ν’ αντιπαλέψουμε, αυτό που τις καρδιές έχει παγώσει και τις ζωές μας παραδίδει στο αδιέξοδο.

Σαν άλλα παιδιά άλλων καιρών, σαν τα παιδιά μας, να κάνουμε όλοι δυνατά τ’ αδύνατα και στην πυρά να μην τον παραδώσουμε το χρόνο φεύγοντας, αλλά στη φάτνη αυτού που έρχεται σεμνά να σκύψουμε, στην αγκαλιά ο ένας του άλλου αν το μπορέσουμε, μπροστά, μπροστά μας να κοιτάξουμε –ίσως ψηλά ακόμα καλύτερα θα είναι– κι αυτά που μας ενώνουν ο ένας στον άλλο να χαρίσουμε.

Καλές γιορτές!

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Ολυμπιακός, κάντ' το όπως ο ΣΥΡΙΖΑ.


Την πατήσαμε όπως οι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ. Η ήττα–αποκλεισμός του Ολυμπιακού από το Τσάμπιονς λίγκ και τα συναισθήματα πίκρας, απογοήτευσης, δυσφορίας ή και θυμού που δημιούργησε, είναι πανομοιότυπα μ’ εκείνα των ένθερμων οπαδών και υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου και μετά.

Με τι δυναμισμό κι αυτοπεποίθηση, αλήθεια, ξεκίνησε η θριαμβευτική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της χώρας. Πόσοι διθύραμβοι από επαγγελματίες κι αυτόκλητους υποστηρικτές. Ούτε τη νίκη μέσα στο Λονδίνο επί της ‘Αρσεναλ να είχε πάρει.

Η ελπίδα ολοζώντανη και πανταχού παρούσα σε κάθε δήλωση, σε κάθε συνέντευξη, σε κάθε δημόσια εμφάνιση ή διεθνή συνάντηση. Τα δεδομένα της Ευρώπης, ισορροπίες, συσχετισμοί και δεδομένα όλα θα πήγαιναν μονομιάς περίπατο κι ο ΣΥΡΙΖΑ με τον Αλέξη στο τιμόνι –καλή ώρα όπως ο Μάριο Σίλβα– ήταν έτοιμος να αλώσει όχι μόνο το ήδη ξεπερασμένο και σαστισμένο παλαιό πολιτικό σύστημα, αλλά το σύνολο των Ευρωπαϊκών θεσμών κι οργάνων. Η Ευρώπη αλλάζει.

Όλα δυνατά κι εύκολα, μέσα σ’ ένα μοναδικό κλίμα ενθουσιασμού κι αισιοδοξίας. Οι δυο νίκες επί της Δυναμό μέσα κι έξω άμβλυναν τις εντυπώσεις από τις εμφανίσεις και τις ήττες από τη Μπάγερν. Μπάγερν είναι αυτή, Γερμανία –καλή ώρα όπως η ‘Αγκελα Μέρκελ– ας είμαστε, λοιπόν, ρεαλιστές. Πίστωση χρόνου στην ομάδα, βαθιές ανάσες, υπομονή και προσήλωση στη βαθμολογία του ομίλου. Κινήσεις εντυπωσιασμού και σερί νίκες στο πρωτάθλημα.

Μέσα σε παραλήρημα ενθουσιασμού, με χορούς και γλέντια το κατακαλόκαιρο από το θριαμβευτικό ΟΧΙ του δημοψηφίσματος οι επιπτώσεις και οι σκληροί όροι της συμφωνίας στις 12 Ιουλίου πέρασαν απαρατήρητα, πολύ δε περισσότερο η αναζήτηση του πώς αυτό το πανηγυρικό ΟΧΙ έγινε εν μία νυκτί ΝΑΙ με μόνη συνέπεια έναν έρπη στα πρωθυπουργικά χείλη.

Πίστωση χρόνου στο ΣΥΡΙΖΑ και ντοπάρισμα των οπαδών για τη μεγάλη επιτυχία, ενώ ταυτόχρονα όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι εξουδετερώνονταν ο ένας μετά τον άλλο και κατέρρεαν σαν χάρτινοι πύργοι. Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου αποδείχτηκαν υγιεινός περίπατος για τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ομάδα πετούσε. Η συμφωνία με τους δανειστές έμοιαζε παιχνίδι. Τα ισοδύναμα έδιναν κι έπαιρναν [ο Κατρούγκαλος να ‘ναι καλά].

Κι ο Ολυμπιακός για δυόμισι αποτελέσματα πήγαινε για αν πάρει την πρόκριση. Τι στο καλό; Μόλις όμως άρχισε η αναμέτρηση φάνηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η ‘Αρσεναλ δίχως να είναι καλύτερη κατάφερε να είναι πιο ουσιαστική, οργανωτικά πιο «δεμένη» σαν ομάδα. Ο Ολυμπιακός μετά το πρώτο εικοσάλεπτο έχανε έδαφος, δυσκολευόταν από το συνεχές κι αδιάκοπο πρεσάρισμα των αντιπάλων. Κατέφευγε σε σπασμωδικές ατομικές ενέργειες και κινήσεις. Μετά το δοκάρι το πρώτο γκολ ήρθε σαν αυτονόητο, ενώ το δεύτερο με το που ξεκίνησε το δεύτερο ημίχρονο φανέρωσε πια ολοκάθαρα τη διαφορά δυναμικού που υπήρχε μεταξύ των δύο αντιπάλων. Η ήττα-αποκλεισμός ήρθε σαν φυσική συνέπεια της ποιοτικής υπεροχής, της προσήλωσης στο στόχο που είχε η ‘Αρσεναλ ως ομάδα, ως οργανωμένο σύνολο, σαν αναμενόμενο αποτέλεσμα στηριγμένο στη μακρόχρονη πείρα και την βαριά ιστορία της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίζει στα λόγια. Με επικοινωνιακά τρικ και τεχνάσματα επιχειρεί καμουφλάρει την παντελή έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου και στρατηγικής έναντι των δανειστών. Εξαντλεί το πολιτικό κεφάλαιο του Αλέξη Τσίπρα για να κερδίζει μέρα μέρα και βδομάδα με τη βδομάδα πολύτιμο χρόνο στη διαπραγμάτευση μαζί τους. Όχι ελπίδα δεν υπάρχει, αλλά ούτε ίχνος αισιοδοξίας, ότι οι σκληροί όροι του μνημονίου που υπέγραψε ο ‘Ελληνας πρωθυπουργός το καλοκαίρι δεν πρόκειται να υλοποιηθούν στο ακέραιο. Η ήττα για την κυβέρνηση θα είναι καθολική, μακάρι να μην οδηγήσει και στον αποκλεισμό της χώρας.

Κι αυτό δεν θα οφείλεται σε φληναφήματα κι ιδεοληψίες ότι τάχα οι Ευρωπαίοι είναι κακοί ή ότι ο Σόιμπλε θέλει να μας βγάλει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά στο ότι εμείς οι ίδιοι πρώτα και κύρια δεν μπορούμε ν’ απαλλαγούμε από τον κακό μας εαυτό, εμείς καταναλώνουμε την ενέργεια και τον δυναμισμό μας, είτε να ευλογούμε τα γένια μας, είτε να τρωγόμαστε μεταξύ μας, τη στιγμή που όλος ο άλλος κόσμος, ο σοβαρός κι υπεύθυνος δυτικός κόσμος, μελετά, σχεδιάζει, οργανώνεται, αποφασίζει και προχωράει μπροστά. Κερδίζει με τη σκληρή του προσπάθεια και διευρύνει την ισχύ και την επιρροή του.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει τη δυνατότητα να το κάνει σωστά, τουλάχιστον ας το παραδεχτεί κι ας το πει στον κόσμο με ειλικρίνεια, ας αναζητήσει έντιμες πολιτικές λύσεις, ειδάλλως, πολύ γρήγορα αυτός ο κόσμος, αυτός ο ίδιος κόσμος που τώρα αισθάνεται προδομένος κι ηττημένος, αυτός ο ίδιος κόσμος, που επευφημούσε και δόξαζε τον ΣΥΡΙΖΑ και τα πρωτοπαλλήκαρά του, θα γυρίσει οριστικά την πλάτη στην πολιτική και με σκυμμένο κεφάλι θα λουφάξει αφήνοντας πιθανότατα πεδίο δόξης λαμπρό στο φασισμό και τα φερέφωνά του.

Οι τωρινές δυνατότητες του Ολυμπιακού ήταν δεδομένες, οι χρόνιες αδυναμίες του όμως του στέρησαν την πρόκριση. Πριν αρχίσει το καθοριστικό για τη χώρα «δεύτερο ημίχρονο» με τους θεσμούς, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να βγάλει τα συμπεράσματά του; [Η συνέχεια και το τέλος στους 32 του Γιουρώπα λίγκ ή, μάλλον, στα επόμενα Γιούρογκρουπ].

Photo: UEFA.com

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

"Κουλτούρα να φύγουμε"


Ευτυχώς που το δημοσίευμα της Γερμανικής «DΙΕ VELT» διαψεύσθηκε απ’ την κυβέρνηση, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα νόμιζα ότι ζούμε σ’ ένα κανονικό κράτος. Η διάψευση –και μάλιστα σε υψηλούς τόνους– επιβεβαιώνει αυτό που ζει κι αισθάνεται κάθε κανονικός άνθρωπος αυτήν την περίοδο σ’ αυτή τη χώρα, ότι δηλαδή η διακυβέρνηση βρίσκεται στα χέρια ανίδεων ή μάλλον ιδεοληπτικών κι ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται, πότε με το «βλέποντας και κάνοντας» και πότε με το «ό,τι βρέξει ας κατεβάσει».

Σε κάθε άλλη περίπτωση θα μπορούσε κάποιος να μας λυπηθεί γι’ αυτή την τραγική κατάσταση μέσα στην οποία ζούμε και να μας συμπονέσει για το οικτρό αδιέξοδο που βιώνουμε ως ‘Ελληνες. Μας αξίζει όμως, γιατί εμείς οι ίδιοι το δημιουργήσαμε. Είμαστε άξιοι της μοίρας μας και των επιλογών μας. Το ‘χουμε στο DNA μας να ξεχνάμε εύκολα, να είμαστε αγνώμονες κι ευκολόπιστοι, να μας διακατέχει μισαλλοδοξία και προπαντός εγωισμός και ματαιοδοξία.

Κάψαμε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, εξοντώσαμε τις εφεδρείες, ισοπεδώσαμε ό,τι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έστεκε όρθιο σ’ αυτόν τον τόπο και τώρα πληρώνουμε τα ρέστα μας. Όχι μόνο δεν κοντοσταθήκαμε να δούμε που βρεθήκαμε ξαφνικά το 2010, όχι μόνο δεν αξιολογήσαμε πού θα πρέπει να κινηθούμε, ποιους ν’ αφήσουμε και ποιους ν’ ακολουθήσουμε, τι και πώς θα πρέπει να κάνουμε, αλλά με απίστευτη επιπολαιότητα κι ευκολία γυρίζαμε μονομιάς την πλάτη σ’ όποιον μας λέγανε ή νομίζαμε ότι είναι υπεύθυνος και τρέχαμε ξωπίσω απ’ όποιον καμωνότανε πως κατέχει τις λύσεις.

Μια κατά Ζάππειο και μια κατά Θεσσαλονίκη γυρίζαμε σαν τις σβούρες τόσα χρόνια, να τώρα που έκατσε η μπίλια. Να κι οι μαθητευόμενοι μάγοι, όλοι επί σκηνής. Λύσεις με το τσουβάλι. Βοούν καθημερινά οι τηλεοράσεις από ιδέες και κυβερνητικά σχέδια που πότε μαζεύονται άρον – άρον από τους ίδιους που τα ξεστόμισαν, πότε αναγκάζονται να τις αποσύρουν γιατί αντιβαίνουν στις συμφωνίες, πότε ακυρώνονται γιατί άλλα το καλοκαίρι συμφωνήθηκαν με τους Ευρωπαίους. Τα non papers έχουν γίνει φέιγ – βολάν κι ο πρωθυπουργός λάστιχο και γομολάστιχα, πότε να προλαβαίνει να διορθώνει και πότε να προφταίνει να σβήνει. [Στο twitter αρκεί το πάτημα του delete].

Λεφτά δεν υπάρχουν, για δουλειές δεν ακούγεται κουβέντα, οι επενδύσεις όπου φύγει – φύγει κι η ανάπτυξη βρίσκεται μόνο σαν λέξη στα κυβερνητικά ανακοινωθέντα. Υπάρχει όμως πλούσια επιχειρηματολογία και ρητορική για τη συνεννόηση και τη συνεργασία που είναι απαραίτητη για να προχωρήσει το κυβερνητικό έργο. Ναι, αναζητείται η δημιουργία κουλτούρας ομοψυχίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, αλλά θα πρέπει πρώτα να έχουν ανοσία στο υβρεολόγιο και τη συκοφαντία. Εδώ ακούει κάθε τόσο τα εξ αμάξης ο Σόιμπλε, ο Θεοδωράκης π.χ. κι η Φώφη δεν αντέχουν τις κυβερνητικές επικρίσεις και σχόλια, ποιοι τέλος πάντων νομίζουν ότι είναι; Δεν παραδειγματίζονται απ’ τον «ρυθμιστή» Βασίλη Λεβέντη;

Συνεντεύξεις και δηλώσεις, δίχως ουσία και περιεχόμενο, δίχως αντίκρυσμα κι ενδιαφέρον για τους πολίτες και την κοινωνία, την ώρα που οι διεθνείς εξελίξεις κάθε άλλο παρά επιτρέπουν ολιγωρίες κι εσφαλμένες αποφάσεις. Μέσα σ’ ένα ρευστό γεωπολιτικά περιβάλλον με τεράστια συμφέροντα να συγκρούονται διεκδικώντας συγκριτικά πλεονεκτήματα, η αμηχανία, η δυσταχτικότητα κι η προχειρότητα είναι ευδιάκριτες και πανταχού παρούσες στην καθημερινή κυβερνητική δράση. [Ο πολυήμερος αποκλεισμός της σιδηροδρομικής γραμμής στην Ειδομένη κι οι επιπτώσεις –άμεσες και μακροπρόθεσμες– για τη χώρα αποτελούν ένα μικρό μόνο δείγμα πολιτικής].

Η κυβέρνηση τα πηγαίνει, συνεπώς, τέλεια κατά την κυβερνητική εκπρόσωπο. Μόνο που, κατά τα λοιπά, όλες οι παθογένειες, οι συμπεριφορές κι οι πελατειακές σχέσεις του «παλαιού» κατεστημένου της μεταπολίτευσης ζουν και βασιλεύουν και το κράτος κυριεύουν. Βλέπεις, δε μπορεί να δουλέψει ούτε «αριστερός» υπουργός αν δεν έχει μια στρατιά συνεργάτες και συμβούλους –κατά προτίμηση συγγενείς και κολλητούς– ούτε να λειτουργήσει ο δημόσιος τομέας αν δεν είναι όλες οι διοικήσεις των φορέων του φιλικά προσκείμενες στην «αριστερή» κυβέρνηση.

Πρακτικές που δεν απαιτούν ούτε νομοθετική ρύθμιση, ούτε συμφωνία με τους «θεσμούς», αλλά κάλλιστα θα μπορούσαν να δώσουν ουσιαστικά ένα διαφορετικό πνεύμα διακυβέρνησης και μιαν πραγματικά νέα κουλτούρα στη σχέση κυβερνώντος κόμματος και κράτους, ούτε κατά διάνοια απασχολούν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο μεγάλες κουβέντες στις συνεντεύξεις και συνάξεις υπό τον πρόεδρο για το θεαθήναι και για να ‘χουμε να λέμε, ότι δουλεύουμε σκληρά.

Πράγματι, πολύ σκληρό δούλεμα. [Τι σου κάνει κι αυτή η «αριστερή» κουλτούρα].

Photo: DW

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Στον πάτο με τους λεβέντες.


Ξύνουμε τον πάτο του βαρελιού. Ψάχνοντας τρόπο κι έξοδο διαφυγής, αναζητώντας τον πάτο για να κάνουμε νέο ξεκίνημα, δεν καταλάβαμε ότι τον πάτο τον έχουμε πιάσει από χρόνια, πολλά χρόνια πριν. Τα χρόνια που τώρα ονομάζουμε σαν «χρόνια της ευμάρειας» βρισκόμασταν για τα καλά στον πάτο, σαν χώρα, σαν κοινωνία, σαν λαός.

Αναμοχλεύουμε τώρα ξανά και ξανά τα κατακάθια αυτού του πάτου και νομίζουμε πως ότι αναδύεται απ’ αυτό το βούρκο κι απ’ αυτό το τέλμα είναι καινούργιο κι είναι φρέσκο, είναι το «νέο» που μπορεί να μας εκφράσει και να μας εκπροσωπήσει μ’ αξιώσεις και συνέπεια, με εντιμότητα κι αξιοπρέπεια. Αναζητάμε την ελπίδα που θα βάλει επιτέλους τέλος στην απελπισία μας κάνοντας μέρα με τη μέρα βαθύτερα μακροβούτια στο μακροχρόνιο τέλμα που μας έχει καταπιεί.

Σπασμωδικές αποφάσεις κι επιλογές απελπισίας χαρακτηρίζουν την κάθε μας κίνηση. Από το κακό στο χειρότερο και ψηλαφώντας στα κατασκότεινα, αρπάζουμε κι αρπαζόμαστε όπως – όπως απ’ όποια άποψη μας γυαλίσει και στρέφουμε προς τη μεριά απ’ όπου ακούγεται ο περισσότερος θόρυβος ή παίζουν οι τηλεοράσεις στη διαπασών. Μηχανικές οι αντιδράσεις μας, αγέλης, κοπαδιού δίχως τσομπάνο, δίχως κατεύθυνση και προορισμό. Από τη μια στιγμή στην άλλη μεταμορφωνόμαστε σε όχλο και μάζα διαγράφοντας μονοκοντυλιά δεκαετίες και χρόνια ολόκληρα, την πορεία, τις επιτυχίες, τις κατακτήσεις και τα επιτεύγματά μας ως πολίτες κι ως οργανωμένη κοινωνία.

Μαζί, παθητικά κι αδιάφορα βρεθήκαμε σ’ αυτή τη δεινή θέση. Τώρα –θα μου πεις– μέσα στην αναμπουμπούλα και τον κουρνιαχτό της κρίσης καθένας έχει και το σενάριο και την ιστορία του, καθένας μπορεί να υποδείξει τους ενόχους και τους υπεύθυνους, καθένας γνωρίζει τα «πώς» και τα «γιατί», άλλος γιατί ακούει πως είναι γραμμένα σε λίστες, άλλος πως τα μεταδίδουν τα ξένα δίκτυα κι άλλος πάλι επειδή έτυχε να τα δει σε κάποιο σάιτ στο διαδίκτυο. Α! Είναι και κάποιοι που έμαθαν την ιστορία και την κατάσταση φαρσί στις πλατείες των αγανακτισμένων.

Κάποιος να μας πει τι πρέπει να κάνουμε για να ξεφύγουμε απ’ το τέλμα υπάρχει; Υπάρχει κάποιος αρμόδιος που να κυβερνά αυτόν τον τόπο, που να έχει την ευθύνη και την αρμοδιότητα γι’ αυτή τη χώρα και γι’ αυτόν τον λαό, να μας πει τι ακριβώς θα πρέπει να γίνει για να ξεφύγουμε απ’ το φαύλο κύκλο της φθοράς και της καταστροφής;

Δυστυχώς δεν υπάρχει. Μόλις τελείωσαν οι «πρώτη φορά αριστερά» αυτοσχεδιασμοί, μόλις ολοκληρώθηκαν –με το δραματικό τρόπο που ολοκληρώθηκαν– οι φαντεζί πιρουέτες στα Γιούρογκρουπ, ξαναγυρίσαμε στην ίδια κατάσταση των μνημονίων, στην ίδια δίνη των περικοπών, στην ίδια μιζέρια των αριθμών και των ποσοστών. Αποκαλύφθηκε το μέγεθος της αυταπάτης –για να μην γράψω σκέτα «απάτης»– και γκρεμίστηκε σαν χάρτινος πύργος το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» –ευτυχώς ο Λευκός στέκει ακόμα στη θέση του.

Μέσα στη θλιβερή, λοιπόν, και ζοφερή πραγματικότητα των ημερών, τώρα που τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα των κυβερνώντων διαψεύδονται και κονιορτοποιούνται από την αυγή μέχρι το δείλι, η ματαιότητα κυριαρχεί κι η αναξιοπιστία μεγεθύνεται. Τα πολιτικά μεγέθη γίνονται τόσο μικρά κι ασήμαντα, που στην ιδέα και μόνο των προβλημάτων και των διλημμάτων που πρέπει ν’ αντιμετωπιστούν, εξαφανίζονται κι ευτελίζονται πίσω από τετριμμένα φληναφήματα όπως «κι εσείς τα ίδια κάνατε» ή «οι προηγούμενοι ήταν καλύτεροι;» και σε ξύλινες ατάκες παλιομοδίτικου στυλ «δεν δικαιούστε να μιλάτε» και «ο λαός σας καταδίκασε».

Παλεύουμε χωμένοι τόσα χρόνια μες στο τέλμα με τα ίδια μέσα, με τις ίδιες αδυναμίες, με την ίδια λογική από την εποχή της ευκολίας και της άνεσης. Όποιοι επιμένουν να φωνάζουν –γιατί υπάρχουν ευτυχώς κι αυτοί– ότι πρέπει ν’ αλλάξουμε νοοτροπία και μυαλά κι ότι θα πρέπει να γίνουν θεαματικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, τη δημόσια διοίκηση, την παιδεία, τη δικαιοσύνη, την υγεία και να ξαναδημιουργήσουμε το κράτος μας με σύγχρονα μέσα κι αντιλήψεις, με δικαιοσύνη κι αξιοκρατία, περιθωριοποιούνται και κατακεραυνώνται –δυστυχώς–  από νεόκοπους τηλεθεωρητικούς σαν εχθροί του λαού και της φτωχολογιάς.

Ξύνοντας τον πάτο, λοιπόν, ξύνουμε τις πληγές μας. Η κυβέρνηση κατά την πεπατημένη κι οι αντιπολιτευόμενοι κατά τα πατροπαράδοτα. Ο κύριος Τσίπρας σήμερα ζητάει συναίνεση σε θέματα που, όχι μόνο την περίοδο των μνημονίων, αλλά μια ζωή ήταν κατηγορηματικά κι αναφανδόν αντίθετος κι αρνητικός. Τότε, το ασφαλιστικό π.χ., δεν ήταν «εθνικό θέμα», τώρα ανακάλυψε ο πρωθυπουργός κι ο κύριος υπουργός Εργασίας την κρισιμότητά, η υπουργική καρέκλα έδωσε φώτιση –φαίνεται– και με το «φως το αληθινόν». Σύσκεψη αρχηγών για να δώσει λύσεις –επιτέλους– ο κύριος Λεβέντης.

Στον πάτο, αντί για σχέδιο και δουλειά στην κυβέρνηση έχουμε δούλεμα κι αντί για ομοψυχία και λεβεντιά στο κοινοβούλιο έχουμε λεβέντες.

[Σ' αυτή τη σύγχρονη τραγωδία, κανείς «από μηχανής θεός» δεν μπορεί να προσφέρει λύση, αν εμείς οι ίδιοι αδυνατούμε να το κατανοήσουμε κι αυτό δεν αποτελεί θέμα κοινής συναίνεσης, αλλά στοιχειώδους συναίσθησης και κοινής λογικής].

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Της είδησης το κάγκελο.


Σοβαρό θέμα το κάγκελο για το λαό μας. Τόσες και τόσες ατάκες, λαϊκές εκφράσεις, αλλά και στίχοι τραγουδιών, το έχουν σαν σημείο αναφοράς και σύμβολο. Στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου έγινε και αιτία «ενόχλησης» του αρμόδιου για την προστασία του πολίτη υπουργού, οποίος –όπως επεσήμαναν κύκλοι του– «έμεινε κάγκελο», διαπιστώνοντας ότι τοποθετήθηκαν κάγκελα για την προστασία των επισήμων κατά τη διάρκεια της μαθητικής παρέλασης.

Η σοβαρότητα εν γένει του θέματος με τα κάγκελα πιστοποιείται –θα έλεγε κάποιος– κι από γεγονός, ότι τα δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών στο ρεπορτάζ τους για την στρατιωτική παρέλαση επ’ ευκαιρία της επετείου, έκαναν φέτος ειδική αναφορά στο γεγονός. Η μη τοποθέτηση κάγκελων γύρω από την εξέδρα, αλλά και γενικότερα στα πεζοδρόμια, έτυχαν ευρύτατης προβολής και επισήμανσης από τους υπεύθυνους ειδήσεων των καναλιών.

Είναι πράγματι μια σημαντική μέρα γιορτής και μνήμης για την ιστορία της πατρίδας μας η σημερινή. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αιτιολογηθεί το γιατί. Αυτή η μέρα μνήμης τιμάται διαχρονικά από το λαό μας σε όποια γωνιά της υφηλίου κι αν βρίσκεται για να εξαρθεί ο ηρωισμός κι η προσήλωση στο πατριωτικό καθήκον των στρατευμένων, αλλά κι η αφοσίωση με αίσθημα ευθύνης στο πολιτικό χρέος των κυβερνώντων εκείνης της εποχής.

Ανεξάρτητα από τη μορφή που είχαν διαχρονικά τα πολιτεύματα και τα καθεστώτα της χώρας, η 28η Οκτωβρίου, αδιαλείπτως, αποτελούσε μέρα τιμής για τα «παιδιά της Ελλάδος» –κατά την «τραγουδίστρια της νίκης» Σοφία Βέμπο– που έδωσαν τη ζωή τους πολεμώντας τότε για την ελευθερία και μέρα εθνικής περηφάνιας για τους παρόντες, που ολοκληρωνόταν με τη «μεγαλειώδη» συνήθως στρατιωτική παρέλαση.

Στα δύσκολα χρόνια μετά τη χρεωκοπία και την έξαψη της λαϊκής δυσανεξίας στα «μνημόνια», στη δίσεκτη εποχή των δανειακών συμβάσεων και των προαπαιτούμενων για τη χρηματοδότηση της οικονομίας της χώρας, στη σκοτεινή αυτή καμπή της νεότερης ιστορίας ακόμα κι ο θεσμός αυτός, η μέρα μνήμης, τιμής κι αναφοράς, δεν κατάφερε να ξεφύγει από το παλιρροϊκό κύμα της ισοπέδωσης και της οργής, που σάρωσε την κοινωνία και το λαό.

Μέσα στις άγριες συνθήκες της βίαιης λιτότητας και του ασφυκτικού περιορισμού της κατανάλωσης και των εισοδημάτων, μέσα στον αιφνιδιασμό των ανατροπών και τη δίνη της φτωχοποίησης, ξέσπασε στα σπλάχνα της κοινωνίας ένας άλλος μεγάλος πόλεμος για τον οποίο, αντί να ακουστούν συντονισμένα απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας οι σειρήνες της λογικής, του μέτρου και της σωφροσύνης, ήχησαν εκκωφαντικά οι σειρήνες του λαϊκισμού, της βίας και της προπαγάνδας.

Ο πόλεμος αυτός δεν είχε ως διακύβευμα την λαϊκή κυριαρχία, δεν απέβλεπε στην προάσπιση της ελευθερίας, δεν γινόταν για το δίκιο, κατευθυνόταν από το ψεύδος, τη μισαλλοδοξία και τον καιροσκοπισμό. Ένα από τα «θύματά» του ήταν κι οι παρελάσεις. Έτσι, και τα κάγκελα πήραν μοιραία τη θέση ενός διαλόγου που ουδέποτε διεξήχθη, μιας συμφωνίας που ουδέποτε επιδιώχθηκε, μιας κοινωνικής ειρήνης που ποτέ δεν υπήρξε κομματικός στόχος.

28η Οκτωβρίου 2011, ποιος δεν θυμάται; Ο κόσμος και τότε είχε πάρει τη θέση του κατά μήκος της Λεωφόρου Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Θεσσαλονίκη, οι επίσημοι στις θέσεις τους, όμως αυτή η παρέλαση δεν έμελλε –για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου και της πόλης– να πραγματοποιηθεί. Ποιοι πρωτοστάτησαν και το τι συνέβη ξετυλίχτηκε μπροστά στα μάτια μας, αλλά το έγραψαν κι οι εφημερίδες της εποχής, το έδειξαν οι τηλεοράσεις,το είπαν τα ραδιόφωνα.

Σήμερα, 28η Οκτωβρίου 2015, οι ως χτες διαμαρτυρόμενοι διαδηλωτές βρίσκονταν πλέον πάνω στις εξέδρες των επισήμων. Ο «αντιμνημονιακός πόλεμος» τερματίστηκε μ’ ένα νέο πιο σκληρό και δυσβάσταχτο μνημόνιο. Δεν έχει σημασία όμως, σημασία έχει ότι η επέτειος γιορτάστηκε χωρίς κάγκελα, το γράφουν, άλλωστε, και το λένε με έμφαση τα ΜΜΕ.

Σιγά την είδηση. Πρέπει να γίνει όμως «είδηση», γιατί τώρα, στις μέρες που κυβερνούν για δεύτερη φορά οι «νικητές», πρέπει να εμπεδωθεί καλά στη λαϊκή συνείδηση, ότι τάχα η δημοκρατία επέστρεψε και πάλι στην Ελλάδα, ότι δήθεν η ελευθερία ξαναγύρισε στους δρόμους. Πρέπει να καταλάβουν όλοι απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ αυτή τη χώρα ότι, τώρα που κυβερνάνε οι «καλοί», τώρα που οι «κακοί» βρήκαν στο πρόσωπο του πρωθυπουργού το δάσκαλό τους, τώρα που ο στρατός εγγυάται ξανά την κοινωνική γαλήνη, ο λαός δεν έχει τίποτε να φοβάται κι –εκτός των άλλων– κι οι παρελάσεις μπορούν να γίνονται ανεμπόδιστα και δίχως κάγκελα.

Τώρα τα κάγκελα στήνονται μέρα με τη μέρα μεθοδικά μέσα στα κεφάλια. [Η ΕΡΤ άνοιξε κι οι «άδειες» ετοιμάζονται].


Photo: THE TOC

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Τι "θα δούμε";


«Θα δούμε». Ίσως δεν υπάρχει στις μέρες μας πιο πολυχρησιμοποιημένη έκφραση μετά απ’ το αξεπέραστο και διαχρονικό: «Τα λέμε».

Δυο λέξεις όλη η αγωνία, η απελπισία, η αδυναμία, το αδιέξοδό μας. Η συνηθισμένη επωδός κοινών, πλέον, διαπιστώσεων, συνηθισμένων επικρίσεων, αδιάψευστων συμπερασμάτων. Η διατύπωση της καθημερινής απόγνωσης για ένα σήμερα που αλλάζει από λεπτό σε λεπτό, αν κι η γενική αίσθηση είναι ότι τα πάντα στη χώρα εξελίσσονται μέσα σ’ ένα απέραντο τέλμα. Ταυτόχρονα, όμως, κλεισμένη μέσα σ’ αυτή τη σύντομη έκφραση κι όλη η ματαιότητα να οραματιστούμε το αύριο και να σχεδιάσουμε στοιχειωδώς το μέλλον.

Μια υπεκφυγή είναι, μια διέξοδος από τη συζήτηση, τη σκέψη, τον προβληματισμό. Ένας εύσχημος τρόπος, μια «τρίπλα», για να κλείσουμε όπως – όπως την κουβέντα και να τελειώσουμε άρον – άρον την επώδυνη αναζήτηση απαντήσεων και λύσεων. Κατά μία έννοια, θα μπορούσε να είναι ο ορισμός του απόλυτου αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει η κοινωνία μας.

Περιμένουμε να δούμε τι; Από ποιους και από πού θα έρθουν όλα αυτά που περιμένουμε; Μήπως γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι αυτά; Κατά προσέγγιση ίσως; Έχοντας εξαντλήσει όλα τα πιθανά σενάρια κι υποθέσεις εργασίας, μαζί και τα πολιτικά κόμματα, τα κυβερνητικά σχήματα και τους  πρωθυπουργούς, ανακυκλώνουμε ξανά και ξανά τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες ευθύνες, τις ίδιες επιλογές, τις ίδιες συνέπειες.

Μιλάμε για ανάπτυξη, για θέσεις εργασίας, για έξοδο από την κρίση και το μόνο που ζούμε είναι μια αφόρητη επανάληψη των ίδιων επιχειρημάτων, των ίδιων πρακτικών, των ίδιων συμπερασμάτων. Η κυριαρχία του δημόσιου τομέα της οικονομίας παραμένει ανέγγιχτη, ζει και βασιλεύει, ενώ στρατιές νέων συνταξιούχων εξακολουθούν να συνωθούνται μπροστά στα άδεια ταμεία των ασφαλιστικών φορέων. Με μπροστάρη κι οδηγό το πολιτικό σύστημα και τους «πελάτες» του, αλλά κι ό,τι εξέθρεψε και γιγάντωσε τις χρόνιες παθολογίες του νεοελληνικού κράτους.

Η παρούσα κυβέρνηση μοιράζει ανέξοδα υποσχέσεις για ισοδύναμα, αν και γνωρίζει πολύ καλά ότι το μόνο που μπορεί να μοιράσει –εκτός, βέβαια, από λόγια– είναι η φτώχεια κι η περαιτέρω συρρίκνωση της εθνικής οικονομίας. Ομιλεί για κοινωνική δικαιοσύνη, ευελπιστώντας, ότι η ολοκληρωτική ισοπέδωση των μεσαίων στρωμάτων, εκ των πραγμάτων –επικουρούντος και του κοινωνικού αυτοματισμού– θα δημιουργήσει κοινωνική ευφορία μέσω της ισοδύναμης φτωχοποίησης σε ακόμα μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.

Βρισκόμαστε σε ελεύθερη πτώση και δεν είναι μόνο οι περικοπές κι οι μειώσεις στα εισοδήματα κι η απαξίωση των περιουσιών που δίνουν αυτή την αίσθηση, αλλά η παρατεταμένη αδυναμία να διακρίνουμε ξεκάθαρα πού βρίσκεται επιτέλους ο πάτος του βαρελιού, η έξοδος του τούνελ. Ούτε το ηθικό έρμα, ούτε την ψυχική δύναμη διαθέτουμε για να ανακόψουμε την πτωτική πορεία μας, ούτε και τους αναγκαίους θεσμικούς και κρατικούς μηχανισμούς –δυστυχώς. Αφεθήκαμε έρμαια στην έλξη της κομματικής βαρύτητας, στην ευκολία της κυβερνητικής αδράνειας, στη δύναμη της πολιτικής «πεπατημένης».

Μέσα σε λίγους μόλις μήνες οι βεβαιότητες διαψεύστηκαν, η σιγουριά χάθηκε, η εμπιστοσύνη εξανεμίστηκε, μόνη διαφαινόμενη προοπτική η επιστροφή της κοινωνίας και της οικονομίας πολλά χρόνια πίσω, δεκαετίες πιθανόν. Βρισκόμασταν καθ’ οδόν, τώρα επιταχύνουμε. Η κατάσταση που «σέρνεται» μετά τις πρόσφατες εκλογές δεν επιτρέπει προς το παρόν, όχι μόνο ν’ αναπηδήσει η όποια ελπίδα, αλλά ούτε κάν να τροφοδοτηθεί η στοιχειώδης αισιοδοξία ότι, τουλάχιστον, επίκειται η σταθεροποίηση, η δημιουργία δεδομένων και βάσης για γόνιμο προβληματισμό, διατύπωση σχεδίων και εφαρμογή λύσεων. 

[Μπορεί μικρόφωνα και μικροτσίπ να μην υπάρχουν πλέον στο οπλοστάσιο του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, αλλά εξαγγελίες για «θερινά Νταβός», μάλλον πίκρα αφήνουν στο χαμόγελο που σχηματίζεται στα χείλη].

Θα δούμε.

Photo: naftemporiki.gr

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Παρελθόν που τυφλώνει.


Το ‘χω βουλώσει. Τι να πω; Και δεν είναι που «μίλησε» στις 20 του Σεπτέμβρη ο «λαός», ούτε που καθημερινά επί μήνες κι επί χρόνια –τα τελευταία με ιδιαίτερη ένταση– οι λέξεις έχουν χάσει τη σημασία τους και τα λόγια ακολουθούν τους πληθωριστικούς ρυθμούς –και την αξία– των κατοχικών χαρτονομισμάτων.

Είναι που νομίζω, πως έχουν δίκιο όσοι επικρίνουν τους χειρισμούς της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την οχτάμηνη διακυβέρνηση, τις άστοχες επιλογές της και την καταστροφική μέχρι τώρα πολιτική της. Είναι απ’ την άλλη, που δίκιο αισθάνομαι να έχουν κι εκείνοι της κυβερνητικής –κι όχι μόνο– πλευράς, που υποστηρίζουν πως ο δικομματισμός της μεταπολίτευσης είχε κουράσει, είχε κορεστεί κι ότι το πολιτικό σύστημα χρειάζεται ανανέωση κι αλλαγές.

Λίγο – πολύ όλοι δίκιο έχουμε και έχουνε κοιτάζοντας διαρκώς προς τα πίσω, συγκρίνοντας, κατηγορώντας, επικρίνοντας γι’ αυτά που έγιναν, για εκείνα που συνέβησαν, για όλα τα πεπραγμένα. Και οι μεν νεώτεροι δικαίως φαίνεται να διαμαρτύρονται και ν’ αγανακτούν για τις αστοχίες, τα λάθη και τις επιλογές των πατεράδων, των μανάδων και των παππούδων τους, οι δε «μεγαλύτεροι» με τη σειρά τους, κάπου έχουν δίκιο να υποστηρίζουν, ότι ό,τι έκαναν το ‘καναν για το καλό τους, για να ζήσουν πιο άνετα, για να ξεφύγουν απ’ τη μιζέρια, τη φτώχεια και το περιθώριο της ζωής.

Αυτό που οι νέοι ονομάζουν σήμερα «κατεστημένο» δεν είναι τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από το «μέσο» κοινωνικής ενσωμάτωσης κι ανέλιξης, που ξεκίνησε τη διαδρομή του εκεί, στις παρυφές της μεταπολίτευσης του 1974 κι άρχισε ταχτικά δρομολόγια από το 1981 κι εντεύθεν. Τίγκα οι στάσεις από ενδιαφερόμενους να επιβιβαστούν στα «δρομολόγια» του δημοσίου. Κανείς δε ρωτούσε ποιος πληρώνει το εισιτήριο, τον οδηγό, τα καύσιμα, άσε που όλοι νόμιζαν ότι κάθε τόσο θα δημιουργούνταν κι ένα «νέο τέρμα», όπως με τα αστικά της δεκαετίας του ’60, τότε που το λεκανοπέδιο –κι όχι μόνο– γνώριζε την «ανάπτυξη» του «εκτός σχεδίου» και της αντιπαροχής.

Ο άνεμος της δημοκρατίας και των ευρωπαϊκών κονδυλίων [από κοντά με το «φακελάκι, το «λάδωμα» και τη φοροδιαφυγή] έπνεε πλέριος, παραταύτα έκανε τους προϋπολογισμούς όλους να φαντάζουν διαχρονικά προϋπολογισμοί λιτότητας, η ΑΤΑ να είναι κοροϊδίες κι οι μισθολογικές αυξήσεις ψίχουλα.

Οι νέοι του σήμερα είναι γεννημένοι κάπου εκεί, σε κάποιο «νέο τέρμα» της μεταπολίτευσης. Με φως, νερό, τηλέφωνο, άσφαλτο, ελεύθερο χρόνο και ψυχαγωγία δεδομένα, με το χαρτζιλίκι βρέξει – χιονίσει, με το πανεπιστήμιο και τις σπουδές δεδομένες, με μια θέση –μέσω ΑΣΕΠ από το ’95 και μετά– σε κάποια δημόσια Υπηρεσία σχεδόν κλεισμένη. Οι «Αλβανοί» κι οι άλλοι ήταν για τις βαριές δουλειές. Χτίστες, μπογιατζήδες, υδραυλικοί εξαφανίστηκαν απ’ την Κοτζιά και την Ομόνοια. Θυρωροί, παραδουλεύτρες, αποκλειστικές; Να ‘ναι καλά οι Βουλγάρες, οι Ουκρανές κι οι Φιλιππινέζες.

Κλείσαμε σαν κοινωνία τους λογαριασμούς μας με το παρελθόν. Θάψαμε άρον – άρον ό,τι μας πλήγωνε και μας βασάνιζε επί δεκαετίες. Ανεβήκαμε, αλλά… Χρόνο με το χρόνο, νόμο με το νόμο, λιθαράκι το λιθαράκι ξεστρατίζαμε μαζικά σε μονοπάτια ανείπωτης ευκολίας και απίστευτης επιπολαιότητας. Τότε, εμείς οι μεγαλύτεροι, δεν δεχόμασταν και κουβέντα για τις επιλογές μας, για τις αποφάσεις μας. Ευκαιρίας δοθείσης, κάθε τρία - τέσσερα χρονάκια, ρίχναμε ένα σαρανταπεντάρι τοις εκατό και ξεμπερδεύαμε μ’ εκείνους που πήγαιναν να μας κάνουν τους έξυπνους. Έτσι διδάξαμε σιγά – σιγά και τα παιδιά μας, έτσι γαλουχήσαμε τους νεώτερους. Μεγαλώστε, ψηφίστε, τελειώσατε.

Η οικονομική κρίση όλους αυτούς τους προχειροθαμένους λογαριασμούς έφερε στο φως. Σαν φαντάσματα κι εφιάλτες χρόνο με το χρόνο και νόμο με το νόμο τώρα γκρεμίζουν και κονιορτοποιούν μαζικά όλα τα λιθαράκια που με ευκολία κι επιπολαιότητα στήθηκαν πάνω στο σαθρό υπόβαθρο της κοινωνικής μας ανέλιξης. Πέσαμε, αλλά… Κοροϊδευόμαστε, ότι θα σωθούμε ανοίγοντας και ξανανοίγοντας «άλλους» λογαριασμούς, λίστες και καταλόγους, μπαινοβγαίνοντας στα σπίτια και τα μαγαζιά, κυνηγώντας χίμαιρες κι αναζητώντας ιστορίες του χτες και του προχτές. Οι «δράκοι» του χτες στοιχειώνουν και μαυρίζουν τη ζωή μας κι οι «πληγές» του παρελθόντος μολύνουν καθημερινά το παρόν.

Με την όπισθεν κανείς μέχρι σήμερα δεν πήγε μπροστά. Εθελοτυφλούμε ανεμίζοντας σε κάθε ευκαιρία τα σφάλματα του παρελθόντος για να καλύψουμε τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες του παρόντος. Εμείς θα έπρεπε πρώτοι απ’ όλους τους Ευρωπαίους και τους λαούς που βιώνουν την παγκόσμια οικονομική κρίση να το έχουμε καταλάβει. Νισάφι πια, πέντε χρόνια δοκιμάζονται όλα τα δαιμόνια του παρελθόντος στο σώμα της κοινωνίας μας, πόσο ακόμα; Πότε επιτέλους κι από ποιον, θα τραβηχτεί αυτή η κόκκινη γραμμή –αλήθεια πού πήγαν όλες αυτές οι κόκκινες γραμμές που τραβούσαμε επί χρόνια– με το παρελθόν; Πότε θα κοιτάξουμε μπροστά, απελευθερώνοντας τα παιδιά μας, τους νέους, από τα λάθη –τα αληθινά μας λάθη– του χτες;

Εδώ που φτάσαμε πλέον, το παρελθόν μόνο μια υπηρεσία μπορεί να προσφέρει: Να διδάξει.

Αν σταματούσαμε τα καθημερινά παραμύθια και τις φλυαρίες από τις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα [δυστυχώς κι από το βήμα της Βουλής], για τους κακούς δράκους που καιροφυλαχτούν σε κάθε μας βήμα και τις φαρμακερές νεράιδες που υπονομεύουν κάθε μας ενέργεια, αν επιχειρήσουμε να δούμε μπροστά και να σχεδιάσουμε από κοινού το μέλλον, με σοβαρότητα, σύστημα κι επίμονη προσπάθεια, ίσως γεννιόταν πολύ σύντομα η βάσιμη ελπίδα, ότι τα παιδιά των παιδιών μας θα κατορθώσουν να ζήσουν σε μια καλύτερη Ελλάδα, δίχως το σημερινό παρελθόν τους να είναι τότε βαρίδι κι εμπόδιο για την εξέλιξη και την ευημερία τους.

Photo: big thing

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Η δεύτερη ευκαιρία του κυρίου Τσίπρα.


Έτσι κι αλλιώς ο κύριος Τσίπρας δεν έχει να χάσει τίποτε. Χάσει – κερδίσει τις εκλογές κερδισμένος είναι. Είτε τις κερδίσει, γιατί θα έχει πάρει το πολυπόθητο συγχωροχάρτι για την τραγική επτάμηνη διακυβέρνησή του και την άφεση αμαρτιών από το λαό με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο, είτε πάλι κι αν τις χάσει, γιατί θα έχει πεδίον δόξης λαμπρό μπροστά του να εξακολουθήσει να κοροϊδεύει και να παραμυθιάζει το λαό υποδυόμενος το τραγικό θύμα των σκευωρών και εμπνευστών της αριστερής παρένθεσης και την πλανημένη και αθώα αριστερά της «πρώτης φοράς».

Εκ του ασφαλούς αντιπολιτεύτηκε επί σειρά ετών ο κύριος Τσίπρας, εκ του ασφαλούς διακυβέρνησε επί επτά μήνες τη χώρα, εκ του ασφαλούς τη σέρνει και στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου.

Με την ασφάλεια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας άσκησε μέσα κι έξω απ’ τη Βουλή την πλέον σκληρή, ανεύθυνη και λυσσώδη κριτική στις κυβερνήσεις από το 2010 και μετά. Εκ του αφαλούς απευθύνθηκε με όρους απαξίωσης και διχασμού στα πιο ταπεινά και σκοτεινά ένστικτα του λαού. Εκ του ασφαλούς ανέχθηκε προπηλακισμούς και συκοφαντίες πολιτικών αντιπάλων. Εκ του ασφαλούς «κάλυψε» με δηλώσεις εκδηλώσεις βίας, ανομίας και καταστροφών. Εκ του ασφαλούς υποσχέθηκε τα πάντα σε όλους.

Με την ασφάλεια του πρωθυπουργοκεντρικού πολιτικού συστήματος άσκησε τα καθήκοντά του μέσα κι έξω απ’ το Μαξίμου, αλλά και μέσα κι έξω απ’ τη χώρα ως απόλυτος κυρίαρχος. Εκ του ασφαλούς στήριξε την κυβέρνησή του σε ό,τι πιο συντηρητικό, φοβικό κι οπισθοδρομικό υπήρχε από πολιτικές δυνάμεις εντός του Κοινοβουλίου. Εκ του ασφαλούς κατασπατάλησε πόρους κι αποθεματικά, ενώ ταυτόχρονα κατακρεουργούνταν συμμαχίες, συνεργασίες και συμφωνίες στο διεθνές πλαίσιο αναφοράς της χώρας. Εκ του ασφαλούς συνομιλούσε με εταίρους και ξένους ηγέτες έχοντας σαν «μαξιλαράκι» των ελιγμών του το προαποφασισμένο δημοψήφισμα. Εκ του ασφαλούς έφερε –«μετά από 17 ώρες διαπραγμάτευση»– μια συμφωνία γνωρίζοντας ότι οι υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις του τόπου –οι μέχρι πρότινος «δωσίλογοι» θα στηρίξουν τη χώρα και τη διάσωση των κεκτημένων του Ελληνικού λαού.

Με την ασφάλεια του εκλογικού νόμου και του κατακερματισμένου πολιτικού συστήματος, αλλά και της ασυνεννοησίας μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αποφάσισε καλοκαιριάτικα την προσφυγή στις κάλπες, γιατί… γιατί έπρεπε –λέει– να νομιμοποιήσει ο λαός τις επιλογές της επτάμηνης διακυβέρνησης και το νέο μνημόνιο. Εκ του ασφαλούς αναζητείται το άλλοθι στη λαϊκή ετυμηγορία. Εκ του ασφαλούς θα βρεθούν συνεταίροι στη διακυβέρνηση και διαχείριση των νέων οικονομικών μέτρων. Εκ του ασφαλούς επιχειρείται να εξασφαλιστεί η παραμονή στην εξουσία παρά τα αυταπόδεικτα πλέον χονδροειδή λάθη, ψέματα κι αδυναμίες που είχε η ολιγόμηνη διακυβέρνηση της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον κύριο Τσίπρα. [Εκ του ασφαλούς και το τυχόν πέρασμα στην αντιπολίτευση και τα γνώριμα «αντιμνημονιακά» λημέρια].

Αυτή την ασφάλεια δεν τη δικαιούται ο κύριος Τσίπρας, δεν την αξίζει.

Η συγκυρία, η τύχη, αλλά προπαντός ο Ελληνικός λαός, του επιφύλαξαν –μετά μάλιστα από τη λυσσώδη και πολύχρονη επιμονή του– ένα μοναδικό προνόμιο και μια μοναδική ευκαιρία, να πιάσει το τιμόνι της χώρας και να ανασύρει την Ελλάδα από τη θέση που «οι προηγούμενοι» την είχαν φέρει. Να φέρει ελπίδα, έστω κι αν δεν έσκιζε με τη μια το μνημόνιο, έστω κι αν «έκανε τα μισά» απ’ όσα υπόσχονταν. Απέτυχε.

Η δεύτερη ευκαιρία του κυρίου Τσίπρα θα πρέπει να είναι από τη θέση της αντιπολίτευσης.

Ποιοι όμως έχουν τη διάθεση, την τόλμη, τη λογική και την υπομονή να υπολογίσουν πόσο θα κοστίσει, όχι η εφαρμογή, αλλά η μη εφαρμογή της συμφωνίας; Ποιοι έχουν το κουράγιο και τη δύναμη να σκεφτούν, να  κρίνουν, ν' αξιολογήσουν αυτά που κουτσά - στραβά πετύχαμε ως τώρα για να είμαστε όρθιοι. Ποιοι;

Ήδη διάφοροι λεβέντες «στήνονται» εκ του ασφαλούς στο περιστύλιο.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Παναγιά μου, Παναγιά μου.


Άχαρο καλοκαίρι. Δίχως ξενοιασιά, δίχως χαλάρωση, δίχως διάθεση και -πού το πας αυτό;- δίχως μετρητά.

Ούτε οι κάλπες του δημοψηφίσματος κατάφεραν να του δώσουν έναν τόνο χάρης και ζωντάνιας. Ούτε τα πρωτόγνωρα κοινοβουλευτικά καμώματα ενδιαφέρον. Ούτε τα grexit και τα αποκαλυπτικά σενάρια επιστροφής στη δραχμή σασπένς.

Δυσθυμία μόνο, κούραση, κακοκεφιά. Από απογοήτευση, αγωνία, οργή και μίσος έχουμε πια μπουχτίσει, χρόνια δουλεύονται και καταναλώνονται.

Τα γεγονότα έρχονται και φεύγουν μπροστά στις κάθιδρες οθόνες ξεθυμαίνοντας σαν τσαλακωμένα κουτάκια μπύρας παρατημένα άδεια κι αδιάφορα στο τραπεζάκι του σαλονιού ανάμεσα σε λαδωμένα κουτιά πίτσας.

Κάθιδροι ρεπόρτερς μάταια πασχίζουν, όχι μόνο να βρουν ίσκιο έξω απ' το Μαξίμου, αλλά και να μεταδώσουν στην αποχαυνωμένη κοινωνία την ένταση των ημερών και την κρισιμότητα των διαδοχικών non papers. Οι δηλώσεις κι οι ψηφοφορίες πριν το χάραμα ξαφνιάζουν πια μόνο εκείνους που δεν βαρέθηκαν τη μεταμόρφωση της πρώτης φοράς.

Κανείς δεν ψάχνει πια στα σκουπίδια για τα σκισμένα μνημόνια. Κανείς δεν αυτοκτονεί στις πλατείες της αγανάκτησης. Η ανθρωπιστική κρίση έπαψε να υπάρχει στις ανταποκρίσεις των ειδησεογραφικών πρακτορείων και τα πρωτοσέλιδά τους το μόνο που εξακολουθούν να πωλούν είναι αμετροεπείς συνεντεύξεις ανεκπλήρωτων σχεδίων και διαψευσμένων πόθων. Οι διεθνείς υποχρεώσεις, το χρέος, χρεώθηκε στη χώρα σα ρετσινιά, μιας ζωής το επονείδιστο σαν όνειδος ενός λαού δαχτυλοδειχτούμενου.

Το έχουμε τερματίσει. Δεν πάει άλλο, πώς να το κάνουμε;

Ποιο σενάριο αισιοδοξίας μπορεί να παρηγορήσει; Ποια υπόθεση εργασίας είναι σε θέση να προσφέρει σιγουριά; Ποια θετική σκέψη μπορεί ν' αντέξει πριν την παρασύρει ακαριαία η επόμενη διάψευση;

Τρώμε τις ήττες με το κουτάλι και πανηγυρίζουμε. Διαλύεται η κοινωνία, διαλύεται η χώρα, διαλύεται κι ισοπεδώνεται ό,τι έχει δημιουργηθεί με κόπους, θυσίες και προσπάθειες μιας ζωής κι εμείς ασχολούμαστε πάλι για τα καμώματα μιας Ζωής και μιλάμε για εκλογές τον άλλο ή τον παράλλο μήνα σαν να μην τρέχει τίποτα.

Είμαστε άξιοι της τύχης μας.

Ποια Παναγιά να βάλει το χέρι της; Μόνοι μας βγάζουμε τα μάτια μας.

Photo: ΕΘΝΟΣ

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Ο Ιούλιος της μεταπολίτευσης.


Αναζητώντας ή κι επιδιώκοντας από χρόνια το τέλος της μεταπολίτευσης, καταφέραμε, τελικά, να βρεθούμε αντιμέτωποι με το τέλος της χώρας. Ότι ο δρόμος ήταν λάθος κι η κατεύθυνση που για καιρό ακολουθούσαμε εσφαλμένη, είτε το παραβλέπαμε, είτε επιτιμούσαμε όσους τολμούσαν να το επισημάνουν ή να το κραυγάσουν.

Τώρα, με λίγα ευρώ ακόμα στις τσέπες, το μόνο που μένει είναι να τ' αποφασίσουμε. Ναι, μια νέα μεταπολίτευση από τα λόγια μπορεί να γίνει πράξη. Με αφορμή αυτή τη συμφωνία, έχουμε την ευκαιρία να σταθούμε ξανά στην αφετηρία, με μηδενισμένο το κοντέρ της μετά από 40 τόσα χρόνια πορείας και να ξεκινήσουμε να οικοδομούμε τα επόμενα βήματα, τα επόμενα χρόνια. Οι περιστάσεις κι οι συνθήκες ευνοούν μια ριζική αναθεώρηση του πολιτικού σκηνικού και μια εκ βάθρων αναδόμηση της δημόσιας ζωής, του κράτους, της κοινωνίας, της ζωής της ίδιας. Οι αποφάσεις είναι δύσκολες, ποτέ δεν ήταν όμως ευκολότερες.

Τα δεδομένα από μόνα τους υπαγορεύουν την αναγκαιότητα, αλλά ταυτόχρονα και τη δυνατότητα, το περιθώριο. Δεν πρόκειται μόνο για δυο - τρεις νόμους ή πέντε - έξι οικονομικά μέτρα που πρόκειται να περιορίσουν ακόμα περισσότερο την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών ή να πιέσουν συνολικά την οικονομία της χώρας. Πρόκειται για μια μεγάλη θεσμική αλλαγή που είναι απαραίτητη για να απελευθερωθεί κατ' αρχήν το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Αν ανέδειξε κάτι τόσο εμφαντικά και περίτρανα η οικονομική κρίση από το 2009 και μετέπειτα, ήταν η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να τη διαχειριστεί με αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε τρόπο που και τα συμφέροντα της χώρας να προστατεύονται, αλλά κι οι ανάγκες του λαού να υπηρετούνται και να καλύπτονται με ισότητα, δικαιοσύνη, συνέπεια. Η πράξη φανέρωσε πόσο μεγάλη απόσταση τη χωρίζει από μιαν πολιτική ρητορική, που κάθε άλλο παρά απηχεί την πραγματικότητα, τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα που είναι απαραίτητα για τη διακυβέρνηση μιας χώρας ιδιαίτερα μάλιστα σε συνθήκες κρίσης.

Η αυτοστιγμεί πολλές φορές διάψευση υποσχέσεων και δεσμεύσεων εκ μέρους του πολιτικού προσωπικού ενόψει κρίσιμων διεθνών συνομιλιών και συμφωνιών αποτελεί σύνηθες φαινόμενο των τελευταίων ετών. Παραταύτα, το πολιτικό προσωπικό της χώρας επιμένει με αξιοθαύμαστη συνέπεια να υποδύεται επιπόλαια ρόλους μεταπολιτευτικούς κυβέρνησης - αντιπολίτευσης ωσάν να μην έχει περάσει μια στιγμή από το 1974 ή πολύ περισσότερο από το 1981.

Έτσι, η κρίση αντιπροσώπευσης χτυπά από καιρό κόκκινο, ενώ η έκπτωση και το ανερμάτιστο του πολιτικού λόγου συμβάλει στην αποστασιοποίηση και την απογοήτευση των πολιτών από την πολιτική και τις πολιτικές διεργασίες. Η ψήφος χάνει την αντιπροσωπευτικότητά της και μετατρέπεται αποκλειστικά σε «εργαλείο» ή μέσο εκδίκησης, χλευασμού, αποδοκιμασίας. Έτσι, το Κοινοβούλιο χάνει στη συνείδηση των πολιτών την πολιτική νομιμοποίησή του και μετατρέπεται σε άθροισμα ατόμων, ομάδων ή συμφερόντων, που αδυνατούν να συνθέσουν και να εκφράσουν με αξιοπιστία και συνέπεια τις ανάγκες της κοινωνίας που εκπροσωπούν.

Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις, τηρώντας με θρησκευτική ευλάβεια μια στρεβλή πεπατημένη πολιτικής συμπεριφοράς, που απηχεί παράφωνα ιδίως μέσα στην κρίση αντιλήψεις και συνήθειες από τις εποχές της ευμάρειας, αδυνατούν ή δυστάζουν να προωθήσουν κρίσιμες αλλαγές κι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και φαντάζουν να λειτουργούν μόνο και μόνο για τη διεκπεραίωση κομματικών συμφερόντων και την εξυπηρέτηση ποικίλων σκοπιμοτήτων. Δεν είναι τυχαίο, ότι μεσούσης της κρίσης οι μόνες αλλαγές που επί της ουσίας πραγματοποιήθηκαν στα υπουργεία είναι αυτές των διαδοχικών μετονομασιών τους. Κατά τα λοιπά, ο ιστορικός «1558» κι ο νόμος περί ευθύνης υπουργών καλά κρατούν.

Αλλαγές στο πολιτικό σύστημα δεν περιλαμβάνονται φυσικά στη νέα συμφωνία, ούτε έχουν συμπεριληφθεί ως τώρα σε κανενός είδους μνημόνιο. Δεν είναι δουλειά τρίτων. Εμείς έχουμε την ευθύνη και τον πρώτο λόγο. Στο χέρι μας είναι με αφορμή την πρόσφατη κορύφωση της παρούσας κρίσης, που έχει προδήλως πάψει να 'ναι μόνο οικονομική, να τολμήσουμε τις απαραίτητες αλλαγές, που θα ανανεώσουν εκ βάθρων την πολιτική ζωή του τόπου και θα θέσουν, εκτός από τις οικονομικές και τις πολιτικές βάσεις της νέας μεταπολίτευσης.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Πρώτη μέρα χωρίς μνημόνιο.


Καλό μήνα. Πρώτη μέρα χωρίς μνημόνιο σήμερα και κατά κάποιον τρόπο αυτή η κορυφαία προεκλογική δέσμευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έγινε πραγματικότητα. Ασφαλώς, όλοι όσοι λαχταρούσαν να ξημερώσει αυτή η ωραία μέρα, όσοι πίστεψαν, ήλπισαν, επεδίωξαν και, τελικά, ψήφισαν την περίμεναν εντελώς διαφορετική. Ούτε με τράπεζες κλειστές, ούτε με ουρές, ούτε με θλίψη, ούτε με ντροπή, ούτε με αβεβαιότητα.

«Τα μισά να κάνει, θα είμαστε ευχαριστημένοι». Και θα ήμασταν. Ποιος, αλήθεια, θέλει τις περικοπές και τους φόρους, τις έξωθεν υποδείξεις και τις άνωθεν εντολές; Ποιος λέει «όχι» στη δημοκρατία, την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και των απόψεων, τη συμμετοχή και την πρόοδο; Ποιος δεν θέλει να ζει αξιοπρεπώς σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και σε μια χώρα που ευημερεί και προσφέρει ευκαιρίες για προκοπή κι ανάπτυξη; Σ' ένα κράτος ευνομούμενο, δίκαιο, αποτελεσματικό; Για να φτάσεις όμως εκεί απαιτείται σχέδιο, προσπάθεια, συνεργασία. Χρειάζεται κοινωνική ειρήνη και συνοχή.

Όλα αυτά που δικαιούμαστε, μας αξίζουν κι επιθυμούμε δεν κερδίζονται και δεν κατακτούνται με τα λόγια, με τα ψέματα, με τις μαγκιές και τις εξυπνάδες. Δεν επιτυγχάνονται με κομπίνες και τεχνάσματα. Βοηθούν όλα αυτά κι είναι θεωρητικώς δυνατά, αλλά η πράξη απ' τη θεωρία έχουν πολλές φορές -ειδικά αν πρόκειται για ανθρώπινα συστήματα- μεγάλη απόσταση, αποκλίσεις και διαφορές.

Φτάσαμε σχετικά εύκολα ίσαμ' εδώ. Λίγο – πολύ όλα αυτά τα χρόνια με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το έχουμε παραδεχτεί. Δημοκρατία, ελευθερία, ευημερία, ανέλιξη. Είναι πολύ πιο εύκολο να πισωγυρίσουμε. Είναι πανεύκολο να χαθούμε, να τα χάσουμε, ιδιαίτερα αν υπερεκτιμήσουμε τις δυνατότητές μας ή -αντίθετα- υποτιμήσουμε τις καταστάσεις, τις συνθήκες, τους «άλλους». Είναι πανεύκολο αν κατακλυστούμε απ' τις εμμονές και τις ιδεοληψίες μας και αποκοπούμε απ' την πραγματικότητα, απ' το μέτρο, απ' τη φωνή της λογικής.

Σήμερα γράφουμε και ζούμε -για μιαν ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια- ιστορικές στιγμές. Μόνο που δεν περιποιούν τιμή και -πολύ περισσότερο- ούτε ένδοξες είναι, ούτε περήφανες. Ξεπατικώνουμε εικόνες δυστυχίας από τις πιο μελανές σελίδες των σύγχρονων κρατών και κοινωνιών. Εξαντλούμε, συνάντηση τη συνάντηση, σταγόνα με σταγόνα μέχρι την τελευταία ρανίδα τα όποια ψήγματα αξιοπρέπειας και εμπιστοσύνης της χώρας μας. [Για τα χρήματα δεν το συζητώ, τα έχουμε καταναλώσει προ πολλού. Τα 20σάευρα απομένουν]. Εξαντλούμε τις τελευταίες απαντοχές μιας κοινωνίας που ταλαιπωρείται, δοκιμάζεται και διαψεύδεται επί σειρά ετών. Μιας κοινωνίας που λαχταράει να ξεφύγει μπροστά, αλλά διαισθάνεται να την κυκλώνουν τ' αδιέξοδα. Μιας κοινωνίας πληγωμένης, απογοητευμένης, εξαντλημένης. Μιας κοινωνίας που αναζητά με αγωνία να ηρεμήσει και να καταλαγιάσει, ν' ασχοληθεί και πάλι με τ' ανθρώπινα και τα καθημερινά της, με το μέλλον της και το μέλλον των παιδιών της, με ασφάλεια, σιγουριά, σταθερότητα κι αξιοπρέπεια, για αλήθειες.

Θα το γράψω όπως το αντιλαμβάνομαι. Είμαστε πλέον χαμένοι. Δεν υπολογίζω αν το δημοψήφισμα είναι νόμιμο, έγκυρο, «στημένο». Δεν έχει σημασία αν υπερισχύσει το «όχι» ή το «ναι». Η αφερεγγυότητά μας ως συνομιλητές κι η αναξιοπιστία μας ως χώρα είναι κοινό μυστικό, παγκόσμια. Το «game over» που ξεσήκωσε -τάχα- την «ιερή αγανάκτηση» της κυβέρνησης κι αποτέλεσε -δήθεν- τη θρυαλλίδα της ρήξης, δεν ήταν απειλή, δεν ήταν εκβιασμός, ήταν μια -σκληρή μεν, κυνική- αλλά πέρα για πέρα μεγάλη αλήθεια. Αυτό το δημοψήφισμα, σαν απάντηση, ήταν ένα μεγάλο λάθος τακτικής.

Ναι, ξέρω, δεν είμαι ειδικός της «θεωρίας των παιγνίων», μόνο που οι τράπεζες κι οι χρηματαγορές της Ευρώπης κι όλου του κόσμου είναι ανοιχτές κι οι άνθρωποι ανά την υφήλιο μας παρακολουθούν στα απονενοημένα μας ρεσάλτο με απορία, καχυποψία, ειρωνεία. [Εντάξει, και κάποιοι με συμπάθεια για τα παθήματά μας]. Μαθαίνουν για τις αλλεπάλληλες υπαναχωρήσεις και αμφιθυμίες μας, πληροφορήθηκαν για τη «χρεωκοπία» της χώρας. Αν ποτέ δεν δουν σαν έκτακτη είδηση τη ματαίωση του δημοψηφίσματος, τότε, ή θα αντικρίσουν, μαζί μ' όλους τους Έλληνες, το λογότυπο του νέου νομίσματος ή -και πάλι μαζί με όλους τους Έλληνες- θα μάθουν με δέος -αυτό αφορά μόνο τους Έλληνες- το νέο πακέτο μέτρων οικονομικής στήριξης, το «νέο μνημόνιο».

Η επιλογή για την κυβέρνηση είναι μία: Όχι στο δημοψήφισμα κι όχι το «όχι» στο δημοψήφισμα. Εκεί, αν κι εφόσον αντέξουμε να φτάσουμε ως την Κυριακή, η μόνη επιλογή είναι το «ναι». [Και δεν θα φταίει, ασφαλώς, αυτό για τα νέα μέτρα].

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Η νέα συμφωνία.


Κανείς δεν ασχολείται. Ποιος ν' ασχοληθεί; Τώρα προέχει η πρωτοκαθεδρία στις πλατείες. Τώρα τον πρώτο λόγο έχει ποιος θα έχει την τελευταία λέξη, την πιο αποστομωτική ατάκα, την πιο εντυπωσιακή σέλφι. Τώρα το πρόταγμα έχει ο νέος διχασμός.

Αύριο συμφωνείται μια ακόμα δανειακή σύμβαση. Αύριο συμφωνούνται από την Ελληνική κυβέρνηση νέα οικονομικά μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση της χώρας και για το επόμενο διάστημα. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με αύξηση του ΦΠΑ ή μείωση των συντάξεων, με αύξηση της φορολογίας των επιχειρήσεων ή μείωση της δαπάνης για κοινωνικές παροχές, η συμφωνία θα κλείσει στο ύψος που διαμορφώνουν, όχι οι κόκκινες γραμμές των τελευταίων μηνών, αλλά εκεί που οι ταμειακές ανάγκες υπαγορεύουν και κυρίως εκεί που διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη καταβολή μισθών και συντάξεων.

Όταν το μείζον δείχνει να είναι εξασφαλισμένο, ποιος και για ποιο λόγο ν' ασχοληθεί για τους λόγους που η χώρα μετά από πέντε χρόνια σκληρής περιοριστικής πολιτικής δεν έχει κατορθώσει να ορθοποδήσει οικονομικά και κοινωνικά και δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να συντονίσει και πάλι τον βηματισμό της με τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Κανείς δεν αναφέρεται στον τρόπο που αυτός ο φαύλος κύκλος των ελλειμμάτων μπορεί να κλείσει κι η οικονομία της χώρας θ' αρχίσει να παράγει και κάτι άλλο εκτός από θέσεις ανεργίας.

Βέβαια, μέσα σ' αυτή την πολύχρονη περιδίνηση στην κρίση όλοι έχουν λόγο, όλοι έχουν άποψη, όλοι έχουν λύσεις. Το μόνο που κανένας από όσους κυβερνούν δεν έχει, είναι ευθύνη. Όλα τα μαγικά και τα ευφάνταστα εξαντλούνται μέχρι κάποιο κόμμα, κάποιος ηγέτης, να βρεθεί στον κυβερνητικό θώκο, τότε αυτομάτως ή καλύτερα, δυσκολότερα ή ευκολότερα, η συζήτηση κι οι διαπραγματεύσεις γυρίζουν στο ποιες περικοπές θα πρέπει να γίνουν για να μη χρεοκοπήσει η χώρα. Τότε πάνε περίπατο και τα «Ζάππεια» κι οι «Θεσσαλονίκες».

Δεν μ' ενδιαφέρει η όποια «έντιμη συμφωνία». Δεν παριστάνω τον παλικαρά ή ότι δεν καίγομαι, όπως πιστεύω καθένας ευσυνείδητος πολίτης, να βρεθεί μια ικανοποιητική για τα συμφέροντα της χώρας και της κοινωνίας λύση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά από πέντε χρόνια όμως που έχουν περάσει τόσα κόμματα, τόσοι πρωθυπουργοί και υπουργοί, που έχουν θεσπιστεί τόσοι νόμοι και διατάξεις, αδυνατώ να αποδεχτώ να είναι μόνο στα λόγια το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, η δίκαιη φορολογία, η διαφάνεια, η αξιοκρατία. Δεν ανέχομαι το πολιτικό σύστημα, ο κοινοβουλευτισμός, η κυβέρνηση και τα κόμματα να εξακολουθούν να πορεύονται σαν να μην έχει συμβεί τίποτε σ' αυτή τη χώρα κι οι «θεσμοί» αυτοί να εξακολουθούν στις ίδιες λογικές και με τους ίδιους κανόνες που είχαν συνδιαμορφώσει κι ακολουθούσαν προ της κρίσης.

Όλα όσα έχουν επιτευχθεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο παρεμβάσεις στα εισοδήματα και σε κάποιο βαθμό στις κρατικές δαπάνες, οριζόντια, επί δικαίων και αδίκων. Αν αυτή τη λογική θα μπορούσε κάποιος να τη δικαιολογήσει με το ξέσπασμα της κρίσης, με το πρώτο μνημόνιο, που η «φωτιά» της χρεοκοπίας τσουρούφλιζε τα παραθυρόφυλλα της χώρας, από το δεύτερο μνημόνιο και μετά κι ιδιαίτερα μετά τις όπως – όπως εκλογές του 2012, όχι μόνο δεν υπάρχει δικαιολογία, αλλά τουναντίον υπάρχουν τεράστιες ευθύνες, γιατί τα πράγματα δεν προχώρησαν προς την κατεύθυνση που είχε ανάγκη η χώρα κι η κοινωνία. Δεν χρειάζεται να αναφερθούν, τα ζήσαμε. Ούτε το πρόβλημα το λύνει ασφαλώς κι η όποια εξεταστική, σιγά -τώρα πια- μην είναι αυτό το ζήτημα.

Πάπας δεν είμαι. Ας αναζητήσουν όσοι επιθυμούν διακαώς τη δικαίωσή τους, αλλού τα σύγχρονα indulgentia (=συγχωροχάρτια). Δεν θα βρισκόμασταν όμως εδώ σήμερα, αν οι «φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις» της χώρας μπορούσαν να βρουν ένα modus viventi τότε που μπορούσαν, αντί ν' αναζητάνε σήμερα στασίδια στις πλατείες. Όχι ότι δεν έκαναν και τίποτε, αλλά, συγγνώμη, τη μείζονα μεταξύ τους κυβερνητική συμφωνία για την πραγματοποίηση των αναγκαίων ανατροπών και ρήξεων στο εσωτερικό και για τα κακώς κείμενα της χώρας, δεν την τόλμησαν. Και το τι έγινε και δεν έγινε σε κυβερνητικό επίπεδο και πού πήγαν ιδέες, αρχές και διακηρύξεις το είδαμε και το ζήσαμε από πρώτο χέρι. Κάποιοι σίγουρα περιμένουν πώς και πώς αύριο ν' ανεμίσουν το [ανύπαρκτο κατά τ' άλλα] «μαίιλ Χαρδούβελη» για να μετρήσουν ποιος την έχει τη λίστα με τα μέτρα πιο μεγάλη.

Σίγουρα η παρούσα κυβέρνηση έχει μεγάλες ευθύνες, αλλά από όλους αυτούς που σήμερα θέλουν να κάνουν τους μάγκες έχει τις μικρότερες. Σε τι υπολείπεται δηλαδή ευθυνών ο «ανατροπέας» Σαμαράς του «ανατροπέα» Τσίπρα, στο ότι έκανε τη λεγόμενη κολωτούμπα πριν καν στεγνώσει το μελάνι στο πρωτόκολλο της ορκωμοσίας του; Εκείνοι που καμώνονται τους ψαγμένους και τους υποψιασμένους, ας έκαναν τότε που περνούσε απ' το χέρι τους τ' αδύνατα δυνατά για να με προστατέψουν κι απ' την τρόικα κι απ' τον ΣΥΡΙΖΑ. Όχι μόνο έτρεμαν τα πόδια τους ή κρύβονταν όταν ήταν να 'ρθει η τρόικα για αξιολόγηση, αλλά και στις αμετροέπειες του ΣΥΡΙΖΑ αντιπαρέβαλλαν ανύπαρκτα success story και ζωντανές συνδέσεις με την Αμφίπολη. Και δεν ήταν μόνοι τους στην κυβέρνηση...

Μια νέα συμφωνία είναι μπροστά μας και πάλι όμως οι πολίτες αγνοούν σε μεγάλο βαθμό ποιο είναι το μέλλον κι η τύχη της χώρας. Μπορεί η συμφωνία αυτή καθαυτή να 'ναι για τους πολλούς μια λύτρωση, δεν αποτελεί σε καμιά όμως περίπτωση απάντηση, αντίθετα, προσθέτει ένα ακόμα μεγάλο ερωτηματικό. Πότε και ποιος θα χαράξει και θα εφαρμώσει, επιτέλους, για τη χώρα ένα σαφές πρόγραμμα κοινωνικής και οικονομικής ανασυγκρότησης κι ανάπτυξης, που θα στηρίζεται με δικαιοσύνη και ισότητα στις εγχώριες δυνατότητες και δυνάμεις της και θ' αξιοποιεί με σχέδιο και συνέπεια τη βοήθεια και την υποστήριξη των Ευρωπαίων εταίρων και των άλλων συμμάχων της.

Με την εξασφάλιση μισθών και συντάξεων μόνο, μπορεί κάποιοι από εμάς να μην πεινάσουν, αλλά -δυστυχώς- οι «έμποροι» της κρίσης κι οι παθογένειες της οικονομικής εξάρτησης θα εξακολουθούν να σιτίζονται από το υστέρημα της χώρας -κάποιοι μάλιστα με χρυσά κουτάλια. Σ' αυτές τις συνθήκες κοινωνικής απαξίας κι εκμετάλλευσης, η αξιοπρέπεια είναι πουκάμισο αδειανό κι όχι παντιέρα που συνεγείρει κι ενώνει σε κοινές προσπάθειες για την υπέρβαση και το ξεπέρασμα του σημερινού αδιεξόδου.

Μετά τη συμφωνία, χρειάζεται από όλους το κάτι παραπάνω. Ας ψάξουμε αυτή τη νέα μεταξύ μας συμφωνία, γιατί εκτός απ' τις πλατείες -ή τις τσέπες, κάποια στιγμή θα πρέπει να γεμίσει και πάλι η ψυχή μας. [Αν στο μεταξύ μπορέσουμε να την ξαναβρούμε].

Photo: Com

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Ποια Αμφίπολη;


Η είδηση δεν θ’ απασχολήσει πολλούς, κάποιοι σίγουρα ούτε θα την «πάρουν είδηση». Μετά την υπερπροβολή και τη δημοσιότητα του περασμένου χρόνου, ένας χώρος που έγινε σημείο καθημερινής αναφοράς και αιτία εθνικής υπερηφάνειας κι έξαρσης, πέρασε μέσα σ’ έξι μήνες στην αφάνεια και τη σιωπή.

Τι έγινε ή τι γίνεται στην Αμφίπολη, για να πω την αλήθεια, δεν είναι εκείνο που για να γραφτούν αυτές οι σειρές έδωσε την αφορμή. Τα σημαντικά ή τ’ ασήμαντα, τις πολιτικές ή άλλες αρχαιολογικές σκοπιμότητες, ας τ’ αναζητήσουν κι ας τ’ αναλύσουν οι γνωρίζοντες κι οι επαΐοντες. Εκείνο που μου κίνησε το ενδιαφέρον είναι η ευκολία με την οποία –για μια ακόμα φορά–  το παλλαϊκό σχεδόν ενδιαφέρον έγινε τόσο σύντομα σιωπή κι αδιαφορία κι από τα πελάγη εθνικής περηφάνιας κι ενθουσιασμού γυρίσαμε τις πλάτες και ξεχάσαμε ένα μνημείο, μια περιοχή, μια δυνατότητα.

Μπορεί η Αμφίπολη, η κάθε Αμφίπολη αυτού του τόπου που ορίζει τη χώρα που λέγεται Ελλάδα, να έχει ή να μην έχει τόση μεγάλη ιστορική σημασία και αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Μπορεί να μην αποτελεί μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, ούτε σημείο κάποιου κορυφαίου γεγονότος ή ταφής κάποιας σημαντικής προσωπικότητας της αρχαιότητας. Δεν παύει όμως, ιδωμένο σ’ ένα αρμονικό κι ενιαίο σύνολο, να συναρθρώνει και να συναποτελεί ψηφίδα σ’ ένα εκ των πραγμάτων αξιοσημείωτο παζλ της Ιστορίας του πολιτισμού και της ανθρωπότητας κι ένα σημαντικό πολιτισμικό «προϊόν» για όλους όσους έχουμε την τύχη να κληρονομήσουμε αυτά τα χώματα.

Διαβάζοντας, λοιπόν, για την απογοήτευση ευκαιριακών «επενδυτών» και καφετζήδων της περιοχής, σκέφτομαι πόσο ευκαιριακά κι επιπόλαια προσεγγίζουμε διαχρονικά ως οργανωμένη κοινωνία και κράτος τον «πλούτο» που δημιούργησαν εν αγνοία τους πρόγονοι που γεννήθηκαν, έζησαν ή εποίκησαν αυτόν τον τόπο, άνθρωποι που δημιούργησαν, πολέμησαν, αγωνίστηκαν, ψυχαγωγήθηκαν, λάτρεψαν. Κι αυτό που διαπιστώνω, δεν είναι κάτι, ούτε καινούργιο, ούτε πρωτότυπο.

Το παράδοξο όσο κι εξοργιστικό είναι, ότι δεν είμαστε ικανοί κι άξιοι –θα έλεγα– να πάρουμε αυτήν την σπουδαία κληρονομιά και να της δώσουμε την τιμή και τον σεβασμό που της πρέπει. Αδυνατούμε να δώσουμε μια σταλιά υπεραξία και να επενδύσουμε ως λαός πάνω σ’ αυτό που, όχι μόνο έχει πραγματική αξία κι ενδιαφέρον, αλλά τολμάμε κάθε λίγο και λιγάκι να επικαλούμαστε και να περηφανευόμαστε. «Πίνουμε νερό» στ’ όνομα των αρχαίων, αλλά οι αρχαιολογικοί μας χώροι πνίγονται από τα ξερόχορτα και την εγκατάλειψη.

Η γνωστή επωδός αυτών των δυσάρεστων διαπιστώσεων, δεν μπορεί να ‘ναι άλλη από «το κράτος πρέπει…» ή «η πολιτεία θα έπρεπε…». Πόσο βαθιά είναι περασμένη στο DNA μας αυτή η αντίληψη. Δεν έχουμε κι άδικο, αφού από την πρώτη στιγμή που θα γεννηθούμε το κράτος με τα όργανα, τους θεσμούς και τις διαδικασίες του είναι πανταχού παρόν σε κάθε βήμα, σε κάθε εκδήλωση, σε κάθε μας συμβάν. Όταν όλα κυλάνε καλά, ούτε γάτα ούτε ζημιά, όλα μέλι γάλα. Ουέ κι αλίμονο μόλις γίνει «η στραβή», μην τύχει να πλημμυρίσει κανένας χείμαρρος ή να καεί κανένα σπίτι στο δάσος. Τότε ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε.

Κάπως έτσι συμβαίνει από πάντα και με τα αρχαία μας, με την πολιτιστική μας κληρονομιά. Το κράτος έχει την ιδιοκτησία, τη χρηματοδότηση, την ευθύνη, τον πρώτο και τελευταίο λόγο για κάθε τι που σχετίζεται με τα μνημεία και τη διαχείρισή τους, με τη φύλαξη, την προστασία και την αξιοποίησή τους. Υπουργοί καθορίζουν κατά τα δοκούντα της εκάστοτε κομματικής αντίληψης –όπως συμβαίνει και με τόσα άλλα της πολιτικής στη χώρα μας– όλα όσα σχετίζονται με τη χρηματοδότηση, τις προσλήψεις, τις εργασίες κ.ο.κ. Η καθημερινότητα της κρατικής μηχανής και των κομματικών μηχανισμών διαπερνά πέρα ως πέρα και το πολιτιστικό πλεονέκτημα της χώρας, μετατρέποντάς το σε εργαλείο ισχύος και δύναμης όχι στον ανταγωνισμό με άλλα εφάμιλλης αξίας και κύρους μνημεία άλλων χωρών, αλλά επικράτησης και κυριαρχίας στο εσωτερικό, μόνο για επικοινωνιακούς και ψηφοθηρικούς σκοπούς.

Δεν φταίει, λοιπόν, για την εγκατάλειψη της Αμφίπολης το ότι δεν βρέθηκε ο τάφος του μεγαλέξανδρου, ούτε η ερήμωση του ιστορικού κέντρου εξαιτίας των συχνών επεισοδίων. Όχι αποκλειστικά τουλάχιστον. Φταίει ότι την Αμφίπολη την προσεγγίζουμε και την αξιοποιούμε σαν καταναλωτικό προϊόν τρέχουσας πολιτικής, σαν εφήμερο και περιστασιακό πυροτέχνημα για να συνεγείρουμε αφελείς πατριώτες και να την ξεχάσουμε μόλις επιτελέσει το ρόλο της ή τελειώσουν τα λεφτά. Φταίει ότι και στον τομέα του πολιτισμού σχεδιάζουμε στο γόνατο κι αποφασίζουμε στο πόδι. Φταίει το ότι ο πολιτισμός δεν είναι ιστορία σε σχολικό εγχειρίδιο, αλλά καθημερινή πρακτική.

Όπου κατορθώσαμε, έστω και περιστασιακά, να ξεφύγουμε απ’ αυτή τη λογική, όπου η πολιτισμική κληρονομιά εντάχθηκε σ’ έναν συνολικό σχεδιασμό, σ’ ένα συνεπές και τεκμηριωμένο μακροπρόθεσμο πρόγραμμα και σχέδιο τ’ αποτελέσματα «μίλησαν» κι εξακολουθούν να μας μιλάνε μόνα τους στις Κυριακάτικες βόλτες μας. Η Πλάκα το μαρτυράει. Η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, η ανάπλαση του ιστορικού κέντρου. Ήταν η εποχή που το όραμα της Μελίνας ταυτίστηκε με τις ανάγκες της πόλης, με τον πολιτιστικό βηματισμό της χώρας. Ήταν η εξαίρεση, η φωτεινή έξαρση. Ήταν η επιβεβαίωση του κανόνα.

Αυτή τη «βιομηχανία» έχει σταθεί αδύνατο να την αναπτύξουμε και να την προβάλουμε αξιόπιστα και δυναμικά ως χώρα. Ψάχνοντας την ανάπτυξη στο τσιμέντο των δημόσιων έργων, παραβλέψαμε τα έργα των αρχαίων, των προγόνων μας. Εκεί όμως βρίσκεται το μέλλον. Αυτό είναι το ασφαλέστερο «παρελθόν» που έχει τη δύναμη και την ενέργεια να μας ωθήσει με ασφάλεια στο μέλλον. Όχι, ασφαλώς, αυτόματα, αλλά με σκληρή δουλειά, συνέπεια κι αποφασιστικότητα. Χρειάζεται να απεγκλωβιστούν και στον τομέα αυτό οι ενεργές δυνάμεις του τόπου, της κάθε περιοχής, της κάθε γωνιάς της πατρίδας μας. Είναι απαραίτητο ο πολιτισμός να περάσει στα χέρια των τοπικών κοινωνιών, των πολιτών. Να περάσει στη βάση ενός εθνικού σχεδίου πολιτιστικής ανάπτυξης σε συνεργασία με τους ειδικούς, αλλά και με τους επενδυτές.

Τότε από τον καντινιέρη της Αμφίπολης μέχρι τον ξενοδόχο της Ολυμπίας, θα μπορούν να γνωρίζουν σε βάθος χρόνου για το ποιες είναι οι προοπτικές κι η ασφάλεια τής επένδυσής τους, δίχως να κινδυνεύουν με λουκέτο μόλις τα συνεργεία της τηλεόρασης κι οι πρωθυπουργοί αποχωρήσουν από την περιοχή τους.