Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Ας αφήσουμε τους νέους να προχωρήσουν.


Δεν έχω υποδείξεις. Παρακολουθώ, παρατηρώ, προσπαθώ να κατανοήσω. Ξέρεις τι νομίζω κατ’ αρχήν; Ότι πρέπει να εμπιστευτούμε τα παιδιά μας. Πρέπει να επιτρέψουμε στους νέους να κάνουν τις επιλογές τους, να πειραματιστούν, να δοκιμάσουν, να προχωρήσουν.

Κάποιοι, αξημέρωτα κι όλας η Δευτέρα, έβγαλαν τα συμπεράσματά τους. Σεβαστά, αλλά αισθάνομαι ότι δεν με αφορούν. Δεν με αφορούν κι όλοι εκείνοι που σπεύδουν να λοιδορήσουν, να ειρωνευτούν, να προβλέψουν, να επικρίνουν. Σέβομαι τις απόψεις τους, αλλά ούτε αυτές αισθάνομαι να με αφορούν. Είναι άκαιρες.

Μπορεί να έχουν δίκιο, αφού έτσι μάθαμε να κρίνουμε, να συγκρίνουμε και να πορευόμαστε στο δημόσιο βίο. Έτσι διδαχτήκαμε να συμπεριφερόμαστε στο ασπρόμαυρο φόντο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι δύσκολο να δεχτούμε έναν κόσμο που αλλάζει. Αλλάζει όρους, κανόνες, πρακτικές και δεδομένα. Ο κόσμος που αναδύεται δεν είναι ξένος, είναι ο κόσμος μας. Είναι άγνωστος, παράξενος, αμφίθυμος και πολύπλοκος, αλλά δεν παύει να ‘ναι ο κόσμος που ζούμε, ο κόσμος που μεγαλώνουν τα παιδιά μας. Οι νέοι. Είναι ο κόσμος που προετοίμασαν πολλοί από μας, οι επιλογές μας.

Να κάνω χώρο θέλω. Τη χρεωκοπία δεν την έφερε το μνημόνιο, ούτε η Γερμανία, ούτε η Ευρώπη. Σαράντα χρόνια μεταπολίτευση και πολιτικού πολιτισμού για να φεύγουν οι πρωθυπουργοί σαν τους κλέφτες. Σαράντα χρόνια δημοκρατία, ανάπτυξη κι ισχυρή Ελλάδα για να φεύγουν οι νέοι στα ξένα κι ο φασισμός ν’ αυγαταίνει στα έδρανα του κοινοβουλίου. Ναι, μόνο στο κοινοβούλιο μας πείραξε, στους δρόμους και στις πλατείες δεν μας πειράζει. Δεν μας πειράζει το σαράκι της ημιμάθειας που κατατρώει το εκπαιδευτικό μας σύστημα ή η λαίλαπα του δήθεν και της ματαιοδοξίας που λυμαίνεται την καθημερινότητα.

Κάνω πρώτος στην πάντα. Δεν απέρχομαι, ούτε αποχωρώ, κάνω όμως χώρο να διαβούν οι νέοι. Ξερόλας το ‘παιζα. Να τ’ αποτελέσματα. Όχι στις εκλογές, αλλά στη χώρα, στην Ευρώπη, στον κόσμο όλο. Ευλογούσα τα γένια μου και τη γενιά μου. Τρίζουν τα κόκαλα του πατέρα μου εδώ και πέντε χρόνια. Στριφογυρίζω γύρω απ’ τον εαυτό μου και κάνω πως δεν ξέρω τι φταίει. Κάνω πως δεν βλέπω. Πώς να δω, που απ’ το νοίκι και το ισόγειο βρέθηκα στο ρετιρέ και τη μεζονέτα; Πώς να καταλάβω, όταν κάνω ακόμα δυο ώρες στην Κηφισίας για να κατέβω Σύνταγμα; [Άσε, την Ομόνοια την παράτησα στο περιθώριο της ζωής και στο ΚΚΕ για τα συλλαλητήρια].

Κρίση σου λέει και κοιτάω δίπλα ή αλλάζω κανάλι. Τώρα αλλάζω στάση. Ναι, γιε μου, σ’ εμπιστεύομαι. Κατεβαίνω απ’ το καλάμι του εγωισμού μου. Παραμερίζω. Δεν λουφάζω στη γωνιά μου, μην το παρεξηγήσεις, ούτε «στην έχω στημένη». Προχώρα μπροστά στο δρόμο που νομίζεις ότι οδηγεί στην ευτυχία. Τράβα στην κατεύθυνση που σε φέρνει πιο κοντά στο αύριο που θα ζήσεις. Ακολούθα τη φωνή της λογικής σου, άκου το χτύπο της καρδιάς σου και προχώρα. Εδώ θα στέκω για να σε καμαρώνω στις επιτυχίες και να συμπαραστέκομαι στις δυσκολίες.

Αυτή η γενιά, η χαμένη για κάποιους, έχει δικαίωμα να ελπίζει. Αυτό κανείς δεν μπορεί να της το αφαιρέσει. Και το πώς αυτό θα το καταφέρει, ούτε εγώ, ούτε εσύ έχουμε το δικαίωμα να της το υποδείξουμε. Αρκετές ελπίδες φρούδες ξεφλουδίσαμε ίσαμε τώρα. Νομίζω πως πιο χρήσιμο θα ήταν, αντί πρόωρα συμπεράσματα κι εικασίες δυσοίωνες να κατακλύζουν το γκρίζο μας κεφάλι, να δώσουμε μια τρυφερή ώθηση κι ανυπόκριτο κουράγιο σ’ όλους τους νέους, σ’ όλα τα παιδιά μας, να προσπαθήσουν ένα ξέφωτο να βρούνε. Την άκρη μιας ελπίδας να πιαστούνε.

Πιο όμορφο συναίσθημα και για μας δεν θα υπάρξει, αν κατορθώσουν, σ’ ό,τι καλό και χρήσιμο διδάχτηκαν, συνέχεια δική μας να γενούνε.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Η δύσκολη απόφαση.


Η Ευρώπη έκανε την κίνησή της. Οι λύσεις όμως θα έρθουν από την Ελλάδα. Όσες θετικές αποφάσεις για την αντιμετώπιση της ύφεσης κι αν ληφθούν σ’ Ευρωπαϊκό επίπεδο, από όργανα και φορείς –όπως εν προκειμένω του Μάριο Ντράγκι– δεν θα μπορέσουν να έχουν θετικό πρόσημο και για τη χώρα μας, αν προηγουμένως δεν συνδυαστούν με τις αναγκαίες κι απαραίτητες δημοσιονομικές παρεμβάσεις και προσαρμογές στο κράτος και τα οικονομικά του. Αν κι η Ελλάδα δεν κάνει τις ανάλογες επιλογές της.

Αυτό είναι εξάλλου και το βασικό ζητούμενο στα χρόνια της κρίσης και των «μνημονίων». Εκεί βρίσκεται κι η κρίσιμη παράμετρος των πολιτικών που εφαρμόστηκαν από το 2010 και με ιδιαίτερη ένταση από τις κυβερνήσεις μετά το 2012 και μετά το κούρεμα του χρέους. Εκεί φαίνεται ν’ απέτυχαν οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις, εφόσον, για να κατορθώσουν την προσαρμογή στις δανειακές συμφωνίες, επικέντρωσαν την προσπάθειά τους στους αριθμούς και τις λογιστικές αποτυπώσεις, αποφεύγοντας ή μάλλον δειλιάζοντας ν’ αλλάξουν ριζικά κατεστημένα και δομές του κράτους, που λειτουργούν αντιπαραγωγικά δεσμεύοντας κρίσιμους και χρήσιμους πόρους για την ανάπτυξη και την κοινωνική πρόοδο.

Φτάσαμε έτσι στα πλεονάσματα μέσα από την ισοπέδωση των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων και τη διάλυση των μεσαίων. Μετά το πρώτο σοκ με την οριζόντια περικοπή των εισοδημάτων, εξακολούθησε μέρα με τη μέρα να επιστρέφει η κυβερνητική πεπατημένη δεκαετιών κι η κομματική λογική που διατρέχει απ’ την κορφή ως τη βάση τον κρατικό μηχανισμό. Δίχως εξειδικευμένο σχέδιο κι αξιόπιστες εναλλακτικές, αναπαράχθηκαν κι ακολουθήθηκαν επιλογές και κατευθύνσεις που κάθε άλλο παρά διευκόλυναν την έξοδο από την κρίση κι απηχούσαν τις ανάγκες της συγκυρίας. Κάθε αξιολόγηση της τρόικα συνοδευόταν κι από ένα νέο εφιαλτικό πακέτο περικοπών.

Ο χρόνος έτσι κύλησε σε βάρος της χώρας και το γεγονός ότι αυτή απέφυγε την τυπική χρεοκοπία χωνεύτηκε σαν ένα γραφικό επεισόδιο στο ρου της ιστορίας. Έμεινε σαν μακρινή εικόνα από το γραφικό Καστελόριζο κι όχι σαν σημείο καμπής για την εδώ και τώρα αναθεώρηση κι επανεκκίνηση της χώρας με βάση σύγχρονες αρχές, αξίες κι ανάγκες. Η ζωή κύλησε πίσω, οπισθοδρόμησε, κι η κοινωνία μπλέχτηκε σ’ ένα δαιδαλώδες πλέγμα μοιρολατρίας, εσωστρέφειας, ανασφάλειας. Όλα τα εθνικά απωθημένα κι οι Ελληνικές κακοδαιμονίες κατέκλυσαν την καθημερινότητα καθιστώντας το πολιτικό περιβάλλον τοξικό και τον κοινωνικό χώρο αφιλόξενο κι εχθρικό.

Η συζήτηση για τις τομές που έπρεπε –και πρέπει– να γίνουν στο πολιτικό σύστημα και το κράτος δεν ξεκίνησε επί της ουσίας ποτέ. Οι όποιες λογικές φωνές ακούστηκαν σκεπάστηκαν κι εξαφανίστηκαν γρήγορα από τις κραυγές και οιμωγές που πλημμύρισαν δρόμους, πλατείες και τηλεοπτικά πλατό. Η διαχείριση της κρίσης με τα εργαλεία του παρελθόντος κι όχι με τη διορατικότητα και την ευελιξία, που υποδείκνυε το μέλλον κι οι απαιτήσεις των γενιών που ακολουθούν, περιόρισε ασφυκτικά τις επιλογές και στραγγάλισε πρώτ’ απ’ όλα τις όποιες ευκαιρίες επικοινωνίας και συνεννόησης. Κι όταν οι αριθμοί κάποια στιγμή, επιτέλους, κάτι πήγαν να πουν, δεν υπήρχε πλέον ούτε διάθεση, ούτε υπομονή απ’ την κοινωνία για να τους ακούσει.

Πάντα οι επιλογές ήταν στα χέρια μας. Οι κατευθύνσεις που κινήθηκαν τα βήματά μας κι οι διαδρομές που ακολουθήσαμε μέχρι σήμερα είναι αποτέλεσμα δικών μας αποφάσεων. Όσο ασφυκτικά κι αν είναι τα πλαίσια, όσο πιεστικές οι συνθήκες, γνωρίζοντας με σιγουριά την κατεύθυνση που θέλουμε να κινηθούμε, πάντα βρίσκεται –εύκολα ή δύσκολα– το περιθώριο για ελιγμούς και προσαρμογές. Στην προσπάθεια αυτή, η συνεννόηση κι η συνεργασία, αποτελούν διαχρονικά τις ασφαλέστερες δικλείδες για τη σταθερότητα της πορείας, την επίσπευση της διαδρομής και την επιτυχία του αποτελέσματος.

Τις επιλογές μας τις ξανασυναντάμε αργά ή γρήγορα στο δρόμο μας. Θα ‘ναι λάθος αν πιστέψουμε και πάλι, ότι όλα αυτά που λέγαμε και κάναμε λάθος επί χρόνια, μπορούμε σε μια μέρα μόνο να τα διαγράψουμε και να τα διορθώσουμε. Οι σωστές επιλογές δεν αποτελούν στιγμιαία κι εύκολη απόφαση, αλλά χρονοβόρα κι επίμονη προσπάθεια. Προϋποθέτουν γνώση, συνέπεια, αλήθεια και τόλμη. Απαιτούν σθένος, βούληση και κόστος.

Η Ευρώπη έκανε την κίνησή της. Εμείς τώρα πρέπει ν’ αποφασίσουμε. Προλαβαίνουμε;

Photo: the Guardian

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Αλέξη, πες το στον πατέρα σου.


Μοιρολάτρης δεν είμαι, ούτε οπαδός της χειρομαντείας, αλλά μάλλον δεν χρειάζεται να ‘ναι κανείς ούτε το ένα, ούτε το άλλο προκειμένου ν’ αντιληφθεί πού πηγαίνουν τα πράγματα και πώς διαμορφώνονται οι εξελίξεις. «Κοντός ψαλμός, αλληλούια» που λέει –καλή της ώρα– κι η μάνα μου. Λίγες μέρες απομένουν μέχρι τις 25 του Γενάρη, οπότε ο κυρίαρχος λαός θα εκφράσει ανόθευτα κι ελεύθερα τη βούλησή του, επιλέγοντας εκείνους που θέλει να τον αντιπροσωπεύσουν στο Κοινοβούλιο και να εκλέξουν αυτοδύναμα ενδεχομένως την επόμενη κυβέρνηση.

Σε πείσμα των δημοσκοπήσεων, που ήθελαν την πλειοψηφία να μη θέλει τις εκλογές, εφόσον αυτές τελικά προέκυψαν, φαίνεται να πλειοψηφεί σταθερά πλέον η προτίμηση των περισσότερων πολιτών προς εκείνους που έκαναν όλο αυτό το διάστημα πώς και πώς προκειμένου αυτές να διεξαχθούν. Είναι προφανές απ’ αυτή την εξέλιξη, ότι η κυρίαρχη αντίληψη μέσα στην κοινωνία, θεωρεί πως, είτε γινόντουσαν, είτε όχι εκλογές, επί της ουσίας οι πολιτικές είναι δεδομένες κι οι αλλαγές που πρόκειται να επέλθουν οριακές. Όποια κυβέρνηση κι αν προκύψει με άλλα λόγια, θα κληθεί και θ’ αναγκαστεί εκ των πραγμάτων ν’ ακολουθήσει τους βασικούς άξονες που υπαγορεύουν οι ευρωπαϊκές συμφωνίες κι οι υφιστάμενες δανειακές συμβάσεις.

Ευκαιρίας δοθείσης ένεκα εκλογών, λοιπόν, οι περισσότεροι πιστεύουν, ότι δεν θα ήταν διόλου άσχημο να δοκιμάσουν να ζήσουν και πάλι κάποιες από τις όμορφες πτυχές του Ελληνικού μύθου. Γιατί είναι πράγματι γοητευτικό να θεωρείς τον εαυτό σου ρυθμιστή και στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Γιατί είναι όντως ελκυστικό να πιστεύεις, ότι είσαι σε θέση να καθορίσεις αποφασιστικά το πλαίσιο και τις προϋποθέσεις της πανευρωπαϊκής συνεργασίας. Γιατί είναι θαυμάσιο να νομίζεις, ότι είσαι σε θέση με την πειθώ ή και με την μαγκιά σου, να επιβάλεις μονομερώς τους όρους των σχέσεων και των συνεργασιών σου με τα άλλα κράτη και με τα ευρωπαϊκά όργανα.

Αξιοπρέπεια κι ελπίδα αλά Ελληνικά. Γιατί είναι όμορφο να πιστεύεις ότι θα δημιουργηθεί ανάπτυξη και θέσεις εργασίας χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να σχεδιάσεις και να εργαστείς σκληρά για ν’ αντιμετωπίσεις τις αδυναμίες του κράτους. Γιατί είναι υπέροχο να διανέμονται εισοδήματα και να χορηγούνται προνόμια χωρίς να είναι απαραίτητο προηγουμένως να διαμορφωθεί το κατάλληλο παραγωγικό περιβάλλον που θα δημιουργεί και θ’ αξιοποιεί πόρους παράγοντας πλούτο. Γιατί είναι καταπληκτικό να επικαλείσαι την ατομική αξιοπρέπεια αδιαφορώντας αν θα στηρίζεται στην καταστρατήγηση και καταπάτηση της συλλογικής αξιοπρέπειας και συνέπειας σε διεθνείς θεσμούς και συνθήκες. Γιατί είναι βολικό να κυνηγάς με το «έτσι θέλω» την ελπίδα πίσω από αυτοδύναμες λύσεις υπερφίαλων «θα» κι αλαζονικών προϋποθέσεων.

Αλέξη, πες το στον πατέρα σου, πας για πρωθυπουργός. Το παραμύθι έχει όντως όνομα [αλλά και ημερομηνία λήξης].

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

"Το μέλλον ξεκίνησε".


Ίσως να μην αξίζει κάν –θα σκεφτείς– ν’ ασχολείται κανείς με τέτοιες λεπτομέρειες. Ίσως είναι χάσιμο χρόνου κι άδικος κόπος. Για τους άλλους. Για μένα οι λεπτομέρειες συνθέτουν το σύνολο και κάνουν τη διαφορά. Οι λεπτομέρειες, ειδικά όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν τη ζωή και το μέλλον, εμένα και τα παιδιά μου, έχουν και τη σημασία, αλλά προ παντός την αξία τους.

«Το μέλλον ξεκίνησε», λοιπόν, δηλώνει εμφαντικά το κόκκινο πανό πίσω από τον Αλέξη Τσίπρα. Εκείνο το μέλλον που ακόμα ούτε κάν στα σπάργανα δεν βρίσκεται. Εκείνο το μέλλον που ούτε οι εμπνευστές του δεν είναι σε θέση να προσδορίσουν με στοιχειώδη σαφήνεια. Εκείνο το μέλλον που εγώ –ως κυρίαρχος λαός– θα καλούμαι στο όνομα –πάντα– της δημοκρατίας να καθορίζω και να διαλέγω ανάλογα άραγε με τι; Με τη λογική; Το συναίσθημα; Το θυμό ή την άγνοια; Εκείνο το μέλλον που το μόνο που ζητά είναι η απόρριψη ή κι η εκδίκηση ακόμα του παρόντος και του παρελθόντος. Εκείνο το μέλλον που σαν κατάλευκη περιστερά μου προτείνει πιέζοντάς με επίμονα κι επιτατικά να υπογράψω με την ψήφο μου λευκή επιταγή κυβερνητικής πολιτικής.

Δεν έχω πρόθεση ν’ αντιδικήσω με κανέναν ΣΥΡΙΖΑ. Οι λεπτομέρειες όμως για μένα κάνουν τη διαφορά. Όταν ένα κόμμα που διεκδικεί με αξιώσεις τη διακυβέρνηση του τόπου, δεν είναι σε θέση προεκλογικά, ούτε ένα σύνθημα να επινοήσει για να εμπνεύσει, να παρακινήσει και να ενθουσιάσει τους οπαδούς του ή τους πολίτες, αλλά αντιγράφει κι αναπαράγει συνθήματα άλλων κομμάτων –του ΠΑΣΟΚ εν προκειμένω– που κυκλοφόρησαν μόλις λίγα χρόνια πριν, τι θα μπορούσα να υποθέσω για τη φαντασία, τον οραματισμό ή την επινοητικότητα των στελεχών και του επικοινωνιακού επιτελείου του;

Δεν θέλω να παρακολουθήσω τη λογική που θέλει τον ΣΥΡΙΖΑ ν’ αντιγράφει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, όσο κι αν οι συμπεριφορές κι οι δηλώσεις τόσο του Αλέξη Τσίπρα, όσο και του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, παραπέμπουν ευθέως σ’ αυτό το συμπέρασμα. Θεωρώ, ότι η επιλογή αυτή του συνθήματος είναι τόσο προφανώς ΠΑΣΟΚική, που –αν μη τι άλλο– οι υπεύθυνοι του κόμματος θα επέλεγαν έναν πιο συγκεκαλυμμένο τρόπο κι όχι με το κεντρικό πανό στο συνέδριο του κόμματος είκοσι μέρες πριν τις εκλογές. Πέρα, συνεπώς, από τους όποιους συνειρμούς κι εικασίες, για τις οποίες καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, εκείνο που επισημαίνω είναι, ότι αυτό το κλεμμένο σύνθημα δεν αφορά μιαν επουσιώδη λεπτομέρεια, αλλά αποτελεί ένα προφανές δείγμα της αλαζονείας και της έπαρσης που έχει καταλάβει το κόμμα της Κουμουνδούρου, η οποία είναι κατάδηλη από την πρώτη στιγμή μετά την ολοκλήρωση της τρίτης ψηφοφορίας για την εκλογή προέδρου δημοκρατίας.

Όταν το 2000 το ΠΑΣΟΚ επέλεξε –μεταξύ των άλλων– κι αυτό το επιτυχημένο σύνθημα, είχε πίσω του ένα σπουδαίο κυβερνητικό έργο και βάδιζε με σταθερότητα για την είσοδο στην ΟΝΕ και τη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων. Την περίοδο εκείνη εξελίσσονταν τεράστια έργα υποδομής που κατά γενική ομολογία άλλαξαν την εικόνα της Ελλάδας και βελτίωσαν τη ζωή των Ελλήνων. Υπήρχε αισιοδοξία κι αυτοπεποίθηση, ότι όντως το μέλλον είναι ανοιχτό κι ελπιδοφόρο. Υπήρχε σχέδιο, οραματισμός. Το μέλλον κι οι ορίζοντές του ήταν ορθάνοιχτοι για την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Σήμερα αυτό το μέλλον δεν υπάρχει. Από το 2000 έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια, που επιμελώς φροντίζουμε να τα συκοφαντούμε, να τα λοιδορούμε και να τα ισοπεδώνουμε –όπως και τ’ άλλα που προηγήθηκαν– κρίνοντας εκ του ασφαλούς και εκ του αποτελέσματος. Τις αιτίες, τα λάθη και τις παραλήψεις που υποθήκευσαν και τελικώς ακύρωσαν εν πολλοίς το μέλλον εκείνης της εποχής, όσοι αναζήτησαν την αλήθεια και τόλμησαν ν' ανασηκώσουν πέπλα σιωπής ανατρέχοντας σε στοιχεία, τα έχουν διαπιστώσει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ –και τα παρακολουθήματά του– είναι κόμματα που γιγαντώθηκαν «εκ του αποτελέσματος». Είναι προϊόντα της συγκυρίας και γεννήματα της κρίσης. Οι «προγραμματικές» τους θέσεις εδράζονται στον ανθρώπινο πόνο και την απελπισία. Το μέλλον που θεωρούν ότι ξεκίνησε με το μποϊκοτάρισμα των θεσμών και το μπλοκάρισμα της εκλογής προέδρου, δεν είναι ένα μέλλον ελπίδας, αισιοδοξίας και προοπτικής. Η οικονομική δυσπραγία κι η ανθρώπινη αδυναμία που αναδείχτηκαν μέσα στην κρίση, εξαιτίας της βεβιασμένης και κοινωνικά άνισης αντιμετώπισής της από τα κόμματα που κυβέρνησαν αυτά τα χρόνια, δεν αποτελούν ασφαλή εφαλτήριο για την οικοδόμηση της Ελλάδας του μέλλοντος, του 2020, του 2035 ή του 2050.

Το 2000 υπήρχε ελπίδα, σήμερα υπάρχει απελπισία. Για να ξανοιχτείς και να μιλήσεις αξιόπιστα για το μέλλον θα πρέπει πρώτα να το οραματιστείς, να το ονειρευτείς, να το προτείνεις. Πρώτος θα πρέπει να δείξεις με ειλικρίνεια το δρόμο και την πορεία που προτείνεις. Χωρίς αιρέσεις, δίχως αμφισημίες. Χωρίς υποσημειώσεις και γκρίζες ζώνες. Μοναδικός ασφαλής πυλώνας κάτω απ’ τον οποίο μπορεί αυτή η πολιτική να νομιμοποιηθεί και ν’ αποτελέσει ασφαλή δυναμική είναι η αλήθεια. Η αλήθεια που θ’ απελευθερώσει από ψευτοδιλήμματα κι αμφιταλαντεύσεις, θα ξεκαθαρίσει από παραπλανήσεις και συκοφαντίες, θα ξεδιαλύνει επιφυλάξεις και υποψίες. Άλλως, όλη η δυναμική κι όλη η ενέργεια που μετεκλογικά θα έχει εκλείσει θα γυρίσουν μπούμερανγκ στους εμπνευστές της.

Αυτό το μέλλον θα ‘ναι μια αυταπάτη, καμιά σχέση δεν πρόκειται να ‘χει μ’ εκείνο του 2000, γιατί ούτε η κοινωνία μας είναι πια η ίδια, ούτε οι ανάγκες της εποχής το ‘χουν ανάγκη. Μόνο ίσια σ’ ένα παρελθόν μπορεί να μας γυρίσουν, εκείνο που με κόπο πολύ, αίμα και δάκρυα, παλέψανε γενιές Ελλήνων πριν από μας για να το ξεπεράσουν.

Αυτό το μέλλον κάθε άλλο παρά θα 'ναι μια λεπτομέρεια της όλης ιστορίας.


Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Για όλα φταίει ο Γιώργος.


«Για όλα φταίει ο Νταλάρας», ήταν το επί σκηνής χαριτολόγημα της Ελένης Βιτάλη μετά το εξαιρετικό «’Ισως φταίνε τα φεγγάρια», που ερμήνευσε μαζί με το Γιώργο Νταλάρα και τη Γλυκερία στο πάλκο της «Ιεράς Οδού». Κι όσο προχωρούσε το πρόγραμμα και τα τραγούδια που μεγάλωσα μαζί τους διαδέχονταν το ένα το άλλο κι οι εποχές ξετυλίγονταν απ’ το κουβάρι του μυαλού μου πιο γλυκά, πιο αρμονικά, πιο ξεκάθαρα, πιο ανθρώπινα, μπόρεσα να διακρίνω τα κομμάτια του εαυτού μου ανάμεσά τους. «Ναι, φταίει», σιγοψιθύρισα με τη σειρά μου σαν υπεκφυγή, σαν άλλοθι.

‘Εντυσε τις εποχές με τη φωνή του. Πήρε τους στίχους και τους έκανε σκέψεις. Πήρε τις μουσικές και τις έκανε σημαίες και παντιέρες σε γήπεδα, σε θέατρα, σε σκηνές. ‘Ενωσε φωνές, ψυχές, πόνους και πόθους, λύπες και χαρές. Σάλπιζε τις μελωδίες μιας Ελλάδας που αρμένιζε ανεμπόδιστα στα γαλήνια δημοκρατικά νερά της μεταπολίτευσης. Της μικρής πατρίδας που γινόταν στα λόγια του μεγάλη για να υπάρχει όσο υπάρχουμε. Μιλούσε με τα τραγούδια του του καιρού τις αλλαγές και των εποχών τα γυρίσματα.

Μας πήρε μαζί του στον Ορφέα και στο Αττικό. Μας σεργιάνισε στην Ιστορία μιας άλλης Ελλάδας. Της Ελλάδας του ρεμπέτικου, του λαϊκού, του έντεχνου, του πολιτικού τραγουδιού. Τη σεβάστηκε. Δεν την πρόδωσε, δεν την παραχάραξε. Πρόσφερε αυτό που είχε, αυτό που αισθανόταν, αυτό που μπορούσε. Επαγγελματικά, ευσυνείδητα, υπεύθυνα. Είχε να πει κάθε φορά και κάτι διαφορετικό. Ψαχνόταν και έψαχνε. Πρότεινε. Δεν απαιτούσε. Δεν παρακάλαγε. Επέμενε, όμως.

Όταν έβγαλε βρώμα η Ιστορία ότι ξοφλήσαμε, έμεινε όρθιος. Πάνω στη σκηνή, μπρος στο μικρόφωνο. Η φωνή του όμως ηχούσε παράταιρα μελωδική ανάμεσα στις κραυγές και τα γριλίσματα. ‘Εγινε στόχος. Στις μέρες που δεν αντέχουν την ομορφιά και μισούν την ισορροπία, την αρμονία και το συναίσθημα, ο τροβαδούρος γίνεται καιροσκόπος κι ο  κάθε Νταλάρας ξένος κι εχθρός. Πρέπει να σκύψει στα κελεύσματα του όχλου. Τα τραγούδια του ήταν μιας εποχής που πρέπει να σβήσει, να εξαφανιστεί. ‘Ηταν η μελωδική φωνή της μεταπολίτευσης και έπρεπε να τελειώνει. Η μακροβιότερη περιόδος δημοκρατικής ομαλότητας για τον τόπο.

Με παρέσυρε σ’ επικίνδυνα μονοπάτια ο Νταλάρας κι οι συνεργάτες του με τα τραγούδια τους. Μ’ έπιασε τρυφερά απ’ το χέρι και με κατηύθυνε σε χρόνια που δεν πρέπει πια να θυμάμαι, γιατί ήταν -λένε- χρόνια αλλοτρίωσης και καταστροφής. Ανηθικότητας, σήψης και διαφθοράς. Επί της ουσίας δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγως για να βρεθώ σ’ αυτόν τον χώρο βραδιάτικα. ‘Ισως το ίδιο να έπρεπε να σκέφτονταν κι οι δεκάδες άλλοι που γέμισαν ασφυκτικά την αίθουσα και τον εξώστη.

Τι δουλειά έχω τώρα, λίγες μόνο μέρες πριν της εκλογές της απελευθέρωσης, να ξίνω παλιές πληγές και να ανατρέχω σε δίσεχτους καιρούς; Φταίει ο Νταλάρας. Φταίει ο Γιώργος. Φταίει ο Νταλάρας, γιατί εξακολουθεί να επιμένει και να τραγουδά. Εξακολουθεί να ανεμίζει με τους διαχρονικούς στίχους των τραγουδιών του και τις αξεπέραστες μουσικές τους τα ορόσημα του χαμένου δρόμου. Εξακολουθεί να χρωματίζει πίσω απ’ τον καπνό και την καταχνιά το μουντό παρόν μ’ ένα άρωμα Ελλάδας που όλοι λίγο – πολύ κουβαλάμε μέσα μας.

Φταίει ο Νταλάρας, ο Γιώργος κι ο κάθε Γιώργος, ο Μήτσος, η Κατερίνα. Φταίνε τα φεγγάρια τα ίδια. Τα τραγούδια ίσως. Φταίνε όλοι όσοι ξεφεύγουν απ’ το μέσο όρο της εποχής τους. Φταίνε όσοι ανοίγουν προοπτικές, προτείνουν κατευθύνσεις, αλλαγές κι ανατροπές ζωής, λύτρωσης. Φταίνε όσοι χαλάνε την παραφωνία και τη χασμωδία της κρίσης, της απελπισίας, της δυστυχίας των εποχών και των ανθρώπων. Φταίνε, γιατί δεν γλύφουν πληγές για να γιάνουν, μόνο ρίχνουν αλάτι αλήθειας κι ελπίδας, όπως το μπορούν, όπως είναι δυνατό, για να στήψουν, για να σταθούν όλοι όρθιοι, για να νοστιμέψει η πεζή κι άνοστη ζωή. Φταίνε, γιατί σ’ όλη τους την πορεία, τη διαδρομή, την ιστορία, αισθάνονται να τους βαραίνει ένα διαρκές χρέος, μια υποχρέωση. Μόνο χρωστούν. Τραγούδια, χαμόγελα, προτάσεις, όνειρα.

Μου μαλάκωσε την καρδιά ο Γιώργος Νταλάρας, με συγκίνησε, ξύπνησε συναισθήματα και αναμνήσεις. Με βάρκα τα τραγούδια του ταξίδεψα σε μιαν Ελλάδα που εξακολουθεί να είναι εδώ και να περιμένει. Εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τη σκέψη μας. Εξακολουθεί να ελπίζει, μαζί με τα τραγούδια, με τα χαμόγελα, με τις μουσικές, ότι κάποια στιγμή θα καταλάβουμε ότι υπάρχει. Θα την ανακαλύψουμε και πάλι. Θα ξαναβρούμε μαζί της και τον χαμένο εαυτό μας.