Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Φταίει ο καιρός.


Φταίει ο καιρός. Σε όλους φταίει, για όλα φταίει αυτός. Πού οι εποχές που το νεράκι του Θεού ήτανε ευλογία. Πού η περίοδος του Μητσοτάκη που κάθε σταγόνα ήταν πολύτιμη κι όφελος για την τσέπη. Πάνε όλα. Τώρα κάθε μέρα τα βάζουμε με τον κακό καιρό, με τον «κακό μας τον καιρό».

Με την ψυχολογία στο ναδίρ και το ταμείο στο μείον αναζητάμε κάπου να φορτώσουμε την κακοκεφιά και την απελπισία μας. Ψάχνουμε κάποιον να φορτώσουμε την ψυχοφθόρα παράταση μιας αδιαπραγμάτευτης περηφάνιας. Ξεχάσαμε να ζούμε στα δύσκολα, δεν αντέχουμε τις αγωνιώδεις αναμονές, δεν χορταίνουμε μόνο με λόγια και ξερό ψωμί. Βρήκαμε αποκούμπι τον κακό καιρό.

Ο καιρός έχει τα γυρίσματά του. Οι εποχές έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά. Ζούμε σε άλλες εποχές. Άλλαξαν οι καιροί. Δεν είναι μόνο οι βροχές κι οι καθημερινές συννεφιές που το φανερώνουν. Δεν είναι μόνο η κατάθλιψη κι η καθημερινή κακοκεφιά που το επιβεβαιώνουν. Είναι τα ακούσματα κι οι σιωπές. Είναι οι εικόνες και το σκοτάδι. Είναι οι παρουσίες κι οι απόντες.

Γέμισαν οι ταμιευτήρες τώρα που στερεύουν οι απαντοχές. Ειρωνεία. Όσο ειρωνικό φαντάζει ν’ ακούς τα ίδια λόγια από άλλα χείλη. Να αναμένεις τις ίδιες λύσεις από άλλες μεριές. Να ζεις τις ίδιες αγωνίες από άλλες εποχές.

Κι όμως παρά τις βροχές, διάγουμε μιαν εποχή έντονης, εντονότατης, ανομβρίας. Ξηρασία ιδεών, αξιών, οραμάτων, ελπίδων. Δεν φταίει γι’ αυτό ο καιρός, ο καιρός αυτός τουλάχιστον. Φταίνε περασμένοι καιροί, λησμονημένοι πια από την πολυκαιρία, που σπατάλησαν και σπαταλήθηκαν μαζί μ’ αυτά και πόρους και μέσα και ανθρώπους. Καιροί που έγραψαν ιστορίες δίχως να γραφτούν ποτέ στην Ιστορία περάσανε και κύλησαν παρασυρμένες από τον ρου του χρόνου, από την ορμή της εξέλιξης, από την ταχύτητα των γεγονότων.

Αυτόν τον καιρό αν τον είχαμε αρμενίσει μαζί θα βρισκόμασταν αλλού. Όχι σ’ άλλη γη και σ’ άλλα μέρη, αλλά σ’ άλλες μέρες. Λίγο απ’ το περίσσευμα της ψυχής μας να ήμασταν διατεθειμένοι να διαθέσουμε. Λάθος. Όχι «διατεθειμένοι», αλλά μαθημένοι, εκπαιδευμένοι.

Έχουμε χαθεί από καιρό –αν ποτέ βρεθήκαμε. Χαμένοι στην ιδιωτικότητα και την ιδιοτέλεια χάσαμε τον καιρό μας. Εκτεθειμένοι πια, υποκρινόμαστε –κάπου ανάμεσα στα ζάπινγκ στις διαφημίσεις– πως τάχα καταλαβαίνουμε το πόσο είναι πολύτιμος, πόσο αναντικατάστατος, πόσο δυσαναπλήρωτος. Τώρα που, εκτιθέμενοι σε δημόσια θέα, διαπιστώνουμε στο πάτημα των πλήκτρων τα λάθη μας [διαγράφεται μια λέξη] κι είμαστε έτοιμοι με πάθος κι ευκολία μοναδική να τα επαναλάβουμε. Φταίει –λέμε– ο καιρός, κι έτσι, η βροχή δεν ξεπλένει μονότονα μόνο τους δρόμους, αλλά και τις συνειδήσεις, τις μνήμες, την Ιστορία.

Να δούμε τώρα, όσο θα καλοκαιριάζει κι η προθεσμία του παλιόκαιρου εκπνέει, σε ποιου καιρού τις μέρες θα βρούμε να φορτώσουμε ξανά την κακοκεφιά μας όλη και την απελπισία πέρα ως πέρα. Γιατί, το μόνο βέβαιο που η ζωή υποδεικνύει, είναι ότι, οι εποχές και οι καιροί μπορεί ν’ αλλάζουνε του τόπου, μπορεί ν’ αλλάζουν οι κυβερνήσεις ή κι οι λέξεις, αλλά διδάγματα εύκολα δεν βγαίνουν για να σταλάξουνε σοφία και σωφροσύνη κι όπου συμβαίνει ομόθυμα συμπέρασμα να βγαίνει, είναι ότι ο καιρός, αυτός ο μόνος φταίχτης, υπαίτιος είναι για όλα [αυτά τουλάχιστον που δεν φορτώνουμε στους άλλους].

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

"Ψηφιακή αλληλεγγύη" σαν φάρμακο.


Τα φάρμακα που μαζεύουν για τις κοινωνικές δράσεις τους ο ΣΚΑΪ κι η Αρχιεπισκοπή Αθηνών ήταν η μια αφορμή, η άλλη ήταν το «επίδομα ψηφιακής αλληλεγγύης». Και η μια κι η άλλη δράση αφορμή για σκέψη και για προβληματισμό.

Πώς συμβαίνει σε μια χώρα σε βαθιά οικονομική κρίση απ’ τη μια να συλλέγονται δεκάδες σακούλες και τόνοι φάρμακα από τους ιδιώτες σαν ένδειξη κοινωνικής αλληλεγγύης κι ευαισθησίας κι απ’ την άλλη να διατίθενται ογδόντα εκατομμύρια ευρώ για την προμήθεια ηλεκτρονικών συσκευών κι εξοπλισμού (τάμπλετ, λάπτοπ κ.λπ.) σε δικαιούχους του επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης με την αιτιολογία, ότι: «Οι ψηφιακές υπηρεσίες αλληλεγγύης θα δώσουν την ευκαιρία στις ομάδες πληθυσμού οι οποίες, λόγω της οικονομικής κρίσης, έχουν υποστεί σοβαρές εισοδηματικές απώλειες και κινδυνεύουν να καταστούν «ψηφιακά αναλφάβητες» να αποκτήσουν βασικές ψηφιακές δεξιότητες χρήσης ΤΠΕ καθώς και την δυνατότητα πρόσβασης στο ιντερνετ».

Πώς βρέθηκαν τόσες ποσότητες αχρησιμοποίητων κι άχρηστων φαρμάκων και φαρμακευτικού υλικού –όπως προκύπτει από τα γεγονότα– στα ντουλάπια ιδιωτών; Ποιοι γιατροί συνταγογράφησαν μεγαλύτερες από τις αναγκαίες ποσότητες; Ποια ασφαλιστικά ταμεία επιβαρύνθηκαν και πόσο;

Απ’ την άλλη, είναι δυνατόν με μόνο κριτήριο τους δικαιούχους του επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης, που –όπως διαβάζουμε– καταβάλλεται και «στους δικαιούχους σύνταξης γήρατος- αναπηρίας και θανάτου των Οργανισμών Κύριας Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοιν. Ασφάλισης και Πρόνοιας, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος και θανάτου είχαν συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας τους. Για τους συνταξιούχους αναπηρίας καθώς και για τα τέκνα που ελάμβαναν σύνταξη λόγω θανάτου του γονέα τους δεν απαιτείτο η συμπλήρωση συγκεκριμένου ορίου ηλικίας».

Δεν μου «δένουν» όλα αυτά. Κατανοώ την ανάγκη να δείξουμε την ανθρωπιά και την ευαισθησία μας αυτή τη δύσκολη για όλους περίοδο για τη χώρα και την κοινωνία, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω με τίποτα, πώς είναι δυνατόν ακόμα να ζει και να βασιλεύει η ασυδοσία κι ο ανορθολογισμός. Δεν μπορώ να δεχτώ, γιατροί να συνταγογραφούν ανεξέλεγκτα φάρμακα επιβαρύνοντας ασφαλιστικούς φορείς και ταμεία. Δεν ανέχομαι Ευρωπαϊκοί πόροι να εξανεμίζονται στις μέρες μας με τόσο επιπόλαιο κι αντιαναπτυξιακό τρόπο, έστω κι αυτό γίνεται για λόγους... «ψηφιακής αλληλεγγύης».

Κάθε ευρώ που δαπανάται από τα κρατικά ταμεία είναι υπερπολύτιμο κι αναντικατάστατο. Κι όμως με την ίδια ελαφρότητα κι απερισκεψία που δαπανούσαμε τις «καλές εποχές», με την ίδια απερισκεψία κι ελαφρότητα εξακολουθούμε να σπαταλάμε και να εξαντλούμε τους ελάχιστους διατιθέμενους πόρους.

Μεταρρυθμίσεις ακούμε για τη φαρμακευτική δαπάνη. Ποιος ελέγχει όλους αυτούς που βυθίζουν τα ταμεία για να εξασφαλίσουν τις διακοπές τους στα πεντάστερα πολυτελή ξενοδοχεία του Ντουμάι και του Παρισιού δαπάναις πολυεθνικών φαρμακευτικών κολοσσών; Ποιος προστατεύει την κοινωνία από τον εθισμό στην πολυφαρμακία και στην κατανάλωση «αντιβίωσης» ακόμα και για ψύλλου πήδημα; Ποιος έχει την ευθύνη να σχεδιάσει την προστασία της δημόσιας υγείας και τη λειτουργία των νοσοκομείων, των φαρμακείων κι όσων επαγγελμάτων σχετίζονται μ’ αυτά;

Αξιοποίηση –διατυμπανίζεται– των κοινοτικών πόρων (ΕΣΠΑ) για την ανάπτυξη. Πού είναι; Έχουμε καλύψει όλες τις άλλες ανάγκες στον τομέα των νέων τεχνολογιών, οπότε περισσεύουν ογδόντα εκατομμύρια για να χρηματοδοτηθούν τα εμπορικά με τα ηλεκτρονικά κι οι εταιρίες κινητής τηλεφωνίας; Απ’ ευθείας επιχορήγηση σ’ αυτούς τους ιδιώτες είναι η «ψηφιακή αλληλεγγύη» που χρηματοδοτείται από το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Ψηφιακή Σύγκλιση».

Έτσι αντιλαμβανόμαστε ακόμα την ανάπτυξη και την εφαρμογή και διάδοση των νέων τεχνολογιών, με το να δίνεται δωρεάν, δηλαδή, στην κάθε υπέργηρη γιαγιά και τον κάθε υπερήλικα παππού κι από ένα λάπτοπ, για να μη μας ξεμείνει –και πάλι λέει– «ψηφιακά αναλφάβητος». Το απλό αναρωτιέμαι, έψαξε κανείς από τους φωστήρες που επινόησαν το πρόγραμμα, αν όλοι αυτοί οι δικαιούχοι γνωρίζουν, όχι τι είναι e-mail, αλλά έστω γραφή κι ανάγνωση; Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας διερεύνησης θα είχε μεγάλη πλάκα [με πίκρα πραγματική τ’ αναφέρω].

Δεν είναι θέμα γκρίνιας, ούτε μιζέριας. Ούτε οι παππούδες κι οι γιαγιάδες φταίνε που έσπευσαν –χάριν παιδιών κι εγγονών– στα καταστήματα, ούτε οι φιλάνθρωποι συνάνθρωποί μας, που κι αυτοί με τη σειρά τους έσπευσαν να συνεισφέρουν σε μια κοινωνική δράση κάποια φάρμακα. Είναι όμως λυπηρό, απογοητευτικό και, τελικά, αποκαρδιωτικό, να διαπιστώνεται ότι μετά από τόσα χρόνια οικονομικής κρίσης, κρίσιμοι τομείς για τα δημόσια οικονομικά να παραμένουν ανέγγιχτοι από τις απολύτως απαραίτητες μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις, με συνέπεια και πόροι του κράτους να εξακολουθούν να δαπανώνται ανεξέλεγκτα κι ατελέσφορα κι η χώρα να μην μπορεί να ορθοποδήσει, να εξυγιάνει αποτελεσματικά τα δημοσιονομικά της μεγέθη για να κάνει έτσι ένα αποφασιστικό βήμα προς την οριστική έξοδο απ’ την κρίση.

Αν δεν αλλάξουν αυτές οι λογικές, αν δεν σταματήσουν οι «φιλανθρωπίες» κι οι «κοινωνικές πολιτικές» με –κυριολεκτικά– «ξένα κόλλυβα», ούτε η χώρα πρόκειται ν’ ανασάνει, ούτε η κοινωνία ν’ αντιληφθεί το αδιέξοδο και το καταστροφικό αυτών των αντιλήψεων, αυτής της νοοτροπίας.

Αξίζει, νομίζω, να σκεφτούμε και να το ξανασκεφτούμε.

Photo: dikaiologitika.gr

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Γίνεται έτσι προκοπή;


«Σαρωτικές αλλαγές στο δημόσιο», οποία είδηση! Οι δημόσιοι υπάλληλοι που θα τη διαβάσουν θα κουνήσουν και πάλι το κεφάλι τους με νόημα, οι δε πολίτες θα κρατάνε –και πάλι την κοιλιά τους απ' τα γέλια.

Καλά, μυαλό πότε επιτέλους θα βάλουμε; Όσοι αναλαμβάνουν το υπουργείο που έχει την ευθύνη για τη δημόσια διοίκηση της χώρας τίποτε δεν διδάσκονται από τους προκατόχους τους; Τίποτε δεν γνωρίζουν για την Ιστορία αυτού του κράτους και του διοικητικού του συστήματος; Ασκήσεις επί χάρτου και αναδιοργανώσεις επί αναδιοργανώσεων. Κοντά διακόσια χρόνια ανεξαρτησίας και μια δημόσια διοίκηση της προκοπής δεν έχουμε κατορθώσει να δημιουργήσουμε. Γνωστές, βέβαια, οι αιτίες, διαπιστωμένες οι αδυναμίες, πολυάριθμες οι μελέτες, ατέλειωτες οι απόπειρες διοικητικής μεταρρύθμισης.

Είναι πραγματικά κρίμα για τη χώρα και το λαό, πέντε χρόνια μέσα στην κρίση και να μην έχουμε κατορθώσει να διορθώσουμε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του κράτους, το διοικητικό μας σύστημα. Δεν κατορθώσαμε να ελέγξουμε και να εξορθολογήσουμε το μεγαλύτερο σύστημα παραγωγής ελλειμμάτων, διαφθοράς, αναποτελεσματικότητας. Τα φορτώσαμε όλα στους εργαζόμενους, υποσχεθήκαμε ότι απολύοντας κι εκατόν πενήντα χιλιάδες από δαύτους τα πράγματα θα φτιάξουν, πήραμε τις δόσεις κι από ‘δω παν κι οι άλλοι.

Όσες κακοδαιμονίες και δυσλειτουργίες της χώρας έχουν αποτυπωθεί στα χρόνια των μνημονίων [αλλά και στο ρου του χρόνου], όσες παθολογίες κι ανεπάρκειες, όσες αγκυλώσεις σε γραφειοκρατίες, καθυστερήσεις και ταλαιπωρίες επιχειρήσεων και πολιτών, όλες, ό λ ε ς έχουν να κάνουν λίγο ή πολύ με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους και των Υπηρεσιών του. Αντί όμως να επιχειρηθεί όλοι μαζί από κοινού αυτό το διοικητικό σύστημα να διαταχθεί προς την κατεύθυνση που υπαγορεύει ο σκοπός της ύπαρξής του, δηλαδή την κάλυψη των αναγκών του κράτους και την εξυπηρέτηση της κοινωνίας, αρκεστήκαμε στα πασαλείμματα και τα όπως - όπως μπαλώματα, που συντηρούν επί της ουσίας τις αιτίες για την αναπαραγωγή των ίδιων παθολογιών, των ίδιων δυσλειτουργιών, των ίδιων εξαρτήσεων.

Περίμεναν χρόνο με το χρόνο οι «κουτόφραγκοι» κάποια αλλαγή, κάποια βελτίωση έστω, μάταια. Ερχόταν η –αλήστου μνήμης– τρόικα κι έτρεμαν τα πόδια των κυβερνώντων. Τ’ αποτελέσματα της στασιμότητας προφανή και πασιφανή: Οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, μειώσεις πιστώσεων στα υπουργεία, φορολογίες κι αυξήσεις εισφορών για όλους. Ένας φοροεισπραχτικός Αρμαγεδδών επί πέντε χρόνια στην πλάτη της κοινωνίας στο όνομα μιας «διοικητικής μεταρρύθμισης» που δεν τόλμησε να θέσει «τον δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων» και μιας κρατικής αναδιοργάνωσης που την είδαμε πιο πολύ σαν δηλώσεις και πρωτοσέλιδα. Το φιάσκο της «αξιολόγησης» είναι μνημειώδες.

Ακούγονται όμως και πάλι τα ίδια από μια κυβέρνηση, που, αν μη τι άλλο, δεσμεύτηκε ν’ ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο άσκησης πολιτικών. Εξαγγέλλονται εκ νέου, ντούκα κι απ’ την αρχή νέα οργανογράμματα, νέοι υπαλληλικοί κώδικες, νέες αξιολογήσεις, νέα συστήματα από ‘δω και νέα νομοσχέδια από ‘κει, έλεος. ‘Ε λ ε ο ς! Τα πράγματα είναι τόσο απλά και τόσο δεδομένα, που και τον θυρωρό –όπου ακόμα υπάρχει– σε μια δημόσια Υπηρεσία αν ρωτήσεις θα σου τα πει με το νι και με το σίγμα πού είναι το πρόβλημα. Ούτε ρηξικέλευθες επινοήσεις χρειάζονται, ούτε πρωτοποριακές ρυθμίσεις απαιτούνται. Πολύ περισσότερο, αχρείαστες είναι οι διαρκείς τροποποιήσεις κι ανατροπές, οι συνεχείς μεταβολές κι αναδιατάξεις. Όσο πομπώδεις κι εκκωφαντικές οι τυμπανοκρουσίες των εξαγγελιών, τόσο παταγώδη κι οικτρά αποτυχημένα τ' αποτελέσματα.

Ποιο γαλλικό και ποιο αγγλικό μοντέλο. Υπάρχει περίπτωση να μπορεί να εφαρμόσει το οποιοδήποτε ξένο μοντέλο στο διοικητικό σύστημα που έχουμε; Υπάρχει περίπτωση να δημιουργήσουμε αξιόπιστη διοικητική ιεραρχία, αν δεν ξεφύγουμε από τη λογική των κομματικών διευθετήσεων και των πολιτικών μας επιδιώξεων; Υπάρχει περίπτωση να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη της κοινωνίας –αλλά και των αγορών– αν δεν απομακρυνθούμε απ’ τη λογική του «κράτους-λάφυρο» για την εκάστοτε κυβέρνηση; Ποιες τοπικές αυτοδιοικήσεις; Δεν ξέρουμε πώς λειτουργούν και πώς προσφέρουν τις υπηρεσίες τους οι Δήμοι; Θεωρίες και σχέδια «στο πόδι», νόμοι, αποφάσεις και ΦΕΚ επί ΦΕΚ, αλλά η γραφειοκρατία ζει και βασιλεύει, οι ουρές ακλόνητες κι ακίνητες στη θέση τους, οι συνταξιοδοτήσεις υπαλλήλων με το καντάρι κι οι αιτήσεις βουνά να βουλιάζουν τα ασφαλιστικά ταμεία.

Κύριε υπουργέ της μεταρρύθμισης δεν κάνω τον έξυπνο, οι θεωρήσεις, όμως, από «μηδενική βάση» κι η συλλήβδην ισοπέδωση κάθε προηγούμενης προσπάθειας, η εμπειρία αποδεικνύει, ότι οδηγούν σ' ένα τεράστιο μηδενικό ως αποτέλεσμα. Μόνο κόστος, διαιώνιση των προβλημάτων κι απογοήτευση στους εργαζόμενους προσφέρουν.

Θυμάμαι με την ευκαιρία, πριν από πολλά χρόνια, την εποχή που κι ο αείμνηστος Σάκης Πεπονής οραματιζόταν ν’ αλλάξει τη δημόσια διοίκηση [και με το ΑΣΕΠ εκείνης της εποχής έκανε ένα μεγάλο άλμα γι’ αυτό] και μια επιτροπή για το «νέο σύστημα αξιολόγησης», που θ' αντικαθιστούσε λέει εκείνο με τις ποσοστώσεις του 1992. Σχέδια, υποδείγματα, ερωτηματολόγια, ολομέλειες τμημάτων και διευθύνσεων στην ημερήσια διάταξη των εισηγήσεων και των αναζητήσεων, δεκαέξι (αριθμητικά: 16) συνολικά διαφορετικά είδη εντύπων. Αν είναι δυνατόν! Η αποθέωση της πολυπλοκότητας.

Το σύστημα εκείνο, μολονότι αποφασίστηκε, πραγματοποιήθηκαν και σχετικές ενημερωτικές ημερίδες, ουδέποτε εφαρμόστηκε [όπως ουδέποτε τηρήθηκαν κι απ' τους αξιολογητές οι ποσοστώσεις και τα όρια του προηγούμενου συστήματος, γεγονός που οδήγησε, με την πάροδο του χρόνου, στην πλήρη απαξίωσή του μέσω της προς τα πάνω ισοπέδωσης με την υπερπαραγωγή «αρίστων» υπαλλήλων]. Από τότε συζητάμε ακόμα και κονταροχτυπιόμαστε μέχρι σήμερα για την αξιολόγηση, θαρρείς κι είναι τούτη την ώρα το κορυφαίο γεγονός σ’ ένα διοικητικό σύστημα που από παντού «μπάζει».

Ας αφήσουμε στην άκρη, λοιπόν, τα μεγαλεπήβολα σχέδια και τις εκ βάθρων ανατροπές. Τα δεδομένα υπάρχουν. Μόλις τον περασμένο Οκτώβριο ολοκληρώθηκαν οι αναδιοργανώσεις των υπουργείων [μόνο τις σφραγίδες και τις ταμπέλες ν' αλλάζουν κάθε τόσο φτάνει]. Δεν πρόκειται ούτε για μαγεία, ούτε για εφεύρεση. Μεθοδικότητα, συνέπεια και μέτρο χρειάζονται. Λιγότερα λόγια και πιο πολύ δουλειά. Μικρά σταθερά κι αποφασιστικά βήματα απαιτούνται, αλλά προπαντός «μπούσουλας» κι αποφασιστικότητα. [Εκ των ων ουκ άνευ, συμμετοχή και συνεργασία όλων όσων μπορούν και θέλουν να συνεισφέρουν στην επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος].

Μην πάμε μακριά, η παρατήρηση των επιπτώσεων που έχει η αναδιάταξη των υπουργείων μετά τις πρόσφατες εκλογές κι η κυβερνητική αρρυθμία με τους αναπληρωτές υπουργούς, τους γενικούς γραμματείς κ.ο.κ. είναι χαρακτηριστική. Αντί ο κρατικός μηχανισμός να λειτουργεί πάση δυνάμει σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή για τη χώρα υποστηρίζοντας το κυβερνητικό έργο, υπουργικά γραφεία ακόμα ψάχνουν και ψάχνονται, οι αρμοδιότητες παραμένουν συγκεχυμένες, οι υπηρεσιακές μονάδες κινούνται στο «ρελαντί».

Οι εργαζόμενοι απ’ την άλλη, μετά τα γέλια που προαναφέραμε, μουδιάζουν, «κουμπώνονται» και παγώνουν διαβάζοντας και πάλι τα περί αναδιοργανώσεων, αξιολογήσεων και ριζικών ανατροπών, μη γνωρίζοντας ποιες αλλαγές θα γίνουν και πάλι πριν απ’ αυτούς γι’ αυτούς.

Γίνεται έτσι προκοπή; Όχι, σας παρακαλώ, πείτε μου, κύριε υπουργέ.

Photo: Matrix24