Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Η νέα συμφωνία.


Κανείς δεν ασχολείται. Ποιος ν' ασχοληθεί; Τώρα προέχει η πρωτοκαθεδρία στις πλατείες. Τώρα τον πρώτο λόγο έχει ποιος θα έχει την τελευταία λέξη, την πιο αποστομωτική ατάκα, την πιο εντυπωσιακή σέλφι. Τώρα το πρόταγμα έχει ο νέος διχασμός.

Αύριο συμφωνείται μια ακόμα δανειακή σύμβαση. Αύριο συμφωνούνται από την Ελληνική κυβέρνηση νέα οικονομικά μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση της χώρας και για το επόμενο διάστημα. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με αύξηση του ΦΠΑ ή μείωση των συντάξεων, με αύξηση της φορολογίας των επιχειρήσεων ή μείωση της δαπάνης για κοινωνικές παροχές, η συμφωνία θα κλείσει στο ύψος που διαμορφώνουν, όχι οι κόκκινες γραμμές των τελευταίων μηνών, αλλά εκεί που οι ταμειακές ανάγκες υπαγορεύουν και κυρίως εκεί που διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη καταβολή μισθών και συντάξεων.

Όταν το μείζον δείχνει να είναι εξασφαλισμένο, ποιος και για ποιο λόγο ν' ασχοληθεί για τους λόγους που η χώρα μετά από πέντε χρόνια σκληρής περιοριστικής πολιτικής δεν έχει κατορθώσει να ορθοποδήσει οικονομικά και κοινωνικά και δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να συντονίσει και πάλι τον βηματισμό της με τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Κανείς δεν αναφέρεται στον τρόπο που αυτός ο φαύλος κύκλος των ελλειμμάτων μπορεί να κλείσει κι η οικονομία της χώρας θ' αρχίσει να παράγει και κάτι άλλο εκτός από θέσεις ανεργίας.

Βέβαια, μέσα σ' αυτή την πολύχρονη περιδίνηση στην κρίση όλοι έχουν λόγο, όλοι έχουν άποψη, όλοι έχουν λύσεις. Το μόνο που κανένας από όσους κυβερνούν δεν έχει, είναι ευθύνη. Όλα τα μαγικά και τα ευφάνταστα εξαντλούνται μέχρι κάποιο κόμμα, κάποιος ηγέτης, να βρεθεί στον κυβερνητικό θώκο, τότε αυτομάτως ή καλύτερα, δυσκολότερα ή ευκολότερα, η συζήτηση κι οι διαπραγματεύσεις γυρίζουν στο ποιες περικοπές θα πρέπει να γίνουν για να μη χρεοκοπήσει η χώρα. Τότε πάνε περίπατο και τα «Ζάππεια» κι οι «Θεσσαλονίκες».

Δεν μ' ενδιαφέρει η όποια «έντιμη συμφωνία». Δεν παριστάνω τον παλικαρά ή ότι δεν καίγομαι, όπως πιστεύω καθένας ευσυνείδητος πολίτης, να βρεθεί μια ικανοποιητική για τα συμφέροντα της χώρας και της κοινωνίας λύση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά από πέντε χρόνια όμως που έχουν περάσει τόσα κόμματα, τόσοι πρωθυπουργοί και υπουργοί, που έχουν θεσπιστεί τόσοι νόμοι και διατάξεις, αδυνατώ να αποδεχτώ να είναι μόνο στα λόγια το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, η δίκαιη φορολογία, η διαφάνεια, η αξιοκρατία. Δεν ανέχομαι το πολιτικό σύστημα, ο κοινοβουλευτισμός, η κυβέρνηση και τα κόμματα να εξακολουθούν να πορεύονται σαν να μην έχει συμβεί τίποτε σ' αυτή τη χώρα κι οι «θεσμοί» αυτοί να εξακολουθούν στις ίδιες λογικές και με τους ίδιους κανόνες που είχαν συνδιαμορφώσει κι ακολουθούσαν προ της κρίσης.

Όλα όσα έχουν επιτευχθεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο παρεμβάσεις στα εισοδήματα και σε κάποιο βαθμό στις κρατικές δαπάνες, οριζόντια, επί δικαίων και αδίκων. Αν αυτή τη λογική θα μπορούσε κάποιος να τη δικαιολογήσει με το ξέσπασμα της κρίσης, με το πρώτο μνημόνιο, που η «φωτιά» της χρεοκοπίας τσουρούφλιζε τα παραθυρόφυλλα της χώρας, από το δεύτερο μνημόνιο και μετά κι ιδιαίτερα μετά τις όπως – όπως εκλογές του 2012, όχι μόνο δεν υπάρχει δικαιολογία, αλλά τουναντίον υπάρχουν τεράστιες ευθύνες, γιατί τα πράγματα δεν προχώρησαν προς την κατεύθυνση που είχε ανάγκη η χώρα κι η κοινωνία. Δεν χρειάζεται να αναφερθούν, τα ζήσαμε. Ούτε το πρόβλημα το λύνει ασφαλώς κι η όποια εξεταστική, σιγά -τώρα πια- μην είναι αυτό το ζήτημα.

Πάπας δεν είμαι. Ας αναζητήσουν όσοι επιθυμούν διακαώς τη δικαίωσή τους, αλλού τα σύγχρονα indulgentia (=συγχωροχάρτια). Δεν θα βρισκόμασταν όμως εδώ σήμερα, αν οι «φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις» της χώρας μπορούσαν να βρουν ένα modus viventi τότε που μπορούσαν, αντί ν' αναζητάνε σήμερα στασίδια στις πλατείες. Όχι ότι δεν έκαναν και τίποτε, αλλά, συγγνώμη, τη μείζονα μεταξύ τους κυβερνητική συμφωνία για την πραγματοποίηση των αναγκαίων ανατροπών και ρήξεων στο εσωτερικό και για τα κακώς κείμενα της χώρας, δεν την τόλμησαν. Και το τι έγινε και δεν έγινε σε κυβερνητικό επίπεδο και πού πήγαν ιδέες, αρχές και διακηρύξεις το είδαμε και το ζήσαμε από πρώτο χέρι. Κάποιοι σίγουρα περιμένουν πώς και πώς αύριο ν' ανεμίσουν το [ανύπαρκτο κατά τ' άλλα] «μαίιλ Χαρδούβελη» για να μετρήσουν ποιος την έχει τη λίστα με τα μέτρα πιο μεγάλη.

Σίγουρα η παρούσα κυβέρνηση έχει μεγάλες ευθύνες, αλλά από όλους αυτούς που σήμερα θέλουν να κάνουν τους μάγκες έχει τις μικρότερες. Σε τι υπολείπεται δηλαδή ευθυνών ο «ανατροπέας» Σαμαράς του «ανατροπέα» Τσίπρα, στο ότι έκανε τη λεγόμενη κολωτούμπα πριν καν στεγνώσει το μελάνι στο πρωτόκολλο της ορκωμοσίας του; Εκείνοι που καμώνονται τους ψαγμένους και τους υποψιασμένους, ας έκαναν τότε που περνούσε απ' το χέρι τους τ' αδύνατα δυνατά για να με προστατέψουν κι απ' την τρόικα κι απ' τον ΣΥΡΙΖΑ. Όχι μόνο έτρεμαν τα πόδια τους ή κρύβονταν όταν ήταν να 'ρθει η τρόικα για αξιολόγηση, αλλά και στις αμετροέπειες του ΣΥΡΙΖΑ αντιπαρέβαλλαν ανύπαρκτα success story και ζωντανές συνδέσεις με την Αμφίπολη. Και δεν ήταν μόνοι τους στην κυβέρνηση...

Μια νέα συμφωνία είναι μπροστά μας και πάλι όμως οι πολίτες αγνοούν σε μεγάλο βαθμό ποιο είναι το μέλλον κι η τύχη της χώρας. Μπορεί η συμφωνία αυτή καθαυτή να 'ναι για τους πολλούς μια λύτρωση, δεν αποτελεί σε καμιά όμως περίπτωση απάντηση, αντίθετα, προσθέτει ένα ακόμα μεγάλο ερωτηματικό. Πότε και ποιος θα χαράξει και θα εφαρμώσει, επιτέλους, για τη χώρα ένα σαφές πρόγραμμα κοινωνικής και οικονομικής ανασυγκρότησης κι ανάπτυξης, που θα στηρίζεται με δικαιοσύνη και ισότητα στις εγχώριες δυνατότητες και δυνάμεις της και θ' αξιοποιεί με σχέδιο και συνέπεια τη βοήθεια και την υποστήριξη των Ευρωπαίων εταίρων και των άλλων συμμάχων της.

Με την εξασφάλιση μισθών και συντάξεων μόνο, μπορεί κάποιοι από εμάς να μην πεινάσουν, αλλά -δυστυχώς- οι «έμποροι» της κρίσης κι οι παθογένειες της οικονομικής εξάρτησης θα εξακολουθούν να σιτίζονται από το υστέρημα της χώρας -κάποιοι μάλιστα με χρυσά κουτάλια. Σ' αυτές τις συνθήκες κοινωνικής απαξίας κι εκμετάλλευσης, η αξιοπρέπεια είναι πουκάμισο αδειανό κι όχι παντιέρα που συνεγείρει κι ενώνει σε κοινές προσπάθειες για την υπέρβαση και το ξεπέρασμα του σημερινού αδιεξόδου.

Μετά τη συμφωνία, χρειάζεται από όλους το κάτι παραπάνω. Ας ψάξουμε αυτή τη νέα μεταξύ μας συμφωνία, γιατί εκτός απ' τις πλατείες -ή τις τσέπες, κάποια στιγμή θα πρέπει να γεμίσει και πάλι η ψυχή μας. [Αν στο μεταξύ μπορέσουμε να την ξαναβρούμε].

Photo: Com

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Ποια Αμφίπολη;


Η είδηση δεν θ’ απασχολήσει πολλούς, κάποιοι σίγουρα ούτε θα την «πάρουν είδηση». Μετά την υπερπροβολή και τη δημοσιότητα του περασμένου χρόνου, ένας χώρος που έγινε σημείο καθημερινής αναφοράς και αιτία εθνικής υπερηφάνειας κι έξαρσης, πέρασε μέσα σ’ έξι μήνες στην αφάνεια και τη σιωπή.

Τι έγινε ή τι γίνεται στην Αμφίπολη, για να πω την αλήθεια, δεν είναι εκείνο που για να γραφτούν αυτές οι σειρές έδωσε την αφορμή. Τα σημαντικά ή τ’ ασήμαντα, τις πολιτικές ή άλλες αρχαιολογικές σκοπιμότητες, ας τ’ αναζητήσουν κι ας τ’ αναλύσουν οι γνωρίζοντες κι οι επαΐοντες. Εκείνο που μου κίνησε το ενδιαφέρον είναι η ευκολία με την οποία –για μια ακόμα φορά–  το παλλαϊκό σχεδόν ενδιαφέρον έγινε τόσο σύντομα σιωπή κι αδιαφορία κι από τα πελάγη εθνικής περηφάνιας κι ενθουσιασμού γυρίσαμε τις πλάτες και ξεχάσαμε ένα μνημείο, μια περιοχή, μια δυνατότητα.

Μπορεί η Αμφίπολη, η κάθε Αμφίπολη αυτού του τόπου που ορίζει τη χώρα που λέγεται Ελλάδα, να έχει ή να μην έχει τόση μεγάλη ιστορική σημασία και αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Μπορεί να μην αποτελεί μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, ούτε σημείο κάποιου κορυφαίου γεγονότος ή ταφής κάποιας σημαντικής προσωπικότητας της αρχαιότητας. Δεν παύει όμως, ιδωμένο σ’ ένα αρμονικό κι ενιαίο σύνολο, να συναρθρώνει και να συναποτελεί ψηφίδα σ’ ένα εκ των πραγμάτων αξιοσημείωτο παζλ της Ιστορίας του πολιτισμού και της ανθρωπότητας κι ένα σημαντικό πολιτισμικό «προϊόν» για όλους όσους έχουμε την τύχη να κληρονομήσουμε αυτά τα χώματα.

Διαβάζοντας, λοιπόν, για την απογοήτευση ευκαιριακών «επενδυτών» και καφετζήδων της περιοχής, σκέφτομαι πόσο ευκαιριακά κι επιπόλαια προσεγγίζουμε διαχρονικά ως οργανωμένη κοινωνία και κράτος τον «πλούτο» που δημιούργησαν εν αγνοία τους πρόγονοι που γεννήθηκαν, έζησαν ή εποίκησαν αυτόν τον τόπο, άνθρωποι που δημιούργησαν, πολέμησαν, αγωνίστηκαν, ψυχαγωγήθηκαν, λάτρεψαν. Κι αυτό που διαπιστώνω, δεν είναι κάτι, ούτε καινούργιο, ούτε πρωτότυπο.

Το παράδοξο όσο κι εξοργιστικό είναι, ότι δεν είμαστε ικανοί κι άξιοι –θα έλεγα– να πάρουμε αυτήν την σπουδαία κληρονομιά και να της δώσουμε την τιμή και τον σεβασμό που της πρέπει. Αδυνατούμε να δώσουμε μια σταλιά υπεραξία και να επενδύσουμε ως λαός πάνω σ’ αυτό που, όχι μόνο έχει πραγματική αξία κι ενδιαφέρον, αλλά τολμάμε κάθε λίγο και λιγάκι να επικαλούμαστε και να περηφανευόμαστε. «Πίνουμε νερό» στ’ όνομα των αρχαίων, αλλά οι αρχαιολογικοί μας χώροι πνίγονται από τα ξερόχορτα και την εγκατάλειψη.

Η γνωστή επωδός αυτών των δυσάρεστων διαπιστώσεων, δεν μπορεί να ‘ναι άλλη από «το κράτος πρέπει…» ή «η πολιτεία θα έπρεπε…». Πόσο βαθιά είναι περασμένη στο DNA μας αυτή η αντίληψη. Δεν έχουμε κι άδικο, αφού από την πρώτη στιγμή που θα γεννηθούμε το κράτος με τα όργανα, τους θεσμούς και τις διαδικασίες του είναι πανταχού παρόν σε κάθε βήμα, σε κάθε εκδήλωση, σε κάθε μας συμβάν. Όταν όλα κυλάνε καλά, ούτε γάτα ούτε ζημιά, όλα μέλι γάλα. Ουέ κι αλίμονο μόλις γίνει «η στραβή», μην τύχει να πλημμυρίσει κανένας χείμαρρος ή να καεί κανένα σπίτι στο δάσος. Τότε ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε.

Κάπως έτσι συμβαίνει από πάντα και με τα αρχαία μας, με την πολιτιστική μας κληρονομιά. Το κράτος έχει την ιδιοκτησία, τη χρηματοδότηση, την ευθύνη, τον πρώτο και τελευταίο λόγο για κάθε τι που σχετίζεται με τα μνημεία και τη διαχείρισή τους, με τη φύλαξη, την προστασία και την αξιοποίησή τους. Υπουργοί καθορίζουν κατά τα δοκούντα της εκάστοτε κομματικής αντίληψης –όπως συμβαίνει και με τόσα άλλα της πολιτικής στη χώρα μας– όλα όσα σχετίζονται με τη χρηματοδότηση, τις προσλήψεις, τις εργασίες κ.ο.κ. Η καθημερινότητα της κρατικής μηχανής και των κομματικών μηχανισμών διαπερνά πέρα ως πέρα και το πολιτιστικό πλεονέκτημα της χώρας, μετατρέποντάς το σε εργαλείο ισχύος και δύναμης όχι στον ανταγωνισμό με άλλα εφάμιλλης αξίας και κύρους μνημεία άλλων χωρών, αλλά επικράτησης και κυριαρχίας στο εσωτερικό, μόνο για επικοινωνιακούς και ψηφοθηρικούς σκοπούς.

Δεν φταίει, λοιπόν, για την εγκατάλειψη της Αμφίπολης το ότι δεν βρέθηκε ο τάφος του μεγαλέξανδρου, ούτε η ερήμωση του ιστορικού κέντρου εξαιτίας των συχνών επεισοδίων. Όχι αποκλειστικά τουλάχιστον. Φταίει ότι την Αμφίπολη την προσεγγίζουμε και την αξιοποιούμε σαν καταναλωτικό προϊόν τρέχουσας πολιτικής, σαν εφήμερο και περιστασιακό πυροτέχνημα για να συνεγείρουμε αφελείς πατριώτες και να την ξεχάσουμε μόλις επιτελέσει το ρόλο της ή τελειώσουν τα λεφτά. Φταίει ότι και στον τομέα του πολιτισμού σχεδιάζουμε στο γόνατο κι αποφασίζουμε στο πόδι. Φταίει το ότι ο πολιτισμός δεν είναι ιστορία σε σχολικό εγχειρίδιο, αλλά καθημερινή πρακτική.

Όπου κατορθώσαμε, έστω και περιστασιακά, να ξεφύγουμε απ’ αυτή τη λογική, όπου η πολιτισμική κληρονομιά εντάχθηκε σ’ έναν συνολικό σχεδιασμό, σ’ ένα συνεπές και τεκμηριωμένο μακροπρόθεσμο πρόγραμμα και σχέδιο τ’ αποτελέσματα «μίλησαν» κι εξακολουθούν να μας μιλάνε μόνα τους στις Κυριακάτικες βόλτες μας. Η Πλάκα το μαρτυράει. Η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, η ανάπλαση του ιστορικού κέντρου. Ήταν η εποχή που το όραμα της Μελίνας ταυτίστηκε με τις ανάγκες της πόλης, με τον πολιτιστικό βηματισμό της χώρας. Ήταν η εξαίρεση, η φωτεινή έξαρση. Ήταν η επιβεβαίωση του κανόνα.

Αυτή τη «βιομηχανία» έχει σταθεί αδύνατο να την αναπτύξουμε και να την προβάλουμε αξιόπιστα και δυναμικά ως χώρα. Ψάχνοντας την ανάπτυξη στο τσιμέντο των δημόσιων έργων, παραβλέψαμε τα έργα των αρχαίων, των προγόνων μας. Εκεί όμως βρίσκεται το μέλλον. Αυτό είναι το ασφαλέστερο «παρελθόν» που έχει τη δύναμη και την ενέργεια να μας ωθήσει με ασφάλεια στο μέλλον. Όχι, ασφαλώς, αυτόματα, αλλά με σκληρή δουλειά, συνέπεια κι αποφασιστικότητα. Χρειάζεται να απεγκλωβιστούν και στον τομέα αυτό οι ενεργές δυνάμεις του τόπου, της κάθε περιοχής, της κάθε γωνιάς της πατρίδας μας. Είναι απαραίτητο ο πολιτισμός να περάσει στα χέρια των τοπικών κοινωνιών, των πολιτών. Να περάσει στη βάση ενός εθνικού σχεδίου πολιτιστικής ανάπτυξης σε συνεργασία με τους ειδικούς, αλλά και με τους επενδυτές.

Τότε από τον καντινιέρη της Αμφίπολης μέχρι τον ξενοδόχο της Ολυμπίας, θα μπορούν να γνωρίζουν σε βάθος χρόνου για το ποιες είναι οι προοπτικές κι η ασφάλεια τής επένδυσής τους, δίχως να κινδυνεύουν με λουκέτο μόλις τα συνεργεία της τηλεόρασης κι οι πρωθυπουργοί αποχωρήσουν από την περιοχή τους.