Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Ο Ιούλιος της μεταπολίτευσης.


Αναζητώντας ή κι επιδιώκοντας από χρόνια το τέλος της μεταπολίτευσης, καταφέραμε, τελικά, να βρεθούμε αντιμέτωποι με το τέλος της χώρας. Ότι ο δρόμος ήταν λάθος κι η κατεύθυνση που για καιρό ακολουθούσαμε εσφαλμένη, είτε το παραβλέπαμε, είτε επιτιμούσαμε όσους τολμούσαν να το επισημάνουν ή να το κραυγάσουν.

Τώρα, με λίγα ευρώ ακόμα στις τσέπες, το μόνο που μένει είναι να τ' αποφασίσουμε. Ναι, μια νέα μεταπολίτευση από τα λόγια μπορεί να γίνει πράξη. Με αφορμή αυτή τη συμφωνία, έχουμε την ευκαιρία να σταθούμε ξανά στην αφετηρία, με μηδενισμένο το κοντέρ της μετά από 40 τόσα χρόνια πορείας και να ξεκινήσουμε να οικοδομούμε τα επόμενα βήματα, τα επόμενα χρόνια. Οι περιστάσεις κι οι συνθήκες ευνοούν μια ριζική αναθεώρηση του πολιτικού σκηνικού και μια εκ βάθρων αναδόμηση της δημόσιας ζωής, του κράτους, της κοινωνίας, της ζωής της ίδιας. Οι αποφάσεις είναι δύσκολες, ποτέ δεν ήταν όμως ευκολότερες.

Τα δεδομένα από μόνα τους υπαγορεύουν την αναγκαιότητα, αλλά ταυτόχρονα και τη δυνατότητα, το περιθώριο. Δεν πρόκειται μόνο για δυο - τρεις νόμους ή πέντε - έξι οικονομικά μέτρα που πρόκειται να περιορίσουν ακόμα περισσότερο την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών ή να πιέσουν συνολικά την οικονομία της χώρας. Πρόκειται για μια μεγάλη θεσμική αλλαγή που είναι απαραίτητη για να απελευθερωθεί κατ' αρχήν το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Αν ανέδειξε κάτι τόσο εμφαντικά και περίτρανα η οικονομική κρίση από το 2009 και μετέπειτα, ήταν η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να τη διαχειριστεί με αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε τρόπο που και τα συμφέροντα της χώρας να προστατεύονται, αλλά κι οι ανάγκες του λαού να υπηρετούνται και να καλύπτονται με ισότητα, δικαιοσύνη, συνέπεια. Η πράξη φανέρωσε πόσο μεγάλη απόσταση τη χωρίζει από μιαν πολιτική ρητορική, που κάθε άλλο παρά απηχεί την πραγματικότητα, τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα που είναι απαραίτητα για τη διακυβέρνηση μιας χώρας ιδιαίτερα μάλιστα σε συνθήκες κρίσης.

Η αυτοστιγμεί πολλές φορές διάψευση υποσχέσεων και δεσμεύσεων εκ μέρους του πολιτικού προσωπικού ενόψει κρίσιμων διεθνών συνομιλιών και συμφωνιών αποτελεί σύνηθες φαινόμενο των τελευταίων ετών. Παραταύτα, το πολιτικό προσωπικό της χώρας επιμένει με αξιοθαύμαστη συνέπεια να υποδύεται επιπόλαια ρόλους μεταπολιτευτικούς κυβέρνησης - αντιπολίτευσης ωσάν να μην έχει περάσει μια στιγμή από το 1974 ή πολύ περισσότερο από το 1981.

Έτσι, η κρίση αντιπροσώπευσης χτυπά από καιρό κόκκινο, ενώ η έκπτωση και το ανερμάτιστο του πολιτικού λόγου συμβάλει στην αποστασιοποίηση και την απογοήτευση των πολιτών από την πολιτική και τις πολιτικές διεργασίες. Η ψήφος χάνει την αντιπροσωπευτικότητά της και μετατρέπεται αποκλειστικά σε «εργαλείο» ή μέσο εκδίκησης, χλευασμού, αποδοκιμασίας. Έτσι, το Κοινοβούλιο χάνει στη συνείδηση των πολιτών την πολιτική νομιμοποίησή του και μετατρέπεται σε άθροισμα ατόμων, ομάδων ή συμφερόντων, που αδυνατούν να συνθέσουν και να εκφράσουν με αξιοπιστία και συνέπεια τις ανάγκες της κοινωνίας που εκπροσωπούν.

Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις, τηρώντας με θρησκευτική ευλάβεια μια στρεβλή πεπατημένη πολιτικής συμπεριφοράς, που απηχεί παράφωνα ιδίως μέσα στην κρίση αντιλήψεις και συνήθειες από τις εποχές της ευμάρειας, αδυνατούν ή δυστάζουν να προωθήσουν κρίσιμες αλλαγές κι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και φαντάζουν να λειτουργούν μόνο και μόνο για τη διεκπεραίωση κομματικών συμφερόντων και την εξυπηρέτηση ποικίλων σκοπιμοτήτων. Δεν είναι τυχαίο, ότι μεσούσης της κρίσης οι μόνες αλλαγές που επί της ουσίας πραγματοποιήθηκαν στα υπουργεία είναι αυτές των διαδοχικών μετονομασιών τους. Κατά τα λοιπά, ο ιστορικός «1558» κι ο νόμος περί ευθύνης υπουργών καλά κρατούν.

Αλλαγές στο πολιτικό σύστημα δεν περιλαμβάνονται φυσικά στη νέα συμφωνία, ούτε έχουν συμπεριληφθεί ως τώρα σε κανενός είδους μνημόνιο. Δεν είναι δουλειά τρίτων. Εμείς έχουμε την ευθύνη και τον πρώτο λόγο. Στο χέρι μας είναι με αφορμή την πρόσφατη κορύφωση της παρούσας κρίσης, που έχει προδήλως πάψει να 'ναι μόνο οικονομική, να τολμήσουμε τις απαραίτητες αλλαγές, που θα ανανεώσουν εκ βάθρων την πολιτική ζωή του τόπου και θα θέσουν, εκτός από τις οικονομικές και τις πολιτικές βάσεις της νέας μεταπολίτευσης.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Πρώτη μέρα χωρίς μνημόνιο.


Καλό μήνα. Πρώτη μέρα χωρίς μνημόνιο σήμερα και κατά κάποιον τρόπο αυτή η κορυφαία προεκλογική δέσμευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έγινε πραγματικότητα. Ασφαλώς, όλοι όσοι λαχταρούσαν να ξημερώσει αυτή η ωραία μέρα, όσοι πίστεψαν, ήλπισαν, επεδίωξαν και, τελικά, ψήφισαν την περίμεναν εντελώς διαφορετική. Ούτε με τράπεζες κλειστές, ούτε με ουρές, ούτε με θλίψη, ούτε με ντροπή, ούτε με αβεβαιότητα.

«Τα μισά να κάνει, θα είμαστε ευχαριστημένοι». Και θα ήμασταν. Ποιος, αλήθεια, θέλει τις περικοπές και τους φόρους, τις έξωθεν υποδείξεις και τις άνωθεν εντολές; Ποιος λέει «όχι» στη δημοκρατία, την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και των απόψεων, τη συμμετοχή και την πρόοδο; Ποιος δεν θέλει να ζει αξιοπρεπώς σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και σε μια χώρα που ευημερεί και προσφέρει ευκαιρίες για προκοπή κι ανάπτυξη; Σ' ένα κράτος ευνομούμενο, δίκαιο, αποτελεσματικό; Για να φτάσεις όμως εκεί απαιτείται σχέδιο, προσπάθεια, συνεργασία. Χρειάζεται κοινωνική ειρήνη και συνοχή.

Όλα αυτά που δικαιούμαστε, μας αξίζουν κι επιθυμούμε δεν κερδίζονται και δεν κατακτούνται με τα λόγια, με τα ψέματα, με τις μαγκιές και τις εξυπνάδες. Δεν επιτυγχάνονται με κομπίνες και τεχνάσματα. Βοηθούν όλα αυτά κι είναι θεωρητικώς δυνατά, αλλά η πράξη απ' τη θεωρία έχουν πολλές φορές -ειδικά αν πρόκειται για ανθρώπινα συστήματα- μεγάλη απόσταση, αποκλίσεις και διαφορές.

Φτάσαμε σχετικά εύκολα ίσαμ' εδώ. Λίγο – πολύ όλα αυτά τα χρόνια με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το έχουμε παραδεχτεί. Δημοκρατία, ελευθερία, ευημερία, ανέλιξη. Είναι πολύ πιο εύκολο να πισωγυρίσουμε. Είναι πανεύκολο να χαθούμε, να τα χάσουμε, ιδιαίτερα αν υπερεκτιμήσουμε τις δυνατότητές μας ή -αντίθετα- υποτιμήσουμε τις καταστάσεις, τις συνθήκες, τους «άλλους». Είναι πανεύκολο αν κατακλυστούμε απ' τις εμμονές και τις ιδεοληψίες μας και αποκοπούμε απ' την πραγματικότητα, απ' το μέτρο, απ' τη φωνή της λογικής.

Σήμερα γράφουμε και ζούμε -για μιαν ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια- ιστορικές στιγμές. Μόνο που δεν περιποιούν τιμή και -πολύ περισσότερο- ούτε ένδοξες είναι, ούτε περήφανες. Ξεπατικώνουμε εικόνες δυστυχίας από τις πιο μελανές σελίδες των σύγχρονων κρατών και κοινωνιών. Εξαντλούμε, συνάντηση τη συνάντηση, σταγόνα με σταγόνα μέχρι την τελευταία ρανίδα τα όποια ψήγματα αξιοπρέπειας και εμπιστοσύνης της χώρας μας. [Για τα χρήματα δεν το συζητώ, τα έχουμε καταναλώσει προ πολλού. Τα 20σάευρα απομένουν]. Εξαντλούμε τις τελευταίες απαντοχές μιας κοινωνίας που ταλαιπωρείται, δοκιμάζεται και διαψεύδεται επί σειρά ετών. Μιας κοινωνίας που λαχταράει να ξεφύγει μπροστά, αλλά διαισθάνεται να την κυκλώνουν τ' αδιέξοδα. Μιας κοινωνίας πληγωμένης, απογοητευμένης, εξαντλημένης. Μιας κοινωνίας που αναζητά με αγωνία να ηρεμήσει και να καταλαγιάσει, ν' ασχοληθεί και πάλι με τ' ανθρώπινα και τα καθημερινά της, με το μέλλον της και το μέλλον των παιδιών της, με ασφάλεια, σιγουριά, σταθερότητα κι αξιοπρέπεια, για αλήθειες.

Θα το γράψω όπως το αντιλαμβάνομαι. Είμαστε πλέον χαμένοι. Δεν υπολογίζω αν το δημοψήφισμα είναι νόμιμο, έγκυρο, «στημένο». Δεν έχει σημασία αν υπερισχύσει το «όχι» ή το «ναι». Η αφερεγγυότητά μας ως συνομιλητές κι η αναξιοπιστία μας ως χώρα είναι κοινό μυστικό, παγκόσμια. Το «game over» που ξεσήκωσε -τάχα- την «ιερή αγανάκτηση» της κυβέρνησης κι αποτέλεσε -δήθεν- τη θρυαλλίδα της ρήξης, δεν ήταν απειλή, δεν ήταν εκβιασμός, ήταν μια -σκληρή μεν, κυνική- αλλά πέρα για πέρα μεγάλη αλήθεια. Αυτό το δημοψήφισμα, σαν απάντηση, ήταν ένα μεγάλο λάθος τακτικής.

Ναι, ξέρω, δεν είμαι ειδικός της «θεωρίας των παιγνίων», μόνο που οι τράπεζες κι οι χρηματαγορές της Ευρώπης κι όλου του κόσμου είναι ανοιχτές κι οι άνθρωποι ανά την υφήλιο μας παρακολουθούν στα απονενοημένα μας ρεσάλτο με απορία, καχυποψία, ειρωνεία. [Εντάξει, και κάποιοι με συμπάθεια για τα παθήματά μας]. Μαθαίνουν για τις αλλεπάλληλες υπαναχωρήσεις και αμφιθυμίες μας, πληροφορήθηκαν για τη «χρεωκοπία» της χώρας. Αν ποτέ δεν δουν σαν έκτακτη είδηση τη ματαίωση του δημοψηφίσματος, τότε, ή θα αντικρίσουν, μαζί μ' όλους τους Έλληνες, το λογότυπο του νέου νομίσματος ή -και πάλι μαζί με όλους τους Έλληνες- θα μάθουν με δέος -αυτό αφορά μόνο τους Έλληνες- το νέο πακέτο μέτρων οικονομικής στήριξης, το «νέο μνημόνιο».

Η επιλογή για την κυβέρνηση είναι μία: Όχι στο δημοψήφισμα κι όχι το «όχι» στο δημοψήφισμα. Εκεί, αν κι εφόσον αντέξουμε να φτάσουμε ως την Κυριακή, η μόνη επιλογή είναι το «ναι». [Και δεν θα φταίει, ασφαλώς, αυτό για τα νέα μέτρα].