Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Πολιτική διαπραγμάτευση για την Πρωτοχρονιά.


Πάνε κι αυτά. Τα Χριστούγεννα του 2016 πέρασαν, όπως και τα προηγούμενα ή τα προπροηγούμενα, πέρασαν πια, ανήκουν στο παρελθόν, στις αναμνήσεις. Τι έμεινε, πέρα απ’ τις άπειρες φωτογραφίες και status στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –περισσότερο ίσως από ποτέ άλλοτε–, τις πιατέλες με τα ψητά, τις τούρτες, τις δίπλες και τα μελομακάρονα; Οι ευχές; Η καλή διάθεση; Οι ευχάριστες συζητήσεις;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι έμειναν τρεις μέρες, τρεις μόνο μέρες για την Πρωτοχρονιά του 2017. Τρεις μέρες για την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας, της δόσης του ΕΝΦΙΑ, τη ρύθμιση της ΔΕΗ και –φυσικά– του τραπεζώματος της παραμονής, του νέου γύρου με τις πιατέλες, τα γλυκά, τις βασιλόπιτες και –απαραιτήτως– της επανάληψης άπειρων ευχών στα μέσα και τα έξω του διαδικτύου συνοδεία άπειρων φωτογραφιών, SMS και συναφών πατροπαράδοτων εθίμων.

Πολύ νοσταλγία εισέπραξα φέτος τα Χριστούγεννα, πολύ νοσταλγία για το παρελθόν και κάποια άλλα Χριστούγεννα, όχι παιδικά, όχι μαθητικά ή νεανικά, αλλά σχετικά πρόσφατα, σαν του 2004, να πούμε, ή και του 2009 ακόμα. Χριστούγεννα που το μόνο συστατικό που τους έλειπε δεν ήταν ούτε τα γλέντια, ούτε τα ταξίδια, ούτε οι οικογενειακές συγκεντρώσεις και τα τραπεζώματα· η μελαγχολία τους έλειπε, η κατάθλιψη, η γκρίνια, η μισαλλοδοξία κι ο θυμός.

Είναι απελπισμένες οι μέρες που ζούμε κι αυτή την απελπισία ούτε τα Χριστούγεννα, ούτε οι γιορτές μπορούν να την αντιμετωπίσουν, να την αμβλύνουν, να τη διασκεδάσουν. Είναι μέρες μιας άλλης εποχής κι ενός άλλου, νέου, καιρού, που κάποια Χριστούγεννα πριν, κάποια χρόνια πριν ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα μας έβρισκαν, ούτε θεωρούσαμε, ότι είναι ποτέ δυνατόν η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον να είναι αγαθό εν ανεπαρκεία.

Βρεθήκαμε απροετοίμαστοι κι ανέτοιμοι –από ‘κει που μας διαβεβαίωναν ότι είμαστε «θωρακισμένοι»– να στροβιλιζόμαστε έρμαια κι έρμοι στη δίνη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μια χώρα κι ένας λαός καρυδότσουφλο στις ατάκες και τις διαθέσεις του κάθε καιροσκόπου, του κάθε τυχοδιώκτη, του κάθε λαοπλάνου. Εφτά χρόνια κι ακόμα η ίδια –χειρότερα μάλλον– ανοργανωσιά και προχειρότητα, ο ίδιος θυμός κι οργή, η ίδια απογοήτευση κι απελπισία.

Τα Χριστούγεννα έρχονται και παρέρχονται με την ίδια συνέπεια που ανανεώνουμε τις ευχές μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις διαψεύσεις μας κι αντί να στοχεύουμε να ξανάρθουν και να ξαναζήσουμε –κι εμείς, γιατί όχι;– μαζί με τα παιδιά μας, τους συγγενείς και τους φίλους μας, κάποια Χριστούγεννα στο εγγύς μέλλον, κάποιες μελλοντικές γιορτές και Πρωτοχρονιές, ακόμα καλύτερα και πιο ευτυχισμένα απ’ αυτές τις περασμένες, που στις μέρες μας νοσταλγούμε κι αναφερόμαστε με περισσή γλύκα, αρκούμαστε να πέφτουμε στην παγίδα της μελαγχολίας, της απογοήτευσης και της παραίτησης.

Ούτως ή άλλως ο κόσμος προχωρά, αλλάζει, δύσκολα πια στις μέρες μας ή περισσότερο επίπονα και κοπιαστικά, αλλά όλα πάνε μπροστά· όπως πάντα. Παραιτημένοι, δύσθυμοι, με τις ιδεοληψίες και τον εγωκεντρισμό μας θα σερνόμαστε σ’ αυτό το δρόμο για χρόνια, για δεκαετίες, ακολουθώντας, ουραγοί, ένα αύριο που –ούτως ή άλλως– έρχεται, που θα διαμορφώνεται από άλλους, δίχως να μας λογαριάζουν και δίχως να μας δίνουν λογαριασμό. Παράταιροι επαίτες, σολίστες –ρολίστες για τους «εντός»– της –άγνωστης για τους ορθολογιστές «εκτός»– «πολιτικής διαπραγμάτευσης».

Καλό θα είναι, λέω εγώ, αντί να συγκρίνουμε τον καιρό μας και τις μέρες μας με άλλους καιρούς, που ζήσαμε, που ξεσαλώσαμε και –τελικά– πληρώνουμε, αντί να κλαψουρίζουμε παραπονιάρικα για το άδικο που μας βρήκε, για τους ξένους που μας κατατρέχουν και το ριζικό μας το κακότυχο, να κάτσουμε από κοινού γι΄αυτούς που αποφασίζουν κι όλοι μαζί ν’ ακολουθήσουμε, να σχεδιάσουμε πώς θα θέλαμε να ζήσουμε τα Χριστούγεννα του 2017, του ’18, του ’20 και πάει λέγοντας. Πώς θα θέλαμε να γιορτάζουμε, να γιορτάζει ο λαός, η χώρα μας αυτές τις μέρες, αλλά και κάθε γιορτή ή –πολύ περισσότερο– κάθε μέρα. Η συνεννόηση δεν είναι πλέον ανάγκη από τα πράγματα, αλλά επιτακτικό καθήκον. [Αν κάπου ταιριάζει γάντι ο όρος «πολιτική διαπραγμάτευση» είναι εδώ].

Αν δεν κοιταχτούμε με ειλικρίνεια πρώτα εμείς, μεταξύ μας, ίσια στα μάτια, όσες γλυκές ματιές κι αν ανταλλάξουμε με την κάθε Μέρκελ ή όσες φαρμακερές κι αν ρίξουμε στον κάθε Σόιμπλε, στα τυφλά θα στριφογυρίσουμε για χρόνια και στραβά θα συνεχίσει ν’ αρμενίζει το καραβάκι μας –κι όχι μόνο κάθε Χριστούγεννα, μα, σίγουρα, δεν θα φταίει ο γιαλός γι’ αυτό.

Καλή Πρωτοχρονιά!


Photo: Desktop Nexus

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Ο Τσίπρας δεν είναι "Βασιλόπουλος".


Την ώρα που εμείς θα «σκοτωνόμαστε» στα social media για το «κοινωνικό μέρισμα», όσο θα σοβεί η «μάχη» στα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά κι όσο θα μαίνονται οι συγκρούσεις από το βήμα της Βουλής για το ίδιο θέμα, για το σωστό ή το λάθος, για το έτσι ή το αλλιώς, κάποιοι θα εξακολουθούν να δουλεύουν και να προσφέρουν αθόρυβα, πραγματικά κι ουσιαστικά σ’ αυτούς ακριβώς τους συνανθρώπους μας, αδιαφορώντας για τον αν όλοι οι φωνασκούντες πολιτευόμενοι –κι εμείς μαζί– διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους κάνοντας μνημόσυνα με ξένα κόλλυβα και δίνοντας ελεημοσύνες με δανεικά του κράτους.

Για μια ακόμα φορά διχαζόμαστε με φόντο τα αυτονόητα και κάνουμε κουρελόχαρτο την κοινή λογική για μικροκομματικούς σκοπούς. Ποιος αξιοπρεπής άνθρωπος αντέχει να βλέπει τον συνάνθρωπό του να δυστυχεί και να μην ευασθητοποιείται απέναντι στην ανέχεια και τη φτώχεια; Ποιος φιλότιμος άνθρωπος μπορεί να αδιαφορήσει απέναντι στον πενόμενο συνάνθρωπό του, στον στερούμενο ή ανήμπορο και να μην εκδηλώσει εμπράκτως την αλληλεγγύη του; Κανείς πιστεύω, κανείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια, να προσπεράσει αδιάφορα.

Από το επίπεδο της ηθικής και της φιλανθρωπίας, όμως, μέχρι την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, η απόσταση είναι τεράστια, όπως τεράστια, αστρονομική θα έλεγα, είναι η απόσταση μεταξύ της ιδιωτικής ανάγκης και της ιδιωτικής δράσης από τις αποφάσεις και τις επιλογές της εκάστοτε εκλεγμένης κυβέρνησης, η απόσταση μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας είναι σαφής, διακριτή και οριοθετημένη.

Αν ο κάθε ιδιώτης, ο κάθε πολίτης, έχει απεριόριστη ελευθερία βούλησης και δράσης στο πλαίσιο της νομιμότητας κι οι όποιοι ενδοιασμοί ή επιφυλάξεις του τίθενται μόνο από τη συνείδηση, τις αρχές, τις αξίες ή τον κοινωνικό περίγυρο, η εκάστοτε κυβέρνηση δεν περιορίζεται, ασφαλώς, μόνο από την αρχή της νομιμότητας, αλλά και από την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Οι περιορισμοί για τις κυβερνήσεις ούτε ηθικοί, ούτε ιδεοληπτικοί θα πρέπει να είναι, ούτε –πολύ περισσότερο– συναισθηματικοί. Ο ιδιώτης εκπροσωπεί τον εαυτό του, ενώ οι κυβερνήσεις οφείλουν να εκπροσωπούν κράτη και κοινωνίες, λαούς, συνολικά.

Η κυβέρνηση δεν είναι το «ΑΒ Βασιλόπουλος».

Τι λέω; Λέω, ότι αν ο Βασιλόπουλος έκανε το κέφι του και, μέσω της «Τράπεζας τροφίμων», μετουσίωσε την ευχή του σε πραγματικότητα, όπως κάνει γνωστό στο πλατύ κοινό η τηλεοπτική διαφήμιση, η κυβέρνηση, κάθε κυβέρνηση, αυτό το δικαίωμα δεν το έχει. Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να υπολογίσει, να συνεκτιμήσει, να σταθμίσει πριν λάβει οποιαδήποτε απόφαση, να σκεφτεί με ευρύτητα πνεύματος, με υπευθυνότητα, με σωφροσύνη, να προασπίσει το δημόσιο συμφέρον, την κοινωνική συνοχή· να δει μακριά.

Είναι ψευτοδίλημμα, επομένως, το ερώτημα αν θέλουμε ή δεν θέλουμε να βοηθηθούν, μέρες που είναι και υπ’ αυτές τις οικονομικές συνθήκες, κάποιοι συνάνθρωποί μας. Όλοι το θέλουν. Το κρίσιμο κι ουσιώδες, το διακύβευμα, είναι, ποιες επιπτώσεις και ποιες συνέπειες προκαλεί αυτή η ενέργεια, ποια τα οφέλη και ποιες οι ζημίες, πώς αντισταθμίζονται τα θετικά για ορισμένους με τα αρνητικά ενδεχομένως για όλους –και των περιστασιακά ωφελούμενων συμπεριλαμβανομένων. Πώς από τη στιγμή που είναι γνωστοί οι περιορισμοί κι οι δεσμεύσεις, οι συμφωνίες, θα προστατευθεί το γενικό συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας, έναντι τρίτων που –εξαιτίας ακριβώς αυτών των συμφωνιών– και λόγο έχουν και ιδιοτελές συμφέρον.

Στην προκειμένη περίπτωση, το «ναι μεν, αλλά…» ούτε προσχηματικό, ούτε υπεκφυγή είναι, είναι πέρα για πέρα καθοριστικό και καίριο για την υλοποίηση της απόφασης. Είναι έκφραση ευθύνης.

Το «ναι μεν, αλλά…» λαμβάνει υπόψιν του με αίσθημα ευθύνης το κοινωνικό σύνολο, τους συνεπείς φορολογούμενους, μισθωτούς, συνταξιούχους, επιχειρηματίες κι επαγγελματίες, αλλά και τους ανέργους, τους φοιτητές, τους νέους, όλους που στηρίζουν το δύσκολο έργο της ανόρθωσης της χώρας και της εξόδου της από την ύφεση και την κρίση. Αυτούς που, πληρώνοντας φόρους, εφόσον το κράτος άλλους πόρους για ν’ αυξήσει τα δημόσια οικονομικά του δεν διαθέτει, συμβάλλουν με τη συνέπειά τους στη δημιουργία «πλεονάσματος».

Το «ναι μεν, αλλά…» λαμβάνει υπόψιν του με αίσθημα ευθύνης όλους εκείνους στους οποίους το κράτος οφείλει, χρωστάει για μήνες και για χρόνια ολόκληρα. Σ’ εκείνους που έκλεισαν τις επιχειρήσεις τους μετά τα Capital Controls, σ’ εκείνους που προμηθεύουν το δημόσιο με αναλώσιμα, σ’ εκείνους που κατασκευάζουν δημόσια έργα, σ’ εκείνους που δεν έχουν πάρει εφάπαξ κι ούτε κάν ολόκληρη σύνταξη. Εντέλει, σ’ εκείνους που δικαιούνται άρτια παιδεία, αξιόπιστη νοσοκομειακή περίθαλψη και φροντίδα, αξιοπρεπή γηρατειά.

Αν η κυβέρνηση, λοιπόν, επιθυμεί διακαώς να κατασκευάσει μια κανονικότητα για τη χώρα, δείχνοντας κοινωνική ευαισθησία και διανέμοντας μερίσματα, αυτή η κανονικότητα θα πρέπει να χωρά και ν’ απευθύνεται αναλογικά και δίκαια σε όλους, όλους όσους ζουν κι υπομένουν τα δεινά της πολύχρονης οικονομικής κρίσης κι όχι μόνο όσους εκτιμάται ότι μπορεί να επηρεαστεί η εκλογική συμπεριφορά τους από πρόσκαιρα οικονομικά οφέλη.

Ο Τσίπρας δεν είναι Βασιλόπουλος, έστω κι αν τάζει σε όλους… «και του πουλιού το γάλα».

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Ποιος προϋπολογισμός;


Αντί να απαιτήσουμε τα αυτονόητα και να διεκδικήσουμε, να προσπαθήσουμε, για την με κάθε τρόπο εφαρμογή τους, λακίσαμε, οι μεν της εξουσίας, άλλος για το σπίτι ή το καφενείο κι άλλος κατά πού φυσάει ο άνεμος, οι δε λοιποί, άλλος για τις πλατείες κι άλλος στους πέντε ανέμους.

Θελήσαμε –και πετύχαμε– αντί η χώρα ν’ αντιμετωπίσει με σθένος κι αποφασιστικότητα τις χρόνιες δυσλειτουργίες και προβλήματα, να την καταστήσουμε παρία και περίγελο της οικουμένης, ανυπόληπτη κι ευάλωτη στις διαθέσεις του κάθε τυχοδιώκτη. Ποδοπατήσαμε θεσμούς, νόμους και σύμβολα κι υψώσαμε τείχη διχασμού, λάβαρα μίσους, παντιέρες καταστροφής.

Θελήσαμε –και πετύχαμε– αντί το πολιτικό σύστημα ν’ αλλάξει, να βελτιωθεί, να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της δύσκολης συγκυρίας, ν’ αποσυντεθεί και να κατακερματιστεί, να διαλυθεί. Κλείσαμε μάτια κι αυτιά προς τη λογική κι ανοίξαμε διάπλατα και τις δυο παλάμες προς το κτίριο της Βουλής. Κλείσαμε δρόμους, μαγαζιά, δουλειές κι ανοίξαμε λογαριασμούς με φασίστες, με δανειστές, αλλά και με την Ιστορία.

Μιλάμε τώρα όλο για τα ίδια και τα ίδια, αν κι είναι προφανές ότι τίποτε δεν θέλουμε ν’ αλλάξει. Κοροδευόμαστε καθώς ο καιρός περνάει, κλαψουρίζουμε, αλλά κατά τα λοιπά τα πάντα όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν και να εξελίσσονται σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Όλα, τρόπος του λέγειν, εφόσον οι πολλοί βλέπουν καθημερινά την οικονομική τους κατάσταση να χειροτερεύει και την ποιότητα της ζωή τους να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο.

Είναι τραγική αυτή η οπισθοδρόμηση, αυτό το χάσιμο στο τίποτα, αυτή η καθημερινή αργόσυρτη διολίσθηση στη θλίψη, στη μελαγχολία, στην παραίτηση. Πόσο οδυνηρό, μετά το ξέσπασμα, το κρεσέντο, την ελπίδα, να κυριαρχούν η διάψευση, το τέλμα, η απελπισία, η παραίτηση.

Κατεβάσαμε τα χέρια γιατί βιαστήκαμε να τα σηκώσουμε σε λάθος κατεύθυνση. Σφραγίσαμε τα χείλη γιατί βιαστήκαμε ν’ αφήσουμε την οργή απ’ αυτά να ξεχειλίσει. Πάγωσε η καρδιά γιατί βιαστήκαμε να πετροβολήσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Σκοτείνιασε το παρόν και το μέλλον γιατί βιαστήκαμε ν’ ακολουθήσουμε τυφλά το ψεύδος, τη συκοφαντία, την παραπλάνηση. Παραιτηθήκαμε γιατί βιαστήκαμε να προσπεράσουμε τον καθρέφτη για να μη δούμε το είδωλό μας να μας φτύνει.

Τίποτα δεν έχει πλέον σημασία, τίποτα απ’ όλα αυτά, από αυτά που έγιναν· το τι κάνουμε μετράει, τι κάνουμε κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε μέρα. Υπάρχουμε, είναι το μόνο σίγουρο, από ‘κει και πέρα; Άλλος θα πει διαμαρτυρόμαστε, άλλος διαπραγματευόμαστε, άλλος αντιπολιτευόμαστε, άλλος πληρώνουμε κι άλλος δουλευόμαστε. Εγώ πιστεύω, δεν κάνουμε απολύτως τίποτα. Τίποτα που να ‘χει ουσιαστικό αντίκρυσμα την αναστροφή της μέχρι σήμερα αδιέξοδης πορείας και το ξεκίνημα για επιστροφή στην κανονικότητα ως συγκροτημένη χώρα, ως ανεπτυγμένη κοινωνία.

Επιστροφή σε μια κανονικότητα σταθερότητας, εμπιστοσύνης κι αξιοπρέπειας, κατ’ αρχήν, κι όχι σ’ αυτό που, λίγο-πολύ, νομίζαμε σαν κανονικότητα μέχρι το 2009. Επιστροφή της ζωής του καθενός σ’ ένα περιβάλλον ασφάλειας, δικαιοσύνης, νομιμότητας, σ’ ένα αξιόπιστο πλαίσιο αξιών, παιδείας και πολιτισμού. Επιστροφή σε μια χώρα δημοκρατική, ελεύθερη, δημιουργική. Επιστροφή σ’ ένα κράτος που δεν «τρώει», ούτε βολεύει επιλεκτικά τα παιδιά του, δεν είναι τροχοπέδη κι εμπόδιο στη ζωή τους, αλλά προσφέρει ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες προκοπής, ανάπτυξης, ικανοποίησης, εξέλιξης.

Γι’ αυτά τα αυτονόητα, που πρόχειρα ανακαλώ στη μνήμη, κιοτέψαμε. Όλοι. Τι σημασία, αν πρώτοι και καλύτεροι το ‘βαλαν στα πόδια εκείνοι που είχαν την ευθύνη πρώτοι να διαγνώσουν, να επισημάνουν, να μεριμνήσουν; Τι νόημα έχει τώρα πια, αν όλοι εμείς ακολουθήσαμε –όπως από πάντα– σαν άβουλοι το ρεύμα; Το αποτέλεσμα, η απάντηση, επιπλέει όζουσα φαρδιά πλατιά στο σημερινό τέλμα, κολλημένη ρυπαρή χαλκομανία στον τοίχο του αδιέξοδου. Με το να ρίχνουμε ο ένας τις ευθύνες στον άλλο πού οδηγεί; Ποιος δεν βλέπει τώρα πια τ’ αποτελέσματα; Δικαιολογίες χίλιες κι ακόμα περισσότερες. Ε, και;

Αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτά που έχουν ήδη αποφασιστεί, αλλά –κι ακόμα περισσότερο– σ’ αυτά που εκ των πραγμάτων θα έρθουν για να κλείσει ο επόμενος λογαριασμός ή ο μεθεπόμενος και πάει λέγοντας. Και, ξέρεις κάτι; Θέλουμε και τα παθαίνουμε, γιατί –ιδίως μετά το Γενάρη του ‘15– όχι μόνο δεν κάνουμε κάποια απ’ τα αυτονόητα, αλλά ψηφίζουμε με το κιλό και με τους τόμους τις συμφωνίες που υπογράψαμε, στην πράξη όμως σφυρίζουμε αδιάφορα και κάνουμε τα εντελώς αντίθετα.

Γι’ αυτό πιστεύω, ότι δεν είναι μόνο θέμα ιδεοληψιών, προσώπων ή πολιτικών, είναι θέμα πρωτίστως νοοτροπίας και κουλτούρας. Γι’ αυτό δεν εμπιστεύομαι ούτε τις επιλογές της παρούσας κυβέρνησης, αλλά ούτε και τη λύση των εκλογών. Αν ήθελαν κι αν θελήσουν μπορούν. Δεν είναι δυνατόν, από τη στιγμή που οι ζωές μας έχουν ανατραπεί κι ένα κράτος έχει έρθει τα πάνω κάτω, να θέλουμε το πολιτικό παιγνίδι να εξακολουθεί να παίζεται με τους όρους και τις συνήθειες του παρελθόντος. Κυβέρνηση – αντιπολίτευση, κοντρίτσες στα τηλεπαράθυρα και στη Βουλή, λόγια κι υποσχέσεις για το πόπολο και κάθε τρεις και λίγο εκλογές, φύγε συ, έλα συ.

Μια κυβέρνηση, η όποια κυβέρνηση, αποφασισμένη να υλοποιήσει, όχι το πρόγραμμα του Προκρούστη, όπως φαντάζουν –κι εν πολλοίς είναι– τα μνημόνια, αλλά μια πολιτική εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, απλούστευσης του πολυδαίδαλου μηχανισμού απόδοσης της δικαιοσύνης και της απελευθέρωσης –νομίζω καταλαβαίνεις την έννοια της λέξης– της οικονομίας απ’ τον κρατικό εναγκαλισμό και τη διαπλοκή, και την ελπίδα και την αξιοπρέπεια και την κυριαρχία θα επανέφερε στον τόπο· θα μας επέστρεφε και πάλι τις ζωές μας και θα γυρνούσε –επιτέλους– η ψυχή μας απ’ την… Κούλουρη της εφορίας, του ΕΝΦΙΑ, της ανεργίας και της φτωχοποίησης.

Τι στόχοι, προϋπολογισμοί, μεσοπρόθεσμα κι αξιολογήσεις, αν μόνοι μας δεν μπορούμε να συμμαζέψουμε τα του οίκου μας, ότι κι αν πουν οι άλλοι δίκιο θα ’χουνε. Από ‘κει και πέρα, ας χαλάμε εμείς τις καρδιές μας στα διαδίκτυα για το ταξίδι στην Κούβα ή για το πρωθυπουργικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη, αλλού βρίσκεται ο λάκκος στη φάβα και δεν θέλει και πολύ μυαλό για να το καταλάβεις· ρίξε μια ματιά στον προϋπολογισμό του 2017.

Οι πιο πολλοί –με τα πολλά– το καταλάβαμε κάπως, νομίζω, μακάρι κι αυτοί που πρέπει να το καταλάβουν πριν να ‘ναι για όλους αργά, πάρα πολύ αργά…

Photo: Newsbeast

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Σαν απόηχος της επίσκεψης Ομπάμα.


Ναι, τον Ομπάμα τον θαύμασα, τον καμάρωσα, τον ζήλεψα, σε όλα. Θαύμασα, όμως, καμάρωσα και –δεν το κρύβω– ζήλεψα πιο πολύ δυο συμπατριώτες μας, την Ελένη Μπάνου και τον Δημήτρη Παντερμαλή.

Τους ζήλεψα, όχι για την εξαιρετική τύχη κι ευκαιρία που είχαν να συναντήσουν και να συνομιλήσουν, έστω και για λίγα λεπτά, μ’ έναν από τους ισχυρότερους –έστω κι αν απέρχεται– και, κατά γενική ομολογία, δημοφιλέστερους ηγέτες της εποχής, τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Μπαράκ Ομπάμα, αλλά γιατί οι συμπολίτες μας αυτοί, είχαν τη δυνατότητα –πέρα από την ξεχωριστή τιμή– να εκπροσωπήσουν με σοβαρότητα, ευγένεια και σεμνότητα, τη χώρα και το λαό της, τους πολίτες της, ενώπιόν του, μαζί και δίπλα σ’ αυτή την ξεχωριστή και παγκόσμιας εμβέλειας πολιτική προσωπικότητα.

Αισθάνθηκα όμως και μια ξεχωριστή περηφάνια, μια ιδιαίτερη ανάταση, έτσι όπως τους έβλεπα αντίστοιχα στις εικόνες που μετέδιδε η τηλεόραση, να κινούνται με άνεση, με ευπρέπεια, με αυτοπεποίθηση και σιγουριά, με ζωντάνια και βεβαιότητα στο χώρο, στο «χώρο του» ο καθένας, με κινήσεις κι εκφράσεις που μ' έκαναν να καταλάβω και ν’ αντιληφθώ –κι όχι μόνο να δώσουν την εντύπωση– πόσο εξοικειωμένοι, πόσο βαθιοί γνώστες και πόσο έμπειροι ήταν οι συμπολίτες μου αυτοί σ’ αυτό το σημαντικό και απαιτητικό έργο που έκαναν, σ’ αυτόν τον ξεχωριστό κι ιδιαίτερο ρόλο που παρουσίαζαν.

Για τον έναν, τον καθηγητή Δημήτρη Παντερμαλή, είχα πριν λίγο καιρό την ευκαιρία και την τιμή να γνωρίσω από κοντά και ν’ απολαύσω –κυριολεκτικά– μιαν εμπεριστατωμένη ξενάγησή του στους χώρους του Μουσείου της Ακρόπολης, οι εικόνες, επομένως, αντιπροσώπευαν ακριβώς αυτό που ήδη γνώριζα για το κύρος, την επιστημονική επάρκεια και εμπειρία, αλλά και την επικοινωνιακή άνεση, την απλότητα και την αβροφροσύνη του.

Η Ελένη Μπάνου μου ήταν άγνωστη, μόλις σήμερα ανέτρεξα σε κάποια βιογραφικά της στο διαδίκτυο, απ’ όπου διαπίστωσα τόσο το αξιοπρόσεκτο γνωστικό κι επιστημονικό της υπόβαθρο, όσο και τη μακρά εμπειρία της πάνω στο αντικείμενο της αρχαιολογίας. Και για την περίπτωσή της η εκτίμησή μου είναι ότι πρόκειται για μιαν εξαιρετική υπάλληλο του υπουργείου Πολιτισμού κι έναν ευχάριστο και ξεχωριστό άνθρωπο.

Δύο άνθρωποι, δυο περιπτώσεις, που κινήθηκαν στη σκιά του επίσημου προσκεκλημένου κι έμειναν για λίγο μόνο στο φως της επικαιρότητας και που το ίδιο αθόρυβα όπως εμφανίστηκαν, θα επιστρέψουν στα καθήκοντα και την επαγγελματική τους καθημερινότητα με το ίδιο ενδιαφέρον, το ίδιο κέφι και την ίδια άσβεστη φλόγα, όπως επί σειρά ετών και μέχρι σήμερα πράττουν.

Ο Παντερμαλής κι η Μπάνου έχω την πεποίθηση ή –μάλλον– τη βεβαιότητα, ότι δεν είναι οι μόνοι, ακάματοι και μερακλήδες υπάρχουν παντού σ’ αυτόν τον τόπο, σ’ αυτή τη χώρα, σ’ αυτόν τον κρατικό μηχανισμό. Αθόρυβοι «εργάτες» κι ακάματοι υπηρέτες του καθήκοντος και του δημοσίου συμφέροντος –του πραγματικού κι όχι αυτού που επινοήθηκε προσφάτως επ’ ευκαιρία των τηλεοπτικών αδειών– υπάρχουν εκατοντάδες, μπορεί και χιλιάδες.

Αν σε όλους αυτούς, τους χαμένους μέσα στη γραφειοκρατία του δημοσίου και το δαιδαλώδες των διαδικασιών, δοθούν οι ευκαιρίες κι η δυνατότητα να ηγηθούν, να προτείνουν, να οργανώσουν και να κατευθύνουν από θέσεις ευθύνης χώρους που έχουν τη γνώση, την ικανότητα, την εμπειρία μα –προπαντός– το μεράκι, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ένα άλλο δημόσιο θ’ αρχίσει μέρα με τη μέρα ν’ αναδύεται και μια διαφορετική υπαλληλική αντίληψη συν τω χρόνω να καλλιεργείται.

Και μη μου πεις γι’ αξιολογήσεις κι αριστείες –καθ’ όλα χρήσιμα εργαλεία, δε λέω– αλλά είμαι απόλυτα βέβαιος, ότι αν εκδηλωθεί η κατάλληλη πολιτική βούληση κι εξασφαλιστούν οι απαραίτητες εγγυήσεις αμεροληψίας κι αντικειμενικότητας, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, οι ίδιοι οι δημόσιοι φορείς κι Υπηρεσίες, τους γνωρίζουν και μπορούν να τους αναδείξουν, γιατί εκείνοι είναι που από πρώτο χέρι γνωρίζουν ποιοι συνάδελφοί τους μπορούν και θέλουν ν’ ανταποκριθούν με συνέπεια και δυναμισμό σ’ αυτά τα καθήκοντα.

Ένα τολμηρό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, μακριά από πελατειακές σχέσεις και συνδικαλιστικές συναλλαγές και διευθετήσεις, μπορεί ν’ αποτελέσει ένα μεγάλο ποιοτικό άλμα για το Ελληνικό δημόσιο, αλλά και για τη χώρα στο σύνολό της.

Λέμε τώρα…

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Το Πολυτεχνείο έχει καεί.


Το Πολυτεχνείο έχει καεί. Κάηκε όχι απόψε μόνο, κάηκε από τότε που το σύστημα εξουσίας το επισημοποίησε, το απέσπασε απ' τη συλλογική μνήμη και το μετέτρεψε σε μνημείο, σε επέτειο, σε γιορτή.

Το Πολυτεχνείο, αντί ν’ αναληφθεί στο πάνθεον των παλλαϊκών αγώνων –όσο παλλαϊκός μπορεί να θεωρηθεί ο αγώνας κατά της δικτατορίας– αντί να μετουσιωθεί σε συμβολισμό της δύναμης της συλλογικότητας και της ομαδικής προσπάθειας, αντί να μετενσαρκωθεί σε ύμνο για την ελευθερία, τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη, ξέπεσε σε σχολική γιορτούλα, εμπορευματοποιήθηκε σαν πανηγυράκι, λοιδορίθηκε και ποδοπατήθηκε σαν απάτη και παραμύθι, ευτελίστηκε σαν σκαλοπάτι ανέλιξης και πολιτικής καριέρας.

Όσο, χρόνο με το χρόνο, η κοινωνική ένταση κι ο πολιτικός ανταγωνισμός για το νόημα της εξέγερσης, τη δικαίωση του αγώνα και τη «γενιά του Πολυτεχνείου» φούντωνε, τόσο αραίωνε το πλήθος στις πορείες, τόσο η ισχύς του μηνύματός αδυνάτιζε, τόσο η θλίψη κι απογοήτευση του ανώνυμου πλήθους που το δημιούργησε, το έζησε, το αισθάνθηκε και το εγκολπώθηκε βαθιά στα φυλλοκάρδια, μεγένθυνε την απόστασή του από τις αξίες που αυθόρμητα αναδύθηκαν εκείνο το τριήμερο και το απομάκρυνε από τις νέες γενιές, τους νέους, τα παιδιά, τα εγγόνια τους.

Αν θέλουμε –το θέλουμε;– το Πολυτεχνείο να ζήσει, νομίζω θα πρέπει να το τοποθετήσουμε με ευλάβεια και σεμνότητα εκεί που ανήκει, εκεί που δεν θα μπορεί κανείς να το εκμεταλλευτεί πλέον, να το περιπαίξει, να το συκοφαντήσει, να το αφήσουμε ν’ αναπαυτεί, όχι πάνω σε δάφνες, γαρύφαλλα, μολότοφ, ποιηματάκια του τίποτε και πανηγυρικούς της δεκάρας, αλλά στη μνήμη, στη μνήμη του καθενός και της καθεμιάς, στη μνήμη των πολιτών, στη μνήμη εκείνων που το σέβονται και το τιμούν.

Πώς; Ούτε σχολικές αργίες, ούτε ειδικές αναφορές κι εκδηλώσεις, ούτε πομπώδεις δηλώσεις κι αδιέξοδες πορείες. Ούτε συμβολίζουν όλα αυτά κάτι, ούτε σχέση έχουν με τα γεγονότα του Νοέμβρη του ’73. Αποκαθήλωση, ξήλωμα του αγκάθινου στεφάνου απ’ το μέτωπο εκείνων που χάθηκαν, που μάτωσαν, που πόνεσαν. Ενός λεπτού σιγή, ίσως, σ’ όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα στις 17 Νοέμβρη κάθε χρόνο και μετατροπή του κατακαμμένου και πολλαπλά ταλαιπωρημένου κτιρίου του Πολυτεχνείου στην Πατησίων σε μουσείο δημοκρατίας κι εκεί να βρουν τη θέση τους κι όλα αυτά που ανήκουν στο Πολυτεχνείο του ’73 και την εποχή του.

Για το κτίριο τα πράγματα είναι εύκολα, όλο και κάποιο κονδύλι θα βρουν οι μηχανικοί του ΕΜΠ για να το κατασκευάσουν –δεν θα ‘ναι άλλωστε η πρώτη η φορά– για τη μνήμη τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα, γιατί οι μνήμες δεν προστατεύονται ούτε απ’ το άσυλο, ούτε απ’ τους τοίχους, ούτε απ' τα ΜΑΤ, εύκολα στο πέρασμα των χρόνων ξεφτίζουν και χάνονται, μεταλλάσσονται ή λοξοδρομούν και καμιά γιορτή κι αργία δεν έχει τη δύναμη να τις κρατήσει ζωντανές.

Photo: NEWSBEAST

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Πρώτα νέο ΕΣΡ ή πρώτα νέα κυβέρνηση;


Ο Πολύδωρας περίσσευε.

Το ‘χουμε καταλάβει καλά ότι το «νέο» έχει μπει για τα καλά στην πολιτική και στη ζωή μας γενικότερα. Αυτή καθαυτή η διαδικασία αδειοδότησης μέσω της «καινοτομίας» Παππά κι όλα όσα εξακολουθούν να εξελίσσονται και να βλέπουν το φως της δημοσιότητας καθημερινά ως κυβερνητικές επιλογές και πρωτοβουλίες –καμαρούλες μια σταλιά, τροπολογία για μαύρο στα κανάλια, επίθεση στο ΣτΕ κ.λπ.– συνιστούν, αναμφισβήτητα, οφθαλμοφανή βήματα προς την πλήρη επικράτηση του νέου ήθους και της νέας πρακτικής και στη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, κόντρα στην ανομία, τη διαπλοκή και το φαύλο παρελθόν των προηγούμενων.

Νέο δεν είναι –πέρα από την πλάκα– ότι η κυβέρνηση για το θέμα των αδειών βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Τολμώ να πω, ότι σε τόσο δεινή θέση δεν είχε βρεθεί ούτε πέρσι το καλοκαίρι με την κορύφωση εκείνης της ολέθριας διαπραγμάτευσης, το κλείσιμο των τραπεζών, το 3ο μνημόνιο κι ό,τι ακολούθησε.

Τώρα, πετάει ένα όνομα στο τραπέζι, που όχι μόνο για τον πλέον αδαή περί τα πολιτικά, αλλά και για τη δεξιά την ίδια, αποτελεί παρελθόν του παρελθόντος. Τι επιδιώκει να κερδίσει; Να στριμώξει τη Νέα Δημοκρατία; Να καταγγείλει τον Μητσοτάκη; Ν’ αποδείξει πόσο συναινετική είναι η κυβέρνηση και πόσο αδιάλλακτη η αντιπολίτευση; Και αυτά –για να ‘χουμε να λέμε– αλλά, νομίζω, ότι αναζητά κάτι περισσότερο και πολυτιμότερο έτσι όπως φαίνεται να εξελίσσονται τα πράγματα, ψάχνει χώρο και χρόνο, κυρίως χρόνο.

Κοιτάζοντας λίγο ψύχραιμα τα πράγματα, εύκολα γίνεται αντιληπτό, ότι από το περασμένο καλοκαίρι και μετά έχουν αρχίσει πυρετώδεις προετοιμασίες για την ηρωική έφοδο-έξοδο. Όλη αυτή η κλιμακούμενη κι εντεινόμενη επίκληση από την κυβέρνηση της εδώ και τώρα ανάγκης ρύθμισης του χρέους –που από κούρεμα έγινε «ό,τι προαιρείσθε» κι από αποδιοπομπαίο τράγο έκανε το ΔΝΤ σύμμαχο– παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις του συνόλου των βασικών ρυθμιστών του θέματος, μονόδρομα την οδηγούν σ’ ένα προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα, που μόνο εκείνη καμώνεται πως δεν το βλέπει.

Βέβαια, με όλα αυτά που έχουν δει και βλέπουν τα μάτια μας στην καθημερινή και τρέχουσα άσκηση των πολιτικών εκ μέρους του κυβερνητικού επιτελείου, διόλου απίθανο είναι, όντως να έχουν πείσει τον εαυτό τους, ότι όντως με τις μέχρι σήμερα αποφάσεις τους έχουν εκπληρώσει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της χώρας κι έχουν ως κυβέρνηση τιμήσει τις υπογραφές στο μνημόνιο και τις συμφωνίες.

Αλλά κι αν αυτό ακόμα δεν συμβαίνει –δεν τους έχω για τόσο αφελείς– το βέβαιο είναι ότι ευελπιστούν να το πιστεύουν οι πρόθυμοι οπαδοί, οι ακάματοι εργάτες του διαδικτύου και των μέσων, οι αταλάντευτα πολέμιοι του παλαιού κατεστημένου κι οι Ηρακληδείς του νέου και του ηθικού πλεονεκτήματος. Εκτιμούν, ότι μπορεί να το «χάψουν» εκείνοι που περιμένουν τις θέσεις στους παιδικούς σταθμούς ή το διορισμό από τα λεφτά των αδειών, πολύ πιθανόν κι εκείνοι του διαγωνισμού του ’98 –του περασμένου αιώνα δηλαδή– που διορίζονται διοικητικοί υπάλληλοι στα νοσοκομεία σε εκτέλεση της απόφασης του ΣτΕ –εδώ, σας παρακαλώ, τσιμουδιά για πραξικοπήματα και πολέμους.

Ο «Πολύδωρας», λοιπόν, είναι άλλο ένα πυροτέχνημα, άλλο ένα προπέτασμα καπνού για τα κανάλια – της διαπλοκής και μόνο πλέον αφού ο «νόμος Παππά» μας άφησε χρόνους– για τα πάνελ και τα πανέρια που περιφέρει την πραμάτεια της η κυβέρνηση, μέχρι να αρχίσουν να «σκάνε» εκκωφαντικά οι δηλώσεις-βόμβες και να κλείνουν ερμητικά, μπαίνοντας το ’17, το ένα μετά το άλλο τα ξένα στόματα για το χρέος, αφήνοντας οριστικά μία και μοναδική μόνο διέξοδο για την «πανταχόθεν βαλλόμενη» ηρωική Ελληνική κυβέρνηση, την έξοδο κινδύνου προς τις εκλογές.

Τόσα χρόνια έχουμε μάθει να ζούμε χωρίς συνεννόηση και συναίνεση, ε, ας κάνουμε μερικούς μήνες ακόμα υπομονή, εξάλλου στο θέμα της συνεργασίας των κομμάτων τα έχουμε δει όλα κι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι από τους καλούς πρωταγωνιστές σ’ αυτό. Το μόνο που προς το παρόν μένει να δούμε, είναι αν πρώτα θα συγκροτηθεί το ΕΣΡ ή η επόμενη κυβέρνηση…

Photo: ΕΘΝΟΣ

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

Δύο ΥΠΑ και στο χέρι...


Δεν μας έφτανε μία, αποκτάμε και δεύτερη. Εμ, βλέπεις, για πρώτη φορά στης φτήνιας τον καιρό κι αφού οι συνεπείς φορολογούμενοι πλήρωσαν –έστω και με πιστωτική κάρτα– τον ΕΝΦΙΑ κι αφού το πανηγυρίσαμε δεόντως ως κυβέρνηση, σπεύδουμε –καλή ώρα όπως τα έσοδα απ’ τις τηλεοπτικές άδειες– να χρηματοδοτήσουμε το έρμο το δημόσιο που αναξιοπαθεί και πένεται, στήνουμε και μια νέα ανεξάρτητη αρχή, μια δεύτερη –ουσιαστικά– υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας.

Δε μας λυπούνται. Δεν φτάνει που η κοροϊδία και το δούλεμα απ’ την πλευρά των κυβερνητικών και κομματικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ πάνε σύννεφο, δεν φτάνει που καθημερινά μας δουλεύουν ψιλό γαζί από τηλεοράσεις και ραδιόφωνα, αλλά με το νομοσχέδιο για την αναδιοργάνωση της υπηρεσίας πολιτικής αεροπορίας, που κατατέθηκε –ως «προαπαιτούμενο» μάλιστα για την καταβολή της δόσης– φανερώνουν προς την κοινωνία, προς όλους μας, το πιο ανάλγητο, το πιο τυχοδιωκτικό, καιροσκοπικό και ψηφοθηρικό πρόσωπό τους.

Αποδεικνύεται και με τη βούλα, με τις φαρδιές πλατιές υπογραφές των αρμόδιων που το συνοδεύουν, ότι, όχι μόνο δεν σέβονται τις θυσίες και τις στερήσεις που έχουν υποστεί επί τόσα χρόνια οι ‘Ελληνες πολίτες, οι ‘Ελληνες φορολογούμενοι, αλλά ποδοπατώντας υποσχέσεις, προεκλογικές δεσμεύσεις και προγράμματα, επιλέγουν να εξακολουθήσουν τις ίδιες περιοριστικές πολιτικές σε βάρος του Ελληνικού λαού, προκειμένου να στηρίξουν και να μεγεθύνουν την κομματική τους επιρροή στο κράτος, δημιουργώντας νέες οργανωτικές δομές, νέες θέσεις διοίκησης κι ευθύνης, νέες οργανικές θέσεις στο κράτος.

Ανατρέχοντας στις διατάξεις του νομοσχεδίου θα βρεις όλες εκείνες τις βαρύγδουπες λέξεις, όλες εκείνες τις μεγαλεπίβολες προτάσεις, όλα εκείνα τα εντυπωσιακά «θα», που αποτελούν το περιτύλιγμα και τη συσκευασία για να τηρηθεί η κοινοβουλευτική τάξη και συνήθεια. Πουθενά, όμως, δεν θα βρεις μια, έστω μια πρόσθεση, ένα νούμερο, έναν υπολογισμό που να φανερώνει την ωφέλεια, το έσοδο –αστεία πράγματα– που προκαλεί η εφαρμογή των διατάξεων αυτών στον κρατικό προϋπολογισμό ή στο Ελληνικό δημόσιο γενικότερα.

Αντίθετα, με τη συνυπογραφή στην Ειδική Έκθεση και του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου, αναγνωρίζεται απώλεια δημοσίων εσόδων ύψους περίπου 120 εκατομμυρίων ευρώ. Ίσως πια, αυτή η «σημαντική μείωση της γραφειοκρατίας» που επικαλείται στις «Συνέπειες στην οικονομία» (σελ. 312) η «Έκθεση αξιολόγησης συνεπειών ρυθμίσεων», θα είναι τόοοοσο μεγάλη που να ξεπερνά το ποσό αυτό. Δε μπορεί κάτι θα ‘χει υπολογίσει, ειδ’ άλλως, τι σόι υπουργός οικονομικών είναι; [Μάλλον τα ρέστα απ’ τις τηλεοπτικές άδειες να υπολογίζει ότι φτάνουν για να καλύψουν κι αυτή τη νέα μαύρη τρύπα].

Δεν είμαι ειδικός, αλλά είμαι σε θέση να γνωρίζω, εκφράζω, λοιπόν, ως πολίτης δημόσια την οργή μα και την απογοήτευσή μου. Δεν μπορώ να πιστέψω, ότι σε μιαν τέτοια περίοδο, μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες είναι δυνατόν το Κοινοβούλιο της χώρας μου να ψηφίσει έναν τέτοιο αριστοκρατικό νόμο.

Δεν πρόκειται για θέμα αντίδρασης ή φτηνής μέσω των μέσων αντιπολίτευσης, ούτε κάν κάποιες εντυπώσεις διεκδικώ, μια στοιχειώδη σύνεση κι ευπρέπεια θεωρώ σκόπιμη, ένα μέτρο και μια, κατ’ ελάχιστον, συναίσθηση της κατάστασης που επικρατεί στο δημόσιο, στην κοινωνία, στη χώρα. [Τι να λέμε τώρα; Να κάνουμε φτηνό λαϊκισμό για τις συντάξεις που φτάσανε στο τρεις κι εξήντα; Δε μου πάει]

Η ΥΠΑ ήταν κι εξακολουθεί, σε πείσμα των καιρών, να είναι μια δημόσια υπηρεσία πολυτελείας, το γράφω και το υπογράφω μετά λόγου γνώσεως, δεν χρειάζεται να γίνει υπερπολυτελείας. Έλεος. Επιτελεί ένα στρατηγικής σημασίας για τη χώρα έργο, είναι νευραλγική για την ασφάλεια των αεροδρομίων και των πτήσεων, μέσω του eurokontrol εισέρρεαν μέχρι τώρα σημαντικότητα έσοδα στον προϋπολογισμό, άλλου τύπου αναδιοργάνωση χρειάζεται κι όχι αυτή την ψευδεπίγραφη –κατά τη γνώμη μου– που όπως καταλαβαίνω γίνεται εν πολλοίς για να μπουν πιο πολλά στις ίδιες τσέπες.

Τι πρέπει να πουν οι χιλιάδες άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι που είδαν τους μισθούς τους χρόνο με το χρόνο να εξανεμίζονται; Μην τρελαθούμε κι όλας, κύριοι υπουργοί, σας παρακαλώ μην μας τρελάνετε.

Το επίδομα απώλειας ειδικότητας και μόνο, αν μάθει ο πολύς ο κόσμος τι είναι κι από πού χρηματοδοτείται, ποιοι το αποφασίζουν μεταξύ τους και για ποιο λόγο το παίρνουν, θα τραβούσε –στην καλύτερη περίπτωση– τα μαλλιά τους. Αν δεν μπορούν να το κατανοήσουν οι μεγαλεπήβολοι συνδικαλιστές της υπηρεσίας, κάποιος έχει την πολιτική ευθύνη να τους πείσει και να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον [με το πόσα και μόνο μπαίνουν –κι όχι βγαίνουν– στο δημόσιο ταμείο υπολογίζεται στις μέρες της κυβέρνησής σας, αν δεν κάνω λάθος].

Τι να πρωτοπεί κανείς; Για τη «διεύθυνση υποδομών» της «νέας» υπηρεσίας και τα έργα στα –πουλημένα πλέον– αεροδρόμια τη στιγμή που στο υπουργείο υποδομών λειτουργεί αντίστοιχη διεύθυνση; Για τη «σχολή» που κάνει μαθήματα ακόμα και στους αστυνομικούς ή στους σεκιουριτάδες για να έχουν κάποιοι υπάλληλοι ένα έξτρα επίδομα; Για τις άπειρες υπηρεσίες και γραφεία νομικών συμβούλων, οικονομικών, διοικητικών ή ΠΣΕΑ –ξέρουν αυτοί που δουλεύουν στο δημόσιο– που δημιουργούνται; Απελπισία.

Δεν ελπίζω, λοιπόν, ότι τίποτα μπορεί ν’ αλλάξει στις Επιτροπές ή στη Βουλή, ούτε στις αγαθές προθέσεις –ίσως– των βουλευτών της συμπολίτευσης, ούτε πολύ περισσότερο στις διαμαρτυρίες της αξιωματικής αντιπολίτευσης [είναι οι πρωταρχικοί υπεύθυνοι, γιατί δημιούργησαν κι άφησαν για χρόνια αυτές τις προνομιακές καταστάσεις να λειτουργούν υπερπροστατευμένες και στο απυρόβλητο]. Αυτό το νομοσχέδιο, όπως είναι, δεν θα έπρεπε κάν να δει το φως της δημοσιότητας, είναι το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που εξαγγέλλει κι είναι κρίμα που φτάνει ως τη Βουλή.

Αν αυτή είναι η αναδιοργάνωση που πιστεύουν στο ΣΥΡΙΖΑ ότι θα τους κρατήσει στην εξουσία επ' άπειρον ή θα μας βγάλει απ' το μνημόνιο, καλύτερα να μείνουμε στην κρίση εκατό χρόνια! [Αν κι όπως πάει και μ’ αυτή τη λογική που κάποιοι από μας εξακολουθούν ακόμα να κουβαλάνε, όχι εκατό, αλλά επ’ άπειρον κινδυνεύουμε στη λιτότητα να μείνουμε].

Βοήθειά μας.

Photo: airport

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Καλό μήνα, σύντροφοι της πλατείας.


Εκεί, στην πλατεία στο Χαλάνδρι, εκεί που, σαν κάποια από τα βάθη του χρόνου δύναμη να μας έλκει σ’ αυτού του χώρου τα τραπεζάκια –ιδιαίτερα όταν αυτά βρίσκονται έξω– συναντώνται και σμίγουν φίλοι και γνωστοί, βρίσκομαι κι εγώ συχνά – πυκνά.

Εκεί, λοιπόν, που τίθενται αναλύονται και λύνονται –στη θεωρία πάντα– όλα τα σημαντικά κι όλα τ’ ασήμαντα της πόλης, της πολιτικής, μα και της κοινωνίας ή των ομάδων του ποδοσφαίρου, τα προβλήματα, κάθε γουλιά καφέ τη συνοδεύει και μια άποψη, μια γνώμη, μια ατάκα ή ένας αφορισμός –αυτός με ένταση ξεχωριστή τα τελευταία χρόνια.

Ο χρόνος κυλά, αλλά στις συζητήσεις όλο τα ίδια και τα ίδια έρχονται και ξανάρχονται στα χείλη, πέφτουν στο τραπέζι, μοιράζονται κι ανακυκλώνονται, όπως κυλούν οι συζητήσεις κι οι κουβέντες εξελίσσονται δίχως –τις πιο πολλές φορές– και να πηγαίνουν παρακάτω.

Μετά την κρίση, μάλιστα, που οι ασκοί έχουν ανοίξει του Αιόλου και στου αέρα του στροβιλίζονται, παρασέρνονται και χάνονται όλες οι παραδοχές, τα δεδομένα κι οι αναφορές μας, αυτός ο αέρας λες και παρασέρνει και τις λέξεις, τις προτάσεις, τους συνειρμούς μας κι η λογική απεγνωσμένα στροβιλίζεται και δοκιμάζεται για πρώτη φορά σ’ άλλα αφιλόξενα κι άγνωστα κατατόπια.

ΠΑΣΟΚ οι πιο πολλοί απ’ τις παρέες μου, το γράφω εξ αρχής για να συνεννοηθούμε, αλλά σε ποιο ΠΑΣΟΚ τα τελευταία χρόνια καθένας αναφέρεται είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. Μια ιστορία που –όπως το αντιλαμβάνομαι– όσο το κόμμα ήταν ενωμένο και πανίσχυρο, υπήρχε μεν, μα σε λανθάνουσα, για τους πολλούς ανώνυμους, κατάσταση.

Όλοι οι «απ’ έξω» σ’ ένα ΠΑΣΟΚ αναφερόντουσαν και δεν τους ένοιαζε αν ο Άκης την καρέκλα του Σημίτη τη ροκάνιζε ή αν ο Βενιζέλος είχε σκληρή κόντρα με το Γιώργο. Μιλώ για το μετά, μετά τον Ανδρέα, γιατί όσο εκείνος ζούσε –«κυριαρχούσε» θά 'ταν καλύτερα– οι καταστάσεις υπέβοσκαν, οι διαφορές υπήρχαν, αλλά κανένας δεν τολμούσε το γάντι στα ίσια να πετάξει. [Κάτι ο Σημίτης πού και πού υπαινισσόταν, αλλά όλοι του την «έπεφταν», ότι το κόμμα και τον Ανδρέα υπονομεύει, οπότε…]

Μετά στα τραπεζάκια της πλατείας αρχίσανε δειλά οι κόντρες κι οι αψιμαχίες των «συντρόφων», έλα μου όμως, που στη γλύκα και τη δύναμη της εξουσίας, της κυβέρνησης, καθένας έβαζε το «κοινό καλό» πάνω απ’ τις προσωπικές φιλοδοξίες κι επιδιώξεις [άσχετα αν οι καιροί μετά άλλα απέδειξαν].

Το 2000 το ΠΑΣΟΚ ήταν πανίσχυρο, παντοδύναμο, και τότε ήταν που ο ξιπασμός κι η αλαζονεία χτύπησαν κόκκινο. Στο δρόμο για την Ολυμπιάδα, μετά, χάθηκε οριστικά –κατ’ εμέ– η ψυχή του, ξεψύχησε σ’ έναν μαραθώνιο διακυβέρνησης, καθεστωτοποίησης, αλλοτρίωσης, ενσωμάτωσης, φθοράς και διαφθοράς.

Μαζί χάθηκε, όχι η εξουσία, αλλά η αίσθηση ότι το ΠΑΣΟΚ εκπροσωπούσε το σύγχρονο προοδευτικό πρόσωπο της Ελλάδας. Ο Ανδρέας άρχισε ν’ αμφισβητείται στα ίσα, τα όποια σημαντικά ή ασήμαντα θετικά της διαδρομής αυτής, της περιπέτειας της «Αλλαγής» αμαυρώθηκαν, θάμπωσαν, για πολλούς ξεχάστηκαν, για τους νεώτερους ίσως να μην υπήρξαν και ποτέ.

Πρώτα το ΠΑΣΟΚ την άνοιξε εκείνη τη συζήτηση, ήτανε τότε η εποχή του Γιώργου. Αντί όμως τα πράγματα να τραβήξουν προς τα μπρος, προς το καλύτερο, αντί κι οι συζητήσεις στην πλατεία δημιουργία κι ανανέωση να φέρνουν, αντίθετα, όλες τις διαφορές κι όλες τις έριδες, όλες τις φατρίες και τις ομάδες έφεραν ν’ αναμετρούνται, να λογαριάζονται για όλους τους λογαριασμούς και τα σπασμένα.

Ξαφνικά στην ίδια την παρέα τρεις ή τέσσερις βρισκόμασταν κι άλλος ήτανε με το Γιώργο, άλλος με το Βαγγέλη κι άλλος αλλού. Όλοι ΠΑΣΟΚ, μα ο καθένας με το ΠΑΣΟΚ που νόμιζε ή είχε στο μυαλό του. Κανείς στον άλλον ένα τόσο δα δίκιο δεν έδινε, καθένας λογάριαζε και διεκδικούσε το δίκιο για λογαριασμό του.

Ήθελα νά ‘ξερα αυτά στην Ιπποκράτους –βλέπεις κι αυτό μας έτυχε– δεν τα μάθαιναν, δεν τα έβλεπαν, δεν τα καταλάβαιναν; Πώς πηγαίνανε σε συνδιασκέψεις και συνέδρια, πώς μας καλούσανε σε συγκεντρώσεις, που γινότανε στο τέλος ένα μπάχαλο, και δεν το αποφάσιζαν οι μεν ή οι δε από τους άλλους να ξεκόψουν; Πώς πορευόντουσαν –μοιραία τολμώ να πω– μόνο με την κεκτημένη της εξουσίας, της Ιστορίας, με τη δυναμική ενός κόσμου που τυφλά πίστευε και στα τυφλά, ακόμα, ακολουθούσε.

Αυτός ο κόσμος και το ’09 – μα, ως εκεί– ό,τι είχε να δώσει το έδωσε. Παράβλεψε γκρίνιες και κόντρες και προσωπικές βεντέτες και δεν πιστεύω το παραμύθι ότι πίστεψε, εκείνο το –μοιραίο κι αυτό– τόσο παρεξηγημένο «λεφτά υπάρχουν». Λεφτά ο κόσμος είχε χορτάσει, απ’ όλα τα χρώματα– μαύρα κυρίως. Δεν ήτανε το χρήμα το ζητούμενο κι άσε τι λένε οι τηλεοράσεις.

Ο κόσμος προκοπή κι ανάπτυξη, πρόοδο κι ευημερία αναζητούσε κι ένιωθε πως ο Καραμανλής κι η δεξιά που κυβερνούσανε ιδέα δεν είχανε για το τι στον έξω κόσμο ανακατατάξεις έρχονται. Ο Κώστας βλέπανε να κυβερνά ίσα ευθεία και μ’ όλα τα στραβά από ‘κει που το άρμα της εξουσίας το παρέλαβε το 2004, με διορισμούς, επιδοτήσεις, ρουσφετάκια. Την ίδια έπαρση κι επαρχιώτικη αντίληψη μιας δεξιάς που δεν αλλάζει, αλλά διαχρονικά, στην εξουσία όταν βρίσκεται, αναπαράγει το ίδιο συντηρητικό και κλειστοφοβικό μοντέλο εξουσίας.

Εκεί, την εποχή του Γιώργου στην αντιπολίτευση, γίνανε συμβιβασμοί αντί ξακαθαρίσματα. Κάτω απ’ το χαλί χωθήκανε λάθη, πάθη, ανομίες και αμαρτίες του παρελθόντος. Αντί με άνεση χρόνου, για να πάρει και το κόμμα μιαν ανάσα, να δει και να προτείνει καινούργιους στόχους κι ο κόσμος να χωνέψει την τεράστια αλλαγή που έφερε στη ζωή του η ΟΝΕ, αλλά και για ν’ αξιολογήσει πολιτικά τη Νέα Δημοκρατία, ντε και καλά κάποιοι τραβούσανε το Γιώργο στην πεπατημένη. μια αντιπολίτευση παλιομοδίτικη, μπαγιάτικη, έξω απ’ τη φινέτσα, το ήθος και τη λογική του. Ακόμα και τη συνταγματική αναθεώρηση τον βάλανε να τορπιλίσει [και για πιο λόγο!]

Εκείνη την εποχή η πλατεία έβραζε, ήτανε πια τόσο μεγάλες οι αποστάσεις στις παρέες, που οι αντιπαραθέσεις λες και μεταξύ κομματικών αντίπαλων ξεσπάγανε. Μα, όλα ξεχνιώντουσαν –ή καλύτερα– κάτω απ’ το χαλί κι αυτά χωνόντουσαν ενόψει της επερχόμενης εξουσίας. Ούτε η ήττα του ’07 –μέσα στις φωτιές εκείνου του μαύρου Αύγουστου– στάθηκε αφορμή το κόμμα μια άλλη ρώτα να τραβήξει, ανανεωμένο οργανωτικά και ριζοσπαστικό πολιτικά. Μια απ’ τα ίδια στη θέα της εξουσίας και με την έντονη καθημερινή πλέον οσμή της φθοράς του Κώστα Καραμανλή.

Από το «Γιώργο προχώρα άλλαξέ τα όλα» μέχρι το «να καεί να καεί το μπουρ@έλο η Βουλή» ένα μνημόνιο δρόμος. Οι επευφημίες για πότε έγιναν κατάρες, ίσως ούτε στα τραπεζάκια της πλατείας προλάβαμε να το καταλάβουμε. Όπως δεν καταλάβαμε –εμείς οι ΠΑΣΟΚοι– πώς βρεθήκαμε σε άλλα κόμματα, σε άλλες παρέες ή στα σπίτια μας.

Άλλοι βρίζουν το Γιώργο, άλλοι βλαστημάνε τον Βενιζέλο, άλλοι τον ‘Ακη ή τον Σημίτη, πάντως όλοι με κάποιον τα ‘χουν. Ξεχάσαμε. Και τώρα που –τάχα– ψάχνουμε την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς, ακούω να μιλάνε και ξέρω πως και πάλι, αν δοθεί η ευκαιρία, τα ίδια λάθη θα ξανακάνουν. Το χάσμα είναι τεράστιο κι ο χρόνος το μεγεθύνει. Το ΠΑΣΟΚ που γνωρίσαμε, πιστέψαμε κι ακολουθήσαμε δεν υπάρχει κι ούτε πρόκειται να ξαναϋπάρξει. Ίσως και το ότι υπήρξε, το ότι βρέθηκε και πάλι ο κεντρώος χώρος ενωμένος, να ήταν ένα καπρίτσιο της Ιστορίας, μια ευκαιρία που μας δόθηκε και την καταναλώσαμε, την απαξιώσαμε και, τελικά, τη χάσαμε.

Δεν είναι θέμα ταμπέλας ή συμβόλων, είναι γεγονός της συγκυρίας, ξάφνιασμα μιας εποχής, ανάγκη μιας κοινωνίας. Ούτε η εποχή, ούτε η κοινωνία σηκώνουν σήμερα αλλαγές, οράματα, ελπίδες, είναι στέρφα η εποχή μας. Φόβο γεννά μόνο, ανασφάλεια κι εσωστρέφεια, χώρος για κοινωνικά ανοίγματα και παροχές δεν υπάρχει, δεν το επιτρέπουν οι συνθήκες, οι ισορροπίες, οι δυνάμεις του πλανήτη που αντιπαρατίθενται. Ο χώρος για το ΠΑΣΟΚ ή για το όποιο ΠΑΣΟΚ απαλλοτριώνεται στον πολιτικό χάρτη καθημερινά. Το πνίγει αργά μα σταθερά, η μετεξέλιξη κι η μεταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Οι επερχόμενες εκλογές μένει να το δείξουν.

Αυτό δεν σημαίνει, ότι οι όποιες προσπάθειες ανασυγκρότησης της κεντροαριστεράς θα πρέπει να σταματήσουν, όπως δεν θα σταματήσουν –ούτως ή άλλως– κι οι ανάλογες συζητήσεις στην πλατεία, αποτέλεσμα δεν πρόκειται να υπάρξει, προς το παρόν τουλάχιστον.

Μην περιμένουν, υποστηρίζω στις συζητήσεις, οι φίλοι κι οι γνωστοί την επάνοδο του Γιώργου Παπανδρέου για να δικαιωθεί επιτέλους. Επωμίζεται –δεν κρίνω το δίκαιο ή το άδικο, αδίκως εν πολλοίς θεωρώ, αλλά έκανε τραγικά λάθη και ως πρωθυπουργός [πολιτική διαχείριση κλεισίματος αγορών-κρίσης] και ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ [παραίτηση από ηγεσία]– τη λαϊκή οργή και το μίσος εκείνου που έφερε το μνημόνιο, το ΔΝΤ και γενικά την κρίση και την καταστροφή.

Αναμφισβήτητα, βαριά πολιτική κληρονομιά, το «λεφτά υπάρχουν», απλώς είναι, όμως, μόνο το κερασάκι στην πολιτική του καταδίκη. Μια συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, ίσα – ίσα για να διατηρήσει κάποια παρουσία στο πολιτικό προσκήνιο ή και στη Σοσιαλιστική Διεθνή, είναι ίσως η πιθανότερη επόμενη πολιτική του επιλογή. Κρίμα.

Οι «Βενιζελικοί» τι να περιμένουν; Μένουν στις δάφνες από την τρικομματική του 2012, που μετεξελίχτηκε σε κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου. Στη φάση αυτή που το ΠΑΣΟΚ έχασε –δεν κρίνω και πάλι το δικαίως ή αδίκως, αλλά όχι αδίκως θεωρώ– και το τελευταίο φύλλο συκής του ένδοξου παρελθόντος και της πολιτικής του ταυτότητας. Μια χασούρα όχι συναισθηματική –που μικρή αξία θα είχε σε τελική ανάλυση– αλλά πολιτική, εφόσον –όπως εισπράχθηκε απ’ τον κόσμο που το πίστευε ακόμα και το υποστήριζε– δεν θέλησε ή δεν κατόρθωσε να σταθεί αξιόπιστο ανάχωμα στις δεξιόστροφες πιρουέτες του «ουδείς αναμάρτητος» Σαμαρά και εγγυήτρια πολιτική δύναμη για την προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στο κράτος. Χρεώθηκε ολοκληρωτικά το μαύρο της ΕΡΤ, τον Μπρατάκο, τον ΕΝΦΙΑ και περικοπών στα εισοδήματα ων ουκ έσται τέλος.

Η φωνή του Βενιζέλου ηχεί σήμερα παράταιρα λογική και νηφάλια σ’ ένα κόσμο όμως που δεν θέλει ή δεν μπορεί πλέον ν’ ακούσει γιατί έχει κουραστεί, απογοητευτεί ή και αηδιάσει. Αν ακούσω, ότι, για λόγους εθνικού καθήκοντος, συντάσσεται σ’ ένα σχήμα δυνάμεων της αντιπολίτευσης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη για ν’ απομακρυνθεί η λαίλαπα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ από τη διακυβέρνηση του τόπου δεν θα μου έκανε εντύπωση. Κρίμα και πάλι κρίμα.

Το ΠΑΣΟΚ της Φώφης κατ’ αρχάς δεν είναι της Φώφης, αλλά μιας παρέας «Γεννηματικών» που επιμένουν ότι υπάρχουν. Ούτε ο πολιτικός θάνατος του ΠΑΣΟΚ τους τρομάζει, ούτε ο κίνδυνος ο χώρος της κεντροαριστεράς να μείνει χέρσος και λεία στις ορδές του ΣΥΡΙΖΑ. Η σφραγίδα κι η κυβερνητική θέση έχουν μεγαλύτερη σημασία. Οδηγούν έτσι το υπόλοιπο του κόμματος σε μιαν άνευ προηγουμένου κατρακύλα, που αν δεν ήταν ένα-δυο μέσα ν’ ακούγονται πού και πού δυο κουβέντες, κανείς πλέον δεν θα θυμόταν ότι το κόμμα αυτό, που έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο την περίοδο που ονομάστηκε μεταπολίτευση, υπάρχει. Τρεις φορές κρίμα.

Και στην πλατεία, όταν φτάνει η συζήτηση στα του κόμματος, όταν ο ένας κι ο άλλος στοιχίζονται πίσω απ’ τους εκλεκτούς τους, αισθάνομαι επί της ουσίας κομματικά ανέστιος, γιατί ενώ οι εποχές απαιτούν συγκεκριμένες προτάσεις και λύσεις, ειλικρίνεια και θάρρος, μα, πάνω απ’ όλα, συσπείρωση κι ενότητα της κοινωνίας όλης, αναμασάμε φλύαρα τα ίδια επιχειρήματα κι αναπαράγουμε μονότονα τις ίδιες νοοτροπίες, σαν οι καιροί να είναι όπως άλλοτε, που εικοσάχρονοι –ή λίγο πιο μεγάλοι οι περισσότεροι– τότε, απ’ τον Αντρέα περιμέναμε τις λύσεις, που, μ’ ένα νεύμα ή και μ’ ένα σύνθημα, ο λαός στην εξουσία θα ερχότανε κι η Ελλάδα θα γινόταν πιο μεγάλη.

Πόσο ν' αντέξουν πια κι αυτά τα τραπεζάκια εκεί έξω, στην πλατεία; Ιδού, Οκτώβριος εισέρχεται απ' αύριο και ο χειμώνας βρίσκεται προ των πυλών.

Καλό μήνα, σύντροφοι!

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Η μικρή Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα.


Μονολογεί και πάλι μέσω της ΕΡΤ ο Αλέξης Τσίπρας. Κούφια λόγια, λόγια μιας απελπισμένης αριστεράς και πολλών διαψευσμένων ελπίδων. Μια απέραντη κενότητα πολιτικής, ιδεών, σχεδίων, μια ατέλειωτη φλυαρία κι αναμάσημα των ίδιων και των ίδιων αντιλήψεων, ιδεοληψιών, ψεμάτων.

Είναι θλιβερή και φοβισμένη, πλέον, η φωνή που ακούγεται από το βήμα της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει καμιά σχέση με το σάλπισμα της αριστεράς της ελπίδας, δεν έχει καμιά σχέση με τα οράματα και τις ιδέες της αριστεράς των αγώνων για ελευθερία, δημοκρατία, σοσιαλισμό. Είναι ένας ήχος μονότονος, ένας ενοχλητικός θόρυβος, μια κουρασμένη απ’ τις επαναλήψεις ηχώ από το χτες.

Ο ομιλητής δεν θέλει ή δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί, ότι είναι πρωθυπουργός και πολιτικός ηγέτης όλων των Ελλήνων, δεν μπορεί να κατανοήσει τις ευθύνες που σηκώνει στις πλάτες του, τις ζωές που κρέμονται απ’ τα χείλη του, τις ανάσες που κόβονται σε κάθε του λέξη, τις ελπίδες που διαψεύδονται σε κάθε ατάκα που απελπισμένα εκβιάζει το χειροκρότημα του ακροατηρίου.

Η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα είναι το κράτος των διορισμών, των επιδοτήσεων και των βοηθημάτων. Η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα είναι μια χώρα παρίας, αυτή τη χώρα που βολεύεται να εκπροσωπεί, γι’ αυτόν το λαό που αρέσκεται να ομιλεί και σ’ αυτόν αισθάνεται άνετα όταν απευθύνεται. Εκεί, στο μίζερο και το παραπονιάρικο ταμπεραμέντο του ταιριάζει ο λόγος που εκφέρει. Η δικαιοσύνη του εξαντλείται εκεί που τελειώνει η μισαλλοδοξία κι ο κοινωνικός αυτοματισμός, εκεί που το μίσος τυφλώνει κι η αλητεία νομιμοποιείται.

Το Ελληνικό κράτος που ονειρεύεται ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να υπάρξει. Δεν μπορεί να υπάρξει, όχι μόνο γιατί δεν έχει τους αναγκαίους πόρους, αλλά γιατί το κράτος, με ευθύνη όλων όσων κυβέρνησαν τη χώρα μέχρι σήμερα, έχει συγκεκριμένες παθογένειες, αγκυλώσεις και δυσλειτουργίες, οι οποίες, αφενός μεν εμποδίζουν πλέον την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού συστήματος κονωνικής προστασίας, και, προπαντός, υπονομεύουν διαρκώς και συστηματικά την ανάπτυξη της χώρας και της κοινωνίας στο σύνολό της.

Τον Αλέξη Τσίπρα δεν τον ενδιαφέρει ν’ αντιμετωπιστούν αποφασιστικά, ριζοσπαστικά και σχεδιασμένα οι παραπάνω αδυναμίες, δεν είναι στις προθέσεις του αυτό το κράτος – λάφυρο ν’ αλλάξει, να εκσυγχρονιστεί, να νοικοκυρευτεί. Αυτές οι λέξεις είναι ακατάλληλες, νεοφιλελεύθερες, ξεπουλημένες κατά τον ιδεοληπτικό συλλογισμό του. Είναι βγαλμένες από το μνημονιακό καταστροφικό σχέδιο των δανειστών και των εγχώριων φερέφωνών τους [των «προσκηνημένων»]. Γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει το κράτος που υπόσχεται ο Αλέξης Τσίπρας.

Η περιστολή των δαπανών του δημοσίου σημαίνει κατ’ αυτόν απολύσεις, γιατί δεν θέλει ν’ αγγίξει τις σπάταλες κι αναποτελεσματικές διαδικασίες του. Η εξοικονόμηση πόρων του κράτους σημαίνει κατ’ αυτόν ξεπούλημα, γιατί δεν θέλει ν’ ανατραπούν κατεστημένες δομές και συντεχνιακές ισορροπίες. Η απλούστευση διαδικασιών κι η αξιολόγηση του προσωπικού σημαίνει κατ’ αυτόν αυταρχισμός και διαφθορά, γιατί επιδιώκει πάση θυσία τον έλεγχο του κράτους και των μηχανισμών του.

Πάλιωσε πολύ γρήγορα ο Αλέξης Τσίπρας, πιο γρήγορα ακόμα κι απ’ τις διαψευσμένες αυταπάτες του. Αδυνατώντας να σταθεί με αξιώσεις, κύρος κι υπευθυνότητα σε μιαν εξουσία που λυσσαλέα διεκδίκησε και, τελικά, κατέκτησε, επιστρατεύει, πλέον, ό,τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν οδηγός πολιτικής επιβίωσης σε έκτακτες συνθήκες.

‘Ο,τι φθαρμένο και παλιό από ένα πολιτικό σύστημα που λυσσαλέα πολέμησε κι απαξίωσε, αποτελεί την πρώτη του επιλογή, το πρώτο του επιχείρημα, την πρώτη του εξαγγελία. ‘Ο,τι κατεστημένο και ισχυρό από ένα σύστημα συμφερόντων και διαπλοκής που ακατάπαυστα κατακεραύνωνε και κατήγγειλε αποτελεί την προμετωπίδα της διαφάνειας, την αποθέωση της εξυγίανσης, την αδιάσειστη απόδειξη του δημόσιου συμφέροντος.

Δεν μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να πάρει τη χώρα στις πλάτες του και να την οδηγήσει με ασφάλεια στη σταθερότητα, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ανάπτυξη. Δεν έχει τη δύναμη, τη δυνατότητα και το κουράγιο, δεν έχει το υπόβαθρο και την κουλτούρα του εργάτη, του δουλευταρά, του μαχητή.

Δεν έχει το ιδεολογικό εύρος και το πολιτικό σθένος να πολεμήσει πραγματικά για την Ελλάδα που στα λόγια ευαγγελίζεται. Αυτή την Ελλάδα, που μόνο μέσα στα χαρτιά του των ομιλιών του ανακαλύπτει και περιγράφει, είναι μια άγνωστη γι’ αυτόν και τις ιδέες του χώρα, μια ξένη χώρα που τελεί μάλιστα υπό κατοχή, γιατί ανήκει στην Ευρώπη, σ’ αυτήν την πληγωμένη και προβληματική Ευρώπη, την Ευρώπη που σ’ αυτή τη φάση κυριαρχούν οι συντηρητικές δυνάμεις, κι είναι οι δυνάμεις που έχουν την ισχύ, τα μέσα και την ικανότητα να επιβάλουν τη θέλησή τους [έχουν όμως και το χρήμα].

Δεν πολεμάει για την Ευρώπη ο Αλέξης Τσίπρας, την Ευρώπη πολεμάει κι ό,τι αυτή μπορεί ν’ αντιπροσωπεύει για την ελευθερία, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και τη συνεργασία των λαών. Δεν πιστεύει σ’ αυτή την Ευρώπη, όχι γιατί είναι σήμερα συντηρητική, αλλά γιατί, παρά τα σοβαρά, αλλά όχι άλυτα, προβλήματά της, εξακολουθεί να είναι φιλελεύθερη, δημοκρατική, ενωμένη. Σ’ αυτήν την Ευρώπη δεν χωράει η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα. Ο Αλέξης Τσίπρας θέλει μιαν Ελλάδα για τον εαυτό του, στυλ ΣΥΡΙΖΑ 3%, ελεγχόμενη, κατευθυνόμενη, δογματική, με αυταρχισμό και φράξιες. Σ’ αυτή την Ελλάδα και μόνο απευθύνεται μονότονα, μελαγχολικά, μπαγιάτικα. Αυτή τη νέα μικρή Ελλάδα θέλει να κυβερνάει.

Χωράμε σ’ αυτή την μικρή Ελλάδα που έχει στο μυαλό του ο πρωθυπουργός; [Εμείς, νομίζω, είμαστε πολλοί για να φύγουμε…]

Photo: CNNGreece

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Ο καιρός της αθωότητας.


Κάτω απ’ αυτήν την τέφρα μπορεί να θαφτεί κι ο καιρός της αθωότητας;

Η έκρηξη του ‘10, η καταστροφή που ακολούθησε κι η ερήμωση που απλώνεται μέρα τη μέρα, πρώτα στο μέσα μου, και μ’ ακολουθεί στα μετέωρα βήματά μου, σκόρπισε τόση τέφρα με την ορμητικότητα και την έξαψή της πάνω στη ζωή μου -στις ζωές μας τολμώ να πω- που ο καιρός πριν, οι μέρες εκείνες χάθηκαν λες, εξορίστηκαν από τις μνήμες κι απ’ τις ζωές σαν στοιχειωμένες, σαν καταραμένες, σαν σατανικές και στη θέση τους μπαίνουν μέρα τη μέρα οι νέες, οι νέες αφηγήσεις, οι νέες μέρες... Αυτές πάνω στην τέφρα που σκέπασε εκείνες της αθωότητας τις μέρες.

Και κάτι μεσημέρια -σαν σήμερα καλή ώρα- που αναζητάω καταφύγιο κι ένα βαρκάκι για το γιαλό της φαντασίας, για φυγή, κάποιες σελίδες ξαναδιαβάζω κι από κάποια βιβλία, άλλοτε σύγχρονα κι άλλες φορές από τα ξεχασμένα και παλιά, ψάχνω να βρω -έτσι λες και την πληγή ανοιχτή να θέλω να κρατάω- τι στράβωσε εμένα -κι άλλους ίσως- κι οι μέρες που έχω ζήσει, οι μέρες που αγάπησα, δούλεψα, έκλαψα κι άκουσα το γέλιο των παιδιών μου, οι μέρες της ζωής μου ως τα χτες, ξόρκι σήμερα να χρειάζονται -λένε οι νέοι ή κάποιοι γηραλέοι νεανίζοντες- και πυρ εξώτερο, γιατί ευθύνονται, αυτές και μόνο, “οι παλιές”, κι όχι εγώ ή κι άλλοι, για την καταστροφή και την ερήμωση που κατέλαβαν αιφνίδια πως τη χώρα.

Κι έφτασα ξεφυλλίζοντας στον καιρό της αθωότητας!... Τι έκπληξη και ειρωνεία κρυμμένη εκεί, μπροστά σχεδόν στα μάτια μου, λίγο πιο πάνω απ’ το ενθύμιο του Συνέδριου του ‘98 στη Λισαβόνα, πίσω απ’ την κορνίζα με τις καμήλες και τα πλατιά χαμόγελα της εφταήμερης εκδρομής στις πυραμίδες...

“...Γιατί με την πάροδο του χρόνου, διαπίστωσα πως δεν υφίσταται ένας μόνο καιρός της αθωότητας στη ζωή ενός ανθρώπου, αλλά περισσότεροι, όλοι όμως χαρακτηρίζονται από μιαν απαραίτητη προϋπόθεση: την αθωότητα του υποκειμένου. Εκείνα τα δέκα χρόνια που ζήσαμε με το γιό μου στο μικρό σπίτι με την αλάνα, στο Χαλάνδρι, έχουν συγχωνευτεί εντός μου με τα χρόνια που έζησα στο πατρικό μου, στην ίδια γειτονιά, και με τα καλοκαίρια στην Καισαριανή των παππούδων μου. Και καθώς ούτε το πρώτο σπίτι υπάρχει πια, ούτε το δεύτερο, μα ούτε και το τρίτο, καθώς, επίσης, το Χαλάνδρι κι εγώ έχουμε αλλάξει όψη κάτω απ’ την παράφορη σμίλη του χρόνου, ο καιρός της αθωότητας θάλλει μόνο στη μνήμη μου, οσάκις έντρομη από λαχτάρα, προσπαθώ να τον αγγίξω μέσ’ απ’ τα γραπτά μου, τον βλέπω να απομακρύνεται, όπως η “τούμβα” που πόθησε να επισκεφθεί ο παππούς στο “Μόνον της ζωής του ταξίδιον”. Και ακούω πάλι τα λόγια τα σοφά, τα λόγια της θείας αφέλειας: “Μα τι θαρρείς, ψυχή μου; Η τούμβα, όσο προχωρώ, τραβιέται μακρύτερα! Ο ουρανός, όσο κοντεύω, σηκώνετ’ αψηλώτερα! Α! αυτό, ψυχή μου, μ’ έκοψε τα γόνατα!” Καταθέτω λοιπόν κι εγώ τα όπλα και δέχομαι, νικημένη, ότι ο καιρός της αθωότητας, τον οποίο επιπλέον δεν αντιλαμβάνεσαι ως τέτοιον ενόσω αποτελεί το παρόν, υφίσταται κυρίως για να φανερώνει το πέραν...”

Κι έμεινα ώρα πολλή στις λέξεις της Κατερίνας της Ζαρόκωστα και αισθανόμουν, όπως ο καιρός της αθωότητας κυλούσε, εκεί ανάμεσα στις σελίδες, μπρος στα μάτια μου, ευχάριστος, τρυφερός, ολοζώντανος, τυπωμένος από το Σεπτέμβριο του 2005 σε χαρτί Chamois 120 gr. μέσα στο βιβλίο το Χαλάνδρι που γνώρισα 19 Έλληνες συγγραφείς γράφουν για το Χαλάνδρι, που εκδόθηκε με την ευκαιρία του εορτασμού των 50 χρόνων από την ίδρυση του Βιβλιοπωλείου Ευριπίδης, ότι εκ των υστέρων είναι εύκολη η αθώωση, η καταδίκη, η επιτίμηση, είναι και βολικό της κάθε εποχής η εξουσία να το ορίζει, τα έργα κι οι ημέρες όμως που πέρασαν και έμειναν και άντεξαν από εφήμερες κατάρες κι εξουσίες δεν τρομάζουν, θα ζουν για πάντα τον καιρό της αθωότητας, όπως κι εκείνοι που τα εμπνεύστηκαν, τα δούλεψαν, τα έπλασαν, ζουν και θα ζούνε στις καρδιές κάποιων ανθρώπων.

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Να 'ταν το '21.


Για εντατικό φροντιστήριο μας βλέπω. Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλει να μάθουμε μέσα σε δυο χρόνια ο πρωθυπουργός, όπως τα ανέφερε στη ΔΕΘ, που –πολύ φοβάμαι– ακόμα και στο «κρυφό σχολειό» θα χρειαστεί να διορίσει αναπληρωτές ο Φίλης, ώστε να επιτύχουμε μέχρι το ’21 –το σύγχρονο– να φτιάξουμε όσα από το ’21 –το παλιό– δεν έχουν γίνει.

Κατά τα λοιπά και πέρα από την πλάκα, είναι όντως αξιοθαύμαστο με πόση άνεση κι ευκολία ο Αλέξης Τσίπρας, ακόμα και μέσα στην ίδια ομιλία, μπορεί να αναιρεί και να διαψεύδει τον ίδιο του τον εαυτό. Ακούγοντάς τον νομίζεις ότι, τελικά, εκείνο που ενδιαφέρει και τον ενδιαφέρει είναι ν’ ακουστούν μερικές πιασάρικες ατάκες ανεξάρτητα αν στέκουν, αν μπορούν να υλοποιηθούν ή εάν πείσουν το ακροατήριο. σημασία έχει «να παίξουν» στη συνέχεια.

Δεν έχει νόημα η αναφορά μιας προς μια των αντιφάσεων και των αλληλοσυγκρουόμενων προτάσεων στην πάνω από μια ώρα ομιλία, σε μια - δυο όμως τόσο –κατά τη γνώμη μου– εξόφθαλμα αυτοδιαψευδόμενων, που έχουν να κάνουν μάλιστα και με τη στρατηγική επιλογή και το μέλλον της χώρας, έχουν ενδιαφέρον.

Για να οδηγηθούμε, λοιπόν, με τη σκέψη του πρωθυπουργού στην Ελλάδα του 2021 της δημοκρατίας, της σταθερότητας, της δικαιοσύνης μπλα μπλα μπλα… ναι, μεν, έχουν σημαντικό ρόλο οι εταίροι, αλλά μπορούμε να φτάσουμε μόνο αν το δούμε εμείς αλλιώς, με άλλη λογική, αν εμείς αλλάξουμε. «Αν σταματήσουμε να έχουμε το μυαλό μας μόνο στα δημόσια οικονομικά και στραφούμε στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Δηλαδή στη δημιουργία νέου πλούτου αλλά και στην αλλαγή του τρόπου διανομής του, στη καινοτομία, στην έρευνα, στην υγιή επιχειρηματικότητα». Τέλεια!

Ποια είναι τα βήματα για την επίτευξη αυτού του στόχου; Τα εξής πέντε δια στόματος πρωθυπουργού:

1) Ολοκλήρωση της επόμενης αξιολόγησης («Στο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στη διαπραγμάτευση, έχουμε έναν ακατάβλητο σύμμαχο: το ευρωπαϊκό κεκτημένο»).

2) Ελάφρυνση του χρέους («σε συνέχεια των σχετικών αποφάσεων του Eurogroup»).

3)  Ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων της ΕΚΤ.

5) Άλμα σε μια βιώσιμη και διαρκή ανάπτυξη.

Πέρα από το προφανές, ότι τα τρία πρώτα από τα βήματα αυτά είναι σε ευθεία και άμεση συνάρτηση αποφάσεων κι επιλογών των δανειστών και των ευρωπαϊκών θεσμών, με ποιον τρόπο η κυβέρνηση απ’ την πλευρά της θα επιδιώξει την επίτευξη των δύο άλλων; Με αύξηση μισθών, μείωση πλεονασμάτων και φορολογικών βαρών και, ασφαλώς, με διορισμούς, διορισμούς, διορισμούς! Ξανά τέλεια!

Βέβαια, κατά τον πρωθυπουργό, η Ευρώπη μετά την Παρασκευάτικη Σύνοδο των χωρών της Μεσογείου άρχισε ν’ αλλάζει και τα κρίσιμα παραπάνω βήματα δεν θα πραγματοποιηθούν «υπό το βάρος ενός συντριπτικού συσχετισμού δύναμης στην Ευρώπη», αλλά όλοι οι θεσμοί και τα Ευρωπαϊκά όργανα εκτιμώ ότι νομίζει ο κύριος πρωθυπουργός απ' τα λεγόμενά του– θα παιανίζουν πλέον χαρωπά στους ρυθμούς της Ελληνικής μας λεβεντιάς κι οι αγορές θα χορέψουν και θα πουν κι ένα τραγούδι [πιθανόν το «Να ‘ταν το ‘21»]. Μάλιστα, ενόψει της επικείμενης αξιολόγησης έχω την εντύπωση ότι ήδη κάποιοι άρχισαν να τα… κουρντίζουν!

«Με την ολοκλήρωση αυτών των βημάτων, στο τέλος της επόμενης διετίας φεύγουμε οριστικά από το πρόγραμμα, καθώς θα έχουμε καταφέρει να αποκτήσουμε σταθερούς και βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης», διαβεβαίωσε μ’ αποφασιστικότητα, παραβλέποντας ότι αν δεν είχε προηγηθεί η «σκληρή διαπραγμάτευση» του 2015 ήδη η χώρα με πολύ μικρότερο κόστος θα είχε κλείσει το 2ο μνημόνιο έναν χρόνο πριν και θα βρισκόταν πλέον στην ίδια μοίρα με όλες τις υπόλοιπες χώρας που πέρασαν απ’ αυτή τη δοκιμασία και βρίσκονται εκτός μνημονίων.

[Πόσο γελοίο ηχεί πράγματι, έτσι, με μια ατάκα, να παρερμηνεύει ο Αλέξης Τσίπρας τον ίδιο του τον εαυτό και να ξαναβαφτίζει ανερυθρίαστα το σκίσιμο των μνημονίων και την κατάργησή τους μ’ ένα άρθρο κι ένα νόμο που μας γάνωσε τ’ αυτιά επί τρία χρόνια μέχρι να κατακτήσει, τελικά, την πολυπόθητη εξουσία με «εντολή σκληρής διαπραγμάτευσης»].

Από ‘κει και πέρα, στην ομιλία του πρωθυπουργού, η Ελλάδα της ελπίδας και του 21ου αιώνα, μαζί με το φως στο τούνελ ξεπροβάλει κι η χώρα της κακομοιριάς και του συσσιτίου, η χώρα της «ανθρωπιστικής κρίσης» και των επιδομάτων ανεργίας, του δωρεάν νερού και ρεύματος.

Δεν ακούστηκε φράση που –κατά τους υπολογισμούς του Αλέξη Τσίπρα– να περισσεύει έστω κι ένα ευρώ και να μην το έταξε. Αδιακρίτως, τα παίρνω απ’ τους [αυταπόδεικτα κακούς] πλούσιους και τα τάζω στους [πέραν πάσης αμφιβολίας καλούς] φτωχούς. Η κοινωνικές ανάγκες στην υπηρεσία του κομματικού κράτους του ΣΥΡΙΖΑ. Οι άδειες των νέων καναλαρχών ναυαρχίδα του άκρατου λαϊκισμού.

«Όλα τα λεφτά όλα τα κιλά» έμεινε το παροιμιώδες σύνθημα της Καραμανλικής επταετίας που το πληρώνουμε αδρά και θα το πληρώνουμε για πολλά ακόμα χρόνια, «όλα τα λεφτά στη φτωχολογιά»πιθανολογώ ότι θα είναι το σύνθημα της περιόδου της «πρώτη φορά αριστερά».

Όπως και να ‘χει, μπορεί ο Κώστας Καραμανλής να έλεγε ωραία ανέκδοτα, αλλά ο Αλέξης Τσίπρας, πέραν πάσης αμφιβολίας, θα μείνει στην Ιστορία, σαν ο πρωθυπουργός που έλεγε τα πιο απίθανα παραμύθια και μάλιστα δημόσια!

Κι επιτρέψτε μου, μιας και μιλάμε για πρωθυπουργούς, να κάνω έναν συσχετισμό. Πώς θα ακουγόταν, αν ο Αλέξης Τσίπρας έλεγε στην ομιλία του:

«Λεφτά υπάρχουν, αν σταματήσουμε να έχουμε το μυαλό μας μόνο στα δημόσια οικονομικά και στραφούμε στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Δηλαδή στη δημιουργία νέου πλούτου αλλά και στην αλλαγή του τρόπου διανομής του, στη καινοτομία, στην έρευνα, στην υγιή επιχειρηματικότητα.

Η χώρα μας έχει τεράστια συγκριτικά πλεονεκτήματα. Εκτός από το φυσικό περιβάλλον και τον τουρισμό, έχουμε μια μοναδική γεωγραφική θέση, που μας καθιστά κόμβο των εμπορικών και ενεργειακών δρόμων του μέλλοντος.

Έχουμε ανεξάντλητες και ανεκμετάλλευτες εναλλακτικές πηγές ενέργειας.

Έχουμε τη δυνατότητα να παράγουμε μοναδικά σε ποιότητα αγροτικά προϊόντα.

Και το κυριότερο αλλά εντελώς αναξιοποίητο πλεονέκτημα: Ένα εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό, υψηλά εκπαιδευμένων νέων επιστημόνων.

Που μπορούν να παράξουν νέο πλούτο μέσα από το συνδυασμό έρευνας, καινοτομίας, νέων τεχνολογιών και νεοφυούς επιχειρηματικότητας.

Μπορούμε λοιπόν να πετύχουμε το στόχο μιας νέας Ελλάδας μέχρι το 2021, αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας για τη παραγωγή νέου πλούτου».

Ακόμα θα τον χειροκροτάγανε, μάλλον…


Photo: protothema