Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Στο Σύνταγμα, αδέρφια, στο Σύνταγμα.


Μπορεί, όλα αυτά που αυτές τις μέρες βλέπουν το φως της δημοσιότητας, να μην έχουν καμιά σημασία ή σπουδαιότητα για το δημόσιο διάλογο ή να μην έχουν και καμιά επίπτωση στις εξελίξεις και στην κυβερνητική πορεία, αποτελούν όμως, για τη φτωχή τη λογική μου, αυταπόδεικτα σημάδια κι ακράδαντες αποδείξεις για την προϊούσα έκπτωση και τον ξεπεσμό των πολιτικών ηθών, για την παγίωση του βδελυρού και προσβλητικού ύφους άσκησης εξουσίας, όπως το αντιλαμβάνομαι να κυριαρχεί με ιδιαίτερη επιμονή και ένταση τα τελευταία χρόνια.

Την αλαζονεία την έχω ζήσει σ’ όλο της το μεγαλείο κι όλη της τη δόξα. Απ’ το 2000 κι ύστερα δεν αισθάνομαι και τίποτα άλλο· μια ξιπασιά, ένας κομπασμός κι ένα «εμείς είμαστε και κανείς άλλος». Με στυλ εκατό και βάλε καρδιναλίων τα ύστερα του ΠΑΣΟΚ, με τη γνήσια λαϊκότητα και τη δεξιά χοντροκοπιά η Καραμανλική εφταετία της Νέας Δημοκρατίας. Με τρέλαιναν, δε μπορώ να πω, αλλά δεν εξέπεμπαν όπου βρεθούν κι όπου σταθούν αυτή την αλητεία κι αυτό το θράσος που διακρίνει την εκφορά του δημόσιου διαλόγου στις μέρες μας, από το σύστημα και τον μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Ένας ξεπεσμός και μια χυδαιότητα σε σωρεία δημοσιεύσεων, ένα μίσος και μια αποστροφή για την όποια αντίθετη άποψη, ένα κατηγορητήριο και μια συκοφαντία για τον κάθε πολιτικό ή κομματικό αντίπαλο. Ανοχή κι ελαστικότητα σε ασχήμιες και παραβατικότητες, δυσανεξία κι επιθετικότητα σε επικρίσεις και δυσάρεστα σχόλια. Κι όλα αυτά μαζί μ’ ένα ασύλληπτο μηχανισμό προπαγάνδας, ψεμμάτων και διαστρεβλώσεων.

Η αίσθηση που διαχέεται είναι ότι για το σημερινό σύστημα εξουσίας καθένας που δεν ακολουθεί ή δεν υποτάσσεται στη λογική του είναι εκ προοιμίου εχθρός, αντίπαλος, ένοχος. Μια καθημερινή κοροϊδία κι ένα διαρκές ξεγέλασμα της κοινωνίας με λογοπαίγνια και γρίφους, με υποσχέσεις και προσμονές, με υπεκφυγές κι αναβολές. Ένα απίθανο άλλοθι διακυβέρνησης με κάθε τρόπο και κάθε κόστος, επειδή –λέει– ο λαός απήλλαξε την κυβέρνηση για το ολέθριο α’ εξάμηνο του 2015, για το δημοψήφισμα και τις τραγικές του συνέπειες στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο ίδιος λαός κι όχι κάποιος άλλος έχει απαλλάξει κι όλους τους προηγούμενους που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο και για τις Ολυμπιάδες και για τα χρηματιστήρια και για τα θαλασσοδάνεια και για τη διαπλοκή και για τη λιτότητα και για όλα. Εκλογές έγιναν. Τι τα επικαλούνται κάθε τρεις και λίγο; Τι τα θυμούνται και μας τα θυμίζουν μόλις οι αντιπαραθέσεις ανάψουν και τα επιχειρήματά τους τελειώσουν; Περσινά ξινά σταφύλια κι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε.

Οι «κακοί προηγούμενοι», μωρέ τι μας λες; Διαλύσατε το σύμπαν με την άρνηση των πάντων και την ισοπέδωση κάθε θεσμού και κανόνα όσον καιρό ήσασταν στην αντιπολίτευση και τώρα που είδατε τα δύσκολα της διακυβέρνησης και το χάρο με τα μάτια σας θυμηθήκατε να κατηγορήσετε το Μητσοτάκη και τον έναν και τον άλλον για δουλικότητα και προδοσία· για μη συναίνεση.

Ναι, ο Μητσοτάκης φταίει, αλλά όχι γι’ αυτά που τον κατηγορείτε, αλλά γιατί έκανε τη βλακεία με το που βγήκε πρόεδρος να ζητήσει εκλογές για να σωθεί η χώρα. Μη σώσει και σωθεί, ρε Κυριάκο. Αυτούς επιλέξαμε, αυτούς απαλλάξαμε από τις αυταπάτες τους, αυτούς γουστάρουμε να μας φέρνουν το ένα μνημόνιο μετά το άλλο, αυτούς να μας φτύνουν κατάμουτρα από τηλεοράσεις και διαδίκτυα. Και να σου θυμίσω και κάτι, ρε Κυριάκο, σκληρό, ναι, αλλά πέρα για πέρα αληθινό, στο είπε, άλλωστε, κι ο κύριος πρωθυπουργός. Βλέπεις εσύ να κουνιέται φύλλο; Ακούς, πέρα απ’ τις μουρμούρες και τις γκρίνιες, κανένανε να διαδηλώνει, να σπάει πεζοδρόμια, πλατείες, να καίει αυτοκίνητα και μαγαζιά;

Μας τη διδάξανε καλά την αξιοπρέπεια, φαρσί μας μάθανε το σεβασμό και στη δημοκρατία και στους άλλους και τώρα μας ζητάνε και τα ρέστα. Ναι, τώρα που οι πιτσιρικάδες, οι 18άριδες, που βράζει το αίμα τους, ακούνε «Τσίπρας» κι εκλογές και παίρνουν δρόμο, ακούνε ΣΥΡΙΖΑ, κόμματα, διαδηλώσεις και σκανε στα γέλια. Εκεί μας καταντήσατε, στους δρόμους να βγαίνουμε και να παραμιλάμε κι αν σε καμιά συγκέντρωση βρισκόμαστε, εμείς κι εμείς, άσπρα κεφάλια κι οι φαλάκρες να φαν κι οι κότες.

Αν κάποιοι το γουστάρουνε το φτύσιμο και την κοροϊδία όμως, εγώ δε γουστάρω, ούτε το survivor γουστάρω –αλλά δεν είμαι γι’ αυτό εξοργισμένος. Είμαι εξοργισμένος, γιατί μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον της υποκρισίας, της ακαλαισθησίας και του τίποτα έχουν βαλτώσει όλοι, ναι, βάλτωσαν όλοι, πολιτικοί, κόμματα, χέρι – χέρι βουλευτάδες και δημοσιογράφοι, εκδότες κι αχυράνθρωποι του Τύπου και των Μέσων, της επιστήμης, του πολιτισμού. ‘Ολοι σ’ ένα δηλητηριώδες γαϊτανάκι αδιαφορίας, συνήθειας, απελπισίας. Όλοι σ’ έναν μοιραίο χορό του Ζαλόγγου –που δεν τον χορέψαμε το 2010 γιατί οι τότε «κακοί» του ΠΑΣΟΚ κι ο Παπανδρέου δεν άφησαν– ποδοπατώντας στ’ αποκαΐδια των ψευδαισθήσεων και της μικρόνοιάς μας, της κοντής μας μνήμης και της αχαριστίας μας.

Καλά που μας φωνάζει μεθαύριο ο Τατσόπουλος στο Σύνταγμα. Εκεί καταντήσαμε…

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Όχι άλλα δάκρυα.


Εδώ μιλάμε με το θυμικό για πολύ σοβαρότερα πράγματα, επ’ ευκαιρία του θανάτου του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη θα επιστρατεύαμε τη λογική; Προσωπικά αισθάνομαι επί του παρόντος ήσυχος, μιας κι ότι μου ήρθε να πω, το έχω πει σε ανύποπτο χρόνο και στιγμή και –προφανώς– με άλλη αφορμή. Τραβώ, λοιπόν, γι’ αλλού τη σκέψη μου, αφού μ’ όλα αυτά που ακούω και διαβάζω, κινδυνεύω να ξεχάσω αυτά που έζησα, αυτά που διάβασα κι αυτά που μέχρι σήμερα έχω μάθει για τον εκλιπόντα.

Ξέρεις –και το γράφω πιο πολύ για κάποιους πολύ νέους– μπορεί να μας κατηγορείτε ότι φταίμε για όλα και πάν’ απ’ όλα για την κατάσταση, την κρίση, που βρέθηκε η χώρα και δεν έχετε απόλυτα άδικο, αλλά δεν έχετε κι απόλυτα δίκιο. Δεν επιχειρώ να κρατήσω ούτε ίσες αποστάσεις, ούτε να εξωραΐσω μια κατάσταση. Πρέπει να γνωρίζετε όμως εσείς που δεν ζούσατε τότε, αλλά προπαντός οι κάπως μεγαλύτεροι κι οι πιο μεγάλοι –ναι, εσείς που κάποτε φωνάζατε «καλύτερα παπάκι παρά το Μητσοτάκη» ή βγαίνατε στους δρόμους για το 0 + 0 = 14 και σήμερα συνωστίζεστε στη Μητρόπολη–, ότι οι πράξεις κι οι παραλήψεις μας ως πολίτες όλα τα προηγούμενα της κρίσης χρόνια ανταποκρινόντουσαν σε μια κανονικότητα, σε μια κυρίαρχη λογική και μια τάξη πραγμάτων, στην πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία, τη χώρα και τους θεσμούς της.

Τα χρόνια αυτά, τα μετά το 1974 την –«επάρατο» για κάποιους πολύ νεότερούς της– μεταπολίτευση, ήταν χρόνια που ζήσαμε ως νέοι, ως εργαζόμενοι, ως οικογενειάρχες κι ως πολίτες σε μια κανονικότητα σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες της εποχής, σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1975 και του 1985 αργότερα, τους νόμους και τους κανόνες και τις διαδικασίες του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος. Είχαμε ελευθερίες και δημοκρατία, όπως ορίζεται, τουλάχιστον, στο δυτικό κόσμο.

Αντιρρήσεις και διαφωνίες και διαφορετικές απόψεις, ασφαλώς και υπήρχαν, όλα όμως λειτουργούσαν στο πλαίσιο αυτού του συστήματος κι αυτής της λογικής. Τα κόμματα τη δουλειά τους κι οι πολίτες τις δικές τους. Ναι, με όλα αυτά που σήμερα καταγγέλλουμε ως απαράδεκτα, πελατειακά, ρουσφετολογικά, αδιαφανή και διεφθαρμένα. Ναι, με όλες τις αδυναμίες της εγχώριας παραγωγής, του ανταγωνισμού, των υποτιμήσεων ή της λιτότητας –ναι, κι απ’ αυτή είχαμε όσο κι αν ακούγεται παράξενο!

Στην αποψίλωση της αγοράς εργασίας απαντούσαμε με δημιουργία φορέων και διορισμούς στο δημόσιο, σαν αντίδοτο στη συρρικνούμενη αγορά αυξάναμε τις δημόσιες επενδύσεις, για την τόνωση της ζήτησης ενεργοποιούσαμε είτε τις ΑΤΑ (Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή), είτε τις μισθολογικές ωριμάνσεις (μισθολογικά κλιμάκια, τριετίες, πολυετίες κ.ο.κ.). Στραβά; Στραβά, Κουτσά; Κουτσά. Πηγαίναμε όμως, προχωράγαμε. Με τον αραμπά; Με τον αραμπά.

[Κοίτα –επέτρεψέ μου να σου πω άνοιξε και κάνε αξιόπιστο βιβλίο για την εποχή και την Ιστορία της, μη μένεις μόνο στο twitter και στο facebook ή σ’ ένα ξερό «η χούντα δεν τελείωσε το ‘73». Μην περιμένεις, σε παρακαλώ, σε πέντε – δέκα αράδες την εξιστόρηση μιας εποχής, αλλά σ’ εκείνο που θέλω να καταλήξω είναι ότι καλώς θεωρούσαμε τότε ότι έπρεπε να διαδηλώνουμε κατά της πολιτικής του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και καλώς τώρα –αφού έτσι αισθανόμαστε– παραβρισκόμαστε στην εξόδιο ακολουθία του.]

Το μίσος, με άλλα λόγια, κι η ισοπέδωση των πάντων μόνο κακά μαντάτα έχουν να μας φέρουν. Κάθε εποχή έχει τις ιδιαιτερότητες, τις ευκαιρίες, τους ανθρώπους της, μόνο κάποιος που προσεγγίζει εντελώς επιδερμικά κι επιπόλαια την πραγματικότητα δεν μπορεί να το διακρίνει. Μόνο αυτός που μένει στο θυμικό ή στο φαίνεσθαι αδυνατεί να παρακολουθήσει τα σημεία των καιρών και τις καμπές της ζωής.

Αν, λοιπόν, μένει κάτι να καταλάβουμε –πάντα κατά τη γνώμη μου– και να προβληματιστούμε σοβαρά, είναι ότι το νήμα της ζωής του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη –για να δώσω κι ένα τόνο επικαιρότητας– ξεκίνησε το 1918 μέσα σε συνθήκες απόλυτου διχασμού μεταξύ Βενιζελικών – Αντιβενιζελικών και κόπηκε και πάλι μέσα σε διχαστικές συνθήκες μεταξύ μνημονιακών – αντιμνημονιακών. Εκατό χρόνια, ένας αιώνας κι ο λαός μας, η χώρα μας, σπαράζεται από τη διχόνοια και το μίσος.

Αυτό το μίσος, αυτή η κατάρα, δεν διέκρινε τις πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις της περιόδου που πολιτεύτηκε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κι ο Ανδρέας Παπανδρέου κι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Σημίτης κι οι άλλοι πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης. Σφοδρές, σφοδρότατες αντιπαραθέσεις, κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις, φανατισμός, πλατείες και συλλαλητήρια, μπλε και πράσινα καφενεία, κορώνες στη Βουλή, λάσπη, κιτρινισμός απ’ τον Τύπο της εποχής –κάποιοι ακολουθούν ως τις μέρες αυτές την ίδια προσοδοφόρο πραχτική–, ελεγχόμενη κρατική τηλεόραση, αλλά και στήσιμο το ’89 –ας μην το ξεχνάμε– εν μία νυκτί της «ελεύθερης» ιδιωτικής τηλεόρασης.

Όμως –πρόσεξέ με σε παρακαλώ σ' όλες αυτές δημόσιες εκδηλώσεις ήταν ευδιάκριτη μια πατίνα ευπρέπειας, ενός μέτρου, ενός ήθους –τολμώ να πω– και μιας αξιοπρέπειας, που ήταν ευδιάκριτη και καθορισμένη στο πλαίσιο του πολιτικού παιχνιδιού και της κομματικής αντιπαλότητας, μια ατμόσφαιρα που, τελικά, δικαιώνει τις σημερινές εκδηλώσεις του κόσμου για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, όπως παλαιότερα είχε συμβεί και με τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Γιώργο Γεννηματά, τη Μελίνα, τον Γεώργιο Ράλλη, τον ‘Εβερτ, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή παλαιότερα, αλλά και τον Χαρίλαο Φλωράκη ή τον Λεωνίδα Κύρκο.

Σήμερα αυτή η κανονικότητα δεν υπάρχει και δεν φταίνε τα μνημόνια κι η κρίση γι’ αυτό, αλλά δεν υπάρχει κι ούτε ίχνος απ’ αυτήν την πατίνα πολιτικού ήθους και κοινοβουλευτικής ευπρέπειας. Οι εποχές είναι άλλες –θα πεις και με το δίκιο σου– αυτή η διαφορετικότητα κι η κρισιμότητα των εποχών, όμως, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να φαγωθούμε μεταξύ μας, αλλά, τουναντίον, ενωμένοι μπροστά στις δυσκολίες να εξασφαλίσουμε ένα μίνιμουμ συνεννόησης και ν’ αντιπαλέψουμε γι’ αυτά που θεωρούμε δίκαια και σωστά, καθένας από την πλευρά του, με τις ιδέες και τις απόψεις του, με σεβασμό πάντα στη διαφορετική γνώμη, με ευπρέπεια, με αξιοπρέπεια. Όλοι μαζί για να προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι, να διορθώσουμε όλα όσα εκείνοι που επί χρόνια μας κυβέρνησαν παρέλειψαν, ξέχασαν, αδιαφόρησαν, δεν μπόρεσαν, δεν τους επιτρέψαμε. Όχι καταστρέφοντας, αλλά δημιουργώντας.

Σ’ αυτή τη λογική η «παλιά φρουρά» των πολιτικών είχε τη δύναμη και τη δυνατότητα, το κύρος και την εξυπνάδα, τη διορατικότητα και τον οραματισμό, να δίνει τον τόνο, το σύνθημα και τον ρυθμό, «να κρατά τα γκέμια», προσόντα που –πολύ φοβάμαι– η ανεπάρκεια ή η έλλειψή τους, στους δύσκολους καιρούς μας, επιχειρείται να κρυφτεί κάτω και πίσω από αφορισμούς απελπισίας και καταδίκες απόγνωσης.

Αυτά κι ευχαριστώ για την υπομονή σου.-

Photo: star.gr

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Σκίζουμε.


Δεν σκίζουμε πια τα μνημόνια· εκείνες οι «ηρωικές» εποχές ανήκουν οριστικά –όπως φαίνεται– στο παρελθόν, κρυμμένες στο άλλοθι των ψευδαισθήσεων, θαμμένες από τόννους ψεμμάτων, ξεχασμένες στα άδυτα μιας εποχής που νομίζαμε πως ζούσαμε το τέλος του κόσμου.

Τα «μνημόνια» –ή όπως αλλιώς θέλεις πες τα– αποτελούν πλέον μια κανονικότητα, τον οδικό χάρτη διακυβέρνησης της χώρας, είναι τα σενάρια για να παριστάνουν κάποιοι τους υπουργούς και τους πρωθυπουργούς. Δεν αποτελούν πλέον ούτε ντροπή, ούτε αποδείξεις υποτέλειας και κατάλυσης εθνικής κυριαρχίας. Εκείνοι που τα εισάγουν και τα ψηφίζουν δεν είναι «στα τέσσερα», αλλά το πράττουν ευχαρίστως και με τα δυο τους χέρια.

Κανονικά και τα συσσίτια στα σχολεία, που δεν αποτελούν πλέον αποδείξεις φτώχειας και πείνας, αλλά τουναντίον ανταποκρίνονται στα πρότυπα και τις απαιτήσεις ανεπτυγμένων κοινωνιών, εξασφαλίζουν συνθήκες συντροφικότητας και μείωσης των ανισοτήτων, αλλά συμβάλουν ταυτόχρονα και στη «βελτίωση των παιδαγωγικών και γνωστικών αποτελεσμάτων της παρεχόμενης εκπαίδευσης».

Κανονικά και σε καθημερινή βάση νεόκοποι βουλευτές κατηγορούν συλλήβδην τους εκπροσώπους του «παλιού» πολιτικού συστήματος για τη δεινή θέση που βρέθηκε η χώρα, ενώ ταυτόχρονα οι συνάδελφοί τους από τους υπουργικούς θώκους εφαρμόζουν τις ίδιες ή και χειρότερες πρακτικές. Το ίδιο κανονικά, «αριστεροί» του ΣΥΡΙΖΑ συναγωνίζονται τους ως χτες «προσκυνημένους» της αντιπολίτευσης σε πατριωτικό καθήκον, υπευθυνότητα, συνέπεια και προσήλωση στις μνημονιακές υποχρεώσεις.

Όλα κυλούν κανονικά και για την κυβέρνηση και για την αντιπολίτευση και για μας ακόμα –τολμώ να πω– κανονικά φαίνεται να τραβούν τα πράγματα, έτσι –πώς να το εκφράσω καλύτερα;– είμαστε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα· εκείνοι τη δουλειά που ξέρουν από πάντα (αντιπαραθέσεις επί παντός, νόμους για ψύλλου πήδημα, φόρους σ’ ό,τι κινείται κι ό,τι στέκεται) κι εμείς στο εθνικό μας σπορ (γκρίνια επί παντός, παλικαριές για ψύλλου πήδημα, φοροδιαφυγή κι άγιος ο Θεός).

Μια κανονικότητα εξοντωτική για τη λογική, για την πολιτική, για την κοινωνία, για την οικονομία, για τη χώρα, για όλους, μια κανονικότητα για την οποία με νύχια και δόντια κυβερνώντες κι αντιπολιτευόμενοι πασχίζουν, καθένας απ’ την πλευρά του, να μας πείσουν ότι κάνουν ότι μπορούν να τη διατηρήσουν, να την προστατεύσουν, να τη διαφυλάξουν από εκείνους –τους λίγους πια– που τολμούν να διασαλεύουν με τους προβληματισμούς, τις διαμαρτυρίες και τις φωνές τους την τάξη των πραγμάτων και την νεκρική ακινησία του πολιτικού συστήματος.

Πάμε από μέτρο σε μέτρο κι από περικοπή σε περικοπή, φτάσαμε να νομοθετούνται και μέτρα για την επόμενη δεκαετία και κανείς δεν έχει το θάρρος, κανείς δεν τολμά ακόμα να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Κάποιος να ομολογήσει, επιτέλους, ότι αυτό που ζούμε δεν οφείλεται μόνο στις σπατάλες του παρελθόντος, στον παραλογισμό των ξένων, στα λάθη του ΔΝΤ, στην παγκοσμιοποίηση, στο τραγικό πρώτο εξάμηνο του ’15, στον Κυριάκο τον Μητσοτάκη, στο έναν και στον άλλον.

Κάποιος να ομολογήσει ευθαρσώς, ότι κανένα παράλληλο πρόγραμμα, κανένας Σώρρας, κανένα αντίμετρο, αλλά και κανένας «δημοσιονομικός χώρος» όσο ευρύχωρος κι αν είναι, μπορεί να μας βγάλει από τη δύσκολη θέση και καμιά ρύθμιση για το χρέος –αυτή η σύγχρονή μας πανάκεια– μπορεί να δημιουργήσει αυτόματα κι από μόνη της συνθήκες πλήρους απασχόλησης κι ανάπτυξης, αν προηγουμένως –ή ταυτόχρονα έστω– δεν αντιμετωπιστούν οι χρόνιες και δομικές αδυναμίες του παραγωγικού μας μοντέλου, του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, των δημοσιονομικών μας αδυναμιών και των θεσμικών μας στρεβλώσεων (π.χ. σταθερό εκλογικό σύστημα, δίκαιοι και διαυγείς κοινοβουλευτικοί κανόνες, αναδιοργάνωση κυβέρνησης και δικαιοσύνης).

Μας το λένε με κάθε ευκαιρία οι Ευρωπαίοι εταίροι, αλλά κι οι εκπρόσωποι διεθνών οργανισμών και φορέων, το διαβάζουμε κάθε τρεις και λίγο σε κάποια ξενόγλωσση εφημερίδα ή περιοδικό, ανακοινώνεται σε συνέδρια, φόρα κι ημερίδες, βοά επί τόσα χρόνια η οικουμένη κι οι μόνοι που –πλέοντας στα πελάγη της κανονικότητάς μας– κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τίποτα είμαστε εμείς, ναι, εμείς κι αυτοί που κάθε τρεις και λίγο επιλέγουμε για να μας κυβερνήσουν, πότε ανεμίζοντας ισοδύναμα, πότε προγράμματα Θεσσαλονίκης και πότε δημοψηφίσματα περηφάνιας και εθνικής ανάτασης.

Εμείς, μετονομάσαμε την τρόικα σε «θεσμούς» και νομίζουμε πως ξεμπερδέψαμε με τις μεταρρυθμίσεις. [Α, ναι, τους πηγαίνουμε πλέον και στο Χίλτον]. Έτσι απλά, όπως τώρα απλώς περιμένουμε. Περιμένουμε να μονιμοποιηθούν οι συμβασιούχοι των Δήμων, να διοριστούν οι εκπαιδευτικοί, να κρατικοποιηθεί ο ΟΑΣΘ, να πάρει τον ΔΟΛ ο Σαββίδης, να επιλεγούν οι νέοι προϊστάμενοι στο δημόσιο, να καταργηθούν οι εισαγωγικές για τα ΑΕΙ, να δούμε ποιος θα κερδίσει το survivor. Δημιουργούνται έτσι συνθήκες ανάπτυξης ή νέων επενδύσεων; Επιτρέπεται να δημιουργηθούν στην οικονομία συνθήκες ανταγωνιστικότητας ή νέες θέσεις εργασίας; Σηκώνει κεφάλι η αγορά ή ο καταναλωτής;

Κι όμως, αυτή είναι η ατζέντα κι η καθημερινή μας κανονικότητα, στη Βουλή, στα τηλεοπτικά πλατό και στις στήλες των εφημερίδων. Κάθε μήνα να ζούμε με το θρίλερ του κάθε Γιούρογκρουπ για να έχουμε να λέμε και να συζητάμε επί ώρες ατέλειωτες και μήνες και χρόνια πότε για τη διαπραγμάτευση, πότε για την αξιολόγηση και πότε για το χρέος, αντί ώρες ατέλειωτες και μήνες και χρόνια να προσπαθούμε από κοινού και να εργαζόμαστε πάνω στο σχέδιο διεξόδου και σωτηρίας της χώρας.

Έτσι, αραχτοί κανονικά, αλλά σε δουλειά να βρισκόμαστε, αφού –και πρακτικά να το δεις– τα μνημόνια είναι πλέον αδύνατο να σκιστούν. [Αυτό κι αν δεν είναι πια καθόλου, μα καθόλου, τυχαίο…]

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Κεντροαριστερή δυσανεξία.


Τόση διάθεση για την αναζωογόνηση του κεντροαριστερού πολιτικού χώρου δεν ξέρω αν έχουμε ξαναζήσει. Λυτοί και δεμένοι –που λέει κι ο λόγος– κινητοποιούνται, συναθροίζονται, εκτίθενται κι εκδηλώνονται, όλοι για το ξαναζωντάνεμα της «κεντροαριστεράς», για τη συσπείρωση των «δημοκρατικών και προοδευτικών» δυνάμεων, για τη δημιουργία του τρίτου πόλου.

Ενώ όμως η διάθεση κι ο οίστρος για προσφορά στην υπόθεση της κεντροαριστεράς περισσεύει, καμιά διάθεση δεν φαίνεται να υπάρχει προκειμένου όλοι αυτοί οι ενδιαφερόμενοι και οικειοθελώς προσφερόμενοι για τη σωτηρία της κεντροαριστεράς και της χώρας, να συντονίσουν τη δράση και τις πρωτοβουλίες τους από κοινού για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

Καθένας απ’ όσους φιλοδοξούν να διαδραματίσουν το ρόλο του αναγεννητή και του ζωοδότη της κεντροαριστεράς επιφυλάσσει για τον εαυτό του ή έστω και για το χώρο που εκπροσωπεί, την αδιαφιλονίκητη αυθεντικότητα, την αδιαπραγμάτευτη καθαρότητα, την ακριβέστερη άποψη, αλλά, τελικά, και τ’ αναμφισβήτητα πρωτεία στην πορεία προς την επιδιωκόμενη ενοποίηση και ενιαιοποίηση του χώρου.

Από το 2012, οπότε στελέχη και ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ άρχισαν να φυλλορροούν προς διάφορες άλλες κομματικές κατευθύνσεις κι επιλογές, ο πολιτικός χώρος που το άλλοτε κραταιό κόμμα εκπροσωπούσε, παρέμεινε κραυγαλέα αποψιλωμένος στελεχειακά κι απονεκρωμένος πολιτικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ ευτύχησε, έκτοτε, να καρπωθεί τη μερίδα του λέοντος τόσο σε εκλογικά ποσοστά, όσο και σε ένταξη στελεχών του ΠΑΣΟΚ στα ψηφοδέλτια και τα όργανά του.

Αυτή η εκλογική κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κι η συνακόλουθη παταγώδης κυβερνητική του μεταστροφή, που σημαδεύεται από ασυνέπεια, αμφιθυμία, προχειρότητα κι αλαζονεία, άνοιξε, δειλά στην αρχή αλλά με ιδιαίτερη ένταση πρόσφατα, τη συζήτηση και την αναζήτηση εναλλακτικών προτάσεων για την αναδιοργάνωση και την επανασυσπείρωση του κεντροαριστερού χώρου. Κι όλα αυτά, ταυτόχρονα με την παρατεταμένη εσωστρέφεια, τις μεταλλάξεις, αλλά και τη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ.

Κουβέντες πολλές για την κεντροαριστερά, λοιπόν, μαζί με διαγκωνισμούς, αψιμαχίες και φιλοδοξίες σ’ ένα πολιτικό τοπίο που μέρα τη μέρα ερημώνεται, συντηριτικοποιείται, οπισθοδρομεί. Λόγια κι άλλα λόγια μπροστά στις οθόνες, τα θέατρα και τ’ αμφιθέατρα, αλλά και στα κλειστά αυτιά μιας κοινωνίας απογοητευμένης, κουρασμένης κι απρόθυμης ν’ ακολουθήσει. Κουβέντες και λόγια που πλειοδοτούν σε καλές προθέσεις κι υστερούν απελπιστικά σε απήχηση, δυνατότητες και ρεαλισμό.

Δικαίωμά τους να διεκδικεί ο καθένας τους για λογαριασμό του μια λύση για τον «χώρο» και τη χώρα, θεμιτές κι οι προσωπικές φιλοδοξίες, αλλά απ’ όλο αυτό το κουβεντολόι και το σύρε κι έλα όλων αυτών των πασίγνωστων για το ΠΑΣΟΚικό παρελθόν τους στελεχών, αυτό που προκύπτει είναι έκδηλη δυσανεξία μεταξύ προσώπων και ομάδων. Δε «χωνεύονται» μεταξύ τους, έχουν πολλά «προηγούμενα». Αυτός –κατ’ εμέ– είναι κι ο μόνος λόγος που δεν βρίσκονται, δεν συμπυκνώνουν πέντε - δέκα κοινά αποδεκτές απόψεις σε μια κόλλα χαρτί, αλλά ψάχνονται και ψάχνουν διαφορές τάχα στις λεπτομέρειες και στα σημεία.

Το πολιτικό τους αύριο επιδιώκουν να διασφαλίσουν. Ακούγεται κυνικό, αλλά αυτός είναι ο κανόνας, μια ματιά στο κομματικό τοπίο με τις μετακινήσεις, τις μεταπηδήσεις και τις διαγραφές των τελευταίων ετών μαρτυρά πολλά· γι’ αυτό πασχίζουν –κάποιοι, μάλιστα, και για τα παιδιά ή τα εγγόνια τους.

Με τη χώρα μέσα στα μνημόνια και τις ασφυκτικές δανειακές συμφωνίες, μετά το πατατράκ του ΣΥΡΙΖΑ, ποιος πιστεύει πλέον σε καθαρά ιδεολογικά σχήματα και ανεξάρτητες πολιτικές, ποιος μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά, ότι υπάρχουν –τουλάχιστον προς το παρόν– ποικίλες και τόσο κραγαλέα διαφορετικές επιλογές ή λύσεις μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο συμφωνιών και συμμαχιών της χώρας; Και μη μου πείτε για τις «κοινωνικές πολιτικές» της παρούσας κυβέρνησης, γιατί τέτοιες κοινωνικά μονομερείς κι άδικες πολιτικές ο καθένας ιδεοληπτικός και ψηφοθήρας θα μπορούσε να εφαρμόσει.

Τα πράγματα είναι απλά· όλη αυτή η κεντροαριστερή αναζήτηση και πρεμούρα όσο παρατείνεται και πλανάται θολώνει αντί να ξεκαθαρίζει το πολιτικό τοπίο και μπορεί να μείνει απλώς στα λόγια και τα χαρτιά, το σημαντικότερο, όμως, απαξιώνει και ζημιώνει ακόμα περισσότερο το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, που, εν πάσι περιπτώσει, εξακολουθεί να είναι το κόμμα αναφοράς για την κεντροαριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία στη χώρα.  

Έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις, ώστε, όταν έρθει η ώρα, οι δυσαρεστημένοι κι ανένταχτοι «κεντροαριστεροί» χαρακτηριζόμενοι ψηφοφόροι –ιδιαίτερα εκείνοι που με κάθε τρόπο επιθυμούν την απαλλαγή της χώρας από την παρούσα κυβέρνηση– να προστρέξουν προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία, χαρίζοντάς τους θεαματικά εκλογικά ποσοστά, ενώ οι υπόλοιποι –που «δεν πάει με τίποτα το χέρι τους δεξιά»– να χαρίσουν, θες με βαριά, θες μ’ ελαφριά καρδιά, μια ακόμα ευκαιρία στον Αλέξη Τσίπρα, αφού –ποιος ξέρει;– μπορεί μέχρι εκείνη την ώρα να το ‘χει φέρει «το μαγαζί» εντελώς στα ίσα· τι; Μα, να το έχει πλήρως ΠΑΣΟΚοποιήσει.

Τον Τσίπρα πολλοί εμίσησαν· την εξουσία ουδείς. [Τότε να δεις μια κεντροαριστερά, νααα!]


Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Survivor και survivor.


Είμαστε καλοπροαίρετοι. Άκου με που σου λέω· σαν νορμάλ και φυσιολογικοί άνθρωποι, σαν άνθρωποι που έχουν συναίσθηση των ευθυνών τους, υπολογίζουν συνέπειες, συμμερίζονται τον συνάνθρωπο και προβληματίζονται σοβαρά για το μέλλον, δεν μπορεί να περάσει απ’ το μυαλό μας η σκέψη, ότι όλο αυτό το πήγαιν’ – έλα με τις διαπραγματεύσεις κι οι συνομιλίες με τους δανειστές, μπορεί να είναι και πάλι ένα καλοστημένο παραμύθι, ένα ιδιοτελές σχέδιο, που απώτερο στόχο έχει την εξυπηρέτηση και μόνο των στενών κομματικών σχεδίων και την εξασφάλιση του μέγιστου δυνατού κομματικού οφέλους.

Ακόμα κι αν κάποιες φορές περνά απ’ το μυαλό μας αυτή η υπόθεση ή αν τύχει να την ακούσουμε να διατυπώνεται από κάποιον, με μιας την διώχνουμε, αμέσως την προσπερνάμε, εφόσον –καλοπροαίρετοι όντες– αρνούμαστε να πιστέψουμε και να δεχτούμε ότι είναι δυνατόν, δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, που υποτίθεται προασπίζεται κι υπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας και του λαού, μπορεί να καταφύγει εκ νέου στην ίδια «αυταπάτη» για να εξαπατήσει τον λαό και να διασφαλίσει σε όφελός της το λάφυρο της εξουσίας.

Δεν σκέφτονται όλοι το ίδιο, δεν είναι όλοι καλοπροαίρετοι. Αν υπήρχε μια καλοπροαίρετη κυβέρνηση, μια κυβέρνηση που να σέβεται την υπογραφή της με τους δανειστές και να εκτιμά τις πολύχρονες θυσίες του λαού που κυβερνά, θα έκανε κάθε δυνατή θυσία, ώστε αφενός μεν να είναι συνεπής στις δεσμεύσεις της έναντι των τρίτων κι αφετέρου θα εξαντλούσε τις δυνατότητες για ν’ ασκήσει αποτελεσματική και δίκαιη πολιτική.

Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ατέρμονο και κουραστικό παιχνίδι εντυπώσεων, καταγγελιών και συκοφαντιών πότε για τον Τόμσεν, πότε για τον Σόιμπλε, πότε για τον Ντάισεμπλουμ, πότε για τον έναν και πότε για τον άλλον, ανάλογα με το ποια δήλωση, συνέντευξη ή άποψη την εξυπηρετεί συγκυριακά. Ταυτόχρονα, ασυνάρτητες κι αντιφατικές πολιτικές αποφάσεις, αποσπασματικές, πρόχειρες, είτε για τις συντάξεις, είτε για την παιδεία, είτε για τη φορολογία, είτε για τις ιδιωτικοποιήσεις ή τα εργασιακά.

Κι εκεί, πριν από κάποιο Γιούρογκρουπ, μια το Νοέμβρη, μια το Φλεβάρη, μια τον Απρίλη, τσουπ τηλέφωνο στη Μέρκελ για πολιτική λύση, τσουπ μια ο Μοσκοβισί, μια ο Τουσκ ταξιδάκι για κουβεντούλα στην Αθήνα και δώσ' του, να, η λύση έρχεται, να, η τεχνική συμφωνία είναι παραδίπλα, να, συμφωνούν στο 45%, να, η αξιολόγηση πάει για το επόμενο EWG, να το ένα και να το άλλο κι ούτε βήμα πίσω η περήφανη κυβέρνηση. Κι όλα αυτά μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα, μη χάσει ο λαός το θέαμα και σε ζωντανή σύνδεση το δικό του το Survivor.

Ένα τραγικό πολιτικό σκηνικό, που διαιωνίζει την αστάθεια και την ανασφάλεια και εγκλωβίζει σε μια παρατεταμένη ομηρία την οικονομία, την κοινωνία, αλλά και το μέλλον της χώρας. Η μόνη έννοια, η μόνη συνεπής τακτική είναι αυτή με τον πολιτικό χρόνο, εκεί η κυβέρνηση τους κερδίζει όλους κατά κράτος. Αξιοποιεί άριστα την ουσιαστική διάλυση του πολιτικού κατεστημένου για να διατηρεί την πολιτικής ηγεμονία και να κερδίζει με άνεση πολιτικό χρόνο.

Λοιπόν, αυτή η αξιολόγηση δεν πρόκειται να κλείσει απ’ αυτήν την κυβέρνηση. Αυτό είναι το σχέδιο, αυτός είναι ο σκοπός από την πρώτη στιγμή. Στρατηγικός στόχος μέσα σε κλίμα έντονης αντιπαλότητας με τους «κακούς» θεσμούς να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις της αναγκαίας ηρωικής εξόδου των «καλών» αριστερών μέσω των εκλογών κι η παράδοση της χώρας μέσα σ’ αυτή την ένταση και σ’ αυτό το χάλι στους επόμενους για να συνθηκολογήσουν με το μαχαίρι στο λαιμό και να κυβερνήσουν το χάος.

Προηγουμένως θα έχουν φροντίσει ενδεχομένως να πληρώσουν και τα 6 δις της δόσης του Ιουλίου, στραγγίζοντας ότι ευρώ υπάρχει και δεν υπάρχει από οργανισμούς και ταμεία, ώστε εκεί, κατά το Σεπτέμβριο, μετά τις εκλογές που θα προκηρύξουν, ο επόμενος να μην έχει σάλιο, να μην έχει μία, παρά μόνο για δυσβάσταχτη αξιολόγηση σε εκκρεμότητα. Μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: Και το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση και το μεγαλύτερο δυνατό κόστος για την επόμενη. Σατανικό σχέδιο, κάθε άλλο παρά καλοπροαίρετο. Σχέδιο όμως άξιο ενός αριστερού κομματικού survivor. 

Εκεί να δεις μετά αριστερά γλέντια και παράτες, εκεί να δεις καταγγελίες για πουλημένους, προσκυνημένους και προδότες, εκεί να δεις εσύ που νομίζεις ότι τα έχεις δει όλα. Τίποτα δεν έχουμε δει, τίποτα γιατί είμαστε καλοπροαίρετοι. Εκεί να δεις στη μόστρα όλα τα φυσεκλίκια και τα λάβαρα της «πρώτη φορά αριστερά» κυβέρνησης. Εκεί να καμαρώσεις τις μαγκιές χωρίς γραβάτα ανά την υφήλιο και τους ανατολίτικους τσαμπουκάδες στα τηλεπαράθυρα. Εκεί πάνω στα κουρέλια, όχι των μνημονίων, αλλά των δημοκρατικών θεσμών, του πολιτεύματος και των νόμων, της κοινωνίας της ίδιας. Εκεί να δεις πώς στήνονται οι πολιτικές παρενθέσεις και κατασκευάζονται οι νέες πολιτικές δυναστείες.

Δεν το χωρά ο νους, είμαστε καλοπροαίρετοι. Όχι· όταν όλα αυτά δεν θα συμβαίνουν κάπου αλλού, σε κάποιους άλλους, καλοπροαίρετος δεν θα τολμάς να πεις πως ήσουν, αλλά μονάχα αδικαιολόγητος, μονάχα αδικαιολόγητος. [Διακόπτω εδώ, συγγνώμη, αλλά σπεύδω να παρακολουθήσω το σημερινό επεισόδιο του πραγματικού Ελληνικού survivor].

Photo: Greec Web TV

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Μπαλαούρας και Μπαλαούρες.


Ο Μάκης Μπαλαούρας είναι ένας, αλλά πόσοι Μπαλαούρες υπάρχουν; Κανείς δεν πρόκειται να το μάθει, ποτέ.

Αλλά, ναι, το θέμα για μένα δεν είναι ο συγκεκριμένος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ακόμα – ακόμα και το ΗΔΙΚΑ (Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης), η ηλεκτρονική πλατφόρμα δηλαδή των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, το θέμα είναι ότι ακόμα μέχρι και σήμερα, το σωτήριο έτος 2017, το έβδομο της κρίσης, των μνημονίων και της λιτότητας, σκορπίζονται λεφτά δεξιά κι αριστερά στο όνομα μιας κατ’ ευφημισμόν κοινωνικής πολιτικής, χωρίς να έχει διασφαλιστεί –ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς γι’ αυτή καθ’ αυτή τη χορήγηση της «13ης σύνταξης»– ότι η πίστωση που θα διατεθεί θα διανεμηθεί πραγματικά κοινωνικά δίκαια.

Πατάμε ένα κουμπί κι όποιος προλάβει τον Κύριο είδε. Αδιακρίτως, χωρίς έλεγχο, χωρίς διασταυρώσεις, χωρίς αξιολόγηση. Όπως δηλαδή συμβαίνει μια ζωή με τη φορολογία εισοδήματος, με τα επιδόματα, τις συντάξεις, τα βοηθήματα και εν γένει τις παροχές και τις πρόνοιες του κράτους στο πλαίσιο της εκάστοτε ασκούμενης κοινωνικής πολιτικής.

Μπορεί τα «τριχίλιαρα» του Καραμανλή μετά τις τραγικές φωτιές του 2007 να έχουν μείνει σαν παροιμιώδη για τον τρόπο που μοιράστηκαν σε πυρόπληκτους και «πυρόπληκτους», αλλά δέκα χρόνια μετά και μέσα σ’ αυτές τις δεινές οικονομικές συνθήκες, το κράτος δεν δικαιολογείται ούτε σεντ να μοιράζει πλέον για κοινωνικό –και κάθε άλλο βεβαίως σκοπό χωρίς να έχει διασφαλίσει 100% ότι όντως θα πάει στον προορισμό του και θα πιάσει τόπο.

Ο λόγος δεν είναι μια στενόμυαλη λογιστική αντίληψη, μια ανάλγητη και συντηρητική λογική, ο λόγος είναι ότι οι πόροι πλέον είναι πολύ περιορισμένοι για το σύνολο της οικονομίας, οπότε οποιαδήποτε παροχή στο πλαίσιο άσκησης μιας υποτυπώδους έστω κοινωνικής πολιτικής, θα πρέπει να είναι όχι μόνο επαρκώς τεκμηριωμένη ως προς την αναγκαιότητά της, αλλά και πλήρως διασταυρωμένη ως προς τους αποδέκτες.

Αν κάτι, λοιπόν, έπρεπε να έχουμε διασφαλίσει, όχι βεβαίως μόνο μετά το ξέσπασμα της κρίσης, αλλά πολλά χρόνια πριν –αν όχι από πάντα– είναι η διαφάνεια κι ο έλεγχος στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Στα χρόνια απλώς της οικονομικής κρίσης αυτό θα έπρεπε να είναι το κύριο μέλημα κι η αποκλειστική φροντίδα των κυβερνώντων.

Δυστυχώς, η περίπτωση Μπαλαούρα φανερώνει ότι, παρά τις βελτιώσεις που μπορεί να έχουν γίνει σε επιμέρους τομείς άσκησης οικονομικών πολιτικών και δραστηριοτήτων, ο πλήρης έλεγχος κι η αξιόπιστη αποτύπωση της οικονομικής κατάστασης του κάθε πολίτη παραμένουν ακόμα όνειρο θερινής νυκτός.

Με τον τρόπο αυτό, η φοροδιαφυγή δεν θα είναι δυνατόν ποτέ να παταχθεί, εισοδηματικά κριτήρια θα είναι αδύνατο να λειτουργήσουν σε όφελος του κοινωνικού συνόλου, η διαφθορά, αλλά κι η διασπάθιση ή η σπατάλη του δημόσιου χρήματος, θα ζουν και θα βασιλεύουν.

Εκείνοι, λοιπόν, που ενδιαφέρονται πραγματικά για την άσκηση πολιτικών προστασίας των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, για τη στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων, αλλά –προπαντός– για τη διατήρηση και βελτίωση ευαίσθητων και κρίσιμων κοινωνικού χαρακτήρα κρατικών δομών, όπως είναι τα σχολεία ή τα νοσοκομεία, θα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή.

Κοινωνική πολιτική με δανεικά δε γίνεται, ούτε, πολύ περισσότερο, χάριν γούστου ή ψηφοθηρίας. Ίσως ο όρος «κοινωνικός» να είναι από τους πλέον παρεξηγημένους στη χώρα μας, όταν αναφέρεται σε παροχές και διευκολύνσεις, τώρα όμως που «ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι», είναι εγκληματικό –και το γράφω με πλήρη συναίσθηση του βάρους της λέξης– κάποιοι αρμόδιοι να εξακολουθούν να εξασκούνται σε ασκήσεις κοινωνικής ευαισθησίας, ασκώντας τάχα κοινωνική πολιτική σε βάρος, όχι μόνο εργαζόμενων και συνταξιούχων, αλλά της κοινωνίας –κι αυτών ακόμα των δήθεν ωφελούμενων– στο σύνολό της, δίχως να έχουν στοιχειωδώς εξασφαλίσει πού πάνε τα λεφτά.

Πολύ καλά μπορεί να νομίζει, επομένως, ότι έπραξε ο κύριος Μπαλαούρας, επιστρέφοντας τα 300 ευρώ, όμως η πράξη του αυτή δεν θεραπεύει, ούτε διορθώνει τη βαριά αμέλεια των αρμοδίων κυβερνητικών και μη παραγόντων, εφόσον τα χρήματα αυτά, ασφαλώς, θα υπήρχαν κάποιοι άλλοι που τα είχαν περισσότερο ανάγκη απ’ ότι το ταμείο των συνταξιούχων της Τραπέζης της Ελλάδος.

Photo: iefimerida

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

"Πώς φτάσαμε έως εδώ;"


«Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, οι ιδιωτικοποιήσεις, η συγκράτηση των δημοσιονομικών δαπανών και η δραστική μείωση των ελλειμμάτων δεν είναι πλέον δυνατόν να περιμένουν. Ούτε, ασφαλώς, η απελευθέρωση των αγορών εργασίας και όλα εκείνα τα μέτρα, που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, έχουν περιθώρια αναμονής. Καλή, βέβαια, και ευκταία η εργασιακή ειρήνη, την οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να συνδυάσει με τις ριζικές μεταβολές και τους γρήγορους ρυθμούς που απαιτεί η οικονομική ανάπτυξη του τόπου (γι’ αυτό και είναι επιφυλακτική, διστακτική και αναβλητική σε τολμηρές αποφάσεις). Και το κακό είναι ότι ούτε και τα άλλα κόμματα βοηθούν στη λήψη τέτοιων αποφάσεων. Αφήνοντας κατά μέρος το δογματικό ΚΚΕ, το οποίο εξ ορισμού είναι αντίθετο ακόμη και με τις ορθότερες καινοτομίες, γιατί τάχα διαταράσσουν την εργασιακή ειρήνη, βλέπω ότι και η Νέα Δημοκρατία ούτε ενθαρρύνει, στον βαθμό που επιβάλλεται, αναπτυξιακές προσπάθειες, μολονότι θεωρητικά υπερθεματίζει για την ανάπτυξη. Πρέπει, όμως να καταλάβουν όλοι ότι με τη διγλωσσία ούτε με τη διπροσωπία του Ιανού είναι δυνατόν να επιτευχθεί η περιπόθητη πραγματική σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με εκείνη των αναπτυγμένων χωρών της Ε.Ε.».

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Πώς τα καταφέραμε να πελαγοδρομούμε δίχως πυξίδα και κατεύθυνση; Πώς αντέχουμε απ’ τη μια την τυραννία της απελπισίας κι απ’ την άλλη το σκοτάδι του αδιεξόδου; Πώς;

Δε φτάσαμε τώρα, ούτε χτες, ούτε αντιπροχθές, ούτε καν πέρσι ή πρόπερσι· χρόνια σοβεί αυτή η κατάσταση απλά η κρίση την έκανε πλέον δυσβάσταχτη κι ανυπόφορη. Αντί όμως να κοιτάξουμε πώς είναι δυνατόν απ’ αυτό το δύσκολο και καταθλιπτικό «εδώ» να ξεφύγουμε, μένουμε πεισματικά στης άγνοιας και της ημιμάθειας την αχλή, κρυβόμαστε απ’ την αλήθεια κι απομακρυνόμαστε, έτσι, κι απ’ τις ευκαιρίες μιας αξιοπρεπούς και ασφαλούς διεξόδου από την κρίση, αλλά ταυτόχρονα κι απ’ ό,τι σωστό, σημαντικό και σπουδαίο έχουμε μέχρι τώρα ως λαός επιτύχει.

Έτσι, το «εδώ» αποχτά διάρκεια, η κάθε μέρα, ο χρόνος, γίνεται βρόγχος, ισοπέδωση, καταστροφή, μετασχηματίζεται σε λερναία ύδρα που καταβροχθίζει ιδέες, αξίες, κόπους, ανθρώπους. Τη χώρα μας την ίδια και την κοινωνίας μας είναι έτοιμη να καταβροχθήσει, να κατασπαράξει, να διαλύσει. Γιατί; Γιατί αρνούμαστε να πούμε και να δούμε την αλήθεια κατάματα, αποφεύγουμε να πάρουμε τις δύσκολες αποφάσεις που χρειάζονται, διστάζουμε να παραδεχτούμε τα λάθη μας και να χαράξουμε από κοινού μια συγκεκριμένη και σταθερή πορεία, έναν δίκαιο, αποτελεσματικό κι εφαρμόσιμο οδικό χάρτη για την έξοδο απ’ την κρίση.

Μόνον έτσι μπορεί να ξεφύγουμε απ’ το αδηφάγο τελματώδες «εδώ» και να πάμε πιο κάτω, ή –ακριβέστερα– πιο πάνω, ν’ αναπτυχθούμε εμείς και μαζί με μας κι η χώρα. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε κάποια στιγμή –το συντομότερο δυνατό– να ανακόψουμε τη φυγή και τον ξενιτεμό των παιδιών μας, τον διασυρμό της χώρας, την προϊούσα περιθωριοποίησή της. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε ν’ αφήσουμε πίσω μας την κρίση, αλλά, κυρίως, τον κακό καλομαθημένο μας εαυτό, τον δύστροπο, βολεμένο και ματαιόδοξο. Μόνον έτσι θα ενηλικιωθούμε, θα ωριμάσουμε, θα σοβαρευτούμε, πολιτικοί, πολίτες, εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενοι, όλοι μαζί.

Έτσι, επιδιώκοντας συστηματικά κι οργανωμένα τους στόχους, όπως επιγραμματικά τους περιγράφει ο συγγραφέας στο παραπάνω απόσπασμα, μπορεί με σιγουριά να βρούμε το βηματισμό προς ένα περισσότερο δημιουργικό κι ελπιδοφόρο αύριο, χωρίς των «άλλων» τις υποδείξεις και τις ασφυκτικές των αξιολογήσεων συνθήκες. Γιατί τα λόγια αυτά δεν απηχούν κάποιου από τους δανειστές μας –όπως διαβάζοντάς το ενδεχομένως να υπέθεσες– τις απόψεις, ούτε σε κάποιον απ’ αυτούς που «θέλουν το κακό μας» –όπως μπορεί να υποψιάστηκες– ανήκουν. Όταν γραφόντουσαν αυτές οι γραμμές, ούτε μνημόνια, ούτε αξιολογήσεις, ούτε ανάλγητοι δανειστές υπήρχαν, ούτε κανείς για επωνείδιστο χρέος έκανε λόγο· πολύ περισσότερο, ‘κείνη την εποχή, ούτε για «Γερμανοτσολιάδες», ούτε για «προδότες» ή «δοσίλογους» είχε κανείς τη διαστροφή να κάνει λόγο.

Το κακό μας «εδώ» επιθυμούσαν, διορατικά, εκείνες οι σκέψεις να προλάβουν, απ’ τον κακό μας εαυτό επιθυμούσαν να μας προφυλάξουν. Δεν το κατόρθωσαν, όπως από το αποτέλεσμα προκύπτει, παρά την εντιμότητα και την ειλικρινή εκείνης της στιγμής –ή και καμπής διάθεση του συγγραφέα τους. Δεν ευαισθητοποίησαν ούτε κάν τους κατεξοχήν πολιτικούς κι ιδεολογικούς αποδέκτες, εκείνους που σε λίγο μόλις καιρό θα είχαν τη δύναμη και τη δυνατότητα ν’ αποφασίζουν, να εξουσιάζουν, να ορίζουν την τύχη του τόπου και τις τύχες τις δικές μας.

Έτσι, το «εδώ» του 2002, το προβληματικό μεν, αλλά αισιόδοξο «εδώ» εκείνης της εποχής –όπως από τα γραφόμενα του συγγραφέα προκύπτει, της Ελλάδας της ΟΝΕ, της Ελλάδας που εκείνη την εποχή επιχειρούσε δειλά αλλά με σοβαρότητα, άτολμα αλλά με συνέπεια, αργά αλλά με σταθερότητα, να ξεφύγει από τον κακό της εαυτό, απόχτησε όχι μόνο μονιμότητα και διάρκεια, αλλά έγινε πισωγύρισμα κι όπισθεν ολοταχώς, παντού. Ποιες διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, ποιες ιδιωτικοποιήσεις, ποια συγκράτηση των δημοσιονομικών δαπανών και δραστική μείωση των ελλειμμάτων; Τα ακριβώς αντίθετα επέλεξαν να πράξουν οι κυβερνώντες της εποχής, ο Κώστας ο Καραμανλής κι οι συνεργάτες του.

Η φωνή κι οι παροτρύνσεις του συγγραφέα, έπεσαν στο κενό, όπως στο κενό παραλίγο να πέσει μετά από λίγα χρόνια κι η χώρα, στο τσακ τη γλυτώσαμε κι από τότε, από 2010 και μετά, βολοδέρνουμε μ’ όλα τα φαντάσματα και τους εφιάλτες της χώρας και της οικουμένης όλης να στοιχειώνουν τη ζωή και να υποθηκεύουν την ελπίδα.

Αυτή η φωνή, που, σήμερα όσο ποτέ, διατηρεί στο ακέραιο τη σημασία και την επικαιρότητά της, είναι η φωνή του κάθε σκεπτόμενου, του κάθε λογικού, του κάθε ψύχραιμου συμπολίτη μας. Εξακολουθεί όμως να μην ακούγεται δυνατά και ξεκάθαρα, γιατί καλύπτεται από τις κραυγές του λαϊκισμού, παραμορφώνεται απ’ τον θόρυβο της προπαγάνδας, στραγγαλίζεται από τους μηχανισμούς εξουσίας κι επικοινωνίας.

Όσο αυτές οι πρακτικές κι αυτοί οι μηχανισμοί συνεχίζουν να κυριαρχούν, να δυναστεύουν και να υπονομεύουν το μέλλον, τόσο το νοσηρό «εδώ» θα είναι εδώ, παρόν, όπως το όρισε δεκαπέντε χρόνια πριν ο Γεώργιος Ράλλης γιατί σ’ αυτόν ανήκουν οι σκέψεις κι οι προτροπές της εισαγωγής από το βιβλίου «Με ήσυχη τη συνείδηση» (σελ. 235 – 236) θα εξακολουθεί να ορίζει το τέλμα, τη στασιμότητα και την απελπισία του παρόντος, του κάθε «παρόντος».

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Το τερματίσαμε.


Ήθελα να ‘ξερα τι ψάχνουμε. Αφού καθένας έχει βγάλει το συμπέρασμά του, έχει καταλήξει στα πώς και τα γιατί της κρίσης, στους πρωταίτιους και τους συνυπεύθυνους, τι ζητάμε άραγε; Ο καθένας μας κουβαλάει και μιαν αλήθεια από μόνος του, άντε να ‘χει και πέντε – έξι φίλους ή γνωστούς που να συμφωνούν απόλυτα, από ‘κει και πέρα το χάος· στον έναν δεν κάνουν τα πρόσωπα, στον άλλον δεν ταιριάζουν οι πολιτικές, τον τρίτο τον βρίσκουν αντίθετο οι συμφωνίες κι ο τέταρτος διαφωνεί γιατί οι άλλοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και πάει λέγοντας –και γράφοντας.

Αν εξαιρέσεις κάποιους στο διαδίκτυο που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και βγάζουν αφρούς, άντε και μερικούς δημοσιογράφους που πετάνε πού και πού καμιά σπόντα –ειδικά μετά το φιάσκο των αδειών, όλα μέλι γάλα– ο πολύς ο κόσμος έχει μπαφιάσει πια κι ας είναι απογοητευμένος κι εξουθενωμένος απ’ αυτά τα τραγελαφικά κι τ’ αλλοπρόσαλλα της κυβέρνησης. Κανείς δεν έχει όρεξη, ούτε διάθεση ν’ ασχοληθεί σοβαρά με τα κυβερνητικά καμώματα και παλινωδίες, οι περισσότεροι εκτονώνονται στο twitter και ξεσπάνε στο facebook και μέχρι εκεί, αν έχει κάποιος και κάτι σοβαρό να πει, το γράφει και χάνεται αστραπιαία στο πληροφοριακό χάος.

Είναι τόσο πολύ πιεσμένος ο κόσμος, είμαστε τόσο πολύ πιεσμένοι όλοι μας, αλλά είναι και τόσο μεγάλη η απογοήτευση, που αυτή η έρπουσα και τελματώδης καθημερινότητα τείνει να –αν δεν έχει– γίνει συνήθεια και κανονικότητα. Τα ψέματα κι η προπαγάνδα οργιάζουν μπρος στα μάτια μας, όμως, η αλήθεια είναι, ότι δεν αγγίζουν κανέναν πια, λες και δεν μας αφορούν. Οι μεγαλύτερες ανατροπές και διαψεύσεις ελπίδων, προσδοκιών και απαντοχών συμβαίνουν μέρα με τη μέρα –κι ιδίως στις μέρες μιας αυτοδιαφημιζόμενης σαν αριστερή κυβέρνηση– κι όμως είναι σαν να γίνονται κάπου αλλού και ν’ αφορούν κάποιους άλλους.

Το σημερινό σκηνικό είναι στημένο από χρόνια. Μια δράκα νεολαίων πρώην ΚΚΕ μαζί με καμιά δεκαριά –ζήτημα– σιτεμένους κρατικοδίαιτους ΠΑΣΟΚους κι έναν δηλωμένο Καραμανλικό, έστησαν κυβέρνηση, που αν το έλεγες πριν πέντε – δέκα χρόνια θα γελάγανε όλοι μαζί σου. Κι όμως, μέσα στο θερμοκήπιο της κρίσης και χρησιμοποιώντας με εκπληκτική μαεστρία την εργαλειοθήκη, όχι του ΟΟΣΑ –σιγά μην την ξανακούσετε αυτή–, αλλά των κομματικών πρακτικών της μεταπολίτευσης, όλοι αυτοί που επί δύο και πλέον χρόνια μας κυβερνούν, δείχνουν τα δόντια τους στο ίσαμε χτες κομματικό κατεστημένο.

Ο κρατικός μηχανισμός είναι από χρόνια μαθημένος να υπηρετεί κομματικές εξουσίες. Τα υπουργικά γραφεία στελεχώθηκαν με κομματικούς μετακλητούς –όπως από πάντα–, οι κομματικά προσκείμενες συνδικαλιστικές ηγεσίες συνέχισαν τον παρα-διοικητικό τους ρόλο –όπως από πάντα–, οι διοικήσεις των δημόσιων οργανισμών απέκτησαν τους νέους κομματικούς εκλεκτούς –όπως από πάντα. Μ’ άλλα λόγια το κράτος εξακολουθεί να κομματοκρατείται –όπως από πάντα. Ταυτόχρονα, όμως, εξακολουθεί να «σιτίζει» δίνοντας δουλειές, επιχορηγήσεις, έργα και προμήθειες χιλιάδες άτομα, επιχειρήσεις, οργανισμούς –όπως από πάντα. Τι ΠΑΣΟΚ, τι Νέα Δημοκρατία, τι ΣΥΡΙΖΑ τώρα;

Τα ίδια με το κράτος και στο πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς, τη δικαιοσύνη, την παιδεία, τα μέσα ενημέρωσης, όλα κυλούν όπως από πάντα, τα δύσκολα και τα βαθιά αποφεύγονται όπως αποφεύγει κι ο διάβολος το λιβάνι. Πώς να ξεφύγεις έτσι από τα βαθιά της κρίσης; Πώς ν’ ανακάμψει η οικονομία, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, να προκόψουν οι άνθρωποι κι ο τόπος, πώς; Μόνο με τα λόγια; Μόνο μ’ ένα σύμφωνο συμβίωσης ή μήπως με την απλή αναλογική θα λυθούν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας; Αστεία πράγματα.

Ακόμα κι η πολιτική αντιπαράθεση κυβέρνησης - αντιπολίτευσης γίνεται με όρους και τύπους, όπως από πάντα. Τι στη Βουλή, τι στα μέσα ενημέρωσης, οι ίδιες ανιαρές κι ανούσιες συζητήσεις, οι ίδιες στημένες αψιμαχίες, οι ίδιες χιλιοειπωμένες ατάκες κι εξυπνάδες. Δεν υπάρχει μια νέα ιδέα, μια ουσιαστική επιχειρηματολογία, ένας κοινός τόπος συνεννόησης.

Όλοι, καθένας από τη σκοπιά του, σπρώχνουν τον καιρό πίσω, μα θες αξιολογήσεις είναι, μα θες μεταρρυθμίσεις, αλλαγές ή τομές, όλα παραπίσω και παραπίσω, δίχως επί της ουσίας ν’ αγγίζουμε κανένα από τα αίτια που συνέβαλαν στο να χτυπήσει η παγκόσμια κρίση τόσο σκληρά και δυσβάσταχτα τη χώρα. Όχι μισή αλήθεια δεν ακούγεται πλέον, αλλά το παραμύθιασμα κι η προπαγάνδα δίνουν και παίρνουν. Θα μου πεις –και δεν θα ‘χεις άδικο– εδώ δεν έμεινε καλά – καλά εφημερίδα για να διαβάσουμε μια Κυριακή· κοιτάς τους τίτλους στο περίπτερο και νομίζεις ότι βρίσκεσαι αλλού.

Τι μένει να μας εξιτάρει, λοιπόν; Τι μπορεί να μας συνεγείρει από την παθητικότητα και το λήθαργο; Τίποτα. Έτσι θα σέρνονται προς τα κάτω όλα κι εμείς μαζί μέχρι να προκηρυχτούν εκλογές. Είναι οι εκλογές λύση; Δεν αισιοδοξώ, αλλά μένει ως τότε να φανεί. [Το μόνο σίγουρο είναι ότι η «γη» που θα παραληφθεί θα είναι εκατό τοις εκατό καμμένη, όπως κι η γούνα μας].

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Άρρωστοι.


«Έχουμε, τουλάχιστον, την υγειά μας», η συνηθέστερη στις μέρες μας επωδός κλείνοντας μια συνομιλία. Έχουμε την υγειά μας, αμ δε· παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του, εφόσον ούτε την υγειά μας, όπως νομίζουμε, έχουμε.

Σε ποια υγεία αναφερόμαστε; Ότι, δηλαδή, περπατάμε και στεκόμαστε όρθιοι; Ότι δεν έχουμε ίωση ή κάποια ανίατη ασθένεια; Ότι μπορούμε και τρώμε και μιλάμε; Σε τι ακριβώς, γιατί στις μέρες που ζούμε μόνο όποιος έχει ολική αναισθησία ή ανήκει στον κυβερνητικό μηχανισμό μπορεί να αισθάνεται καλά, όλοι οι υπόλοιποι, ακόμα κι αν δεν καταφεύγουν προς το παρόν στα ψυχοφάρμακα, βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, σε συνθήκες παρατεταμένης ανασφάλειας και βαθιάς κατάθλιψης.

Δεν είμαστε καλά, δεν είμαστε καθόλου καλά, όχι γιατί μέρα τη μέρα φτωχαίνουμε και πάμε, όχι γιατί εξοικειωθήκαμε με το ψέμα, ούτε γιατί πιστέψαμε αφελώς ότι «όλοι το ίδιο είναι», δεν είμαστε καλά γιατί συνηθίζουμε λίγο-λίγο τη μιζέρια, ανεχόμαστε σιγά-σιγά αυταρχικές επιλογές, δεχόμαστε μέρα με τη μέρα την έκπτωση των δημοκρατικών θεσμών, αφομοιώνουμε εικόνα την εικόνα τον εξευτελισμό της ζωής, το ποδοπάτημα της αξιοπρέπειας, το κουρέλιασμα της ελπίδας.

Βυθιζόμαστε κοινωνικά, επαγγελματικά, ατομικά, αλλά επιμένουμε να μένουμε στην επιφάνεια, στο φαίνεσθαι, στο σύνθημα και την πιασάρικη ατάκα, επιλέγουμε με ευκολία την εύκολη λύση και με αβρότητα την ανέξοδη επιλογή· αυτές τις «ανέξοδες» επιλογές και τις εύκολες λύσεις πληρώνουμε μέχρι τώρα πανάκριβα, αυτές τις συμφέρουσες πολιτικές και τις πολιτικές διαπραγματεύσεις· τις αυταπάτες μας.

Πόσες αξιολογήσεις θα πρέπει να κλείσουν με νέα μέτρα σε βάρος μας; Πόσα μνημόνια θα πρέπει να υπογραφούν για νέες περικοπές και νέες μειώσεις; Πόσο ακόμα θα πρέπει να πληρώσουμε και πόσες χιλιάδες νέοι επιστήμονες να ξενιτευτούν για να συνεχίσουμε να ξεροσταλιάζουμε στις ατέλειωτες ουρές, να αγωνιούμε για ένα μεροκάματο, να ταλαιπωρούμαστε σε ατέρμονες δικαστικές διαμάχες, να πεθαίνουμε –ενίοτε κυριολεκτικά– για ένα ραντεβού σε δημόσιο νοσοκομείο, να τυρρανιώμαστε γυρεύοντας βεβαιώσεις κι υπογραφές στις εφορίες, στις πολεοδομίες, στον ΟΑΕΔ, στο ΙΚΑ, στα ΠΕΔΥ, στους Δήμους;

Να έχουμε την υγειά μας μόνο για να πληρώνουμε, φαίνεται, και να είμαστε κι ευχαριστημένοι, επειδή –λέει– αυτοί που κυβερνούν είναι καλύτεροι απ’ τους προηγούμενους κι έχουν –καβάτζα στα δύσκολα– και το «ηθικό πλεονέκτημα». Είναι εργαλείο ανάπτυξης, το ρημάδι; Είναι τρόπος παραγωγής, διακυβέρνησης, πολιτικής ή μια πομφόλυγα για τα κρατικά μέσα ενημέρωσης και για την προπαγάνδα των φιλοκυβερνητικών εντύπων;

Είμαστε στριμωγμένοι στη γωνιά, μας χτυπάνε αλύπητα κι εμείς επιμένουμε ότι είμαστε ευχαριστημένοι επειδή –λέει– έχουμε την υγειά μας! Τι να πουν τότε οι άτυχοι συμπολίτες μας που δεν την έχουν ούτε αυτή; Τι πρέπει να κάνουν, τη στιγμή, μάλιστα, που ο χώρος της δημόσιας υγείας δοκιμάζεται σκληρά κι αδυσώπητα; Πρέπει να εξαφανιστούν ή να περιμένουν το θαύμα ή το μοιραίο με καρτερία και στωικότητα; Αυτό το θαύμα που λίγο – πολύ όλοι περιμένουμε, εφόσον έτσι όπως έχουμε μπλέξει μόνο μ’ ένα θαύμα μπορεί να σωθούμε.

Αλλά ούτε στο θαύμα μπορούμε να συμφωνήσουμε μεταξύ μας. Άλλος μας λέει να το περιμένουμε εξ ουρανού, άλλος απ’ την ανατολή, άλλος από τον Τραμπ, άλλος απ’ τις εκλογές κι άλλος από τη δραχμή. Υπάρχει κάποιος που να πιστεύει και να περιμένει το θαύμα από τη σκληρή κοινή μας προσπάθεια, από τη δύσκολη κι επίπονη συνεισφορά και συμμετοχή όλων μας, από τη μακρόχρονη και συστηματική προσήλωσή μας στην ανόρθωση και την ευημερία της χώρας; Αστεία πράγματα.

Η αφασία κι η ανημποριά της –κατά τα λοιπά υγιούς– κοινωνίας βολεύει, η κόπωση κι ο μιθριδατισμός στη φτήνια και τη φτώχεια εξυπηρετούν εκείνους που μεθοδικά την κανακεύουν και την αποκοιμίζουν –με προσκεφάλι πάντα το ηθικό πλεονέκτημα– στα ρηχά και τα εύκολα, στα δήθεν αριστερά κι ελπιδοφόρα, στα αδιαπραγμάτευτα και τις κόκκινες γραμμές, στη θυματοποίηση και την παραίτηση.

Οι κοινωνικές παροχές των ψίχουλων και της ελεημοσύνης, οι κοινωνικές πολιτικές της αρπαχτής, της αδιαφάνειας και της ισοπέδωσης, οι αλλαντάλλων προσλήψεις και διορισμοί, οι εξυπηρετήσεις κι οι πελατειακές δοσοληψίες, η άμβλυνση των δημοκρατικών θεσμών και λειτουργιών, η καταστρατήγηση της νομιμότητας, της ισότητας, του δικαίου, η ανοχή στην ανομία κι η αδιαφορία για την παραβατικότητα, την αλητεία και την προσβολή, μπολιάζουν μέρα τη μέρα το κοινωνικό σώμα με το δηλητήριο της σήψης, της διάλυσης, της αυτοκαταστροφής.

Η μισαλλοδοξία κι ο ανταγωνισμός μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, των επαγγελματικών οργανώσεων, αλλά και μεταξύ γειτόνων ή ακόμα και μελών της ίδιας οικογένειας, ο κοινωνικός αυτοματισμός, λειτουργούν αποσταθεροποιητικά και διχαστικά διαρρηγνύοντας σχέσεις και σταθερές, ανατρέποντας ισορροπίες και συσχετισμούς. Δημιουργούν μείγμα τοξικό κι επικίνδυνο, που αλλοιώνει την εικόνα της κοινωνίας μας και καταστρέφει την όποια διάθεση συμμετοχής, το όποιο ενδιαφέρον συνεργασίας, τα όποια ψήγματα λογικής.

Τι τα θες όμως, εμείς να έχουμε την υγειά μας, οι αποφάσεις κι οι λύσεις μπορούν να περιμένουν· δε βλέπεις, άλλωστε, κι η αξιολόγηση;

Photo: fantasy