Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Συμβόλαιο του "θανατά".


Όχι, ούτε εξέταση ούρων, ούτε εκταφή του συχωρεμένου για εξέταση DNA δεν ζητήθηκαν προκειμένου να πουλήσει το παιδί ένα διαμέρισμα 22 τετραγωνικά που κληρονόμησε.

Κατά τα λοιπά, πάνε τώρα κοντά τρεις μήνες που έχει βρεθεί αγοραστής –μετά από πολύμηνες προσπάθειες– κι έκτοτε ακόμα τρέχουμε από υπηρεσία σε υπηρεσία μη γνωρίζοντας με ακρίβεια ακόμα πότε θα κλείσει αυτός ο απίστευτος κύκλος συλλογής των απαιτούμενων δικαιολογητικών.

Το απίστευτο είναι, ότι –υπό τις παρούσες συνθήκες– τη μεγαλύτερη καθυστέρηση προκαλεί η υποβολή δικαιολογητικών που θεσπίστηκε μεσούσης της οικονομικής κρίσης, μόλις το 2013 και το 2014 και πρόκειται για τη βεβαίωση του μηχανικού περί πολεοδομικής νομιμότητας και το πιστοποιητικό του ΕΝΦΙΑ.

Δηλαδή οι φωστήρες που νομοθετούν, αλλά και τα σαΐνια των υπουργείων και των συντεχνιών που τα εισηγούνται, αντί να απλουστεύουν και να διευκολύνουν τους πολίτες, ιδιαίτερα αυτή την εποχή που και το χρήμα είναι δυσεύρετο κι οι οικοδομές έχουν πατώσει, υποχρεώνουν τους πολίτες να εμπλακούν με τη φυσική παρουσία τους και να έχουν συναλλαγή με τις κατ’ εξοχήν κι αποδεδειγμένα και διαχρονικά γραφειοκρατούμενες και πλέον χρονοβόρες υπηρεσίες του ελληνικού δημοσίου, την πολεοδομία και την εφορία.

Εν προκειμένω, επειδή το ακίνητο είναι προ του 1960 –τόσο καινούργιο– θα πρέπει να βρεθεί η οικοδομική άδεια από το αρχείο της πολεοδομίας του Δήμου της Αθήνας (Συγγρού), όπου πας εκεί και αφού βγάλεις κάτι φωτοτυπίες παραδίπλα και πηγαινοέρθεις μερικές φορές από γραφείο σε γραφείο –δύο με τρία βήματα απόσταση το ένα από τ’ άλλο– και σε εξυπηρετήσουν τρεις διαφορετικοί υπάλληλοι –ο ένας δίπλα στον άλλο, όχι ο ένας που έχει τη σφραγίδα του πρωτοκόλλου είναι απέναντι(!)– παίρνεις ένα χαρτάκι που σου ορίζει ραντεβού για να τα παραλάβεις μετά από 30 με 40 μέρες.

Και περιμέναμε να περάσει ο Ιούνιος, να μπει ο Ιούλιος, να ‘ρθει κι η ευλογημένη μέρα που θα παίρναμε επιτέλους τα αντίγραφα της άδειας να δούμε αν ο μπαγαπόντης ο μηχανικός εκείνης της εποχής είχε κάνει τίποτε «αμαρτίες» στο υπόγειο, που θα έπρεπε να τις πληρώσουμε εμείς μισό και βάλε αιώνα μετά στο δημόσιο μ’ ένα χιλιαρικάκι μαζί με την αμοιβή του μηχανικού.

Και φτάνει η ευλογημένη –που λέγαμε– μέρα του Ιούλη και ‘κει που φρεσκοξυρισμένος κι ευδιάθετος ετοιμάζεσαι πρωί – πρωί για το ραντεβού, χτυπάει το τηλέφωνο και το ραντεβού ματαιώνεται. Ναι, ματαιώνεται, γιατί τελείωσε –λέει– το μελάνι του εκτυπωτή κι οι αρμόδιοι θέλησαν –να ‘ναι καλά οι άνθρωποι– να μας ενημερώσουν να μην τρέχουμε στο κέντρο, γιατί είχε κείνες τις μέρες και αφόρητο καύσωνα.

«Πότε;» –ψελλίζεις αποσβολωμένος– «άγνωστο», η απάντηση· τα μελάνια του εκτυπωτή των μικροφίλμς είναι εισαγωγής και δεν είχαν ιδέα πότε ο σχετικός διαγωνισμός των αρμόδων υπηρεσιών του Δήμου της Αθήνας θα ολοκληρωθεί ώστε να παραληφθούν. Ακόμα αγνοείται η τύχη τους.

Και σκέφτεσαι: Δεν πάω να βγάλω κανένα άλλο χαρτί μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Κι εκεί είναι που μπλέκεις με την εφορία. Οι ουρές, για τρέλα κι οι υπάλληλοι με το φανάρι. Εκνευρισμός μουρμούρα, αλλά το αφόρητο είναι –όταν μετά από δυο-τρεις ώρες έρθει η σειρά σου– το πήγαιν’ – έλα. Οι άνθρωποι δεν παίζονται, σου λένε το «πηγαίνετε να πάρετε πρωτόκολλο» με τόση φυσικότητα κι ας απέχει το τμήμα κληρονομιών απ’ το πρωτόκολλο τρεις ορόφους! Ναι, κι όλα στο χέρι. Ναι, εκεί όλα γίνονται χειρόγραφα για να ‘χουν και κύρος, αλλά –υποθέτω– και κάποια συλλεκτική αξία αύριο – μεθαύριο, όταν το ακίνητο αυτό περάσει σε κάποια άλλα χέρια.

Νομίζεις ότι ξεμπερδεύεις αμέσως; Καλά, δες αν έρχομαι! Μετά από δέκα με δεκαπέντε μέρες σου κλείνουν ραντεβού για να παραλάβεις τις βεβαιώσεις περί μη οφειλής ΕΝΦΙΑ κι ας είχε ο μακαρίτης –Θεός συχωρέσ' τον και πάλι– τακτοποιήσει όλες του τις υποθέσεις με την εφορία κι ας έχουν οι κληρονόμοι τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα για το Ε9 τους, τις δηλώσεις και τα συμπαραμαρτούντα, πρέπει να δηλώσουν, ότι για το ακίνητο δεν χρωστάνε τον ΕΝΦΙΑ του ’12, του ’13 κ.ο.κ., δηλαδή για τα χρόνια που το ακίνητο δεν ήταν κάν στην κυριότητά τους.

Αν, έτσι για να πεις και συ κάτι, διαμαρτυρηθείς για την καθυστέρηση, σου ανοίγουν με τόση ετοιμότητα μια ντουλάπα ξέχειλη από χαρτομάνι, ώστε ν’ αντιληφθείς ιδίοις όμμασι πόσοι πριν από σένα έχουν περάσει την ίδια δοκιμασία κι ακόμα περιμένουν, και να σκύψεις τα μάτια ντροπιασμένος.

Κάποια στιγμή το συμβόλαιο θα γίνει, απορώ όμως αν έχουμε σωτηρία, αν υπάρχει δρόμος και διέξοδος για εμάς, για τα παιδιά μας. Δεν είναι ρητορικά τα ερωτήματα, ούτε έχω πικαριστεί εξαιτίας της προσωπικής μου υπόθεσης και ταλαιπωρίας. Τέτοιες κι ανάλογες υποθέσεις και ταλαιπωρίες –ίσως και πολύ πιο σημαντικές και κρίσιμες– για τους ανθρώπους είναι καθημερινές, ώσπως πού αντέχει να πάει αυτό όμως; Ως πού μπορούμε κι εμείς να τ’ αντέχουμε και να τ’ ανεχόμαστε;

Δεν είναι που θεσπίζονται στο γόνατο υποχρεώσεις, δεν είναι που λείπει προσωπικό, δεν είναι που δεν δουλεύουν με ένταση σε κάποια τέτοια πόστα οι υπάλληλοι, είναι που ο κρατικός μηχανισμός κι αυτοί που έχουν την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του περί άλλων τυρβάζουν, αδιαφορούν για τον πολίτη και την καθημερινότητά του, αδιαφορούν για την ανοργανωσιά, τις ελλείψεις, τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών.

Αυτή η κατάσταση καλλιεργεί κι εντείνει τη διάχυτη απαισιοδοξία, αυτός είναι ο πιο σημαντικός λόγος που δεν διαφαίνεται διέξοδος απ’ την κρίση και το σημερινό αδιέξοδο. Αυτή η κατάσταση θα πρέπει να κάνουμε ό,τι περνά απ' το χέρι μας για ν' αλλάξει· το συντομότερο.

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Δεν τρέχει κάστανο.


Πόσα μέτωπα ανοιχτά; Πόσες αντιπαραθέσεις σοβούν; Δεν προλαβαίνουμε να κλείσουμε τη μια πληγή και τσουπ ξεπετάγεται η επόμενη. Από πού ν’ αρχίσεις; Τη μια ο Ντάνος, την άλλη ο Νιόνιος, την τρίτη ο Ρουβάς, μετά ο Παϊσιος, χτες ο Βαρουφάκης, προχτές ο Καρανίκας, αντίπροχθες ο Τσακνής. Να πάω και πιο πίσω; Δεν το αντέχω! Ζωή μέσα στην ένταση, την κόντρα και το ξεκατίνιασμα. Είναι ζωή αυτή;

Όχι, κάθε άλλο, αυτό δεν είναι ζωή, είναι θάνατος αργός, μια καθημερινή παρατεταμένη παραίτηση από τα ουσιώδη και τα σημαντικά, απ’ τα σπουδαία και τα κρίσιμα. Ναι, ποιον δεν έχει απογοητεύσει η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ; Ποιον μπορεί ν’ αφήνουν αδιάφορο κι απαθή οι καθημερινές αστοχίες, παλινωδίες, αυταρχισμοί; Κανέναν, νομίζω, κι όμως, έχουμε αφεθεί στην εύκολη κι ευκαιριακή εκτόνωση του διαδικτύου, στη χαλαρή ενατένιση της οθόνης, παρατηρώντας με αξιοθαύμαστη –ομολογουμένως– στωικότητα τη ζωή να δυσκολεύει, να στενεύει, να γεμίζει ήττες κι ερωτηματικά κι εμείς να σουρμαλιώμαστε πότε για το ένα ριάλιτι και πότε για το άλλο twit, αποχαυνωμένοι και παραιτημένοι απ’ όλα τ’ άλλα.

Ανάπτυξη ακούμε και τσιμουδιά δεν ακούγεται για το «πώς». Στη Δυτική Μακεδονία έπρεπε να φτάσει η χάρη μας για ν’ αρχίσουμε να σχεδιάζουμε –λέμε τώρα– εν έτι 2017 αυτό για το οποίο όλες οι πολιτικές και παραγωγικές δυνάμεις της χώρας έπρεπε να έχουν κάνει υπόθεσή τους κι ευαγγέλιο από το 2010 –για να μην πούμε και πάλι για το πιο πριν. Από το πόντιουμ, πότε εδώ και πότε ‘κει, δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο απ’ τη λέξη «ανάπτυξη». Η πιο γλυκιά καραμέλα, η πιο πικρή απόφαση.

Προτιμάμε όλα αυτά τα χρόνια να μοιράζουμε την πίκρα με την κουτάλα της σούπας αδιακρίτως σ’ όλη την κοινωνία για να μην «χαλάσουμε τη σούπα» στις πανίσχυρες και πασίγνωστες συντεχνίες και ομάδες συμφερόντων που δυναστεύουν κι απομυζούν τον τόπο, να μην αγγίξουμε τις στρεβλώσεις και τις κραυγαλέες αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού στη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τις κοινωνικές υπηρεσίες κ.λπ., να μην θίξουμε τις προφανείς και πανθομολογούμενες παθογένειες του πολιτικού συστήματος.

Βολεύει αυτός ο αποπροσανατολισμός κι αυτή η παραίτηση των πολιτών, αφενός εκτονώνει ανώδυνα μια κατάσταση που κάτω από άλλες συνθήκες θα μπορούσε να γίνει και εκρηκτική κι αφετέρου διευκολύνει να δημιουργούνται ευκαιριακές πλειοψηφίες για την κατοχή και τη νομή της εξουσίας· όσο πιο πολλοί απέχουν τόσο πιο εύκολα οι κομματικοί μηχανισμοί ελέγχουν και κατευθύνουν τις πολιτικές εξελίξεις, τόσο πιο εύκολα χειραγωγείται η κοινή γνώμη κι ακούγονται οι φωνές που το σύστημα ενημέρωσης προκρίνει κι επιθυμεί.

Ωραία τα γράφεις, αλλά, τι να κάνουμε;

Τι να κάνουμε; Ν’ αλλάξουμε!

Ναι, ρε φίλοι και σύντροφοι, ν’ αλλάξουμε εμείς πρώτοι· τρόπο ζωής, συνήθειες, νοοτροπία. Γιατί, ντε και καλά, να είναι όλα «θέμα παιδείας». Τι μου λες; Θα περιμένουμε εκατό χρόνια για να γίνει το θαύμα; Εμείς δεν πήγαμε, δηλαδή, σχολείο ή στο σχολείο που πήγαμε δεν μάθαμε πέντε γράμματα; Μόνο να πετάμε τα χαρτιά και τα τσιγάρα όπου βρούμε, μόνο να βρίζουμε και να ασχημονούμε πίσω απ’ το τιμόνι ή «όπου μας παίρνει», μας μάθαιναν; Τι να σου κάνει κι η εκπαίδευση άμα έχεις ένα διαρκές ράβε – ξήλωνε πάνω στο εκπαιδευτικό σύστημα των τελευταίων δύο αιώνων ή άμα αλλάζεις κάθε χρόνο τα σχολικά βιβλία για πλάκα;

Προφάσεις εν αμαρτίαις. Εμείς δεν θέλουμε ν’ αλλάξει τίποτα. Κι αφού δεν θέλουμε εμείς γιατί να θέλουν αυτοί που αύριο θα ζητάνε την ψήφο μας; Ποιοι, δηλαδή, γράφουν (κι έγραφαν) τροπολογίες εν τω μέσω της νυκτός ή επινοούν (κι επινοούσαν) μεταμεσονύκτιες ρυθμίσεις με χίλια δυο ρουσφέτια και διευκολύνσεις; Οι προτείνοντες υπουργοί ή βουλευτές, μόνο; Ναι, το πιστέψαμε! Εμείς είμαστε από πίσω, κάποιο «δικό μας» χέρι διατύπωσε το «αίτημα», που πάντα είναι (και ήταν) «δίκαιο», «χρόνιο» ή «ώριμο» –εκεί θα κολλήσουμε–, και το έφτασε μέχρι τη Βουλή και το ΦΕΚ. Κατ’ εμέ το θέμα των συμβασιούχων, είναι η μεγαλύτερη κοροϊδία κι ο πλήρης ευτελισμός των πολιτικών θεσμών της χώρας. Έτσι δεν βγαίνουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά, ούτε εμείς απ’ το τούνελ.

Πριν φτάσουμε, λοιπόν, αύριο – μεθαύριο να βρίζουμε και τον Μητσοτάκη ή τον όποιον Μητσοτάκη, ας ξανασκεφτούμε τη δική μας στάση και συμπεριφορά απέναντι στη ζωή και τα πράγματα. Εκ του ασφαλούς κι εκ του προχείρου οι λύσεις βρίσκονται με το καντάρι, τα πράγματα είναι δύσκολα, όμως, και με τ’ αστεία και τα ψέματα οι λύσεις δεν βρίσκονται, αλλά φεύγουν και μαζί τους οι ευκαιρίες, τα παιδιά μας κι η ζωή μας.

Καλή η εκτόνωση κι ο χαβαλές, χαλαρωτικές οι ατάκες και τα τιτιβίσματα, βγάζουν γέλιο πολλές φορές, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν βγάζουν ψωμί κι εμείς έχουμε πολύ ψωμί μπροστά μας, πολύ ψωμί –για να μην φτάσουμε να πούμε «το ψωμί ψωμάκι», που λέει κι η μάνα μου, καλή της ώρα.

Photo: IMPAKTER

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Στης αριστεράς το κέντρο.


Είμαστε αποπροσανατολισμένοι, αυτό είναι το δικό μου συμπέρασμα. Οι αναγκαίες επιλογές κάνουν πλέον –περισσότερο από ποτέ– «νιάου-νιάου» κι η αντιπαράθεση γίνεται για το αν αυτές θα πρέπει να γίνουν από κάποιους που θα κινούνται «κεντροαριστερά» ή από εκείνους που θα τοποθετούνται στο «προοδευτικό κέντρο».

Ονοματίστε τες τις ρημάδες με τ’ όνομά τους, ένα – δύο – τρία κ.ο.κ. Αυτό θεωρούμε αναγκαίο για το κράτος και πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει μ’ αυτό τον τρόπο, αυτό για την οικονομία και θεωρούμε απαραίτητο να ληφθούν αυτές οι αποφάσεις, αυτό για το πολιτικό σύστημα και προτείνουμε αυτές κι αυτές τις αλλαγές στο Σύνταγμα και στους νόμους κι ύστερα βήμα το βήμα αυτές είναι οι προτάσεις μας για τη δημόσια διοίκηση, για την εκπαίδευση, για τον πολιτισμό, για τους επαγγελματίες, τους νέους, τους κοινωνικά αδύναμους κ.λπ.

Ένας χώρος που έχει δρέψει δάφνες και δάφνες εκλογικών επιτυχιών κι έχει καταγράψει ατέλειωτα χιλιόμετρα άσκησης κυβερνητικής εξουσίας, δεν μου ακούγεται ευχάριστο να εμφανίζεται σε στυλ Σταύρου Θεοδωράκη –και το λέω με την καλή έννοια– που εμφανίστηκε στην πολιτική χθες και να περιγράφει σε αδρές γραμμές τα πάντα σαν να μην έχει πίσω του πεπραγμένα και παρελθόν.

Δεν μιλάω για αυτοκριτική –νισάφι πια μ’ αυτή τη λέξη– και δεν αναφέρομαι σ’ αυτήν γιατί κανένα, μα κανένα, κόμμα και πολιτικός χώρος δεν έχει αισθανθεί ποτέ –και πολύ περισσότερο μετά την κρίση– την ανάγκη ν’ αναγνωρίσει κάποιο δικό του λάθος, αστοχία ή εσφαλμένη εκτίμηση. Τουναντίον μάλιστα, αρπάχτηκαν όλοι, μα όλοι, από ένα «λεφτά υπάρχουν» και βρέθηκαν μονομιάς όλοι από τη σωστή πλευρά των πραγμάτων. Ρε, τι μνημόνια πέφτουν σαν βροχή, τι φόροι σαν χαλάζι, τι περικοπές κι απολύσεις, όλοι αισθάνθηκαν –κι εξακολουθούν να αισθάνονται– ασφαλής κάτω από την ομπρέλα αυτής της ξεκομμένης ατάκας.

Δεν αναφέρομαι, λοιπόν, στο να εξακολουθήσει αυτό το αυτομαστίγωμα κι εσωστρέφεια, η αλληλοεξόντωση κι οι κόντρες, ούτε στην επ’ άπειρον ενοχοποίηση ενός πολιτικού χώρου, που αποδεδειγμένα επέδρασε και συνέβαλλε καταλυτικά στην αλλαγή και την ανανέωση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας. Το ζητούμενο είναι ν’ απαντηθούν πειστικά και τεκμηριωμένα τα ερωτήματα που αφορούν τις μεγάλες υστερήσεις της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης του τόπου από τη μεταπολίτευση και μετά.

Φταίνε οι εποχές; Φταίει η Ευρωπαϊκή Ένωση, η παγκοσμιοποίηση, η Γερμανία; Πού χάθηκαν οι μάχες με τη γραφειοκρατεία; Πώς έμεινε πίσω ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής; Τι εμπόδισε την εμπέδωση ενός σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος, ενός αξιόπιστου εκπαιδευτικού συστήματος, ενός σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου; Ερωτήματα που, λίγο – πολύ, είναι απαντημένα απ’ την ίδια τη ζωή –η περίπτωση «Γιαννίτση» είναι η πλέον χαρακτηριστική, αλλά που είναι κρίσιμο ν’ ακουστούν κι απ’ αυτούς που επί σειρά ετών αποφάσιζαν –σχεδόν παμψηφεί– για τη ζωή όλων των άλλων. Ερωτήματα που, τελικά, δεν τα απευθύνεις απ’ το βήμα στο ακροατήριο, αλλά τ’ απαντάς κοιτάζοντας με ειλικρίνεια τα κιτάπια και τους λογαριασμούς σου.

Η εποχή αυτή προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία με την άνεση χρόνου που φαίνεται να εξασφαλίζει, ώστε οι όποιες προτάσεις να ‘ναι «δεμένες», όχι μόνο με τον εκφραστή ή την ομάδα τους, αλλά και με τις βαθύτερες αιτίες που έχουν δημιουργήσει την ανάγκη. Έτσι, στο μεγάλο κάδρο –ωραία έκφραση, μετά τα «αχαρτογράφητα νερά»– μπαίνουν διαχρονικές και διαδοχικές αιτίες, ευθύνες, παραλήψεις, αποφεύγονται –κατά το δυνατόν– αφορισμοί και απλουστεύσεις, ισοπεδώσεις κι αρνητικά σχόλια μόνο για συγκεκριμένες εποχές, πρόσωπα ή κυβερνήσεις, αποχτά ο λόγος ουσία, περιεχόμενο, γίνεται περισσότερο αντικειμενικός κι ευκολότερα αποδεκτός ως πολιτική θέση, πρόταση, αντίληψη.

Όταν λέγεται ότι «ο κόσμος θέλει την αλήθεια», εκείνο που εγώ καταλαβαίνω, είναι ότι το ζητούμενο δεν είναι ν’ ανακαλυφθεί απ’ τα κόμματα ο τετραγωνισμός του κύκλου ή μια νέα οικονομική θεωρία, αλλά ότι η συντριπτική πλειοψηφία ενός μετριοπαθούς ακροατηρίου, σιωπηλού συνήθως κι ανέκφραστου, είναι ν’ ακουστούν με πειστικό τρόπο απλές λύσεις που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και να διευκολύνουν την καθημερινότητα, άμεσα, μεσοπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα.

Καθημερινότητα είναι κι η δουλειά και το σχολείο κι οι υποδομές κι οι υπηρεσίες, αλλά κι οι μισθοί κι οι φόροι κι όλα. Καθημερινότητα δεν είναι μόνο οι λακκούβες κι οι ουρές, ούτε μόνο το νερό και το ρεύμα. Καθημερινότητα είναι κι η τηλεόραση κι ο αθλητισμός, αλλά κι η έρευνα κι οι τεχνολογίες κι οι επιστήμες. Καθημερινότητα είναι ν’ ανοίγεις τα μάτια σου και να μπορείς να κοιτάξεις τη νέα μέρα απ’ το παράθυρο με τα μάτια της ψυχής, ν’ ανοίγει η καρδιά σου, να χαίρεσαι τη ζωή, τον έρωτα, τη γυναίκα ή τον άντρα και τα παιδιά σου.

Καθημερινότητα δεν είναι τα μεγάλα λόγια, αλλά οι εφικτές λύσεις, η αποτελεσματικότητα, η ταχύτητα, η οικονομία, αλλά κι η ανθρωπιά, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα στις ευκαιρίες, στις αντιδικίες, στους αδύναμους, ανίσχυρους, μειονεκτούντες. Μια καθημερινότητα που δεν «ακούγεται», αλλά είναι πανταχού παρούσα, γιατί, απλώς, είναι ο ορισμός της καθημερινότητας, αυτής που ζουν οι πολλοί, οι ανώνυμοι, οι απογοητευμένοι κι αποστασιοποιημένοι του πολιτικού συστήματος.

Όταν ακουστούν και μπορέσουν να φτάσουν στον κόσμο κάποια απ’ αυτά και –ασφαλώς– και πολλά - πολλά άλλα ακόμα σπουδαία και χρήσιμα, θα γίνουν η πυξίδα του κόσμου, θα μετουσιωθούν σε πόλο έλξης και μαγνήτη αξιόπιστο κι ελπιδοφόρο. Ο λόγος θα έχει περιεχόμενο κι όχι μόνο ο χώρος που τα εκπέμπει οργάνωση και όργανα. Δεν θ’ είναι κατασκεύασμα μιας κατ’ ανάγκη και άρπα – κόλλα προγραμματικής κοπτοραπτικής, αλλά συνειδητή κι αυθεντική έκφραση της αναγέννησης και της ριζικής ανανέωσης του χώρου που, κατ’ αρχήν και βασικά, εκφράζεται απ’ το ΠΑΣΟΚ –κι ένα μικρό μέρος της ανανεωτικής αριστεράς– του χώρου θα μπορεί και πάλι να καθοδηγήσει πολιτικά τα βήματα των πολιτικών με σιγουριά και σοβαρότητα.

Αυτό που μένει, λοιπόν, από αύριο να δούμε, όταν πια θα ‘χουν κοπάσει οι παράτες κι οι ενθουσιασμοί, είναι αν μέσα από το διάλογο θα προκύψει ο σαφής προσανατολισμός κι η πολιτική πυξίδα για ένα κοινό και δυναμικό παρόν και μέλλον ή αν, με μπούσουλα καθένας την προσωπική πορεία του, στο στενό ορίζοντα των σύγχρονων Συμπληγάδων του δικομματισμού δοκιμάσει ευκαιριακά την τύχη του.

Σε κάθε περίπτωση –κι αυτό είναι το δεύτερο που εγώ καταλαβαίνω– είναι ότι άλλη ευκαιρία, δύσκολα θα προκύψει. [Κι αυτό θέμα προσανατολισμού είναι…]

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Σκέψεις για τα σκουπίδια.


Κάντε «like», πατήστε και μερικά «Ha», «Ha», «Ha» στη φωτογραφία και πάμε για την επόμενη...

Σε πέντε – έξι χρόνια που θα ξαναγίνουν τα σκουπίδια βουνό να τα ξαναπούμε, έτσι; Πιθανόν να είναι κάποιοι άλλοι στα πράγματα, κάποιοι δήμαρχοι να κοιμούνται ήσυχοι στα σπιτάκια τους, μπορεί και κάποιος υπουργός απ’ τους πρωτεργάτες των επικείμενων μονιμοποιήσεων να έχει εκλεγεί από τη Βουλή και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Τότε, τα ρεπορτάζ θα γίνονται και πάλι μπροστά σε απεργούντες συμβασιούχους κι η αλήθεια θα ασφυκτιά στον πάτο κάποιου κάδου σκουπιδιών.

‘Ετσι είναι τα πράγματα στην Ελλάδα, γιατί αν θέλαμε να είναι αλλιώς θα είχαμε μεριμνήσει να πράξουμε κι αλλιώς. Ποιος μας εμπόδισε; Μήπως οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες των Δήμων; [Προσέξτε μη σας φύγει κανένας πόντος]. Αυτές οι ανάγκες είναι κάτι σαν το δημόσιο χρέος, που και όλο να μας χαριστεί την άλλη μέρα πάλι θα χρωστάμε. ‘Ετσι κι οι ρημάδες οι «πάγιες και διαρκείς ανάγκες», έστω κι αν όλες οι οργανικές θέσεις να καλυφθούν με μονίμους, πάλι την επόμενη μέρα θα λείπει κάποιος φύλακας, κάποιος οδοκαθαριστής, κάποια καθαρίστρια.

Ούτε το ίδιο το Σύνταγμα (2001) δεν κατόρθωσε να σταθεί εμπόδιο που απαγορεύει ρητά τις μονιμοποιήσεις συμβασιούχων, πόσο ν’ αντέξει ο έρμος ο 2190 (Νόμος Πεπονή) που μέσα σε λίγα χρόνια το άρθρο για τους συμβασιούχους τροποποιήθηκε πάνω από 200 φορές. Ούτε ο Καλλικράτης, πολύ περισσότερο, που σε κάποιους κυβερνητικούς κι αυτοδιοικητικούς ακόμα κάθεται στο στομάχι.

Μιλάμε, λοιπόν, για τα ίδια και τα ίδια, πότε δίπλα σε σωρούς από σκουπίδια, πότε πίσω από ατέλειωτες ουρές δημοσίων υπηρεσιών, πότε μπροστά σε κάποιο πινάκιο δικαστηρίου, πότε για κάποια παράταση πληρωμής, τη διαγραφή ενός προστίμου ή τη νομιμοποίηση κάποιου αυθαίρετου. Η παράλογη κανονικότητα της χώρας, ο παραλογισμός που μας έφερε στην κρίση, πανταχού παρών κι ακόμα συζητάμε και συζητάμε κι αναζητούν τάχα λύσεις οι υπεύθυνοι, αλλά λύσεις υπάρχουν μόνο στα λόγια.

Δυστυχώς, οι «νέοι» του πολιτικού συστήματος έχουν αποδειχθεί στο κυβερνητικό έργο πιο παλιοί κι απ’ τους παλιούς, πιο συντηρητικοί κι απ’ τους συντηρητικούς, πιο ρουσφετολόγοι απ’ τους ρουσφετολόγους, πιο ανίκανοι απ’ τους πιο ανίκανους. Ούτε κάν «αριστεροί» δεν κατόρθωσαν να φανούν στην πράξη, μόνο στα λόγια και τους τσαμπουκάδες, την παραβατικότητα και τη μαγκιά• σ’ αυτά σκίζουν.

Δεν γίνεται τίποτα κι αυτός είναι ο βρόγχος που μας πνίγει καθημερινά.. Τίποτα και φως από πουθενά. Γυρίζουμε όπως ο σκύλος γύρω - γύρω απ΄την ουρά του επί τόσα χρόνια. Δεν ισοπεδώνω, αλλά τώρα με τον τρόπο που πολιτεύεται αυτή η κυβέρνηση θα έπρεπε η αντιπολίτευση να κάνει πάρτι, να μην μπορεί κυβερνητικός εκπρόσωπος και βουλευτής της συμπολίτευσης να σταθεί, να βγει απ’ το σπίτι του, να σηκώσει το χέρι στη Βουλή, όχι εξαιτίας του φόβου προπηλακισμών ή βιαιοπραγιών, αλλά εξαιτίας των παληνωδιών, των αστοχιών και των διαδοχικών λαθών σε χειρισμούς, ενέργειες κι αποφάσεις.

Αντ’ αυτού φλυαρίες και ανούσιες δηλώσεις, ποιος να πιστέψει και ν’ ακολουθήσει; Ποιος να πιστέψει τι; Ποιος και γιατί να διαδηλώσει; Για να έρθει ο Κυριάκος ή η Φώφη να ξανακάνουν τα ίδια; Κανείς δεν τολμά να πάρει τη χώρα στις πλάτες του, κανείς δεν έχει το παράστημα και το θάρρος να πει πώς θα ξεφύγει η χώρα απ' αυτά που τη βασανίζουν χρόνια ολόκληρα. Βολεμένοι σε ρόλους και σε ποσοστά περιμένουν, απλώς περιμένουν να περάσει ο χρόνος, δεν θέλουν και δεν είναι ικανοί να κάνουν κάτι άλλο. [Α, συζητείται η Νέα Δημοκρατία να καταθέσει πρόταση μομφής κατά του Καμένου. Ναι, κι η Συμπαράταξη θ' αναζητήσει την ανάπτυξη με «την αναδιοργάνωση και αξιολόγηση των διαδικασιών και των δομών» του κράτους].

Μπαγιάτικες εκφράσεις, ξεπερασμένες απόψεις, ξαναζεσταμένες ιδέες. Να βγω, λοιπόν, να πάω πού; Να ψηφίσω να βγάλω ποιον; Θα το πω όπως το νιώθω, τις φορές που δημιουργήθηκαν κάποιες σοβαρές προϋποθέσεις και διεφάνει μια πιθανότητα η χώρα να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της πεπατημένης, δυνάμεις μέσα από το πολιτικό σύστημα, απ' τα ίδια τα κόμματα, αλλά κι απ' αυτό που καλείται γενικά κι αόριστα «κατεστημένο», συνέπραξαν ώστε η πιθανότητα αυτή ν' ανατραπεί κι οι εξελίξεις ν' ακολουθήσουν εκ νέου, με νέες –μάλιστα– περικοπές και βάρη για τους πολίτες, την ίδια κατεύθυνση, την ίδια αδιέξοδη κι αναποτελεσματική πορεία.

Μετά το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία, ζούμε το πρόβλημα των συμβασιούχων κι επί ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, αυτό και μόνο υποδηλώνει την παταγώδη αποτυχία του πολιτικού συστήματος ν' αντιμετωπίσει σοβαρά κι υπεύθυνα το μείζον πρόβλημα του τόπου μέσα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κι ανταγωνιστικό περιβάλλον, να επεξεργαστεί και να προτείνει ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης κι ανάπτυξης, ένα ρεαλιστικό σχέδιο με άμεσες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες ενέργειες και δράσεις για την πολιτική, την οικονομία, την κοινωνία. Αντ' αυτού αντιπαραθέσεις και κόντρες για τα μικρά και τ' ασήμαντα, απειλές και καταγγελίες για το θεαθείναι και χάριν γούστου, εφήμερες δηλώσεις κι αναλώσιμες ατάκες.

Κάτι σάπιο υπάρχει στο πολιτικό μας σύστημα, μια βαθειά πληγή, μια γάγγραινα που πυορροεί απαξιώνοντας τα κόμματα, εμποδίζωντάς τα να οργανωθούν και να λειτουργήσουν ανοιχτά, δημοκρατικά, με φαντασία, μ' αποφασιστηκότητα, χωρίς φόβο για την κοινωνία, δίχως άγχος για την εξουσία. Η χρόνια δυσωσμία της δηλητηριάζει κι αφιονίζει την κοινωνία.

Τα σκουπίδια που εξακολουθούν να είναι εδώ, για μια ακόμα φορά μας το θυμίζουν.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Στο Σύνταγμα, αδέρφια, στο Σύνταγμα.


Μπορεί, όλα αυτά που αυτές τις μέρες βλέπουν το φως της δημοσιότητας, να μην έχουν καμιά σημασία ή σπουδαιότητα για το δημόσιο διάλογο ή να μην έχουν και καμιά επίπτωση στις εξελίξεις και στην κυβερνητική πορεία, αποτελούν όμως, για τη φτωχή τη λογική μου, αυταπόδεικτα σημάδια κι ακράδαντες αποδείξεις για την προϊούσα έκπτωση και τον ξεπεσμό των πολιτικών ηθών, για την παγίωση του βδελυρού και προσβλητικού ύφους άσκησης εξουσίας, όπως το αντιλαμβάνομαι να κυριαρχεί με ιδιαίτερη επιμονή και ένταση τα τελευταία χρόνια.

Την αλαζονεία την έχω ζήσει σ’ όλο της το μεγαλείο κι όλη της τη δόξα. Απ’ το 2000 κι ύστερα δεν αισθάνομαι και τίποτα άλλο· μια ξιπασιά, ένας κομπασμός κι ένα «εμείς είμαστε και κανείς άλλος». Με στυλ εκατό και βάλε καρδιναλίων τα ύστερα του ΠΑΣΟΚ, με τη γνήσια λαϊκότητα και τη δεξιά χοντροκοπιά η Καραμανλική εφταετία της Νέας Δημοκρατίας. Με τρέλαιναν, δε μπορώ να πω, αλλά δεν εξέπεμπαν όπου βρεθούν κι όπου σταθούν αυτή την αλητεία κι αυτό το θράσος που διακρίνει την εκφορά του δημόσιου διαλόγου στις μέρες μας, από το σύστημα και τον μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Ένας ξεπεσμός και μια χυδαιότητα σε σωρεία δημοσιεύσεων, ένα μίσος και μια αποστροφή για την όποια αντίθετη άποψη, ένα κατηγορητήριο και μια συκοφαντία για τον κάθε πολιτικό ή κομματικό αντίπαλο. Ανοχή κι ελαστικότητα σε ασχήμιες και παραβατικότητες, δυσανεξία κι επιθετικότητα σε επικρίσεις και δυσάρεστα σχόλια. Κι όλα αυτά μαζί μ’ ένα ασύλληπτο μηχανισμό προπαγάνδας, ψεμμάτων και διαστρεβλώσεων.

Η αίσθηση που διαχέεται είναι ότι για το σημερινό σύστημα εξουσίας καθένας που δεν ακολουθεί ή δεν υποτάσσεται στη λογική του είναι εκ προοιμίου εχθρός, αντίπαλος, ένοχος. Μια καθημερινή κοροϊδία κι ένα διαρκές ξεγέλασμα της κοινωνίας με λογοπαίγνια και γρίφους, με υποσχέσεις και προσμονές, με υπεκφυγές κι αναβολές. Ένα απίθανο άλλοθι διακυβέρνησης με κάθε τρόπο και κάθε κόστος, επειδή –λέει– ο λαός απήλλαξε την κυβέρνηση για το ολέθριο α’ εξάμηνο του 2015, για το δημοψήφισμα και τις τραγικές του συνέπειες στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο ίδιος λαός κι όχι κάποιος άλλος έχει απαλλάξει κι όλους τους προηγούμενους που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο και για τις Ολυμπιάδες και για τα χρηματιστήρια και για τα θαλασσοδάνεια και για τη διαπλοκή και για τη λιτότητα και για όλα. Εκλογές έγιναν. Τι τα επικαλούνται κάθε τρεις και λίγο; Τι τα θυμούνται και μας τα θυμίζουν μόλις οι αντιπαραθέσεις ανάψουν και τα επιχειρήματά τους τελειώσουν; Περσινά ξινά σταφύλια κι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε.

Οι «κακοί προηγούμενοι», μωρέ τι μας λες; Διαλύσατε το σύμπαν με την άρνηση των πάντων και την ισοπέδωση κάθε θεσμού και κανόνα όσον καιρό ήσασταν στην αντιπολίτευση και τώρα που είδατε τα δύσκολα της διακυβέρνησης και το χάρο με τα μάτια σας θυμηθήκατε να κατηγορήσετε το Μητσοτάκη και τον έναν και τον άλλον για δουλικότητα και προδοσία· για μη συναίνεση.

Ναι, ο Μητσοτάκης φταίει, αλλά όχι γι’ αυτά που τον κατηγορείτε, αλλά γιατί έκανε τη βλακεία με το που βγήκε πρόεδρος να ζητήσει εκλογές για να σωθεί η χώρα. Μη σώσει και σωθεί, ρε Κυριάκο. Αυτούς επιλέξαμε, αυτούς απαλλάξαμε από τις αυταπάτες τους, αυτούς γουστάρουμε να μας φέρνουν το ένα μνημόνιο μετά το άλλο, αυτούς να μας φτύνουν κατάμουτρα από τηλεοράσεις και διαδίκτυα. Και να σου θυμίσω και κάτι, ρε Κυριάκο, σκληρό, ναι, αλλά πέρα για πέρα αληθινό, στο είπε, άλλωστε, κι ο κύριος πρωθυπουργός. Βλέπεις εσύ να κουνιέται φύλλο; Ακούς, πέρα απ’ τις μουρμούρες και τις γκρίνιες, κανένανε να διαδηλώνει, να σπάει πεζοδρόμια, πλατείες, να καίει αυτοκίνητα και μαγαζιά;

Μας τη διδάξανε καλά την αξιοπρέπεια, φαρσί μας μάθανε το σεβασμό και στη δημοκρατία και στους άλλους και τώρα μας ζητάνε και τα ρέστα. Ναι, τώρα που οι πιτσιρικάδες, οι 18άριδες, που βράζει το αίμα τους, ακούνε «Τσίπρας» κι εκλογές και παίρνουν δρόμο, ακούνε ΣΥΡΙΖΑ, κόμματα, διαδηλώσεις και σκανε στα γέλια. Εκεί μας καταντήσατε, στους δρόμους να βγαίνουμε και να παραμιλάμε κι αν σε καμιά συγκέντρωση βρισκόμαστε, εμείς κι εμείς, άσπρα κεφάλια κι οι φαλάκρες να φαν κι οι κότες.

Αν κάποιοι το γουστάρουνε το φτύσιμο και την κοροϊδία όμως, εγώ δε γουστάρω, ούτε το survivor γουστάρω –αλλά δεν είμαι γι’ αυτό εξοργισμένος. Είμαι εξοργισμένος, γιατί μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον της υποκρισίας, της ακαλαισθησίας και του τίποτα έχουν βαλτώσει όλοι, ναι, βάλτωσαν όλοι, πολιτικοί, κόμματα, χέρι – χέρι βουλευτάδες και δημοσιογράφοι, εκδότες κι αχυράνθρωποι του Τύπου και των Μέσων, της επιστήμης, του πολιτισμού. ‘Ολοι σ’ ένα δηλητηριώδες γαϊτανάκι αδιαφορίας, συνήθειας, απελπισίας. Όλοι σ’ έναν μοιραίο χορό του Ζαλόγγου –που δεν τον χορέψαμε το 2010 γιατί οι τότε «κακοί» του ΠΑΣΟΚ κι ο Παπανδρέου δεν άφησαν– ποδοπατώντας στ’ αποκαΐδια των ψευδαισθήσεων και της μικρόνοιάς μας, της κοντής μας μνήμης και της αχαριστίας μας.

Καλά που μας φωνάζει μεθαύριο ο Τατσόπουλος στο Σύνταγμα. Εκεί καταντήσαμε…

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Όχι άλλα δάκρυα.


Εδώ μιλάμε με το θυμικό για πολύ σοβαρότερα πράγματα, επ’ ευκαιρία του θανάτου του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη θα επιστρατεύαμε τη λογική; Προσωπικά αισθάνομαι επί του παρόντος ήσυχος, μιας κι ότι μου ήρθε να πω, το έχω πει σε ανύποπτο χρόνο και στιγμή και –προφανώς– με άλλη αφορμή. Τραβώ, λοιπόν, γι’ αλλού τη σκέψη μου, αφού μ’ όλα αυτά που ακούω και διαβάζω, κινδυνεύω να ξεχάσω αυτά που έζησα, αυτά που διάβασα κι αυτά που μέχρι σήμερα έχω μάθει για τον εκλιπόντα.

Ξέρεις –και το γράφω πιο πολύ για κάποιους πολύ νέους– μπορεί να μας κατηγορείτε ότι φταίμε για όλα και πάν’ απ’ όλα για την κατάσταση, την κρίση, που βρέθηκε η χώρα και δεν έχετε απόλυτα άδικο, αλλά δεν έχετε κι απόλυτα δίκιο. Δεν επιχειρώ να κρατήσω ούτε ίσες αποστάσεις, ούτε να εξωραΐσω μια κατάσταση. Πρέπει να γνωρίζετε όμως εσείς που δεν ζούσατε τότε, αλλά προπαντός οι κάπως μεγαλύτεροι κι οι πιο μεγάλοι –ναι, εσείς που κάποτε φωνάζατε «καλύτερα παπάκι παρά το Μητσοτάκη» ή βγαίνατε στους δρόμους για το 0 + 0 = 14 και σήμερα συνωστίζεστε στη Μητρόπολη–, ότι οι πράξεις κι οι παραλήψεις μας ως πολίτες όλα τα προηγούμενα της κρίσης χρόνια ανταποκρινόντουσαν σε μια κανονικότητα, σε μια κυρίαρχη λογική και μια τάξη πραγμάτων, στην πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία, τη χώρα και τους θεσμούς της.

Τα χρόνια αυτά, τα μετά το 1974 την –«επάρατο» για κάποιους πολύ νεότερούς της– μεταπολίτευση, ήταν χρόνια που ζήσαμε ως νέοι, ως εργαζόμενοι, ως οικογενειάρχες κι ως πολίτες σε μια κανονικότητα σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες της εποχής, σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1975 και του 1985 αργότερα, τους νόμους και τους κανόνες και τις διαδικασίες του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος. Είχαμε ελευθερίες και δημοκρατία, όπως ορίζεται, τουλάχιστον, στο δυτικό κόσμο.

Αντιρρήσεις και διαφωνίες και διαφορετικές απόψεις, ασφαλώς και υπήρχαν, όλα όμως λειτουργούσαν στο πλαίσιο αυτού του συστήματος κι αυτής της λογικής. Τα κόμματα τη δουλειά τους κι οι πολίτες τις δικές τους. Ναι, με όλα αυτά που σήμερα καταγγέλλουμε ως απαράδεκτα, πελατειακά, ρουσφετολογικά, αδιαφανή και διεφθαρμένα. Ναι, με όλες τις αδυναμίες της εγχώριας παραγωγής, του ανταγωνισμού, των υποτιμήσεων ή της λιτότητας –ναι, κι απ’ αυτή είχαμε όσο κι αν ακούγεται παράξενο!

Στην αποψίλωση της αγοράς εργασίας απαντούσαμε με δημιουργία φορέων και διορισμούς στο δημόσιο, σαν αντίδοτο στη συρρικνούμενη αγορά αυξάναμε τις δημόσιες επενδύσεις, για την τόνωση της ζήτησης ενεργοποιούσαμε είτε τις ΑΤΑ (Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή), είτε τις μισθολογικές ωριμάνσεις (μισθολογικά κλιμάκια, τριετίες, πολυετίες κ.ο.κ.). Στραβά; Στραβά, Κουτσά; Κουτσά. Πηγαίναμε όμως, προχωράγαμε. Με τον αραμπά; Με τον αραμπά.

[Κοίτα –επέτρεψέ μου να σου πω άνοιξε και κάνε αξιόπιστο βιβλίο για την εποχή και την Ιστορία της, μη μένεις μόνο στο twitter και στο facebook ή σ’ ένα ξερό «η χούντα δεν τελείωσε το ‘73». Μην περιμένεις, σε παρακαλώ, σε πέντε – δέκα αράδες την εξιστόρηση μιας εποχής, αλλά σ’ εκείνο που θέλω να καταλήξω είναι ότι καλώς θεωρούσαμε τότε ότι έπρεπε να διαδηλώνουμε κατά της πολιτικής του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και καλώς τώρα –αφού έτσι αισθανόμαστε– παραβρισκόμαστε στην εξόδιο ακολουθία του.]

Το μίσος, με άλλα λόγια, κι η ισοπέδωση των πάντων μόνο κακά μαντάτα έχουν να μας φέρουν. Κάθε εποχή έχει τις ιδιαιτερότητες, τις ευκαιρίες, τους ανθρώπους της, μόνο κάποιος που προσεγγίζει εντελώς επιδερμικά κι επιπόλαια την πραγματικότητα δεν μπορεί να το διακρίνει. Μόνο αυτός που μένει στο θυμικό ή στο φαίνεσθαι αδυνατεί να παρακολουθήσει τα σημεία των καιρών και τις καμπές της ζωής.

Αν, λοιπόν, μένει κάτι να καταλάβουμε –πάντα κατά τη γνώμη μου– και να προβληματιστούμε σοβαρά, είναι ότι το νήμα της ζωής του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη –για να δώσω κι ένα τόνο επικαιρότητας– ξεκίνησε το 1918 μέσα σε συνθήκες απόλυτου διχασμού μεταξύ Βενιζελικών – Αντιβενιζελικών και κόπηκε και πάλι μέσα σε διχαστικές συνθήκες μεταξύ μνημονιακών – αντιμνημονιακών. Εκατό χρόνια, ένας αιώνας κι ο λαός μας, η χώρα μας, σπαράζεται από τη διχόνοια και το μίσος.

Αυτό το μίσος, αυτή η κατάρα, δεν διέκρινε τις πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις της περιόδου που πολιτεύτηκε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κι ο Ανδρέας Παπανδρέου κι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Σημίτης κι οι άλλοι πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης. Σφοδρές, σφοδρότατες αντιπαραθέσεις, κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις, φανατισμός, πλατείες και συλλαλητήρια, μπλε και πράσινα καφενεία, κορώνες στη Βουλή, λάσπη, κιτρινισμός απ’ τον Τύπο της εποχής –κάποιοι ακολουθούν ως τις μέρες αυτές την ίδια προσοδοφόρο πραχτική–, ελεγχόμενη κρατική τηλεόραση, αλλά και στήσιμο το ’89 –ας μην το ξεχνάμε– εν μία νυκτί της «ελεύθερης» ιδιωτικής τηλεόρασης.

Όμως –πρόσεξέ με σε παρακαλώ σ' όλες αυτές δημόσιες εκδηλώσεις ήταν ευδιάκριτη μια πατίνα ευπρέπειας, ενός μέτρου, ενός ήθους –τολμώ να πω– και μιας αξιοπρέπειας, που ήταν ευδιάκριτη και καθορισμένη στο πλαίσιο του πολιτικού παιχνιδιού και της κομματικής αντιπαλότητας, μια ατμόσφαιρα που, τελικά, δικαιώνει τις σημερινές εκδηλώσεις του κόσμου για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, όπως παλαιότερα είχε συμβεί και με τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Γιώργο Γεννηματά, τη Μελίνα, τον Γεώργιο Ράλλη, τον ‘Εβερτ, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή παλαιότερα, αλλά και τον Χαρίλαο Φλωράκη ή τον Λεωνίδα Κύρκο.

Σήμερα αυτή η κανονικότητα δεν υπάρχει και δεν φταίνε τα μνημόνια κι η κρίση γι’ αυτό, αλλά δεν υπάρχει κι ούτε ίχνος απ’ αυτήν την πατίνα πολιτικού ήθους και κοινοβουλευτικής ευπρέπειας. Οι εποχές είναι άλλες –θα πεις και με το δίκιο σου– αυτή η διαφορετικότητα κι η κρισιμότητα των εποχών, όμως, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να φαγωθούμε μεταξύ μας, αλλά, τουναντίον, ενωμένοι μπροστά στις δυσκολίες να εξασφαλίσουμε ένα μίνιμουμ συνεννόησης και ν’ αντιπαλέψουμε γι’ αυτά που θεωρούμε δίκαια και σωστά, καθένας από την πλευρά του, με τις ιδέες και τις απόψεις του, με σεβασμό πάντα στη διαφορετική γνώμη, με ευπρέπεια, με αξιοπρέπεια. Όλοι μαζί για να προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι, να διορθώσουμε όλα όσα εκείνοι που επί χρόνια μας κυβέρνησαν παρέλειψαν, ξέχασαν, αδιαφόρησαν, δεν μπόρεσαν, δεν τους επιτρέψαμε. Όχι καταστρέφοντας, αλλά δημιουργώντας.

Σ’ αυτή τη λογική η «παλιά φρουρά» των πολιτικών είχε τη δύναμη και τη δυνατότητα, το κύρος και την εξυπνάδα, τη διορατικότητα και τον οραματισμό, να δίνει τον τόνο, το σύνθημα και τον ρυθμό, «να κρατά τα γκέμια», προσόντα που –πολύ φοβάμαι– η ανεπάρκεια ή η έλλειψή τους, στους δύσκολους καιρούς μας, επιχειρείται να κρυφτεί κάτω και πίσω από αφορισμούς απελπισίας και καταδίκες απόγνωσης.

Αυτά κι ευχαριστώ για την υπομονή σου.-

Photo: star.gr

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Σκίζουμε.


Δεν σκίζουμε πια τα μνημόνια· εκείνες οι «ηρωικές» εποχές ανήκουν οριστικά –όπως φαίνεται– στο παρελθόν, κρυμμένες στο άλλοθι των ψευδαισθήσεων, θαμμένες από τόννους ψεμμάτων, ξεχασμένες στα άδυτα μιας εποχής που νομίζαμε πως ζούσαμε το τέλος του κόσμου.

Τα «μνημόνια» –ή όπως αλλιώς θέλεις πες τα– αποτελούν πλέον μια κανονικότητα, τον οδικό χάρτη διακυβέρνησης της χώρας, είναι τα σενάρια για να παριστάνουν κάποιοι τους υπουργούς και τους πρωθυπουργούς. Δεν αποτελούν πλέον ούτε ντροπή, ούτε αποδείξεις υποτέλειας και κατάλυσης εθνικής κυριαρχίας. Εκείνοι που τα εισάγουν και τα ψηφίζουν δεν είναι «στα τέσσερα», αλλά το πράττουν ευχαρίστως και με τα δυο τους χέρια.

Κανονικά και τα συσσίτια στα σχολεία, που δεν αποτελούν πλέον αποδείξεις φτώχειας και πείνας, αλλά τουναντίον ανταποκρίνονται στα πρότυπα και τις απαιτήσεις ανεπτυγμένων κοινωνιών, εξασφαλίζουν συνθήκες συντροφικότητας και μείωσης των ανισοτήτων, αλλά συμβάλουν ταυτόχρονα και στη «βελτίωση των παιδαγωγικών και γνωστικών αποτελεσμάτων της παρεχόμενης εκπαίδευσης».

Κανονικά και σε καθημερινή βάση νεόκοποι βουλευτές κατηγορούν συλλήβδην τους εκπροσώπους του «παλιού» πολιτικού συστήματος για τη δεινή θέση που βρέθηκε η χώρα, ενώ ταυτόχρονα οι συνάδελφοί τους από τους υπουργικούς θώκους εφαρμόζουν τις ίδιες ή και χειρότερες πρακτικές. Το ίδιο κανονικά, «αριστεροί» του ΣΥΡΙΖΑ συναγωνίζονται τους ως χτες «προσκυνημένους» της αντιπολίτευσης σε πατριωτικό καθήκον, υπευθυνότητα, συνέπεια και προσήλωση στις μνημονιακές υποχρεώσεις.

Όλα κυλούν κανονικά και για την κυβέρνηση και για την αντιπολίτευση και για μας ακόμα –τολμώ να πω– κανονικά φαίνεται να τραβούν τα πράγματα, έτσι –πώς να το εκφράσω καλύτερα;– είμαστε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα· εκείνοι τη δουλειά που ξέρουν από πάντα (αντιπαραθέσεις επί παντός, νόμους για ψύλλου πήδημα, φόρους σ’ ό,τι κινείται κι ό,τι στέκεται) κι εμείς στο εθνικό μας σπορ (γκρίνια επί παντός, παλικαριές για ψύλλου πήδημα, φοροδιαφυγή κι άγιος ο Θεός).

Μια κανονικότητα εξοντωτική για τη λογική, για την πολιτική, για την κοινωνία, για την οικονομία, για τη χώρα, για όλους, μια κανονικότητα για την οποία με νύχια και δόντια κυβερνώντες κι αντιπολιτευόμενοι πασχίζουν, καθένας απ’ την πλευρά του, να μας πείσουν ότι κάνουν ότι μπορούν να τη διατηρήσουν, να την προστατεύσουν, να τη διαφυλάξουν από εκείνους –τους λίγους πια– που τολμούν να διασαλεύουν με τους προβληματισμούς, τις διαμαρτυρίες και τις φωνές τους την τάξη των πραγμάτων και την νεκρική ακινησία του πολιτικού συστήματος.

Πάμε από μέτρο σε μέτρο κι από περικοπή σε περικοπή, φτάσαμε να νομοθετούνται και μέτρα για την επόμενη δεκαετία και κανείς δεν έχει το θάρρος, κανείς δεν τολμά ακόμα να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Κάποιος να ομολογήσει, επιτέλους, ότι αυτό που ζούμε δεν οφείλεται μόνο στις σπατάλες του παρελθόντος, στον παραλογισμό των ξένων, στα λάθη του ΔΝΤ, στην παγκοσμιοποίηση, στο τραγικό πρώτο εξάμηνο του ’15, στον Κυριάκο τον Μητσοτάκη, στο έναν και στον άλλον.

Κάποιος να ομολογήσει ευθαρσώς, ότι κανένα παράλληλο πρόγραμμα, κανένας Σώρρας, κανένα αντίμετρο, αλλά και κανένας «δημοσιονομικός χώρος» όσο ευρύχωρος κι αν είναι, μπορεί να μας βγάλει από τη δύσκολη θέση και καμιά ρύθμιση για το χρέος –αυτή η σύγχρονή μας πανάκεια– μπορεί να δημιουργήσει αυτόματα κι από μόνη της συνθήκες πλήρους απασχόλησης κι ανάπτυξης, αν προηγουμένως –ή ταυτόχρονα έστω– δεν αντιμετωπιστούν οι χρόνιες και δομικές αδυναμίες του παραγωγικού μας μοντέλου, του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, των δημοσιονομικών μας αδυναμιών και των θεσμικών μας στρεβλώσεων (π.χ. σταθερό εκλογικό σύστημα, δίκαιοι και διαυγείς κοινοβουλευτικοί κανόνες, αναδιοργάνωση κυβέρνησης και δικαιοσύνης).

Μας το λένε με κάθε ευκαιρία οι Ευρωπαίοι εταίροι, αλλά κι οι εκπρόσωποι διεθνών οργανισμών και φορέων, το διαβάζουμε κάθε τρεις και λίγο σε κάποια ξενόγλωσση εφημερίδα ή περιοδικό, ανακοινώνεται σε συνέδρια, φόρα κι ημερίδες, βοά επί τόσα χρόνια η οικουμένη κι οι μόνοι που –πλέοντας στα πελάγη της κανονικότητάς μας– κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τίποτα είμαστε εμείς, ναι, εμείς κι αυτοί που κάθε τρεις και λίγο επιλέγουμε για να μας κυβερνήσουν, πότε ανεμίζοντας ισοδύναμα, πότε προγράμματα Θεσσαλονίκης και πότε δημοψηφίσματα περηφάνιας και εθνικής ανάτασης.

Εμείς, μετονομάσαμε την τρόικα σε «θεσμούς» και νομίζουμε πως ξεμπερδέψαμε με τις μεταρρυθμίσεις. [Α, ναι, τους πηγαίνουμε πλέον και στο Χίλτον]. Έτσι απλά, όπως τώρα απλώς περιμένουμε. Περιμένουμε να μονιμοποιηθούν οι συμβασιούχοι των Δήμων, να διοριστούν οι εκπαιδευτικοί, να κρατικοποιηθεί ο ΟΑΣΘ, να πάρει τον ΔΟΛ ο Σαββίδης, να επιλεγούν οι νέοι προϊστάμενοι στο δημόσιο, να καταργηθούν οι εισαγωγικές για τα ΑΕΙ, να δούμε ποιος θα κερδίσει το survivor. Δημιουργούνται έτσι συνθήκες ανάπτυξης ή νέων επενδύσεων; Επιτρέπεται να δημιουργηθούν στην οικονομία συνθήκες ανταγωνιστικότητας ή νέες θέσεις εργασίας; Σηκώνει κεφάλι η αγορά ή ο καταναλωτής;

Κι όμως, αυτή είναι η ατζέντα κι η καθημερινή μας κανονικότητα, στη Βουλή, στα τηλεοπτικά πλατό και στις στήλες των εφημερίδων. Κάθε μήνα να ζούμε με το θρίλερ του κάθε Γιούρογκρουπ για να έχουμε να λέμε και να συζητάμε επί ώρες ατέλειωτες και μήνες και χρόνια πότε για τη διαπραγμάτευση, πότε για την αξιολόγηση και πότε για το χρέος, αντί ώρες ατέλειωτες και μήνες και χρόνια να προσπαθούμε από κοινού και να εργαζόμαστε πάνω στο σχέδιο διεξόδου και σωτηρίας της χώρας.

Έτσι, αραχτοί κανονικά, αλλά σε δουλειά να βρισκόμαστε, αφού –και πρακτικά να το δεις– τα μνημόνια είναι πλέον αδύνατο να σκιστούν. [Αυτό κι αν δεν είναι πια καθόλου, μα καθόλου, τυχαίο…]

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Κεντροαριστερή δυσανεξία.


Τόση διάθεση για την αναζωογόνηση του κεντροαριστερού πολιτικού χώρου δεν ξέρω αν έχουμε ξαναζήσει. Λυτοί και δεμένοι –που λέει κι ο λόγος– κινητοποιούνται, συναθροίζονται, εκτίθενται κι εκδηλώνονται, όλοι για το ξαναζωντάνεμα της «κεντροαριστεράς», για τη συσπείρωση των «δημοκρατικών και προοδευτικών» δυνάμεων, για τη δημιουργία του τρίτου πόλου.

Ενώ όμως η διάθεση κι ο οίστρος για προσφορά στην υπόθεση της κεντροαριστεράς περισσεύει, καμιά διάθεση δεν φαίνεται να υπάρχει προκειμένου όλοι αυτοί οι ενδιαφερόμενοι και οικειοθελώς προσφερόμενοι για τη σωτηρία της κεντροαριστεράς και της χώρας, να συντονίσουν τη δράση και τις πρωτοβουλίες τους από κοινού για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

Καθένας απ’ όσους φιλοδοξούν να διαδραματίσουν το ρόλο του αναγεννητή και του ζωοδότη της κεντροαριστεράς επιφυλάσσει για τον εαυτό του ή έστω και για το χώρο που εκπροσωπεί, την αδιαφιλονίκητη αυθεντικότητα, την αδιαπραγμάτευτη καθαρότητα, την ακριβέστερη άποψη, αλλά, τελικά, και τ’ αναμφισβήτητα πρωτεία στην πορεία προς την επιδιωκόμενη ενοποίηση και ενιαιοποίηση του χώρου.

Από το 2012, οπότε στελέχη και ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ άρχισαν να φυλλορροούν προς διάφορες άλλες κομματικές κατευθύνσεις κι επιλογές, ο πολιτικός χώρος που το άλλοτε κραταιό κόμμα εκπροσωπούσε, παρέμεινε κραυγαλέα αποψιλωμένος στελεχειακά κι απονεκρωμένος πολιτικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ ευτύχησε, έκτοτε, να καρπωθεί τη μερίδα του λέοντος τόσο σε εκλογικά ποσοστά, όσο και σε ένταξη στελεχών του ΠΑΣΟΚ στα ψηφοδέλτια και τα όργανά του.

Αυτή η εκλογική κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κι η συνακόλουθη παταγώδης κυβερνητική του μεταστροφή, που σημαδεύεται από ασυνέπεια, αμφιθυμία, προχειρότητα κι αλαζονεία, άνοιξε, δειλά στην αρχή αλλά με ιδιαίτερη ένταση πρόσφατα, τη συζήτηση και την αναζήτηση εναλλακτικών προτάσεων για την αναδιοργάνωση και την επανασυσπείρωση του κεντροαριστερού χώρου. Κι όλα αυτά, ταυτόχρονα με την παρατεταμένη εσωστρέφεια, τις μεταλλάξεις, αλλά και τη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ.

Κουβέντες πολλές για την κεντροαριστερά, λοιπόν, μαζί με διαγκωνισμούς, αψιμαχίες και φιλοδοξίες σ’ ένα πολιτικό τοπίο που μέρα τη μέρα ερημώνεται, συντηριτικοποιείται, οπισθοδρομεί. Λόγια κι άλλα λόγια μπροστά στις οθόνες, τα θέατρα και τ’ αμφιθέατρα, αλλά και στα κλειστά αυτιά μιας κοινωνίας απογοητευμένης, κουρασμένης κι απρόθυμης ν’ ακολουθήσει. Κουβέντες και λόγια που πλειοδοτούν σε καλές προθέσεις κι υστερούν απελπιστικά σε απήχηση, δυνατότητες και ρεαλισμό.

Δικαίωμά τους να διεκδικεί ο καθένας τους για λογαριασμό του μια λύση για τον «χώρο» και τη χώρα, θεμιτές κι οι προσωπικές φιλοδοξίες, αλλά απ’ όλο αυτό το κουβεντολόι και το σύρε κι έλα όλων αυτών των πασίγνωστων για το ΠΑΣΟΚικό παρελθόν τους στελεχών, αυτό που προκύπτει είναι έκδηλη δυσανεξία μεταξύ προσώπων και ομάδων. Δε «χωνεύονται» μεταξύ τους, έχουν πολλά «προηγούμενα». Αυτός –κατ’ εμέ– είναι κι ο μόνος λόγος που δεν βρίσκονται, δεν συμπυκνώνουν πέντε - δέκα κοινά αποδεκτές απόψεις σε μια κόλλα χαρτί, αλλά ψάχνονται και ψάχνουν διαφορές τάχα στις λεπτομέρειες και στα σημεία.

Το πολιτικό τους αύριο επιδιώκουν να διασφαλίσουν. Ακούγεται κυνικό, αλλά αυτός είναι ο κανόνας, μια ματιά στο κομματικό τοπίο με τις μετακινήσεις, τις μεταπηδήσεις και τις διαγραφές των τελευταίων ετών μαρτυρά πολλά· γι’ αυτό πασχίζουν –κάποιοι, μάλιστα, και για τα παιδιά ή τα εγγόνια τους.

Με τη χώρα μέσα στα μνημόνια και τις ασφυκτικές δανειακές συμφωνίες, μετά το πατατράκ του ΣΥΡΙΖΑ, ποιος πιστεύει πλέον σε καθαρά ιδεολογικά σχήματα και ανεξάρτητες πολιτικές, ποιος μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά, ότι υπάρχουν –τουλάχιστον προς το παρόν– ποικίλες και τόσο κραγαλέα διαφορετικές επιλογές ή λύσεις μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο συμφωνιών και συμμαχιών της χώρας; Και μη μου πείτε για τις «κοινωνικές πολιτικές» της παρούσας κυβέρνησης, γιατί τέτοιες κοινωνικά μονομερείς κι άδικες πολιτικές ο καθένας ιδεοληπτικός και ψηφοθήρας θα μπορούσε να εφαρμόσει.

Τα πράγματα είναι απλά· όλη αυτή η κεντροαριστερή αναζήτηση και πρεμούρα όσο παρατείνεται και πλανάται θολώνει αντί να ξεκαθαρίζει το πολιτικό τοπίο και μπορεί να μείνει απλώς στα λόγια και τα χαρτιά, το σημαντικότερο, όμως, απαξιώνει και ζημιώνει ακόμα περισσότερο το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, που, εν πάσι περιπτώσει, εξακολουθεί να είναι το κόμμα αναφοράς για την κεντροαριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία στη χώρα.  

Έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις, ώστε, όταν έρθει η ώρα, οι δυσαρεστημένοι κι ανένταχτοι «κεντροαριστεροί» χαρακτηριζόμενοι ψηφοφόροι –ιδιαίτερα εκείνοι που με κάθε τρόπο επιθυμούν την απαλλαγή της χώρας από την παρούσα κυβέρνηση– να προστρέξουν προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία, χαρίζοντάς τους θεαματικά εκλογικά ποσοστά, ενώ οι υπόλοιποι –που «δεν πάει με τίποτα το χέρι τους δεξιά»– να χαρίσουν, θες με βαριά, θες μ’ ελαφριά καρδιά, μια ακόμα ευκαιρία στον Αλέξη Τσίπρα, αφού –ποιος ξέρει;– μπορεί μέχρι εκείνη την ώρα να το ‘χει φέρει «το μαγαζί» εντελώς στα ίσα· τι; Μα, να το έχει πλήρως ΠΑΣΟΚοποιήσει.

Τον Τσίπρα πολλοί εμίσησαν· την εξουσία ουδείς. [Τότε να δεις μια κεντροαριστερά, νααα!]


Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Survivor και survivor.


Είμαστε καλοπροαίρετοι. Άκου με που σου λέω· σαν νορμάλ και φυσιολογικοί άνθρωποι, σαν άνθρωποι που έχουν συναίσθηση των ευθυνών τους, υπολογίζουν συνέπειες, συμμερίζονται τον συνάνθρωπο και προβληματίζονται σοβαρά για το μέλλον, δεν μπορεί να περάσει απ’ το μυαλό μας η σκέψη, ότι όλο αυτό το πήγαιν’ – έλα με τις διαπραγματεύσεις κι οι συνομιλίες με τους δανειστές, μπορεί να είναι και πάλι ένα καλοστημένο παραμύθι, ένα ιδιοτελές σχέδιο, που απώτερο στόχο έχει την εξυπηρέτηση και μόνο των στενών κομματικών σχεδίων και την εξασφάλιση του μέγιστου δυνατού κομματικού οφέλους.

Ακόμα κι αν κάποιες φορές περνά απ’ το μυαλό μας αυτή η υπόθεση ή αν τύχει να την ακούσουμε να διατυπώνεται από κάποιον, με μιας την διώχνουμε, αμέσως την προσπερνάμε, εφόσον –καλοπροαίρετοι όντες– αρνούμαστε να πιστέψουμε και να δεχτούμε ότι είναι δυνατόν, δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, που υποτίθεται προασπίζεται κι υπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας και του λαού, μπορεί να καταφύγει εκ νέου στην ίδια «αυταπάτη» για να εξαπατήσει τον λαό και να διασφαλίσει σε όφελός της το λάφυρο της εξουσίας.

Δεν σκέφτονται όλοι το ίδιο, δεν είναι όλοι καλοπροαίρετοι. Αν υπήρχε μια καλοπροαίρετη κυβέρνηση, μια κυβέρνηση που να σέβεται την υπογραφή της με τους δανειστές και να εκτιμά τις πολύχρονες θυσίες του λαού που κυβερνά, θα έκανε κάθε δυνατή θυσία, ώστε αφενός μεν να είναι συνεπής στις δεσμεύσεις της έναντι των τρίτων κι αφετέρου θα εξαντλούσε τις δυνατότητες για ν’ ασκήσει αποτελεσματική και δίκαιη πολιτική.

Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ατέρμονο και κουραστικό παιχνίδι εντυπώσεων, καταγγελιών και συκοφαντιών πότε για τον Τόμσεν, πότε για τον Σόιμπλε, πότε για τον Ντάισεμπλουμ, πότε για τον έναν και πότε για τον άλλον, ανάλογα με το ποια δήλωση, συνέντευξη ή άποψη την εξυπηρετεί συγκυριακά. Ταυτόχρονα, ασυνάρτητες κι αντιφατικές πολιτικές αποφάσεις, αποσπασματικές, πρόχειρες, είτε για τις συντάξεις, είτε για την παιδεία, είτε για τη φορολογία, είτε για τις ιδιωτικοποιήσεις ή τα εργασιακά.

Κι εκεί, πριν από κάποιο Γιούρογκρουπ, μια το Νοέμβρη, μια το Φλεβάρη, μια τον Απρίλη, τσουπ τηλέφωνο στη Μέρκελ για πολιτική λύση, τσουπ μια ο Μοσκοβισί, μια ο Τουσκ ταξιδάκι για κουβεντούλα στην Αθήνα και δώσ' του, να, η λύση έρχεται, να, η τεχνική συμφωνία είναι παραδίπλα, να, συμφωνούν στο 45%, να, η αξιολόγηση πάει για το επόμενο EWG, να το ένα και να το άλλο κι ούτε βήμα πίσω η περήφανη κυβέρνηση. Κι όλα αυτά μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα, μη χάσει ο λαός το θέαμα και σε ζωντανή σύνδεση το δικό του το Survivor.

Ένα τραγικό πολιτικό σκηνικό, που διαιωνίζει την αστάθεια και την ανασφάλεια και εγκλωβίζει σε μια παρατεταμένη ομηρία την οικονομία, την κοινωνία, αλλά και το μέλλον της χώρας. Η μόνη έννοια, η μόνη συνεπής τακτική είναι αυτή με τον πολιτικό χρόνο, εκεί η κυβέρνηση τους κερδίζει όλους κατά κράτος. Αξιοποιεί άριστα την ουσιαστική διάλυση του πολιτικού κατεστημένου για να διατηρεί την πολιτικής ηγεμονία και να κερδίζει με άνεση πολιτικό χρόνο.

Λοιπόν, αυτή η αξιολόγηση δεν πρόκειται να κλείσει απ’ αυτήν την κυβέρνηση. Αυτό είναι το σχέδιο, αυτός είναι ο σκοπός από την πρώτη στιγμή. Στρατηγικός στόχος μέσα σε κλίμα έντονης αντιπαλότητας με τους «κακούς» θεσμούς να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις της αναγκαίας ηρωικής εξόδου των «καλών» αριστερών μέσω των εκλογών κι η παράδοση της χώρας μέσα σ’ αυτή την ένταση και σ’ αυτό το χάλι στους επόμενους για να συνθηκολογήσουν με το μαχαίρι στο λαιμό και να κυβερνήσουν το χάος.

Προηγουμένως θα έχουν φροντίσει ενδεχομένως να πληρώσουν και τα 6 δις της δόσης του Ιουλίου, στραγγίζοντας ότι ευρώ υπάρχει και δεν υπάρχει από οργανισμούς και ταμεία, ώστε εκεί, κατά το Σεπτέμβριο, μετά τις εκλογές που θα προκηρύξουν, ο επόμενος να μην έχει σάλιο, να μην έχει μία, παρά μόνο για δυσβάσταχτη αξιολόγηση σε εκκρεμότητα. Μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: Και το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση και το μεγαλύτερο δυνατό κόστος για την επόμενη. Σατανικό σχέδιο, κάθε άλλο παρά καλοπροαίρετο. Σχέδιο όμως άξιο ενός αριστερού κομματικού survivor. 

Εκεί να δεις μετά αριστερά γλέντια και παράτες, εκεί να δεις καταγγελίες για πουλημένους, προσκυνημένους και προδότες, εκεί να δεις εσύ που νομίζεις ότι τα έχεις δει όλα. Τίποτα δεν έχουμε δει, τίποτα γιατί είμαστε καλοπροαίρετοι. Εκεί να δεις στη μόστρα όλα τα φυσεκλίκια και τα λάβαρα της «πρώτη φορά αριστερά» κυβέρνησης. Εκεί να καμαρώσεις τις μαγκιές χωρίς γραβάτα ανά την υφήλιο και τους ανατολίτικους τσαμπουκάδες στα τηλεπαράθυρα. Εκεί πάνω στα κουρέλια, όχι των μνημονίων, αλλά των δημοκρατικών θεσμών, του πολιτεύματος και των νόμων, της κοινωνίας της ίδιας. Εκεί να δεις πώς στήνονται οι πολιτικές παρενθέσεις και κατασκευάζονται οι νέες πολιτικές δυναστείες.

Δεν το χωρά ο νους, είμαστε καλοπροαίρετοι. Όχι· όταν όλα αυτά δεν θα συμβαίνουν κάπου αλλού, σε κάποιους άλλους, καλοπροαίρετος δεν θα τολμάς να πεις πως ήσουν, αλλά μονάχα αδικαιολόγητος, μονάχα αδικαιολόγητος. [Διακόπτω εδώ, συγγνώμη, αλλά σπεύδω να παρακολουθήσω το σημερινό επεισόδιο του πραγματικού Ελληνικού survivor].

Photo: Greec Web TV

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Μπαλαούρας και Μπαλαούρες.


Ο Μάκης Μπαλαούρας είναι ένας, αλλά πόσοι Μπαλαούρες υπάρχουν; Κανείς δεν πρόκειται να το μάθει, ποτέ.

Αλλά, ναι, το θέμα για μένα δεν είναι ο συγκεκριμένος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ακόμα – ακόμα και το ΗΔΙΚΑ (Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης), η ηλεκτρονική πλατφόρμα δηλαδή των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, το θέμα είναι ότι ακόμα μέχρι και σήμερα, το σωτήριο έτος 2017, το έβδομο της κρίσης, των μνημονίων και της λιτότητας, σκορπίζονται λεφτά δεξιά κι αριστερά στο όνομα μιας κατ’ ευφημισμόν κοινωνικής πολιτικής, χωρίς να έχει διασφαλιστεί –ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς γι’ αυτή καθ’ αυτή τη χορήγηση της «13ης σύνταξης»– ότι η πίστωση που θα διατεθεί θα διανεμηθεί πραγματικά κοινωνικά δίκαια.

Πατάμε ένα κουμπί κι όποιος προλάβει τον Κύριο είδε. Αδιακρίτως, χωρίς έλεγχο, χωρίς διασταυρώσεις, χωρίς αξιολόγηση. Όπως δηλαδή συμβαίνει μια ζωή με τη φορολογία εισοδήματος, με τα επιδόματα, τις συντάξεις, τα βοηθήματα και εν γένει τις παροχές και τις πρόνοιες του κράτους στο πλαίσιο της εκάστοτε ασκούμενης κοινωνικής πολιτικής.

Μπορεί τα «τριχίλιαρα» του Καραμανλή μετά τις τραγικές φωτιές του 2007 να έχουν μείνει σαν παροιμιώδη για τον τρόπο που μοιράστηκαν σε πυρόπληκτους και «πυρόπληκτους», αλλά δέκα χρόνια μετά και μέσα σ’ αυτές τις δεινές οικονομικές συνθήκες, το κράτος δεν δικαιολογείται ούτε σεντ να μοιράζει πλέον για κοινωνικό –και κάθε άλλο βεβαίως σκοπό χωρίς να έχει διασφαλίσει 100% ότι όντως θα πάει στον προορισμό του και θα πιάσει τόπο.

Ο λόγος δεν είναι μια στενόμυαλη λογιστική αντίληψη, μια ανάλγητη και συντηρητική λογική, ο λόγος είναι ότι οι πόροι πλέον είναι πολύ περιορισμένοι για το σύνολο της οικονομίας, οπότε οποιαδήποτε παροχή στο πλαίσιο άσκησης μιας υποτυπώδους έστω κοινωνικής πολιτικής, θα πρέπει να είναι όχι μόνο επαρκώς τεκμηριωμένη ως προς την αναγκαιότητά της, αλλά και πλήρως διασταυρωμένη ως προς τους αποδέκτες.

Αν κάτι, λοιπόν, έπρεπε να έχουμε διασφαλίσει, όχι βεβαίως μόνο μετά το ξέσπασμα της κρίσης, αλλά πολλά χρόνια πριν –αν όχι από πάντα– είναι η διαφάνεια κι ο έλεγχος στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Στα χρόνια απλώς της οικονομικής κρίσης αυτό θα έπρεπε να είναι το κύριο μέλημα κι η αποκλειστική φροντίδα των κυβερνώντων.

Δυστυχώς, η περίπτωση Μπαλαούρα φανερώνει ότι, παρά τις βελτιώσεις που μπορεί να έχουν γίνει σε επιμέρους τομείς άσκησης οικονομικών πολιτικών και δραστηριοτήτων, ο πλήρης έλεγχος κι η αξιόπιστη αποτύπωση της οικονομικής κατάστασης του κάθε πολίτη παραμένουν ακόμα όνειρο θερινής νυκτός.

Με τον τρόπο αυτό, η φοροδιαφυγή δεν θα είναι δυνατόν ποτέ να παταχθεί, εισοδηματικά κριτήρια θα είναι αδύνατο να λειτουργήσουν σε όφελος του κοινωνικού συνόλου, η διαφθορά, αλλά κι η διασπάθιση ή η σπατάλη του δημόσιου χρήματος, θα ζουν και θα βασιλεύουν.

Εκείνοι, λοιπόν, που ενδιαφέρονται πραγματικά για την άσκηση πολιτικών προστασίας των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, για τη στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων, αλλά –προπαντός– για τη διατήρηση και βελτίωση ευαίσθητων και κρίσιμων κοινωνικού χαρακτήρα κρατικών δομών, όπως είναι τα σχολεία ή τα νοσοκομεία, θα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή.

Κοινωνική πολιτική με δανεικά δε γίνεται, ούτε, πολύ περισσότερο, χάριν γούστου ή ψηφοθηρίας. Ίσως ο όρος «κοινωνικός» να είναι από τους πλέον παρεξηγημένους στη χώρα μας, όταν αναφέρεται σε παροχές και διευκολύνσεις, τώρα όμως που «ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι», είναι εγκληματικό –και το γράφω με πλήρη συναίσθηση του βάρους της λέξης– κάποιοι αρμόδιοι να εξακολουθούν να εξασκούνται σε ασκήσεις κοινωνικής ευαισθησίας, ασκώντας τάχα κοινωνική πολιτική σε βάρος, όχι μόνο εργαζόμενων και συνταξιούχων, αλλά της κοινωνίας –κι αυτών ακόμα των δήθεν ωφελούμενων– στο σύνολό της, δίχως να έχουν στοιχειωδώς εξασφαλίσει πού πάνε τα λεφτά.

Πολύ καλά μπορεί να νομίζει, επομένως, ότι έπραξε ο κύριος Μπαλαούρας, επιστρέφοντας τα 300 ευρώ, όμως η πράξη του αυτή δεν θεραπεύει, ούτε διορθώνει τη βαριά αμέλεια των αρμοδίων κυβερνητικών και μη παραγόντων, εφόσον τα χρήματα αυτά, ασφαλώς, θα υπήρχαν κάποιοι άλλοι που τα είχαν περισσότερο ανάγκη απ’ ότι το ταμείο των συνταξιούχων της Τραπέζης της Ελλάδος.

Photo: iefimerida

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

"Πώς φτάσαμε έως εδώ;"


«Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, οι ιδιωτικοποιήσεις, η συγκράτηση των δημοσιονομικών δαπανών και η δραστική μείωση των ελλειμμάτων δεν είναι πλέον δυνατόν να περιμένουν. Ούτε, ασφαλώς, η απελευθέρωση των αγορών εργασίας και όλα εκείνα τα μέτρα, που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, έχουν περιθώρια αναμονής. Καλή, βέβαια, και ευκταία η εργασιακή ειρήνη, την οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να συνδυάσει με τις ριζικές μεταβολές και τους γρήγορους ρυθμούς που απαιτεί η οικονομική ανάπτυξη του τόπου (γι’ αυτό και είναι επιφυλακτική, διστακτική και αναβλητική σε τολμηρές αποφάσεις). Και το κακό είναι ότι ούτε και τα άλλα κόμματα βοηθούν στη λήψη τέτοιων αποφάσεων. Αφήνοντας κατά μέρος το δογματικό ΚΚΕ, το οποίο εξ ορισμού είναι αντίθετο ακόμη και με τις ορθότερες καινοτομίες, γιατί τάχα διαταράσσουν την εργασιακή ειρήνη, βλέπω ότι και η Νέα Δημοκρατία ούτε ενθαρρύνει, στον βαθμό που επιβάλλεται, αναπτυξιακές προσπάθειες, μολονότι θεωρητικά υπερθεματίζει για την ανάπτυξη. Πρέπει, όμως να καταλάβουν όλοι ότι με τη διγλωσσία ούτε με τη διπροσωπία του Ιανού είναι δυνατόν να επιτευχθεί η περιπόθητη πραγματική σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με εκείνη των αναπτυγμένων χωρών της Ε.Ε.».

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Πώς τα καταφέραμε να πελαγοδρομούμε δίχως πυξίδα και κατεύθυνση; Πώς αντέχουμε απ’ τη μια την τυραννία της απελπισίας κι απ’ την άλλη το σκοτάδι του αδιεξόδου; Πώς;

Δε φτάσαμε τώρα, ούτε χτες, ούτε αντιπροχθές, ούτε καν πέρσι ή πρόπερσι· χρόνια σοβεί αυτή η κατάσταση απλά η κρίση την έκανε πλέον δυσβάσταχτη κι ανυπόφορη. Αντί όμως να κοιτάξουμε πώς είναι δυνατόν απ’ αυτό το δύσκολο και καταθλιπτικό «εδώ» να ξεφύγουμε, μένουμε πεισματικά στης άγνοιας και της ημιμάθειας την αχλή, κρυβόμαστε απ’ την αλήθεια κι απομακρυνόμαστε, έτσι, κι απ’ τις ευκαιρίες μιας αξιοπρεπούς και ασφαλούς διεξόδου από την κρίση, αλλά ταυτόχρονα κι απ’ ό,τι σωστό, σημαντικό και σπουδαίο έχουμε μέχρι τώρα ως λαός επιτύχει.

Έτσι, το «εδώ» αποχτά διάρκεια, η κάθε μέρα, ο χρόνος, γίνεται βρόγχος, ισοπέδωση, καταστροφή, μετασχηματίζεται σε λερναία ύδρα που καταβροχθίζει ιδέες, αξίες, κόπους, ανθρώπους. Τη χώρα μας την ίδια και την κοινωνίας μας είναι έτοιμη να καταβροχθήσει, να κατασπαράξει, να διαλύσει. Γιατί; Γιατί αρνούμαστε να πούμε και να δούμε την αλήθεια κατάματα, αποφεύγουμε να πάρουμε τις δύσκολες αποφάσεις που χρειάζονται, διστάζουμε να παραδεχτούμε τα λάθη μας και να χαράξουμε από κοινού μια συγκεκριμένη και σταθερή πορεία, έναν δίκαιο, αποτελεσματικό κι εφαρμόσιμο οδικό χάρτη για την έξοδο απ’ την κρίση.

Μόνον έτσι μπορεί να ξεφύγουμε απ’ το αδηφάγο τελματώδες «εδώ» και να πάμε πιο κάτω, ή –ακριβέστερα– πιο πάνω, ν’ αναπτυχθούμε εμείς και μαζί με μας κι η χώρα. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε κάποια στιγμή –το συντομότερο δυνατό– να ανακόψουμε τη φυγή και τον ξενιτεμό των παιδιών μας, τον διασυρμό της χώρας, την προϊούσα περιθωριοποίησή της. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε ν’ αφήσουμε πίσω μας την κρίση, αλλά, κυρίως, τον κακό καλομαθημένο μας εαυτό, τον δύστροπο, βολεμένο και ματαιόδοξο. Μόνον έτσι θα ενηλικιωθούμε, θα ωριμάσουμε, θα σοβαρευτούμε, πολιτικοί, πολίτες, εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενοι, όλοι μαζί.

Έτσι, επιδιώκοντας συστηματικά κι οργανωμένα τους στόχους, όπως επιγραμματικά τους περιγράφει ο συγγραφέας στο παραπάνω απόσπασμα, μπορεί με σιγουριά να βρούμε το βηματισμό προς ένα περισσότερο δημιουργικό κι ελπιδοφόρο αύριο, χωρίς των «άλλων» τις υποδείξεις και τις ασφυκτικές των αξιολογήσεων συνθήκες. Γιατί τα λόγια αυτά δεν απηχούν κάποιου από τους δανειστές μας –όπως διαβάζοντάς το ενδεχομένως να υπέθεσες– τις απόψεις, ούτε σε κάποιον απ’ αυτούς που «θέλουν το κακό μας» –όπως μπορεί να υποψιάστηκες– ανήκουν. Όταν γραφόντουσαν αυτές οι γραμμές, ούτε μνημόνια, ούτε αξιολογήσεις, ούτε ανάλγητοι δανειστές υπήρχαν, ούτε κανείς για επωνείδιστο χρέος έκανε λόγο· πολύ περισσότερο, ‘κείνη την εποχή, ούτε για «Γερμανοτσολιάδες», ούτε για «προδότες» ή «δοσίλογους» είχε κανείς τη διαστροφή να κάνει λόγο.

Το κακό μας «εδώ» επιθυμούσαν, διορατικά, εκείνες οι σκέψεις να προλάβουν, απ’ τον κακό μας εαυτό επιθυμούσαν να μας προφυλάξουν. Δεν το κατόρθωσαν, όπως από το αποτέλεσμα προκύπτει, παρά την εντιμότητα και την ειλικρινή εκείνης της στιγμής –ή και καμπής διάθεση του συγγραφέα τους. Δεν ευαισθητοποίησαν ούτε κάν τους κατεξοχήν πολιτικούς κι ιδεολογικούς αποδέκτες, εκείνους που σε λίγο μόλις καιρό θα είχαν τη δύναμη και τη δυνατότητα ν’ αποφασίζουν, να εξουσιάζουν, να ορίζουν την τύχη του τόπου και τις τύχες τις δικές μας.

Έτσι, το «εδώ» του 2002, το προβληματικό μεν, αλλά αισιόδοξο «εδώ» εκείνης της εποχής –όπως από τα γραφόμενα του συγγραφέα προκύπτει, της Ελλάδας της ΟΝΕ, της Ελλάδας που εκείνη την εποχή επιχειρούσε δειλά αλλά με σοβαρότητα, άτολμα αλλά με συνέπεια, αργά αλλά με σταθερότητα, να ξεφύγει από τον κακό της εαυτό, απόχτησε όχι μόνο μονιμότητα και διάρκεια, αλλά έγινε πισωγύρισμα κι όπισθεν ολοταχώς, παντού. Ποιες διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, ποιες ιδιωτικοποιήσεις, ποια συγκράτηση των δημοσιονομικών δαπανών και δραστική μείωση των ελλειμμάτων; Τα ακριβώς αντίθετα επέλεξαν να πράξουν οι κυβερνώντες της εποχής, ο Κώστας ο Καραμανλής κι οι συνεργάτες του.

Η φωνή κι οι παροτρύνσεις του συγγραφέα, έπεσαν στο κενό, όπως στο κενό παραλίγο να πέσει μετά από λίγα χρόνια κι η χώρα, στο τσακ τη γλυτώσαμε κι από τότε, από 2010 και μετά, βολοδέρνουμε μ’ όλα τα φαντάσματα και τους εφιάλτες της χώρας και της οικουμένης όλης να στοιχειώνουν τη ζωή και να υποθηκεύουν την ελπίδα.

Αυτή η φωνή, που, σήμερα όσο ποτέ, διατηρεί στο ακέραιο τη σημασία και την επικαιρότητά της, είναι η φωνή του κάθε σκεπτόμενου, του κάθε λογικού, του κάθε ψύχραιμου συμπολίτη μας. Εξακολουθεί όμως να μην ακούγεται δυνατά και ξεκάθαρα, γιατί καλύπτεται από τις κραυγές του λαϊκισμού, παραμορφώνεται απ’ τον θόρυβο της προπαγάνδας, στραγγαλίζεται από τους μηχανισμούς εξουσίας κι επικοινωνίας.

Όσο αυτές οι πρακτικές κι αυτοί οι μηχανισμοί συνεχίζουν να κυριαρχούν, να δυναστεύουν και να υπονομεύουν το μέλλον, τόσο το νοσηρό «εδώ» θα είναι εδώ, παρόν, όπως το όρισε δεκαπέντε χρόνια πριν ο Γεώργιος Ράλλης γιατί σ’ αυτόν ανήκουν οι σκέψεις κι οι προτροπές της εισαγωγής από το βιβλίου «Με ήσυχη τη συνείδηση» (σελ. 235 – 236) θα εξακολουθεί να ορίζει το τέλμα, τη στασιμότητα και την απελπισία του παρόντος, του κάθε «παρόντος».