Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Με τον Γκαγκάριν στις πιο άσχετες σκηνές.



Μπορεί μπάνια πολλά και μέρες διακοπών να μην είχε αυτό το καλοκαίρι, είχε όμως πολύ περισσότερο χρόνο για διάβασμα και πολύ περισσότερα από άλλα καλοκαίρια βιβλία. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, θα έλεγε κάποιος άλλος, εγώ λέω ότι στάθηκα τυχερός, γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω δυο συγγραφείς. Για την ακρίβεια μία νέα συγγραφέα, γιατί ο άλλος –ο παλιός να πούμε για να συνεννοούμαστε– ήταν γνώριμος, απλώς δόθηκε η ευκαιρία να ξανασυστηθούμε, να ξαναγνωριστούμε.

Βιβλιοκριτική και τα τοιαύτα δεν είναι του γούστου μου κι ούτε θέλω να κάνω τον ειδικό, θα ‘θελα μόνο να πω δυο λόγια παραπάνω γι΄αυτά τα βιβλία που διάβασα και με ρούφηξαν, ακολουθώντας με παντού στο σπίτι, όπου υπήρχε χώρος ελεύθερος και χρόνος διαθέσιμος. Έτσι, με τα βιβλία που μ’ αρέσουν δε θέλω να καταφεύγω σ’ απιστίες, διαβάζοντας κι άλλο –ή κι άλλα– ταυτοχρόνως, όπως συμβαίνει σ’ άλλες περιπτώσεις. Παράλληλες σχέσεις δε θέλω να διατηρώ εκεί που η ψυχή μου βρίσκει καταφύγιο κι ο χρόνος από εχθρός γίνεται φίλος.

Ναι, γλυκά ξεφύλλισα το χρόνο προς τα πίσω για να βρεθώ σε γειτονιές εφηβικές και να γνωρίσω, μετά από σαράντα τόσα χρόνια, ανθρώπους που ζούσαν παρακάτω, εκεί γύρω, στη Φωκίωνος, το Άλσος, τα Θυμαράκια, τη Λιοσίων. Για να «ακούσω» Χατζιδάκι, να θυμηθώ «νέα ταλέντα» και να στεγνώσει το λαρύγγι μπρος στα τεράστια βυζιά της Τίνας Σπάθη. Να πάρουμε παρουσίες –Δευτέρα απόγευμα πίσω στη γαλαρία– στην νέα πρεμιέρα του Γκουσγκούνη –ή Γκουζγκούνη; Να διαβώ με δέος στην Αντινέα το κατώφλι και να γευτώ κοκ νέγκρο στου Φοίβου την αυλή στο Περιστέρι.

Βρέθηκα στρωματσάδα, παιδί μικρό και πάλι, νύχτα χωρίς φεγγάρι αλλά μ’ αστέρια κεντημένη, να περιμένω, κρατώντας μ’ αγωνία την ανάσα μου, πότε, κάπου εκεί ψηλά πάνω στο επουράνιο στερέωμα, η μικρή κουκκίδα του Σπούτνικ με τον Γκαγκάριν, θα φανεί καθώς περνάει, για να χαρίσει αλήθεια σ’ ιστορίες γεμάτες πυραύλους, γαλαξίες κι αστροναύτες, που ξεπηδούσαν σε τροχιές απόκοσμες μέχρι ο ύπνος να με πάρει γλυκά αποκαμωμένο απ’ τις φανταστικές πανέμορφες περιγραφές γερμένος στο πλάι του πατέρα μου.

Μαστορικά, σελίδα τη σελίδα, έστησε τις ιστορίες, μα και τις αναμνήσεις, μπροστά στα μάτια μου ο Τατσόπουλος. Λες κι ήμουν κάπου εκεί, σε κάποιο καφέ, καμαρίνι ή σινεμά πάλι και ξαναζούσα μαζί μ’ όλους τους ήρωές του ολοζώντανα ‘κείνα τα χρόνια που περάσανε μέσα από διχόνοιες, φτώχειες, ποδαρόδρομους και γκρίνιες. Χρόνια που φεύγανε κι εγώ αλλού αρμένιζα ανέμελα, σε γειτονιές και χωματόδρομους, σε έρωτες ανείπωτους, εξάωρα και πάρτι.

Το ίδιο γλυκά, μα, με μία πίκρα αδιόρατη κι ένα «όλα θα πάνε κατ΄ευχήν» καρφιτσωμένο στο βλέμμα, γύρισα την τελευταία σελίδα επιστρέφοντας σ’ έναν κόσμο που, όταν τον βλέπεις από τόσο χαμηλά, όπως τον έστησε μπροστά στα μάτια μου ο Πέτρος ο Τατσόπουλος, είναι σαν να τον βλέπεις για πρώτη φορά και μοιάζει η Γη να καθρεφτίζεται όπως στα μάτια κείνου του χωριατόπαιδου, του Γιούρι: «Αηδιαστικά όμορφη».

Έτσι προσγειωμένος βρέθηκα πάνω σε μια σχεδία υφασμάτινη, τρυφερή και φιλική, φιλόξενη και ψαγμένη. Δεν μ’ ενοχλούσαν οι στοίβες –σωστό κάστρο– από τ’ άπειρα βιβλία που βρίσκονταν απλωμένα ένα γύρω –ξέρεις, δα, την εμμονή μου με την τάξη– ούτε οι κλεφτές ματιές της στο γαλάζιο της οθόνης. Τη συγχωρούσες, όλα θα μπορούσες να της τα συγχωρέσεις, γιατί το βλέμμα της έχει μια αλήθεια, μια ειλικρίνεια και μια ευθύτητα, που δεν τη βρίσκεις εύκολα, ιδιαίτερα σ’ εκείνους που επιλέγουν να μιλούν σε πρώτο πρόσωπο.

Λες και γνωριζόμασταν από πάντα. Μου μίλησε για τον εαυτό της και μ’ έκανε να αισθανθώ τη φίλη που θα ήθελα να έχω. Μου ανέφερε για τη μητέρα, τους φίλους, τη δουλειά, τον πατέρα της με μια οικειότητα που μόνο από πολύ δικούς μου έχω ξανασυναντήσει, κι αν. Άσε, εκεί που έπεσε ο Πιτέλα απ’ το σκαμπό, και γέλασα, το ‘χει κι αυτό, χιούμορ· πόσο μ’ αρέσει να μου μιλάει ακομπλεξάριστα ο άλλος, να μην θέλει να είναι δήθεν, ούτε να το παίξει κάποιος κι ας είναι καταξιωμένη επαγγελματικά, ας έχει στις συνεντεύξεις της ένα Σόιμπλε, ας πούμε, όσο μπορεί εσένα που ‘σαι ΣΥΡΙΖΑ βαμμένος να σ’ εξιτάρει. Αν σε νοιάζει δηλώνει «άπατρις – πολιτικά».

Δεν με νοιάζει. Εκείνο που με νοιάζει, που αισθάνομαι, είναι ότι η Ξένια Κουναλάκη φτερούγισε από το ράφι του Ευριπίδη στο Χαλάνδρι –εκεί τυχαία είχα συναντήσει κάποιο Σαββάτο και τον Τατσόπουλο– γνέφοντάς μου «Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες στιγμές», κάθε άλλο παρά έκλαιγε, με κατάκτησε κατά κράτος για τέσσερις ολόκληρες μέρες κι ένα Σαββατοκύριακο αρχές Σεπτέμβρη.

Γυμνή στάθηκε μπροστά στα μάτια μου ακούραστα, βασανιστικά, εξομολογητικά, φιλικά κι εγκάρδια· ριζότο δε φάγαμε, αλλά μιλήσαμε για θέατρο, για βιβλία για κινηματογράφο, για πολλά και διάφορα διόλου αδιάφορα. Θυμήθηκα κι εγώ κάποια δικά μου, μελαγχόλησα· μ’ έπιασε –δεν ξέρω αν το κατάλαβε– ζήλια κάποιες στιγμές που απ’ τον θαυμασμό και την προσήλωσή μου ξέφευγα και να θέλω να κρυφτώ σε μια γωνιά, δίπλα στο πληκτρολόγιο, για να ζήσω από κοντά μια μέρα της στην εφημερίδα. Τι βλάκας… Η κόρη της μπορεί να μ’ έλεγε και νούμερο.

Δεν το πιστεύω, αλλά τελικά, τα καταφέρανε, ξεκόλλησα, κι αυτό μ’ έκανε ελπίδα να γεμίσω κι όλα τα μίζερα, τα γκρινιάρικα, τις μαύρες μου με χρώμα να τα βάψω, με εικόνες έγχρωμες, με αναμνήσεις σινεμασκόπ και σκέψεις να γεμίσω και να μπουκάρω σε φθινοπωρινούς καιρούς με μια αισιοδοξία καλοκαιριάτικη. Να μη με νοιάζει μπάνια και διακοπές που φέτος δεν κατάφερα πολλά να κάνω και παραλίες ξυπόλητος να περπατήσω.

Περπάτησα μ’ απέραντη ευχαρίστηση στου χρόνου το μεταίχμιο, πέρα από της εποχής μας τ’ ανυπόφορα σημεία, ξέφυγα απ’ των ημερών το ασπρόμαυρο και γέμισα τα μάτια μου φως, συναίσθημα και γλύκα και χαμόγελο· αν θες μπορώ να στα δανείσω.

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Γι' αυτό κερδίζει.


Βλέπεις τον Μητσοτάκη, συμφωνείς δε συμφωνείς με τα λεγόμενά του, δεν μπορεί παρά να διακρίνεις –αν είσαι καλοπροαίρετος, βέβαια– μιαν ευγένεια, μια σοβαρότητα, ένα μέτρο και μια ευπρέπεια.

Ξέρεις ότι όλα, μα όλα, αποτελούν μέρος κι αποτελέσματα ενός άριστα καλοδουλεμένου και καλοστημένου επικοινωνιακού μηχανισμού. Ξέρεις ότι απ’ τα λεγόμενά του πολλά είναι δύσκολα έως ανέφικτα, είναι αδύνατα έως εξωπραγματικά, είναι κλισέ μιας καλά οργανωμένης πολιτικής επικοινωνίας κι ενός άριστα επεξεργασμένου σχεδίου, όμως μένεις να παρακολουθείς και να συμμετέχεις σ΄αυτό το επικοινωνιακό παιχνίδι γιατί σε κερδίζει.

Μπορεί να μη σε πείθουν οι πολιτικές του εξαγγελίες ή να θεωρείς περιορισμένες τις ηγετικές του δυνατότητες, δεν μπορείς όμως παρά να παραδεχτείς, πως με την απλότητα, με τη φυσικότητα και το ανεπιτήδευτο του λόγου του, ξεχωρίζει, ξεχωρίζει κραυγαλέα και από τον πολιτικό λόγο που αγοραία περιφέρεται εσχάτως στη δημόσια σφαίρα, αλλά κι απ’ το ύφος όλων εκείνων που ανενδοίαστα και προκλητικά τον εκφέρουν και τον προσωποποιούν όπου βρεθούν κι όπου σταθούν.

Μπορεί να υπερβάλλω, αλλά μέσα στον ορυμαγδό της κρίσης εκείνο που με πληγώνει περισσότερο ως πολίτη και ως άνθρωπο είναι η ασχήμια, η βρωμιά κι η ποταπότητα που ξεχείλισαν απ’ άκρη σ’ άκρη στο πολιτικό μας σύστημα· μια κακογουστιά, μια ύβρις. Είναι η απάθεια, η εμπάθεια και το μίσος που ξεπήδησαν από τα έγκατα των κοινωνικών απωθημένων, απ’ το περιθώριο, και κατέκλυσαν μυαλά, συνειδήσεις και ψυχές. Είναι η επικράτηση, ό,τι χειρότερου, ευτελούς και πρόχειρου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί την κρισιμότερη καμπή, την πιο δύσκολη ώρα για τη χώρα και την κοινωνία.

Ξέρω ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το επιτελείο του το γνωρίζουν. Καταλαβαίνω, ότι αντιλαμβάνονται την ανάγκη μου ως πολίτη και ως ανθρώπου ν’ απαλλαγώ απ’ όλα αυτά, ν’ ακούσω από κάπου μια φωνή λογικής, σύνεσης, κατανόησης. Γνωρίζω ότι ξέρουν πώς να μου τα προσφέρουν, πώς να φτάσουν ως τ’ αυτιά και το μυαλό μου σαν βάλσαμο κι ανακούφιση, πώς να με κάνουν να αισθανθώ ότι, επιτέλους, υπάρχει πολιτική, υπάρχει ορθολογισμός, υπάρχει διέξοδος.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξέρει ότι όλα θα κριθούν από μένα και τους ομοίους μου και γι’ αυτό ο πολιτικός του λόγος δεν ακούγεται στρογγυλεμένος, μάγκικος, γλυκανάλατος, ψεύτικος· μπορεί εμένα να μην με πείθει, αλλά χτυπά στην καρδιά, στο μέσο ‘Ελληνα, στη μεσαία τάξη, στο κέντρο του εκλογικού σώματος, εκεί που άλλοι ακόμα ψάχνονται, γι’ αυτό η εικόνα του αυτή κερδίζει τις εντυπώσεις.

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Η γλυκιά εκδίκηση του Ανδρέα.


Παιδιά, αγέννητοι οι περισσότεροι ή μωρά με την πιπίλα στο στόμα αναφέρονται στον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, λοιδωρούν, χλευάζουν, βρίζουν. Δεν έχουν άδικο· έτσι κάπου άκουσαν, έτσι κάποιοι τους είπαν, έτσι κάτι διάβασαν.

Εξάλλου, όταν ο ένας μετά τον άλλο οι επίγονοι κι οι συμπρωταγωνιστές αποχωρούν, αποστασιοποιούνται, αλληλοκατηγορούνται ή απλώς διαγκωνίζονται για μια θέση εξουσίας, είναι λογικό καθένας που δεν έζησε, δεν ξέρει ή δεν θέλει να ξέρει, να υποστηρίζει, να νομίζει και να πλάθει το δικό του σενάριο για τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Το γεγονός και μόνο, ότι κάθε χρόνο, κι ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, τέτοια μέρα –αλλά κι ευκαιρίας δοθείσης– σχετικοί κι άσχετοι σπεύδουν να καταθέσουν την όποια καλή ή κακή άποψή τους γι’ αυτόν τον πολιτικό, που με την προσωπικότητα και τη δράση του άφησε ανεξίτηλο κι ευδιάκριτο το στίγμα του στην Ιστορία της χώρας, σημαίνει ότι κάθε άλλο παρά τυχαίος και συνηθισμένος πολιτικός ήταν.

Ο Ανδρέας ήταν χαρισματικός. Εκεί και βάζω τελεία, έτσι τον αισθάνθηκα ως πολίτης. Δεν υπάρχουν ούτε κοινά σημεία, ούτε μέτρο σύγκρισης για οποιονδήποτε μεταγενέστερο ή σύγχρονό μας πολιτικό. Το τι λέγεται και γράφεται δεξιά κι αριστερά δεν αφορά τον Ανδρέα Παπανδρέου και την ιστορική του διαδρομή.

Εμένα κι εσένα μπορεί ν’ αφορά και μερικούς άλλους ακόμα που, έχοντας ζωντανές μνήμες από εκείνη την εποχή, θέλουν να μας «τσουβαλιάσουν» στο ανιστόρητο παραμύθι που περιφέρουν και συντηρούν, στο παραμύθι τους, στην δική τους προσπάθεια να εξασφαλίζουν με τον ευκολότερο τρόπο δύσκολες ψήφους.

Πατριωτισμό κι αριστεροσύνη διαλαλούν στην πραμάτια τους για να «τσιμπήσουν» και ν’ ακολουθήσουν τα σιτεμένα κι αδέσποτα «παιδιά» της Αλλαγής. Ρίχνουν «Αντρέα» στην αρένα, γιατί δεν έχουν τι να πουν, τι να οραματιστούν και τι να προτείνουν· όλα τα έχουν κάνει ίσωμα και τέλμα. Περιμένουν με παρομοιώσεις και παραλληλισμούς να συνεγείρουν τα πλήθη, ενώ, στο μεταξύ, έχουν ευνουχίσει τις ελπίδες τους, έχουν ξεφτιλίσει τα όνειρά τους, έχουν εξορίσει τις προσδοκίες τους.

Όμως η Ελλάδα του 2017, η Ευρώπη κι ο κόσμος του σήμερα, είναι τόσο ελκυστικά πεδία οραματισμού, σχεδιασμού, δράσης. Στο ευμετάβλητο κι αποσταθεροποιημένο παγκόσμιο περιβάλλον, οι κοινωνίες κι οι λαοί ασφυκτιούν για νέες ιδέες, νέα οράματα, νέες προσδοκίες κι επιλογές.

Λέμε και ξεναλέμε όλοι σε κάθε ευκαιρία: «Σήμερα ηγέτες δεν υπάρχουν» και, ναι, έχουμε δίκιο. Μέσα σ’ αυτές τις ασφυκτικές για τους πολλούς συνθήκες της πιο άγριας επέλασης του παγκόσμιου καπιταλιστικού κατεστημένου, των οικονομικών συμφερόντων και των πανίσχυρων κέντρων αποφάσεων, προσωπικότητες με κύρος, με γνώση και πυγμή, πολιτικοί με διορατικότητα, έμπνευση και τόλμη λείπουν.

Ο πολιτικός, ο ηγέτης Ανδρέας Παπανδρέου λείπει. Καμιά καρικατούρα ή αυτόκλητος αντικαταστάτης του δεν είναι σε θέση, όχι να τον μιμηθεί ή να τον υποκαταστήσει, αλλά να αντιληφθεί το μέγεθος της ευθύνης, του χρέους και των προκλήσεων που πρέπει ν’ αντιμετωπίσει και ν’ αναμετρηθεί μαζί τους.

Κανείς από τους σημερινούς διαχειριστές της εξουσίας στον τόπο μας δεν μπορεί να σχεδιάσει λίγο πιο πέρα απ’ τη ΔΕΘ (!), λίγο πιο πέρα απ’ τις επόμενες εκλογές. Μέχρι εκεί φτάνει το μπόι τους, μέχρι εκεί φτάνει η δυναμική τους, η λογική τους. Γι’ αυτό στέκονται εικονικά δίπλα στον Ανδρέα, για να κλέψουν κάτι απ’ τη λάμψη του, ν’ αρπάξουν κάτι απ’ το πνεύμα του, να παραστήσουν πως συμμερίζονται τις ιδέες του, να υποκριθούν πως μπορούν να σταθούν πολιτικά.

Το μόνο που πετυχαίνουν είναι να χαθούν κάτω απ’ τη σκιά του, αλλά, ταυτόχρονα –και δεν χαίρομαι γι’ αυτό– ν’ αναπαράγουν για άλλη μια φορά τη μιζέρια τους, να διαλαλήσουν ακόμα μια φορά τη φτώχεια των ιδεών τους, ν’ αποκαλύψουν ακόμα μια φορά την ιδιοτέλεια και τον καιροσκοπισμό τους.

Για τον Ανδρέα Παπανδρέου είναι εύκολο να μιλά όπως θέλει ο οποιοσδήποτε, μπορεί να γράφει ο καθένας ό,τι θέλει, να υποστηρίζει ό,τι νομίζει, γιατί απλώς ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Ανδρέας του λαού και του καθενός, ίσως, δεν έχει ανάγκη από αγιογραφίες και λιβανίσματα, δεν χρειάζεται βιογράφους κι υμνητές· συνομιλεί με όλους όσους τον ακολούθησαν, τον θαύμασαν, τον λάτρεψαν, κατανοεί εκείνους που τον πολέμησαν, τον αδίκησαν, τον συκοφάντησαν, αλλά κι εκδικείται γλυκά εκείνους που, όψιμα, ανεβαίνουν στο σκαμνί για να τον φτάσουν.


Photo: News 24/7

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

"Κανονικοί άνθρωποι".


Υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω από κανονικούς ανθρώπους. Κάποιους τους γνωρίζω προσωπικά, άλλους όχι, έχουμε βρεθεί στα «μέσα». Οι άνθρωποι αυτοί, από το δημόσιο λόγο που εκφέρουν, από τις απόψεις που εκφράζουν, από το ύφος και το στυλ, από τον τρόπο, τέλος πάντων, που δείχνουν να συμμετέχουν στο πολιτικο-κοινωνικό γίγνεσθαι, έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον μου, έχουν κερδίσει την εκτίμησή μου, τους ξεχωρίζω και μ’ αρέσουν.

Δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να εκφραστεί και να εκληφθεί η «κανονικότητα» στις μέρες της πλήρους απαξίωσης των πάντων κι ιδιαίτερα των κομμάτων και της πολιτικής, θεωρώ, όμως, ότι θα συμφωνήσουμε αν δεχτούμε, ότι οι «κανονικοί» αυτοί άνθρωποι τοποθετούνται σ’ αυτή την κατηγορία, γιατί με σταθερότητα και σαφήνεια, με νηφαλιότητα και ήθος, με τεκμηρίωση και ψυχραιμία, υπηρετούν και εκφράζουν τις αρχές και τις αξίες που υποστηρίζουν.

Ποιες αρχές και ποιες αξίες; Θα μου πεις. Αντιστέκονται στον πολιτικό «χυλό» και στον επικοινωνιακό ειρμό, θα σου απαντήσω. Ναι, έχουν γνώση και γνώμη κι εκφράζονται με γλώσσα λιτή, κατανοητή αποφεύγοντας ακρότητες και συκοφαντίες, ξεχωρίζουν σαν «τη μύγα μέσ' στο γάλα» από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, από τις κραυγές, τις εξυπνάδες και τα ευφυολόγήματα του τάλιρου –κι αν– που έχουν κυριαρχήσει και γελοιοποιούν το δημόσιο λόγο και χώρο.

Αυτοί οι «κανονικοί άνθρωποι», έχουν άποψη για τους λόγους που βρισκόμαστε στη σημερινή περιδίνηση ως χώρα και ως κοινωνία, δεν έχουν υποκύψει σε εύκολες εκδοχές συνωμοσίας ή σε επιπόλαιες υποδείξεις υπευθύνων και, ευκαιρίας δοθείσης, έχουν διατυπώσει σαφείς προτάσεις για την υπέρβασή της μακριά από λαϊκισμούς κι εύκολες λύσεις.

Το σπουδαιότερο, όμως, ενώ διαθέτουν κι εκπέμπουν ευδιάκριτο πολιτικό στίγμα –έστω κι αν έχουν διαφορετικές αφετηρίες και διαδρομές– μένουν μακριά από ιδεοληψίες κι ιδεολογικές προκαταλήψεις και δεν έχουν αναστολές ή επιφυλάξεις ως προς την προστασία και διαφύλαξη θεμελιωδών συνταγματικών αρχών και κανόνων, δηλαδή, πίστη στο δημοκρατικό πολίτευμα, τη λαϊκή κυριαρχία, τις ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες, τη δίκαιη κι ανεμπόδιστη ατομική και κοινωνική ανάπτυξη με σεβασμό στο δημόσιο συμφέρον και την προστασία των κοινωνικά ασθενέστερων.

Αυτοί οι «κανονικοί άνθρωποι», πολλοί από τους οποίους ασχολούνται ενεργά με την πολιτική, επιμένουν με κάθε ευκαιρία στην ανάγκη της μεγαλύτερης δυνατής συνεννόησης και συνεργασίας των πολιτικών δυνάμεων ενόψει των κρίσιμων αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα και δεν φείδονται πολιτικού κόστους, ούτε «μασούν τα λόγια τους» αναφερόμενοι στις δυσκολίες και τις υπερβάσεις που είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν.

Χαίρομαι να επικοινωνώ και ν' ανταλλάσσω απόψεις μαζί τους· ο προβληματισμός τους είναι γόνιμος, η κριτική τους βάσιμη, η διάθεσή τους θετική. Σ' αυτή τη συγκυρία και την καμπή τους αντιλαμβάνομαι σαν φανοστάτες της ασφαλέστερης οδού προς το μέλλον, της διεξόδου που πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί ανοιχτή.

Ταυτόχρονα, νοιώθω να τους βαραίνει ένα χρέος –όσο βαριά κι αν ακούγεται η λέξη– να μη λυγίσουν, να κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα παντού, όπου κι αν βρίσκονται, με την καθαρότητα του λόγου τους, με το ήθος, με την αξιοπρέπειά τους· να συμβάλουν με το παράδειγμά τους ώστε να περάσουν στο αύριο όσα αποτελούν τη συνέχεια, το νήμα της Ιστορίας, την κοινή μοίρα, την επιμονή, τη δύναμη και την απαντοχή στις δυσκολίες.

Έχουμε ανάγκη ως κοινωνία, ως λαός, το αντίδοτο, το ευεργετικό μπόλι, της νηφαλιότητας, της σωφροσύνης, της λογικής και του καλού λόγου, απέναντι στη χυδαιότητα και τον λαϊκισμό, που καθημερινά ξεδιάντροπα και ξετσίπωτα επελαύνουν αδιακρίτως δηλητηριάζοντας με μίσος, αλαζονεία και ψεύδη τον κοινωνικό ιστό. Έχουμε ανάγκη τις φωνές των «κανονικών ανθρώπων», γι’ αυτό πρέπει ν’ αντέξουν, παρά τα εμπόδια, τις δυσκολίες και τη σύγχυση· οι «κανονικοί άνθρωποι» πρέπει να σταθούν όρθιοι.

Το μέλλον βρίσκεται πέρα και πίσω απ’ τον κουρνιαχτό και τ’ αναχώματα της μισαλλοδοξίας και της μιζέριας, πέρα και πίσω απ’ τις κραυγές της αλλοφροσύνης και του διχασμού, πέρα και πίσω απ’ τον κακό μας εαυτό, πέρα απ' το σήμερα.

Εκεί βρίσκεται η «κανονική» ζωή, εκεί πρέπει να μας οδηγούν –αδιαφορώντας για το όποιο κόστος  οι «κανονικοί άνθρωποι».

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Δυο μικρές φράσεις, μια μεγάλη αλήθεια.


Απέπνεε έναν ενθουσιασμό που μ’ άρεσε το «Τρεις Ολυμπιάδες + ένας Αύγουστος»· γενικά, όπου συναντήσω κείμενο με την υπογραφή της Λίνας Παπαδάκη το διαβάζω.

Μέσα στις προτροπές και τις μικρές διαδοχικές αλήθειες του παραπάνω κειμένου, λοιπόν, βρισκόταν κι η πιο μεγάλη –κατά τη γνώμη μου– αλήθεια, αλλά κι η απάντηση-εμπόδιο ταυτόχρονα. Αναρωτιέται, ανάμεσα στα άλλα, η συγγραφέας: «Ποια άλλη από τις ηλικίες που προηγήθηκαν και που ακόμα ορίζουν τις τύχες της πολιτικής ζωής, των επιχειρήσεων, της Τέχνης, της επιστήμης  έχει τη μόρφωσή μας, την εξωστρέφειά μας, τη γνώση της τεχνολογικής γλώσσας της εποχής μας, την απελευθέρωση από τις συντηρητικές αγκυλώσεις, την ανοιχτή ματιά μας;»

«Καμιά» μπορώ ν’ απαντήσω μ’ αυθορμητισμό και άνεση.

Αρκεί, άραγε, αυτό αναρωτιέμαι με τη σειρά μου, τη στιγμή που «ακόμα ορίζουν τις τύχες της πολιτικής ζωής, των επιχειρήσεων, της τέχνης, της επιστήμης» οι ηλικίες –κι οι γενιές– που προηγήθηκαν; Τι πιθανότητες έχει –συνεχίζω το συλλογισμό μου– η γνώση, το ταλέντο, η τεχνολογία ή η ανοιχτή ματιά από μόνα τους ν’ αντιπαλέψουν, δίχως πολιτικά εργαλεία κι εκπροσώπηση, κατεστημένα κι αγκυλώσεις δεκαετιών ή μιας ολόκληρης ζωής;

«Καμιά» μπορώ και πάλι ν’ απαντήσω με τον ίδιο αυθορμητισμό και την ίδια άνεση.

Δεν είναι μόνο μιας ηλικίας ή μιας γενιάς η ευθύνη για το σήμερα, ούτε μόνο μιας ηλικίας ή μιας γενιάς υπόθεση το αύριο. Το παρόν και το μέλλον αποτελούν τους κρίκους της ίδιας διαχρονικής αλυσσίδας με το παρελθόν κι αναφέρονται στην ίδια κοινωνία, σε μια κοινωνία ανισοτήτων, ανταγωνιστική, εσωστρεφή και παραδοσιακή· την ελληνική.

Θα ήταν συναρπαστικό, αν σ’ αυτή την ιστορική καμπή, αυτή η κοινωνία κατόρθωνε να διακρίνει και να επιλέξει να την εξουσιάσουν και να την κατευθύνουν πολιτικές δυνάμεις που θα πλαισιωνόταν κατά κύριο λόγο από εκπροσώπους νεώτερων ηλικιών, γενιών, από νέους πολιτικούς, από ανθρώπους με πολιτικές ανησυχίες, ιδέες κι οράματα για το παρόν και το μέλλον. Δυστυχώς, και για την κοινωνία και για τον καθένα από εμάς, τα μέλη της, η πλειοψηφία επέλεξε κατά τα πατροπαράδοτα– κομματικά σχήματα από τα παραδοσιακά για τη διακυβέρνησή της κι αυτά με τη σειρά τους κινήθηκαν όσο πιο παραδοσιακά μπορούσαν στις επιλογές και τις αποφάσεις τους.

Έτσι, ό,τι ενδιαφέρον και νεωτεριστικό ακούστηκε μετά το ξέσπασμα της κρίσης, ό,τι πιο ενδιαφέρον κι αυτονόητο ως προς τα πολιτικά ήθη και πράγματα, προσπεράστηκε γρήγορα κάτω από τα ποδοβολητά αγανακτισμένων ή διαμαρτυρόμενων, ξεχάστηκε πίσω από μυριάδες υποσχέσεις, θεωρίες, συνωμοσίες, λάθη και ψέματα. Δεν κατόρθωσε από μόνο του το πολιτικά «νέο» ν’ αντιπαλέψει όλα αυτά που το «ψημένο» και δοκιμασμένο σε σκληρές κομματικές αντιπαραθέσεις και πολιτικές σκοπιμότητες σύστημα μπορούσε να υπηρετήσει και να εξυπηρετήσει.

Ζούμε μιαν πραγματικότητα κι αυτή δεν μπορεί ν’ αλλάξει ούτε αυτόματα, ούτε μ’ ευχές, ούτε –πολύ περισσότερο– με παραινέσεις. Οι παραινέσεις κι η έξαψη του θυμικού, η κινητοποίηση, τελικά, της κοινωνίας, των ομάδων, των ατόμων –ιδιαίτερα σε συνθήκες απογοήτευσης κι αποστασιοποίησης– δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με μεμονωμένες ενέργειες κι ηρωικές προσπάθειες. Αυτές είναι καταδικασμένες να πεθάνουν και δεν πα’ να το προσπαθούν κάθε μια για λογαριασμό της όλες οι ηλικίες από σαράντα και κάτω.

Σήμερα χρειάζεται, ίσως όσο ποτέ –μεγάλη κουβέντα, αλλά όπως πάνε τα πράγματα, ταιριάζει γάντι–, συμμαχία όλων των γενιών κι όλων των ηλικιών που πιστεύουν στη δημοκρατία, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ισονομία. Όχι χωρίς ιδεολογικό προσανατολισμό κι αναφορά, όχι «χύμα στο κύμα» και για το «γιούργια για τις καρέκλες», όχι μ’ ανιστόρητες συρραφές και ανίερες συμμαχίες, όχι για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά για τη διακυβέρνηση του τόπου.

Αν κατορθώσουν να συναντηθούν και να συνεννοηθούν οι πολιτικές δυνάμεις που σήμερα αναζητούν μιαν ανάσα κι ένα πολιτικό στίγμα πέραν της Νέας Δημοκρατίας κι έξω απ’ το ΣΥΡΙΖΑ, αν κατορθώσουν οι νέοι τους οποίους καλεί η Λίνα Παπαδάκη να δώσουν ένα ηχηρό παρόν και να αναζωογονήσουν μ’ αποφασιστικότητα, ζωντάνια και αυτοπεποίθηση το γερασμένο και ταλαιπωρημένο κουφάρι της πολιτικής, αν τροφοδοτήσουν μ’ ενέργεια και μπολιάσουν μ’ ειλικρίνεια τον διάλογο που εξελίσσεται σ’ αυτό το χώρο, όλα είναι δυνατόν ν’ αλλάξουν.

Βαριά ευθύνη και δύσκολη, αλλά είναι η ώρα αυτή η γενιά –γιατί όχι;– που ζούσε με τη βεβαιότητα και την ασφάλεια, ότι το αύριο θα είναι καλύτερο, να δώσει όλες τις δυνάμεις, μαζί μ’ εκείνους που το μπορούν και το θέλουν, να γεμίσουν και πάλι πίστη για την πολιτική οι δεκαοχτάρηδες, να χαραχθεί ένα χαμόγελο ελπίδας στους πρόωρα γερασμένους φτωχούς, ν’ ανοίξει μια διέξοδος επιστροφής για εκείνους που έχουν εξαφανιστεί απ’ τον ορίζοντα.

Τότε η γενιά της, και… «αι γενεαί πάσαι», αλλά κι όσοι μετεωρίζονται σήμερα πάνω από το τεράστιο πολιτικό κενό, πάνω από την κατάμαυρη πολιτική τρύπα, θα γίνουν ένα για να υπερβούν τα σημερινά εμπόδια, θα διακρίνουν ξεκάθαρα τις προκλήσεις και τις ανάγκες των καιρών, θα έχουν κάποιο λόγο για να μονιάσουν, θα θελήσουν να υπερβούν αντιθέσεις και διχόνοιες, ν’ αποδεχτούν τη διαφορετικότητα και τις διαφωνίες, θα τολμήσουν να ενώσουν τις εμπειρίες και τις γνώσεις, τις ιδέες και τις αξίες, το κοινό μέλλον κι όραμα και να κλείσουν μια και καλή τους λογαριασμούς με το παρελθόν –όχι στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας–, αλλά στην κοινή πεποίθηση για ένα καλύτερο αύριο για όλους, για την κοινωνία στο σύνολό της, δίχως διακρίσεις κι αποκλεισμούς.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Συμβόλαιο του "θανατά".


Όχι, ούτε εξέταση ούρων, ούτε εκταφή του συχωρεμένου για εξέταση DNA δεν ζητήθηκαν προκειμένου να πουλήσει το παιδί ένα διαμέρισμα 22 τετραγωνικά που κληρονόμησε.

Κατά τα λοιπά, πάνε τώρα κοντά τρεις μήνες που έχει βρεθεί αγοραστής –μετά από πολύμηνες προσπάθειες– κι έκτοτε ακόμα τρέχουμε από υπηρεσία σε υπηρεσία μη γνωρίζοντας με ακρίβεια ακόμα πότε θα κλείσει αυτός ο απίστευτος κύκλος συλλογής των απαιτούμενων δικαιολογητικών.

Το απίστευτο είναι, ότι –υπό τις παρούσες συνθήκες– τη μεγαλύτερη καθυστέρηση προκαλεί η υποβολή δικαιολογητικών που θεσπίστηκε μεσούσης της οικονομικής κρίσης, μόλις το 2013 και το 2014 και πρόκειται για τη βεβαίωση του μηχανικού περί πολεοδομικής νομιμότητας και το πιστοποιητικό του ΕΝΦΙΑ.

Δηλαδή οι φωστήρες που νομοθετούν, αλλά και τα σαΐνια των υπουργείων και των συντεχνιών που τα εισηγούνται, αντί να απλουστεύουν και να διευκολύνουν τους πολίτες, ιδιαίτερα αυτή την εποχή που και το χρήμα είναι δυσεύρετο κι οι οικοδομές έχουν πατώσει, υποχρεώνουν τους πολίτες να εμπλακούν με τη φυσική παρουσία τους και να έχουν συναλλαγή με τις κατ’ εξοχήν κι αποδεδειγμένα και διαχρονικά γραφειοκρατούμενες και πλέον χρονοβόρες υπηρεσίες του ελληνικού δημοσίου, την πολεοδομία και την εφορία.

Εν προκειμένω, επειδή το ακίνητο είναι προ του 1960 –τόσο καινούργιο– θα πρέπει να βρεθεί η οικοδομική άδεια από το αρχείο της πολεοδομίας του Δήμου της Αθήνας (Συγγρού), όπου πας εκεί και αφού βγάλεις κάτι φωτοτυπίες παραδίπλα και πηγαινοέρθεις μερικές φορές από γραφείο σε γραφείο –δύο με τρία βήματα απόσταση το ένα από τ’ άλλο– και σε εξυπηρετήσουν τρεις διαφορετικοί υπάλληλοι –ο ένας δίπλα στον άλλο, όχι ο ένας που έχει τη σφραγίδα του πρωτοκόλλου είναι απέναντι(!)– παίρνεις ένα χαρτάκι που σου ορίζει ραντεβού για να τα παραλάβεις μετά από 30 με 40 μέρες.

Και περιμέναμε να περάσει ο Ιούνιος, να μπει ο Ιούλιος, να ‘ρθει κι η ευλογημένη μέρα που θα παίρναμε επιτέλους τα αντίγραφα της άδειας να δούμε αν ο μπαγαπόντης ο μηχανικός εκείνης της εποχής είχε κάνει τίποτε «αμαρτίες» στο υπόγειο, που θα έπρεπε να τις πληρώσουμε εμείς μισό και βάλε αιώνα μετά στο δημόσιο μ’ ένα χιλιαρικάκι μαζί με την αμοιβή του μηχανικού.

Και φτάνει η ευλογημένη –που λέγαμε– μέρα του Ιούλη και ‘κει που φρεσκοξυρισμένος κι ευδιάθετος ετοιμάζεσαι πρωί – πρωί για το ραντεβού, χτυπάει το τηλέφωνο και το ραντεβού ματαιώνεται. Ναι, ματαιώνεται, γιατί τελείωσε –λέει– το μελάνι του εκτυπωτή κι οι αρμόδιοι θέλησαν –να ‘ναι καλά οι άνθρωποι– να μας ενημερώσουν να μην τρέχουμε στο κέντρο, γιατί είχε κείνες τις μέρες και αφόρητο καύσωνα.

«Πότε;» –ψελλίζεις αποσβολωμένος– «άγνωστο», η απάντηση· τα μελάνια του εκτυπωτή των μικροφίλμς είναι εισαγωγής και δεν είχαν ιδέα πότε ο σχετικός διαγωνισμός των αρμόδων υπηρεσιών του Δήμου της Αθήνας θα ολοκληρωθεί ώστε να παραληφθούν. Ακόμα αγνοείται η τύχη τους.

Και σκέφτεσαι: Δεν πάω να βγάλω κανένα άλλο χαρτί μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Κι εκεί είναι που μπλέκεις με την εφορία. Οι ουρές, για τρέλα κι οι υπάλληλοι με το φανάρι. Εκνευρισμός μουρμούρα, αλλά το αφόρητο είναι –όταν μετά από δυο-τρεις ώρες έρθει η σειρά σου– το πήγαιν’ – έλα. Οι άνθρωποι δεν παίζονται, σου λένε το «πηγαίνετε να πάρετε πρωτόκολλο» με τόση φυσικότητα κι ας απέχει το τμήμα κληρονομιών απ’ το πρωτόκολλο τρεις ορόφους! Ναι, κι όλα στο χέρι. Ναι, εκεί όλα γίνονται χειρόγραφα για να ‘χουν και κύρος, αλλά –υποθέτω– και κάποια συλλεκτική αξία αύριο – μεθαύριο, όταν το ακίνητο αυτό περάσει σε κάποια άλλα χέρια.

Νομίζεις ότι ξεμπερδεύεις αμέσως; Καλά, δες αν έρχομαι! Μετά από δέκα με δεκαπέντε μέρες σου κλείνουν ραντεβού για να παραλάβεις τις βεβαιώσεις περί μη οφειλής ΕΝΦΙΑ κι ας είχε ο μακαρίτης –Θεός συχωρέσ' τον και πάλι– τακτοποιήσει όλες του τις υποθέσεις με την εφορία κι ας έχουν οι κληρονόμοι τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα για το Ε9 τους, τις δηλώσεις και τα συμπαραμαρτούντα, πρέπει να δηλώσουν, ότι για το ακίνητο δεν χρωστάνε τον ΕΝΦΙΑ του ’12, του ’13 κ.ο.κ., δηλαδή για τα χρόνια που το ακίνητο δεν ήταν κάν στην κυριότητά τους.

Αν, έτσι για να πεις και συ κάτι, διαμαρτυρηθείς για την καθυστέρηση, σου ανοίγουν με τόση ετοιμότητα μια ντουλάπα ξέχειλη από χαρτομάνι, ώστε ν’ αντιληφθείς ιδίοις όμμασι πόσοι πριν από σένα έχουν περάσει την ίδια δοκιμασία κι ακόμα περιμένουν, και να σκύψεις τα μάτια ντροπιασμένος.

Κάποια στιγμή το συμβόλαιο θα γίνει, απορώ όμως αν έχουμε σωτηρία, αν υπάρχει δρόμος και διέξοδος για εμάς, για τα παιδιά μας. Δεν είναι ρητορικά τα ερωτήματα, ούτε έχω πικαριστεί εξαιτίας της προσωπικής μου υπόθεσης και ταλαιπωρίας. Τέτοιες κι ανάλογες υποθέσεις και ταλαιπωρίες –ίσως και πολύ πιο σημαντικές και κρίσιμες– για τους ανθρώπους είναι καθημερινές, ώσπως πού αντέχει να πάει αυτό όμως; Ως πού μπορούμε κι εμείς να τ’ αντέχουμε και να τ’ ανεχόμαστε;

Δεν είναι που θεσπίζονται στο γόνατο υποχρεώσεις, δεν είναι που λείπει προσωπικό, δεν είναι που δεν δουλεύουν με ένταση σε κάποια τέτοια πόστα οι υπάλληλοι, είναι που ο κρατικός μηχανισμός κι αυτοί που έχουν την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του περί άλλων τυρβάζουν, αδιαφορούν για τον πολίτη και την καθημερινότητά του, αδιαφορούν για την ανοργανωσιά, τις ελλείψεις, τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών.

Αυτή η κατάσταση καλλιεργεί κι εντείνει τη διάχυτη απαισιοδοξία, αυτός είναι ο πιο σημαντικός λόγος που δεν διαφαίνεται διέξοδος απ’ την κρίση και το σημερινό αδιέξοδο. Αυτή η κατάσταση θα πρέπει να κάνουμε ό,τι περνά απ' το χέρι μας για ν' αλλάξει· το συντομότερο.

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Δεν τρέχει κάστανο.


Πόσα μέτωπα ανοιχτά; Πόσες αντιπαραθέσεις σοβούν; Δεν προλαβαίνουμε να κλείσουμε τη μια πληγή και τσουπ ξεπετάγεται η επόμενη. Από πού ν’ αρχίσεις; Τη μια ο Ντάνος, την άλλη ο Νιόνιος, την τρίτη ο Ρουβάς, μετά ο Παϊσιος, χτες ο Βαρουφάκης, προχτές ο Καρανίκας, αντίπροχθες ο Τσακνής. Να πάω και πιο πίσω; Δεν το αντέχω! Ζωή μέσα στην ένταση, την κόντρα και το ξεκατίνιασμα. Είναι ζωή αυτή;

Όχι, κάθε άλλο, αυτό δεν είναι ζωή, είναι θάνατος αργός, μια καθημερινή παρατεταμένη παραίτηση από τα ουσιώδη και τα σημαντικά, απ’ τα σπουδαία και τα κρίσιμα. Ναι, ποιον δεν έχει απογοητεύσει η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ; Ποιον μπορεί ν’ αφήνουν αδιάφορο κι απαθή οι καθημερινές αστοχίες, παλινωδίες, αυταρχισμοί; Κανέναν, νομίζω, κι όμως, έχουμε αφεθεί στην εύκολη κι ευκαιριακή εκτόνωση του διαδικτύου, στη χαλαρή ενατένιση της οθόνης, παρατηρώντας με αξιοθαύμαστη –ομολογουμένως– στωικότητα τη ζωή να δυσκολεύει, να στενεύει, να γεμίζει ήττες κι ερωτηματικά κι εμείς να σουρμαλιώμαστε πότε για το ένα ριάλιτι και πότε για το άλλο twit, αποχαυνωμένοι και παραιτημένοι απ’ όλα τ’ άλλα.

Ανάπτυξη ακούμε και τσιμουδιά δεν ακούγεται για το «πώς». Στη Δυτική Μακεδονία έπρεπε να φτάσει η χάρη μας για ν’ αρχίσουμε να σχεδιάζουμε –λέμε τώρα– εν έτι 2017 αυτό για το οποίο όλες οι πολιτικές και παραγωγικές δυνάμεις της χώρας έπρεπε να έχουν κάνει υπόθεσή τους κι ευαγγέλιο από το 2010 –για να μην πούμε και πάλι για το πιο πριν. Από το πόντιουμ, πότε εδώ και πότε ‘κει, δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο απ’ τη λέξη «ανάπτυξη». Η πιο γλυκιά καραμέλα, η πιο πικρή απόφαση.

Προτιμάμε όλα αυτά τα χρόνια να μοιράζουμε την πίκρα με την κουτάλα της σούπας αδιακρίτως σ’ όλη την κοινωνία για να μην «χαλάσουμε τη σούπα» στις πανίσχυρες και πασίγνωστες συντεχνίες και ομάδες συμφερόντων που δυναστεύουν κι απομυζούν τον τόπο, να μην αγγίξουμε τις στρεβλώσεις και τις κραυγαλέες αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού στη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τις κοινωνικές υπηρεσίες κ.λπ., να μην θίξουμε τις προφανείς και πανθομολογούμενες παθογένειες του πολιτικού συστήματος.

Βολεύει αυτός ο αποπροσανατολισμός κι αυτή η παραίτηση των πολιτών, αφενός εκτονώνει ανώδυνα μια κατάσταση που κάτω από άλλες συνθήκες θα μπορούσε να γίνει και εκρηκτική κι αφετέρου διευκολύνει να δημιουργούνται ευκαιριακές πλειοψηφίες για την κατοχή και τη νομή της εξουσίας· όσο πιο πολλοί απέχουν τόσο πιο εύκολα οι κομματικοί μηχανισμοί ελέγχουν και κατευθύνουν τις πολιτικές εξελίξεις, τόσο πιο εύκολα χειραγωγείται η κοινή γνώμη κι ακούγονται οι φωνές που το σύστημα ενημέρωσης προκρίνει κι επιθυμεί.

Ωραία τα γράφεις, αλλά, τι να κάνουμε;

Τι να κάνουμε; Ν’ αλλάξουμε!

Ναι, ρε φίλοι και σύντροφοι, ν’ αλλάξουμε εμείς πρώτοι· τρόπο ζωής, συνήθειες, νοοτροπία. Γιατί, ντε και καλά, να είναι όλα «θέμα παιδείας». Τι μου λες; Θα περιμένουμε εκατό χρόνια για να γίνει το θαύμα; Εμείς δεν πήγαμε, δηλαδή, σχολείο ή στο σχολείο που πήγαμε δεν μάθαμε πέντε γράμματα; Μόνο να πετάμε τα χαρτιά και τα τσιγάρα όπου βρούμε, μόνο να βρίζουμε και να ασχημονούμε πίσω απ’ το τιμόνι ή «όπου μας παίρνει», μας μάθαιναν; Τι να σου κάνει κι η εκπαίδευση άμα έχεις ένα διαρκές ράβε – ξήλωνε πάνω στο εκπαιδευτικό σύστημα των τελευταίων δύο αιώνων ή άμα αλλάζεις κάθε χρόνο τα σχολικά βιβλία για πλάκα;

Προφάσεις εν αμαρτίαις. Εμείς δεν θέλουμε ν’ αλλάξει τίποτα. Κι αφού δεν θέλουμε εμείς γιατί να θέλουν αυτοί που αύριο θα ζητάνε την ψήφο μας; Ποιοι, δηλαδή, γράφουν (κι έγραφαν) τροπολογίες εν τω μέσω της νυκτός ή επινοούν (κι επινοούσαν) μεταμεσονύκτιες ρυθμίσεις με χίλια δυο ρουσφέτια και διευκολύνσεις; Οι προτείνοντες υπουργοί ή βουλευτές, μόνο; Ναι, το πιστέψαμε! Εμείς είμαστε από πίσω, κάποιο «δικό μας» χέρι διατύπωσε το «αίτημα», που πάντα είναι (και ήταν) «δίκαιο», «χρόνιο» ή «ώριμο» –εκεί θα κολλήσουμε–, και το έφτασε μέχρι τη Βουλή και το ΦΕΚ. Κατ’ εμέ το θέμα των συμβασιούχων, είναι η μεγαλύτερη κοροϊδία κι ο πλήρης ευτελισμός των πολιτικών θεσμών της χώρας. Έτσι δεν βγαίνουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά, ούτε εμείς απ’ το τούνελ.

Πριν φτάσουμε, λοιπόν, αύριο – μεθαύριο να βρίζουμε και τον Μητσοτάκη ή τον όποιον Μητσοτάκη, ας ξανασκεφτούμε τη δική μας στάση και συμπεριφορά απέναντι στη ζωή και τα πράγματα. Εκ του ασφαλούς κι εκ του προχείρου οι λύσεις βρίσκονται με το καντάρι, τα πράγματα είναι δύσκολα, όμως, και με τ’ αστεία και τα ψέματα οι λύσεις δεν βρίσκονται, αλλά φεύγουν και μαζί τους οι ευκαιρίες, τα παιδιά μας κι η ζωή μας.

Καλή η εκτόνωση κι ο χαβαλές, χαλαρωτικές οι ατάκες και τα τιτιβίσματα, βγάζουν γέλιο πολλές φορές, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν βγάζουν ψωμί κι εμείς έχουμε πολύ ψωμί μπροστά μας, πολύ ψωμί –για να μην φτάσουμε να πούμε «το ψωμί ψωμάκι», που λέει κι η μάνα μου, καλή της ώρα.

Photo: IMPAKTER

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Στης αριστεράς το κέντρο.


Είμαστε αποπροσανατολισμένοι, αυτό είναι το δικό μου συμπέρασμα. Οι αναγκαίες επιλογές κάνουν πλέον –περισσότερο από ποτέ– «νιάου-νιάου» κι η αντιπαράθεση γίνεται για το αν αυτές θα πρέπει να γίνουν από κάποιους που θα κινούνται «κεντροαριστερά» ή από εκείνους που θα τοποθετούνται στο «προοδευτικό κέντρο».

Ονοματίστε τες τις ρημάδες με τ’ όνομά τους, ένα – δύο – τρία κ.ο.κ. Αυτό θεωρούμε αναγκαίο για το κράτος και πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει μ’ αυτό τον τρόπο, αυτό για την οικονομία και θεωρούμε απαραίτητο να ληφθούν αυτές οι αποφάσεις, αυτό για το πολιτικό σύστημα και προτείνουμε αυτές κι αυτές τις αλλαγές στο Σύνταγμα και στους νόμους κι ύστερα βήμα το βήμα αυτές είναι οι προτάσεις μας για τη δημόσια διοίκηση, για την εκπαίδευση, για τον πολιτισμό, για τους επαγγελματίες, τους νέους, τους κοινωνικά αδύναμους κ.λπ.

Ένας χώρος που έχει δρέψει δάφνες και δάφνες εκλογικών επιτυχιών κι έχει καταγράψει ατέλειωτα χιλιόμετρα άσκησης κυβερνητικής εξουσίας, δεν μου ακούγεται ευχάριστο να εμφανίζεται σε στυλ Σταύρου Θεοδωράκη –και το λέω με την καλή έννοια– που εμφανίστηκε στην πολιτική χθες και να περιγράφει σε αδρές γραμμές τα πάντα σαν να μην έχει πίσω του πεπραγμένα και παρελθόν.

Δεν μιλάω για αυτοκριτική –νισάφι πια μ’ αυτή τη λέξη– και δεν αναφέρομαι σ’ αυτήν γιατί κανένα, μα κανένα, κόμμα και πολιτικός χώρος δεν έχει αισθανθεί ποτέ –και πολύ περισσότερο μετά την κρίση– την ανάγκη ν’ αναγνωρίσει κάποιο δικό του λάθος, αστοχία ή εσφαλμένη εκτίμηση. Τουναντίον μάλιστα, αρπάχτηκαν όλοι, μα όλοι, από ένα «λεφτά υπάρχουν» και βρέθηκαν μονομιάς όλοι από τη σωστή πλευρά των πραγμάτων. Ρε, τι μνημόνια πέφτουν σαν βροχή, τι φόροι σαν χαλάζι, τι περικοπές κι απολύσεις, όλοι αισθάνθηκαν –κι εξακολουθούν να αισθάνονται– ασφαλής κάτω από την ομπρέλα αυτής της ξεκομμένης ατάκας.

Δεν αναφέρομαι, λοιπόν, στο να εξακολουθήσει αυτό το αυτομαστίγωμα κι εσωστρέφεια, η αλληλοεξόντωση κι οι κόντρες, ούτε στην επ’ άπειρον ενοχοποίηση ενός πολιτικού χώρου, που αποδεδειγμένα επέδρασε και συνέβαλλε καταλυτικά στην αλλαγή και την ανανέωση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας. Το ζητούμενο είναι ν’ απαντηθούν πειστικά και τεκμηριωμένα τα ερωτήματα που αφορούν τις μεγάλες υστερήσεις της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης του τόπου από τη μεταπολίτευση και μετά.

Φταίνε οι εποχές; Φταίει η Ευρωπαϊκή Ένωση, η παγκοσμιοποίηση, η Γερμανία; Πού χάθηκαν οι μάχες με τη γραφειοκρατεία; Πώς έμεινε πίσω ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής; Τι εμπόδισε την εμπέδωση ενός σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος, ενός αξιόπιστου εκπαιδευτικού συστήματος, ενός σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου; Ερωτήματα που, λίγο – πολύ, είναι απαντημένα απ’ την ίδια τη ζωή –η περίπτωση «Γιαννίτση» είναι η πλέον χαρακτηριστική, αλλά που είναι κρίσιμο ν’ ακουστούν κι απ’ αυτούς που επί σειρά ετών αποφάσιζαν –σχεδόν παμψηφεί– για τη ζωή όλων των άλλων. Ερωτήματα που, τελικά, δεν τα απευθύνεις απ’ το βήμα στο ακροατήριο, αλλά τ’ απαντάς κοιτάζοντας με ειλικρίνεια τα κιτάπια και τους λογαριασμούς σου.

Η εποχή αυτή προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία με την άνεση χρόνου που φαίνεται να εξασφαλίζει, ώστε οι όποιες προτάσεις να ‘ναι «δεμένες», όχι μόνο με τον εκφραστή ή την ομάδα τους, αλλά και με τις βαθύτερες αιτίες που έχουν δημιουργήσει την ανάγκη. Έτσι, στο μεγάλο κάδρο –ωραία έκφραση, μετά τα «αχαρτογράφητα νερά»– μπαίνουν διαχρονικές και διαδοχικές αιτίες, ευθύνες, παραλήψεις, αποφεύγονται –κατά το δυνατόν– αφορισμοί και απλουστεύσεις, ισοπεδώσεις κι αρνητικά σχόλια μόνο για συγκεκριμένες εποχές, πρόσωπα ή κυβερνήσεις, αποχτά ο λόγος ουσία, περιεχόμενο, γίνεται περισσότερο αντικειμενικός κι ευκολότερα αποδεκτός ως πολιτική θέση, πρόταση, αντίληψη.

Όταν λέγεται ότι «ο κόσμος θέλει την αλήθεια», εκείνο που εγώ καταλαβαίνω, είναι ότι το ζητούμενο δεν είναι ν’ ανακαλυφθεί απ’ τα κόμματα ο τετραγωνισμός του κύκλου ή μια νέα οικονομική θεωρία, αλλά ότι η συντριπτική πλειοψηφία ενός μετριοπαθούς ακροατηρίου, σιωπηλού συνήθως κι ανέκφραστου, είναι ν’ ακουστούν με πειστικό τρόπο απλές λύσεις που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και να διευκολύνουν την καθημερινότητα, άμεσα, μεσοπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα.

Καθημερινότητα είναι κι η δουλειά και το σχολείο κι οι υποδομές κι οι υπηρεσίες, αλλά κι οι μισθοί κι οι φόροι κι όλα. Καθημερινότητα δεν είναι μόνο οι λακκούβες κι οι ουρές, ούτε μόνο το νερό και το ρεύμα. Καθημερινότητα είναι κι η τηλεόραση κι ο αθλητισμός, αλλά κι η έρευνα κι οι τεχνολογίες κι οι επιστήμες. Καθημερινότητα είναι ν’ ανοίγεις τα μάτια σου και να μπορείς να κοιτάξεις τη νέα μέρα απ’ το παράθυρο με τα μάτια της ψυχής, ν’ ανοίγει η καρδιά σου, να χαίρεσαι τη ζωή, τον έρωτα, τη γυναίκα ή τον άντρα και τα παιδιά σου.

Καθημερινότητα δεν είναι τα μεγάλα λόγια, αλλά οι εφικτές λύσεις, η αποτελεσματικότητα, η ταχύτητα, η οικονομία, αλλά κι η ανθρωπιά, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα στις ευκαιρίες, στις αντιδικίες, στους αδύναμους, ανίσχυρους, μειονεκτούντες. Μια καθημερινότητα που δεν «ακούγεται», αλλά είναι πανταχού παρούσα, γιατί, απλώς, είναι ο ορισμός της καθημερινότητας, αυτής που ζουν οι πολλοί, οι ανώνυμοι, οι απογοητευμένοι κι αποστασιοποιημένοι του πολιτικού συστήματος.

Όταν ακουστούν και μπορέσουν να φτάσουν στον κόσμο κάποια απ’ αυτά και –ασφαλώς– και πολλά - πολλά άλλα ακόμα σπουδαία και χρήσιμα, θα γίνουν η πυξίδα του κόσμου, θα μετουσιωθούν σε πόλο έλξης και μαγνήτη αξιόπιστο κι ελπιδοφόρο. Ο λόγος θα έχει περιεχόμενο κι όχι μόνο ο χώρος που τα εκπέμπει οργάνωση και όργανα. Δεν θ’ είναι κατασκεύασμα μιας κατ’ ανάγκη και άρπα – κόλλα προγραμματικής κοπτοραπτικής, αλλά συνειδητή κι αυθεντική έκφραση της αναγέννησης και της ριζικής ανανέωσης του χώρου που, κατ’ αρχήν και βασικά, εκφράζεται απ’ το ΠΑΣΟΚ –κι ένα μικρό μέρος της ανανεωτικής αριστεράς– του χώρου θα μπορεί και πάλι να καθοδηγήσει πολιτικά τα βήματα των πολιτικών με σιγουριά και σοβαρότητα.

Αυτό που μένει, λοιπόν, από αύριο να δούμε, όταν πια θα ‘χουν κοπάσει οι παράτες κι οι ενθουσιασμοί, είναι αν μέσα από το διάλογο θα προκύψει ο σαφής προσανατολισμός κι η πολιτική πυξίδα για ένα κοινό και δυναμικό παρόν και μέλλον ή αν, με μπούσουλα καθένας την προσωπική πορεία του, στο στενό ορίζοντα των σύγχρονων Συμπληγάδων του δικομματισμού δοκιμάσει ευκαιριακά την τύχη του.

Σε κάθε περίπτωση –κι αυτό είναι το δεύτερο που εγώ καταλαβαίνω– είναι ότι άλλη ευκαιρία, δύσκολα θα προκύψει. [Κι αυτό θέμα προσανατολισμού είναι…]

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Σκέψεις για τα σκουπίδια.


Κάντε «like», πατήστε και μερικά «Ha», «Ha», «Ha» στη φωτογραφία και πάμε για την επόμενη...

Σε πέντε – έξι χρόνια που θα ξαναγίνουν τα σκουπίδια βουνό να τα ξαναπούμε, έτσι; Πιθανόν να είναι κάποιοι άλλοι στα πράγματα, κάποιοι δήμαρχοι να κοιμούνται ήσυχοι στα σπιτάκια τους, μπορεί και κάποιος υπουργός απ’ τους πρωτεργάτες των επικείμενων μονιμοποιήσεων να έχει εκλεγεί από τη Βουλή και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Τότε, τα ρεπορτάζ θα γίνονται και πάλι μπροστά σε απεργούντες συμβασιούχους κι η αλήθεια θα ασφυκτιά στον πάτο κάποιου κάδου σκουπιδιών.

‘Ετσι είναι τα πράγματα στην Ελλάδα, γιατί αν θέλαμε να είναι αλλιώς θα είχαμε μεριμνήσει να πράξουμε κι αλλιώς. Ποιος μας εμπόδισε; Μήπως οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες των Δήμων; [Προσέξτε μη σας φύγει κανένας πόντος]. Αυτές οι ανάγκες είναι κάτι σαν το δημόσιο χρέος, που και όλο να μας χαριστεί την άλλη μέρα πάλι θα χρωστάμε. ‘Ετσι κι οι ρημάδες οι «πάγιες και διαρκείς ανάγκες», έστω κι αν όλες οι οργανικές θέσεις να καλυφθούν με μονίμους, πάλι την επόμενη μέρα θα λείπει κάποιος φύλακας, κάποιος οδοκαθαριστής, κάποια καθαρίστρια.

Ούτε το ίδιο το Σύνταγμα (2001) δεν κατόρθωσε να σταθεί εμπόδιο που απαγορεύει ρητά τις μονιμοποιήσεις συμβασιούχων, πόσο ν’ αντέξει ο έρμος ο 2190 (Νόμος Πεπονή) που μέσα σε λίγα χρόνια το άρθρο για τους συμβασιούχους τροποποιήθηκε πάνω από 200 φορές. Ούτε ο Καλλικράτης, πολύ περισσότερο, που σε κάποιους κυβερνητικούς κι αυτοδιοικητικούς ακόμα κάθεται στο στομάχι.

Μιλάμε, λοιπόν, για τα ίδια και τα ίδια, πότε δίπλα σε σωρούς από σκουπίδια, πότε πίσω από ατέλειωτες ουρές δημοσίων υπηρεσιών, πότε μπροστά σε κάποιο πινάκιο δικαστηρίου, πότε για κάποια παράταση πληρωμής, τη διαγραφή ενός προστίμου ή τη νομιμοποίηση κάποιου αυθαίρετου. Η παράλογη κανονικότητα της χώρας, ο παραλογισμός που μας έφερε στην κρίση, πανταχού παρών κι ακόμα συζητάμε και συζητάμε κι αναζητούν τάχα λύσεις οι υπεύθυνοι, αλλά λύσεις υπάρχουν μόνο στα λόγια.

Δυστυχώς, οι «νέοι» του πολιτικού συστήματος έχουν αποδειχθεί στο κυβερνητικό έργο πιο παλιοί κι απ’ τους παλιούς, πιο συντηρητικοί κι απ’ τους συντηρητικούς, πιο ρουσφετολόγοι απ’ τους ρουσφετολόγους, πιο ανίκανοι απ’ τους πιο ανίκανους. Ούτε κάν «αριστεροί» δεν κατόρθωσαν να φανούν στην πράξη, μόνο στα λόγια και τους τσαμπουκάδες, την παραβατικότητα και τη μαγκιά• σ’ αυτά σκίζουν.

Δεν γίνεται τίποτα κι αυτός είναι ο βρόγχος που μας πνίγει καθημερινά.. Τίποτα και φως από πουθενά. Γυρίζουμε όπως ο σκύλος γύρω - γύρω απ΄την ουρά του επί τόσα χρόνια. Δεν ισοπεδώνω, αλλά τώρα με τον τρόπο που πολιτεύεται αυτή η κυβέρνηση θα έπρεπε η αντιπολίτευση να κάνει πάρτι, να μην μπορεί κυβερνητικός εκπρόσωπος και βουλευτής της συμπολίτευσης να σταθεί, να βγει απ’ το σπίτι του, να σηκώσει το χέρι στη Βουλή, όχι εξαιτίας του φόβου προπηλακισμών ή βιαιοπραγιών, αλλά εξαιτίας των παληνωδιών, των αστοχιών και των διαδοχικών λαθών σε χειρισμούς, ενέργειες κι αποφάσεις.

Αντ’ αυτού φλυαρίες και ανούσιες δηλώσεις, ποιος να πιστέψει και ν’ ακολουθήσει; Ποιος να πιστέψει τι; Ποιος και γιατί να διαδηλώσει; Για να έρθει ο Κυριάκος ή η Φώφη να ξανακάνουν τα ίδια; Κανείς δεν τολμά να πάρει τη χώρα στις πλάτες του, κανείς δεν έχει το παράστημα και το θάρρος να πει πώς θα ξεφύγει η χώρα απ' αυτά που τη βασανίζουν χρόνια ολόκληρα. Βολεμένοι σε ρόλους και σε ποσοστά περιμένουν, απλώς περιμένουν να περάσει ο χρόνος, δεν θέλουν και δεν είναι ικανοί να κάνουν κάτι άλλο. [Α, συζητείται η Νέα Δημοκρατία να καταθέσει πρόταση μομφής κατά του Καμένου. Ναι, κι η Συμπαράταξη θ' αναζητήσει την ανάπτυξη με «την αναδιοργάνωση και αξιολόγηση των διαδικασιών και των δομών» του κράτους].

Μπαγιάτικες εκφράσεις, ξεπερασμένες απόψεις, ξαναζεσταμένες ιδέες. Να βγω, λοιπόν, να πάω πού; Να ψηφίσω να βγάλω ποιον; Θα το πω όπως το νιώθω, τις φορές που δημιουργήθηκαν κάποιες σοβαρές προϋποθέσεις και διεφάνει μια πιθανότητα η χώρα να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της πεπατημένης, δυνάμεις μέσα από το πολιτικό σύστημα, απ' τα ίδια τα κόμματα, αλλά κι απ' αυτό που καλείται γενικά κι αόριστα «κατεστημένο», συνέπραξαν ώστε η πιθανότητα αυτή ν' ανατραπεί κι οι εξελίξεις ν' ακολουθήσουν εκ νέου, με νέες –μάλιστα– περικοπές και βάρη για τους πολίτες, την ίδια κατεύθυνση, την ίδια αδιέξοδη κι αναποτελεσματική πορεία.

Μετά το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία, ζούμε το πρόβλημα των συμβασιούχων κι επί ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, αυτό και μόνο υποδηλώνει την παταγώδη αποτυχία του πολιτικού συστήματος ν' αντιμετωπίσει σοβαρά κι υπεύθυνα το μείζον πρόβλημα του τόπου μέσα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κι ανταγωνιστικό περιβάλλον, να επεξεργαστεί και να προτείνει ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης κι ανάπτυξης, ένα ρεαλιστικό σχέδιο με άμεσες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες ενέργειες και δράσεις για την πολιτική, την οικονομία, την κοινωνία. Αντ' αυτού αντιπαραθέσεις και κόντρες για τα μικρά και τ' ασήμαντα, απειλές και καταγγελίες για το θεαθείναι και χάριν γούστου, εφήμερες δηλώσεις κι αναλώσιμες ατάκες.

Κάτι σάπιο υπάρχει στο πολιτικό μας σύστημα, μια βαθειά πληγή, μια γάγγραινα που πυορροεί απαξιώνοντας τα κόμματα, εμποδίζωντάς τα να οργανωθούν και να λειτουργήσουν ανοιχτά, δημοκρατικά, με φαντασία, μ' αποφασιστηκότητα, χωρίς φόβο για την κοινωνία, δίχως άγχος για την εξουσία. Η χρόνια δυσωσμία της δηλητηριάζει κι αφιονίζει την κοινωνία.

Τα σκουπίδια που εξακολουθούν να είναι εδώ, για μια ακόμα φορά μας το θυμίζουν.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Στο Σύνταγμα, αδέρφια, στο Σύνταγμα.


Μπορεί, όλα αυτά που αυτές τις μέρες βλέπουν το φως της δημοσιότητας, να μην έχουν καμιά σημασία ή σπουδαιότητα για το δημόσιο διάλογο ή να μην έχουν και καμιά επίπτωση στις εξελίξεις και στην κυβερνητική πορεία, αποτελούν όμως, για τη φτωχή τη λογική μου, αυταπόδεικτα σημάδια κι ακράδαντες αποδείξεις για την προϊούσα έκπτωση και τον ξεπεσμό των πολιτικών ηθών, για την παγίωση του βδελυρού και προσβλητικού ύφους άσκησης εξουσίας, όπως το αντιλαμβάνομαι να κυριαρχεί με ιδιαίτερη επιμονή και ένταση τα τελευταία χρόνια.

Την αλαζονεία την έχω ζήσει σ’ όλο της το μεγαλείο κι όλη της τη δόξα. Απ’ το 2000 κι ύστερα δεν αισθάνομαι και τίποτα άλλο· μια ξιπασιά, ένας κομπασμός κι ένα «εμείς είμαστε και κανείς άλλος». Με στυλ εκατό και βάλε καρδιναλίων τα ύστερα του ΠΑΣΟΚ, με τη γνήσια λαϊκότητα και τη δεξιά χοντροκοπιά η Καραμανλική εφταετία της Νέας Δημοκρατίας. Με τρέλαιναν, δε μπορώ να πω, αλλά δεν εξέπεμπαν όπου βρεθούν κι όπου σταθούν αυτή την αλητεία κι αυτό το θράσος που διακρίνει την εκφορά του δημόσιου διαλόγου στις μέρες μας, από το σύστημα και τον μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Ένας ξεπεσμός και μια χυδαιότητα σε σωρεία δημοσιεύσεων, ένα μίσος και μια αποστροφή για την όποια αντίθετη άποψη, ένα κατηγορητήριο και μια συκοφαντία για τον κάθε πολιτικό ή κομματικό αντίπαλο. Ανοχή κι ελαστικότητα σε ασχήμιες και παραβατικότητες, δυσανεξία κι επιθετικότητα σε επικρίσεις και δυσάρεστα σχόλια. Κι όλα αυτά μαζί μ’ ένα ασύλληπτο μηχανισμό προπαγάνδας, ψεμμάτων και διαστρεβλώσεων.

Η αίσθηση που διαχέεται είναι ότι για το σημερινό σύστημα εξουσίας καθένας που δεν ακολουθεί ή δεν υποτάσσεται στη λογική του είναι εκ προοιμίου εχθρός, αντίπαλος, ένοχος. Μια καθημερινή κοροϊδία κι ένα διαρκές ξεγέλασμα της κοινωνίας με λογοπαίγνια και γρίφους, με υποσχέσεις και προσμονές, με υπεκφυγές κι αναβολές. Ένα απίθανο άλλοθι διακυβέρνησης με κάθε τρόπο και κάθε κόστος, επειδή –λέει– ο λαός απήλλαξε την κυβέρνηση για το ολέθριο α’ εξάμηνο του 2015, για το δημοψήφισμα και τις τραγικές του συνέπειες στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο ίδιος λαός κι όχι κάποιος άλλος έχει απαλλάξει κι όλους τους προηγούμενους που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο και για τις Ολυμπιάδες και για τα χρηματιστήρια και για τα θαλασσοδάνεια και για τη διαπλοκή και για τη λιτότητα και για όλα. Εκλογές έγιναν. Τι τα επικαλούνται κάθε τρεις και λίγο; Τι τα θυμούνται και μας τα θυμίζουν μόλις οι αντιπαραθέσεις ανάψουν και τα επιχειρήματά τους τελειώσουν; Περσινά ξινά σταφύλια κι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε.

Οι «κακοί προηγούμενοι», μωρέ τι μας λες; Διαλύσατε το σύμπαν με την άρνηση των πάντων και την ισοπέδωση κάθε θεσμού και κανόνα όσον καιρό ήσασταν στην αντιπολίτευση και τώρα που είδατε τα δύσκολα της διακυβέρνησης και το χάρο με τα μάτια σας θυμηθήκατε να κατηγορήσετε το Μητσοτάκη και τον έναν και τον άλλον για δουλικότητα και προδοσία· για μη συναίνεση.

Ναι, ο Μητσοτάκης φταίει, αλλά όχι γι’ αυτά που τον κατηγορείτε, αλλά γιατί έκανε τη βλακεία με το που βγήκε πρόεδρος να ζητήσει εκλογές για να σωθεί η χώρα. Μη σώσει και σωθεί, ρε Κυριάκο. Αυτούς επιλέξαμε, αυτούς απαλλάξαμε από τις αυταπάτες τους, αυτούς γουστάρουμε να μας φέρνουν το ένα μνημόνιο μετά το άλλο, αυτούς να μας φτύνουν κατάμουτρα από τηλεοράσεις και διαδίκτυα. Και να σου θυμίσω και κάτι, ρε Κυριάκο, σκληρό, ναι, αλλά πέρα για πέρα αληθινό, στο είπε, άλλωστε, κι ο κύριος πρωθυπουργός. Βλέπεις εσύ να κουνιέται φύλλο; Ακούς, πέρα απ’ τις μουρμούρες και τις γκρίνιες, κανένανε να διαδηλώνει, να σπάει πεζοδρόμια, πλατείες, να καίει αυτοκίνητα και μαγαζιά;

Μας τη διδάξανε καλά την αξιοπρέπεια, φαρσί μας μάθανε το σεβασμό και στη δημοκρατία και στους άλλους και τώρα μας ζητάνε και τα ρέστα. Ναι, τώρα που οι πιτσιρικάδες, οι 18άριδες, που βράζει το αίμα τους, ακούνε «Τσίπρας» κι εκλογές και παίρνουν δρόμο, ακούνε ΣΥΡΙΖΑ, κόμματα, διαδηλώσεις και σκανε στα γέλια. Εκεί μας καταντήσατε, στους δρόμους να βγαίνουμε και να παραμιλάμε κι αν σε καμιά συγκέντρωση βρισκόμαστε, εμείς κι εμείς, άσπρα κεφάλια κι οι φαλάκρες να φαν κι οι κότες.

Αν κάποιοι το γουστάρουνε το φτύσιμο και την κοροϊδία όμως, εγώ δε γουστάρω, ούτε το survivor γουστάρω –αλλά δεν είμαι γι’ αυτό εξοργισμένος. Είμαι εξοργισμένος, γιατί μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον της υποκρισίας, της ακαλαισθησίας και του τίποτα έχουν βαλτώσει όλοι, ναι, βάλτωσαν όλοι, πολιτικοί, κόμματα, χέρι – χέρι βουλευτάδες και δημοσιογράφοι, εκδότες κι αχυράνθρωποι του Τύπου και των Μέσων, της επιστήμης, του πολιτισμού. ‘Ολοι σ’ ένα δηλητηριώδες γαϊτανάκι αδιαφορίας, συνήθειας, απελπισίας. Όλοι σ’ έναν μοιραίο χορό του Ζαλόγγου –που δεν τον χορέψαμε το 2010 γιατί οι τότε «κακοί» του ΠΑΣΟΚ κι ο Παπανδρέου δεν άφησαν– ποδοπατώντας στ’ αποκαΐδια των ψευδαισθήσεων και της μικρόνοιάς μας, της κοντής μας μνήμης και της αχαριστίας μας.

Καλά που μας φωνάζει μεθαύριο ο Τατσόπουλος στο Σύνταγμα. Εκεί καταντήσαμε…

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Όχι άλλα δάκρυα.


Εδώ μιλάμε με το θυμικό για πολύ σοβαρότερα πράγματα, επ’ ευκαιρία του θανάτου του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη θα επιστρατεύαμε τη λογική; Προσωπικά αισθάνομαι επί του παρόντος ήσυχος, μιας κι ότι μου ήρθε να πω, το έχω πει σε ανύποπτο χρόνο και στιγμή και –προφανώς– με άλλη αφορμή. Τραβώ, λοιπόν, γι’ αλλού τη σκέψη μου, αφού μ’ όλα αυτά που ακούω και διαβάζω, κινδυνεύω να ξεχάσω αυτά που έζησα, αυτά που διάβασα κι αυτά που μέχρι σήμερα έχω μάθει για τον εκλιπόντα.

Ξέρεις –και το γράφω πιο πολύ για κάποιους πολύ νέους– μπορεί να μας κατηγορείτε ότι φταίμε για όλα και πάν’ απ’ όλα για την κατάσταση, την κρίση, που βρέθηκε η χώρα και δεν έχετε απόλυτα άδικο, αλλά δεν έχετε κι απόλυτα δίκιο. Δεν επιχειρώ να κρατήσω ούτε ίσες αποστάσεις, ούτε να εξωραΐσω μια κατάσταση. Πρέπει να γνωρίζετε όμως εσείς που δεν ζούσατε τότε, αλλά προπαντός οι κάπως μεγαλύτεροι κι οι πιο μεγάλοι –ναι, εσείς που κάποτε φωνάζατε «καλύτερα παπάκι παρά το Μητσοτάκη» ή βγαίνατε στους δρόμους για το 0 + 0 = 14 και σήμερα συνωστίζεστε στη Μητρόπολη–, ότι οι πράξεις κι οι παραλήψεις μας ως πολίτες όλα τα προηγούμενα της κρίσης χρόνια ανταποκρινόντουσαν σε μια κανονικότητα, σε μια κυρίαρχη λογική και μια τάξη πραγμάτων, στην πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία, τη χώρα και τους θεσμούς της.

Τα χρόνια αυτά, τα μετά το 1974 την –«επάρατο» για κάποιους πολύ νεότερούς της– μεταπολίτευση, ήταν χρόνια που ζήσαμε ως νέοι, ως εργαζόμενοι, ως οικογενειάρχες κι ως πολίτες σε μια κανονικότητα σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες της εποχής, σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1975 και του 1985 αργότερα, τους νόμους και τους κανόνες και τις διαδικασίες του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος. Είχαμε ελευθερίες και δημοκρατία, όπως ορίζεται, τουλάχιστον, στο δυτικό κόσμο.

Αντιρρήσεις και διαφωνίες και διαφορετικές απόψεις, ασφαλώς και υπήρχαν, όλα όμως λειτουργούσαν στο πλαίσιο αυτού του συστήματος κι αυτής της λογικής. Τα κόμματα τη δουλειά τους κι οι πολίτες τις δικές τους. Ναι, με όλα αυτά που σήμερα καταγγέλλουμε ως απαράδεκτα, πελατειακά, ρουσφετολογικά, αδιαφανή και διεφθαρμένα. Ναι, με όλες τις αδυναμίες της εγχώριας παραγωγής, του ανταγωνισμού, των υποτιμήσεων ή της λιτότητας –ναι, κι απ’ αυτή είχαμε όσο κι αν ακούγεται παράξενο!

Στην αποψίλωση της αγοράς εργασίας απαντούσαμε με δημιουργία φορέων και διορισμούς στο δημόσιο, σαν αντίδοτο στη συρρικνούμενη αγορά αυξάναμε τις δημόσιες επενδύσεις, για την τόνωση της ζήτησης ενεργοποιούσαμε είτε τις ΑΤΑ (Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή), είτε τις μισθολογικές ωριμάνσεις (μισθολογικά κλιμάκια, τριετίες, πολυετίες κ.ο.κ.). Στραβά; Στραβά, Κουτσά; Κουτσά. Πηγαίναμε όμως, προχωράγαμε. Με τον αραμπά; Με τον αραμπά.

[Κοίτα –επέτρεψέ μου να σου πω άνοιξε και κάνε αξιόπιστο βιβλίο για την εποχή και την Ιστορία της, μη μένεις μόνο στο twitter και στο facebook ή σ’ ένα ξερό «η χούντα δεν τελείωσε το ‘73». Μην περιμένεις, σε παρακαλώ, σε πέντε – δέκα αράδες την εξιστόρηση μιας εποχής, αλλά σ’ εκείνο που θέλω να καταλήξω είναι ότι καλώς θεωρούσαμε τότε ότι έπρεπε να διαδηλώνουμε κατά της πολιτικής του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και καλώς τώρα –αφού έτσι αισθανόμαστε– παραβρισκόμαστε στην εξόδιο ακολουθία του.]

Το μίσος, με άλλα λόγια, κι η ισοπέδωση των πάντων μόνο κακά μαντάτα έχουν να μας φέρουν. Κάθε εποχή έχει τις ιδιαιτερότητες, τις ευκαιρίες, τους ανθρώπους της, μόνο κάποιος που προσεγγίζει εντελώς επιδερμικά κι επιπόλαια την πραγματικότητα δεν μπορεί να το διακρίνει. Μόνο αυτός που μένει στο θυμικό ή στο φαίνεσθαι αδυνατεί να παρακολουθήσει τα σημεία των καιρών και τις καμπές της ζωής.

Αν, λοιπόν, μένει κάτι να καταλάβουμε –πάντα κατά τη γνώμη μου– και να προβληματιστούμε σοβαρά, είναι ότι το νήμα της ζωής του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη –για να δώσω κι ένα τόνο επικαιρότητας– ξεκίνησε το 1918 μέσα σε συνθήκες απόλυτου διχασμού μεταξύ Βενιζελικών – Αντιβενιζελικών και κόπηκε και πάλι μέσα σε διχαστικές συνθήκες μεταξύ μνημονιακών – αντιμνημονιακών. Εκατό χρόνια, ένας αιώνας κι ο λαός μας, η χώρα μας, σπαράζεται από τη διχόνοια και το μίσος.

Αυτό το μίσος, αυτή η κατάρα, δεν διέκρινε τις πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις της περιόδου που πολιτεύτηκε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κι ο Ανδρέας Παπανδρέου κι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Σημίτης κι οι άλλοι πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης. Σφοδρές, σφοδρότατες αντιπαραθέσεις, κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις, φανατισμός, πλατείες και συλλαλητήρια, μπλε και πράσινα καφενεία, κορώνες στη Βουλή, λάσπη, κιτρινισμός απ’ τον Τύπο της εποχής –κάποιοι ακολουθούν ως τις μέρες αυτές την ίδια προσοδοφόρο πραχτική–, ελεγχόμενη κρατική τηλεόραση, αλλά και στήσιμο το ’89 –ας μην το ξεχνάμε– εν μία νυκτί της «ελεύθερης» ιδιωτικής τηλεόρασης.

Όμως –πρόσεξέ με σε παρακαλώ σ' όλες αυτές δημόσιες εκδηλώσεις ήταν ευδιάκριτη μια πατίνα ευπρέπειας, ενός μέτρου, ενός ήθους –τολμώ να πω– και μιας αξιοπρέπειας, που ήταν ευδιάκριτη και καθορισμένη στο πλαίσιο του πολιτικού παιχνιδιού και της κομματικής αντιπαλότητας, μια ατμόσφαιρα που, τελικά, δικαιώνει τις σημερινές εκδηλώσεις του κόσμου για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, όπως παλαιότερα είχε συμβεί και με τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Γιώργο Γεννηματά, τη Μελίνα, τον Γεώργιο Ράλλη, τον ‘Εβερτ, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή παλαιότερα, αλλά και τον Χαρίλαο Φλωράκη ή τον Λεωνίδα Κύρκο.

Σήμερα αυτή η κανονικότητα δεν υπάρχει και δεν φταίνε τα μνημόνια κι η κρίση γι’ αυτό, αλλά δεν υπάρχει κι ούτε ίχνος απ’ αυτήν την πατίνα πολιτικού ήθους και κοινοβουλευτικής ευπρέπειας. Οι εποχές είναι άλλες –θα πεις και με το δίκιο σου– αυτή η διαφορετικότητα κι η κρισιμότητα των εποχών, όμως, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να φαγωθούμε μεταξύ μας, αλλά, τουναντίον, ενωμένοι μπροστά στις δυσκολίες να εξασφαλίσουμε ένα μίνιμουμ συνεννόησης και ν’ αντιπαλέψουμε γι’ αυτά που θεωρούμε δίκαια και σωστά, καθένας από την πλευρά του, με τις ιδέες και τις απόψεις του, με σεβασμό πάντα στη διαφορετική γνώμη, με ευπρέπεια, με αξιοπρέπεια. Όλοι μαζί για να προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι, να διορθώσουμε όλα όσα εκείνοι που επί χρόνια μας κυβέρνησαν παρέλειψαν, ξέχασαν, αδιαφόρησαν, δεν μπόρεσαν, δεν τους επιτρέψαμε. Όχι καταστρέφοντας, αλλά δημιουργώντας.

Σ’ αυτή τη λογική η «παλιά φρουρά» των πολιτικών είχε τη δύναμη και τη δυνατότητα, το κύρος και την εξυπνάδα, τη διορατικότητα και τον οραματισμό, να δίνει τον τόνο, το σύνθημα και τον ρυθμό, «να κρατά τα γκέμια», προσόντα που –πολύ φοβάμαι– η ανεπάρκεια ή η έλλειψή τους, στους δύσκολους καιρούς μας, επιχειρείται να κρυφτεί κάτω και πίσω από αφορισμούς απελπισίας και καταδίκες απόγνωσης.

Αυτά κι ευχαριστώ για την υπομονή σου.-

Photo: star.gr