Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Μπαλαούρας και Μπαλαούρες.


Ο Μάκης Μπαλαούρας είναι ένας, αλλά πόσοι Μπαλαούρες υπάρχουν; Κανείς δεν πρόκειται να το μάθει, ποτέ.

Αλλά, ναι, το θέμα για μένα δεν είναι ο συγκεκριμένος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ακόμα – ακόμα και το ΗΔΙΚΑ (Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης), η ηλεκτρονική πλατφόρμα δηλαδή των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, το θέμα είναι ότι ακόμα μέχρι και σήμερα, το σωτήριο έτος 2017, το έβδομο της κρίσης, των μνημονίων και της λιτότητας, σκορπίζονται λεφτά δεξιά κι αριστερά στο όνομα μιας κατ’ ευφημισμόν κοινωνικής πολιτικής, χωρίς να έχει διασφαλιστεί –ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς γι’ αυτή καθ’ αυτή τη χορήγηση της «13ης σύνταξης»– ότι η πίστωση που θα διατεθεί θα διανεμηθεί πραγματικά κοινωνικά δίκαια.

Πατάμε ένα κουμπί κι όποιος προλάβει τον Κύριο είδε. Αδιακρίτως, χωρίς έλεγχο, χωρίς διασταυρώσεις, χωρίς αξιολόγηση. Όπως δηλαδή συμβαίνει μια ζωή με τη φορολογία εισοδήματος, με τα επιδόματα, τις συντάξεις, τα βοηθήματα και εν γένει τις παροχές και τις πρόνοιες του κράτους στο πλαίσιο της εκάστοτε ασκούμενης κοινωνικής πολιτικής.

Μπορεί τα «τριχίλιαρα» του Καραμανλή μετά τις τραγικές φωτιές του 2007 να έχουν μείνει σαν παροιμιώδη για τον τρόπο που μοιράστηκαν σε πυρόπληκτους και «πυρόπληκτους», αλλά δέκα χρόνια μετά και μέσα σ’ αυτές τις δεινές οικονομικές συνθήκες, το κράτος δεν δικαιολογείται ούτε σεντ να μοιράζει πλέον για κοινωνικό –και κάθε άλλο βεβαίως σκοπό χωρίς να έχει διασφαλίσει 100% ότι όντως θα πάει στον προορισμό του και θα πιάσει τόπο.

Ο λόγος δεν είναι μια στενόμυαλη λογιστική αντίληψη, μια ανάλγητη και συντηρητική λογική, ο λόγος είναι ότι οι πόροι πλέον είναι πολύ περιορισμένοι για το σύνολο της οικονομίας, οπότε οποιαδήποτε παροχή στο πλαίσιο άσκησης μιας υποτυπώδους έστω κοινωνικής πολιτικής, θα πρέπει να είναι όχι μόνο επαρκώς τεκμηριωμένη ως προς την αναγκαιότητά της, αλλά και πλήρως διασταυρωμένη ως προς τους αποδέκτες.

Αν κάτι, λοιπόν, έπρεπε να έχουμε διασφαλίσει, όχι βεβαίως μόνο μετά το ξέσπασμα της κρίσης, αλλά πολλά χρόνια πριν –αν όχι από πάντα– είναι η διαφάνεια κι ο έλεγχος στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Στα χρόνια απλώς της οικονομικής κρίσης αυτό θα έπρεπε να είναι το κύριο μέλημα κι η αποκλειστική φροντίδα των κυβερνώντων.

Δυστυχώς, η περίπτωση Μπαλαούρα φανερώνει ότι, παρά τις βελτιώσεις που μπορεί να έχουν γίνει σε επιμέρους τομείς άσκησης οικονομικών πολιτικών και δραστηριοτήτων, ο πλήρης έλεγχος κι η αξιόπιστη αποτύπωση της οικονομικής κατάστασης του κάθε πολίτη παραμένουν ακόμα όνειρο θερινής νυκτός.

Με τον τρόπο αυτό, η φοροδιαφυγή δεν θα είναι δυνατόν ποτέ να παταχθεί, εισοδηματικά κριτήρια θα είναι αδύνατο να λειτουργήσουν σε όφελος του κοινωνικού συνόλου, η διαφθορά, αλλά κι η διασπάθιση ή η σπατάλη του δημόσιου χρήματος, θα ζουν και θα βασιλεύουν.

Εκείνοι, λοιπόν, που ενδιαφέρονται πραγματικά για την άσκηση πολιτικών προστασίας των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, για τη στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων, αλλά –προπαντός– για τη διατήρηση και βελτίωση ευαίσθητων και κρίσιμων κοινωνικού χαρακτήρα κρατικών δομών, όπως είναι τα σχολεία ή τα νοσοκομεία, θα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή.

Κοινωνική πολιτική με δανεικά δε γίνεται, ούτε, πολύ περισσότερο, χάριν γούστου ή ψηφοθηρίας. Ίσως ο όρος «κοινωνικός» να είναι από τους πλέον παρεξηγημένους στη χώρα μας, όταν αναφέρεται σε παροχές και διευκολύνσεις, τώρα όμως που «ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι», είναι εγκληματικό –και το γράφω με πλήρη συναίσθηση του βάρους της λέξης– κάποιοι αρμόδιοι να εξακολουθούν να εξασκούνται σε ασκήσεις κοινωνικής ευαισθησίας, ασκώντας τάχα κοινωνική πολιτική σε βάρος, όχι μόνο εργαζόμενων και συνταξιούχων, αλλά της κοινωνίας –κι αυτών ακόμα των δήθεν ωφελούμενων– στο σύνολό της, δίχως να έχουν στοιχειωδώς εξασφαλίσει πού πάνε τα λεφτά.

Πολύ καλά μπορεί να νομίζει, επομένως, ότι έπραξε ο κύριος Μπαλαούρας, επιστρέφοντας τα 300 ευρώ, όμως η πράξη του αυτή δεν θεραπεύει, ούτε διορθώνει τη βαριά αμέλεια των αρμοδίων κυβερνητικών και μη παραγόντων, εφόσον τα χρήματα αυτά, ασφαλώς, θα υπήρχαν κάποιοι άλλοι που τα είχαν περισσότερο ανάγκη απ’ ότι το ταμείο των συνταξιούχων της Τραπέζης της Ελλάδος.

Photo: iefimerida

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

"Πώς φτάσαμε έως εδώ;"


«Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, οι ιδιωτικοποιήσεις, η συγκράτηση των δημοσιονομικών δαπανών και η δραστική μείωση των ελλειμμάτων δεν είναι πλέον δυνατόν να περιμένουν. Ούτε, ασφαλώς, η απελευθέρωση των αγορών εργασίας και όλα εκείνα τα μέτρα, που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, έχουν περιθώρια αναμονής. Καλή, βέβαια, και ευκταία η εργασιακή ειρήνη, την οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να συνδυάσει με τις ριζικές μεταβολές και τους γρήγορους ρυθμούς που απαιτεί η οικονομική ανάπτυξη του τόπου (γι’ αυτό και είναι επιφυλακτική, διστακτική και αναβλητική σε τολμηρές αποφάσεις). Και το κακό είναι ότι ούτε και τα άλλα κόμματα βοηθούν στη λήψη τέτοιων αποφάσεων. Αφήνοντας κατά μέρος το δογματικό ΚΚΕ, το οποίο εξ ορισμού είναι αντίθετο ακόμη και με τις ορθότερες καινοτομίες, γιατί τάχα διαταράσσουν την εργασιακή ειρήνη, βλέπω ότι και η Νέα Δημοκρατία ούτε ενθαρρύνει, στον βαθμό που επιβάλλεται, αναπτυξιακές προσπάθειες, μολονότι θεωρητικά υπερθεματίζει για την ανάπτυξη. Πρέπει, όμως να καταλάβουν όλοι ότι με τη διγλωσσία ούτε με τη διπροσωπία του Ιανού είναι δυνατόν να επιτευχθεί η περιπόθητη πραγματική σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με εκείνη των αναπτυγμένων χωρών της Ε.Ε.».

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Πώς τα καταφέραμε να πελαγοδρομούμε δίχως πυξίδα και κατεύθυνση; Πώς αντέχουμε απ’ τη μια την τυραννία της απελπισίας κι απ’ την άλλη το σκοτάδι του αδιεξόδου; Πώς;

Δε φτάσαμε τώρα, ούτε χτες, ούτε αντιπροχθές, ούτε καν πέρσι ή πρόπερσι· χρόνια σοβεί αυτή η κατάσταση απλά η κρίση την έκανε πλέον δυσβάσταχτη κι ανυπόφορη. Αντί όμως να κοιτάξουμε πώς είναι δυνατόν απ’ αυτό το δύσκολο και καταθλιπτικό «εδώ» να ξεφύγουμε, μένουμε πεισματικά στης άγνοιας και της ημιμάθειας την αχλή, κρυβόμαστε απ’ την αλήθεια κι απομακρυνόμαστε, έτσι, κι απ’ τις ευκαιρίες μιας αξιοπρεπούς και ασφαλούς διεξόδου από την κρίση, αλλά ταυτόχρονα κι απ’ ό,τι σωστό, σημαντικό και σπουδαίο έχουμε μέχρι τώρα ως λαός επιτύχει.

Έτσι, το «εδώ» αποχτά διάρκεια, η κάθε μέρα, ο χρόνος, γίνεται βρόγχος, ισοπέδωση, καταστροφή, μετασχηματίζεται σε λερναία ύδρα που καταβροχθίζει ιδέες, αξίες, κόπους, ανθρώπους. Τη χώρα μας την ίδια και την κοινωνίας μας είναι έτοιμη να καταβροχθήσει, να κατασπαράξει, να διαλύσει. Γιατί; Γιατί αρνούμαστε να πούμε και να δούμε την αλήθεια κατάματα, αποφεύγουμε να πάρουμε τις δύσκολες αποφάσεις που χρειάζονται, διστάζουμε να παραδεχτούμε τα λάθη μας και να χαράξουμε από κοινού μια συγκεκριμένη και σταθερή πορεία, έναν δίκαιο, αποτελεσματικό κι εφαρμόσιμο οδικό χάρτη για την έξοδο απ’ την κρίση.

Μόνον έτσι μπορεί να ξεφύγουμε απ’ το αδηφάγο τελματώδες «εδώ» και να πάμε πιο κάτω, ή –ακριβέστερα– πιο πάνω, ν’ αναπτυχθούμε εμείς και μαζί με μας κι η χώρα. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε κάποια στιγμή –το συντομότερο δυνατό– να ανακόψουμε τη φυγή και τον ξενιτεμό των παιδιών μας, τον διασυρμό της χώρας, την προϊούσα περιθωριοποίησή της. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε ν’ αφήσουμε πίσω μας την κρίση, αλλά, κυρίως, τον κακό καλομαθημένο μας εαυτό, τον δύστροπο, βολεμένο και ματαιόδοξο. Μόνον έτσι θα ενηλικιωθούμε, θα ωριμάσουμε, θα σοβαρευτούμε, πολιτικοί, πολίτες, εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενοι, όλοι μαζί.

Έτσι, επιδιώκοντας συστηματικά κι οργανωμένα τους στόχους, όπως επιγραμματικά τους περιγράφει ο συγγραφέας στο παραπάνω απόσπασμα, μπορεί με σιγουριά να βρούμε το βηματισμό προς ένα περισσότερο δημιουργικό κι ελπιδοφόρο αύριο, χωρίς των «άλλων» τις υποδείξεις και τις ασφυκτικές των αξιολογήσεων συνθήκες. Γιατί τα λόγια αυτά δεν απηχούν κάποιου από τους δανειστές μας –όπως διαβάζοντάς το ενδεχομένως να υπέθεσες– τις απόψεις, ούτε σε κάποιον απ’ αυτούς που «θέλουν το κακό μας» –όπως μπορεί να υποψιάστηκες– ανήκουν. Όταν γραφόντουσαν αυτές οι γραμμές, ούτε μνημόνια, ούτε αξιολογήσεις, ούτε ανάλγητοι δανειστές υπήρχαν, ούτε κανείς για επωνείδιστο χρέος έκανε λόγο· πολύ περισσότερο, ‘κείνη την εποχή, ούτε για «Γερμανοτσολιάδες», ούτε για «προδότες» ή «δοσίλογους» είχε κανείς τη διαστροφή να κάνει λόγο.

Το κακό μας «εδώ» επιθυμούσαν, διορατικά, εκείνες οι σκέψεις να προλάβουν, απ’ τον κακό μας εαυτό επιθυμούσαν να μας προφυλάξουν. Δεν το κατόρθωσαν, όπως από το αποτέλεσμα προκύπτει, παρά την εντιμότητα και την ειλικρινή εκείνης της στιγμής –ή και καμπής διάθεση του συγγραφέα τους. Δεν ευαισθητοποίησαν ούτε κάν τους κατεξοχήν πολιτικούς κι ιδεολογικούς αποδέκτες, εκείνους που σε λίγο μόλις καιρό θα είχαν τη δύναμη και τη δυνατότητα ν’ αποφασίζουν, να εξουσιάζουν, να ορίζουν την τύχη του τόπου και τις τύχες τις δικές μας.

Έτσι, το «εδώ» του 2002, το προβληματικό μεν, αλλά αισιόδοξο «εδώ» εκείνης της εποχής –όπως από τα γραφόμενα του συγγραφέα προκύπτει, της Ελλάδας της ΟΝΕ, της Ελλάδας που εκείνη την εποχή επιχειρούσε δειλά αλλά με σοβαρότητα, άτολμα αλλά με συνέπεια, αργά αλλά με σταθερότητα, να ξεφύγει από τον κακό της εαυτό, απόχτησε όχι μόνο μονιμότητα και διάρκεια, αλλά έγινε πισωγύρισμα κι όπισθεν ολοταχώς, παντού. Ποιες διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, ποιες ιδιωτικοποιήσεις, ποια συγκράτηση των δημοσιονομικών δαπανών και δραστική μείωση των ελλειμμάτων; Τα ακριβώς αντίθετα επέλεξαν να πράξουν οι κυβερνώντες της εποχής, ο Κώστας ο Καραμανλής κι οι συνεργάτες του.

Η φωνή κι οι παροτρύνσεις του συγγραφέα, έπεσαν στο κενό, όπως στο κενό παραλίγο να πέσει μετά από λίγα χρόνια κι η χώρα, στο τσακ τη γλυτώσαμε κι από τότε, από 2010 και μετά, βολοδέρνουμε μ’ όλα τα φαντάσματα και τους εφιάλτες της χώρας και της οικουμένης όλης να στοιχειώνουν τη ζωή και να υποθηκεύουν την ελπίδα.

Αυτή η φωνή, που, σήμερα όσο ποτέ, διατηρεί στο ακέραιο τη σημασία και την επικαιρότητά της, είναι η φωνή του κάθε σκεπτόμενου, του κάθε λογικού, του κάθε ψύχραιμου συμπολίτη μας. Εξακολουθεί όμως να μην ακούγεται δυνατά και ξεκάθαρα, γιατί καλύπτεται από τις κραυγές του λαϊκισμού, παραμορφώνεται απ’ τον θόρυβο της προπαγάνδας, στραγγαλίζεται από τους μηχανισμούς εξουσίας κι επικοινωνίας.

Όσο αυτές οι πρακτικές κι αυτοί οι μηχανισμοί συνεχίζουν να κυριαρχούν, να δυναστεύουν και να υπονομεύουν το μέλλον, τόσο το νοσηρό «εδώ» θα είναι εδώ, παρόν, όπως το όρισε δεκαπέντε χρόνια πριν ο Γεώργιος Ράλλης γιατί σ’ αυτόν ανήκουν οι σκέψεις κι οι προτροπές της εισαγωγής από το βιβλίου «Με ήσυχη τη συνείδηση» (σελ. 235 – 236) θα εξακολουθεί να ορίζει το τέλμα, τη στασιμότητα και την απελπισία του παρόντος, του κάθε «παρόντος».

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Το τερματίσαμε.


Ήθελα να ‘ξερα τι ψάχνουμε. Αφού καθένας έχει βγάλει το συμπέρασμά του, έχει καταλήξει στα πώς και τα γιατί της κρίσης, στους πρωταίτιους και τους συνυπεύθυνους, τι ζητάμε άραγε; Ο καθένας μας κουβαλάει και μιαν αλήθεια από μόνος του, άντε να ‘χει και πέντε – έξι φίλους ή γνωστούς που να συμφωνούν απόλυτα, από ‘κει και πέρα το χάος· στον έναν δεν κάνουν τα πρόσωπα, στον άλλον δεν ταιριάζουν οι πολιτικές, τον τρίτο τον βρίσκουν αντίθετο οι συμφωνίες κι ο τέταρτος διαφωνεί γιατί οι άλλοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και πάει λέγοντας –και γράφοντας.

Αν εξαιρέσεις κάποιους στο διαδίκτυο που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και βγάζουν αφρούς, άντε και μερικούς δημοσιογράφους που πετάνε πού και πού καμιά σπόντα –ειδικά μετά το φιάσκο των αδειών, όλα μέλι γάλα– ο πολύς ο κόσμος έχει μπαφιάσει πια κι ας είναι απογοητευμένος κι εξουθενωμένος απ’ αυτά τα τραγελαφικά κι τ’ αλλοπρόσαλλα της κυβέρνησης. Κανείς δεν έχει όρεξη, ούτε διάθεση ν’ ασχοληθεί σοβαρά με τα κυβερνητικά καμώματα και παλινωδίες, οι περισσότεροι εκτονώνονται στο twitter και ξεσπάνε στο facebook και μέχρι εκεί, αν έχει κάποιος και κάτι σοβαρό να πει, το γράφει και χάνεται αστραπιαία στο πληροφοριακό χάος.

Είναι τόσο πολύ πιεσμένος ο κόσμος, είμαστε τόσο πολύ πιεσμένοι όλοι μας, αλλά είναι και τόσο μεγάλη η απογοήτευση, που αυτή η έρπουσα και τελματώδης καθημερινότητα τείνει να –αν δεν έχει– γίνει συνήθεια και κανονικότητα. Τα ψέματα κι η προπαγάνδα οργιάζουν μπρος στα μάτια μας, όμως, η αλήθεια είναι, ότι δεν αγγίζουν κανέναν πια, λες και δεν μας αφορούν. Οι μεγαλύτερες ανατροπές και διαψεύσεις ελπίδων, προσδοκιών και απαντοχών συμβαίνουν μέρα με τη μέρα –κι ιδίως στις μέρες μιας αυτοδιαφημιζόμενης σαν αριστερή κυβέρνηση– κι όμως είναι σαν να γίνονται κάπου αλλού και ν’ αφορούν κάποιους άλλους.

Το σημερινό σκηνικό είναι στημένο από χρόνια. Μια δράκα νεολαίων πρώην ΚΚΕ μαζί με καμιά δεκαριά –ζήτημα– σιτεμένους κρατικοδίαιτους ΠΑΣΟΚους κι έναν δηλωμένο Καραμανλικό, έστησαν κυβέρνηση, που αν το έλεγες πριν πέντε – δέκα χρόνια θα γελάγανε όλοι μαζί σου. Κι όμως, μέσα στο θερμοκήπιο της κρίσης και χρησιμοποιώντας με εκπληκτική μαεστρία την εργαλειοθήκη, όχι του ΟΟΣΑ –σιγά μην την ξανακούσετε αυτή–, αλλά των κομματικών πρακτικών της μεταπολίτευσης, όλοι αυτοί που επί δύο και πλέον χρόνια μας κυβερνούν, δείχνουν τα δόντια τους στο ίσαμε χτες κομματικό κατεστημένο.

Ο κρατικός μηχανισμός είναι από χρόνια μαθημένος να υπηρετεί κομματικές εξουσίες. Τα υπουργικά γραφεία στελεχώθηκαν με κομματικούς μετακλητούς –όπως από πάντα–, οι κομματικά προσκείμενες συνδικαλιστικές ηγεσίες συνέχισαν τον παρα-διοικητικό τους ρόλο –όπως από πάντα–, οι διοικήσεις των δημόσιων οργανισμών απέκτησαν τους νέους κομματικούς εκλεκτούς –όπως από πάντα. Μ’ άλλα λόγια το κράτος εξακολουθεί να κομματοκρατείται –όπως από πάντα. Ταυτόχρονα, όμως, εξακολουθεί να «σιτίζει» δίνοντας δουλειές, επιχορηγήσεις, έργα και προμήθειες χιλιάδες άτομα, επιχειρήσεις, οργανισμούς –όπως από πάντα. Τι ΠΑΣΟΚ, τι Νέα Δημοκρατία, τι ΣΥΡΙΖΑ τώρα;

Τα ίδια με το κράτος και στο πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς, τη δικαιοσύνη, την παιδεία, τα μέσα ενημέρωσης, όλα κυλούν όπως από πάντα, τα δύσκολα και τα βαθιά αποφεύγονται όπως αποφεύγει κι ο διάβολος το λιβάνι. Πώς να ξεφύγεις έτσι από τα βαθιά της κρίσης; Πώς ν’ ανακάμψει η οικονομία, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, να προκόψουν οι άνθρωποι κι ο τόπος, πώς; Μόνο με τα λόγια; Μόνο μ’ ένα σύμφωνο συμβίωσης ή μήπως με την απλή αναλογική θα λυθούν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας; Αστεία πράγματα.

Ακόμα κι η πολιτική αντιπαράθεση κυβέρνησης - αντιπολίτευσης γίνεται με όρους και τύπους, όπως από πάντα. Τι στη Βουλή, τι στα μέσα ενημέρωσης, οι ίδιες ανιαρές κι ανούσιες συζητήσεις, οι ίδιες στημένες αψιμαχίες, οι ίδιες χιλιοειπωμένες ατάκες κι εξυπνάδες. Δεν υπάρχει μια νέα ιδέα, μια ουσιαστική επιχειρηματολογία, ένας κοινός τόπος συνεννόησης.

Όλοι, καθένας από τη σκοπιά του, σπρώχνουν τον καιρό πίσω, μα θες αξιολογήσεις είναι, μα θες μεταρρυθμίσεις, αλλαγές ή τομές, όλα παραπίσω και παραπίσω, δίχως επί της ουσίας ν’ αγγίζουμε κανένα από τα αίτια που συνέβαλαν στο να χτυπήσει η παγκόσμια κρίση τόσο σκληρά και δυσβάσταχτα τη χώρα. Όχι μισή αλήθεια δεν ακούγεται πλέον, αλλά το παραμύθιασμα κι η προπαγάνδα δίνουν και παίρνουν. Θα μου πεις –και δεν θα ‘χεις άδικο– εδώ δεν έμεινε καλά – καλά εφημερίδα για να διαβάσουμε μια Κυριακή· κοιτάς τους τίτλους στο περίπτερο και νομίζεις ότι βρίσκεσαι αλλού.

Τι μένει να μας εξιτάρει, λοιπόν; Τι μπορεί να μας συνεγείρει από την παθητικότητα και το λήθαργο; Τίποτα. Έτσι θα σέρνονται προς τα κάτω όλα κι εμείς μαζί μέχρι να προκηρυχτούν εκλογές. Είναι οι εκλογές λύση; Δεν αισιοδοξώ, αλλά μένει ως τότε να φανεί. [Το μόνο σίγουρο είναι ότι η «γη» που θα παραληφθεί θα είναι εκατό τοις εκατό καμμένη, όπως κι η γούνα μας].